Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΑΓΩΝΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΕΑΡΟΥ ΔΟΚΙΜΟΥ ΣΥΜΕΩΝ

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΑΓΩΝΙΣΜΑΤΑ 
ΤΟΥ ΝΕΑΡΟΥ ΔΟΚΙΜΟΥ ΣΥΜΕΩΝ 


     Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866–1938), ο κατά κόσμον Συμεών Ιβάνοβιτς Αντόνωφ, χωρικός από το χωριό Σοβσκ, της επαρχίας Λεμπεντίσκ, της διοίκησης του Ταμπώφ, έφτασε στο Άγιον Όρος το φθινόπωρο του 1892, σε ηλικία 26 ετών. Εισήλθε στην Μονή του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος. Εκεί, ο αδελφός Συμεών οδηγήθηκε στην πνευματική άσκηση μέσα από την αιωνόβια Παράδοση της Αθωνικής μοναχικής ζωής, που διαποτίζεται από την αδιάλειπτη μνήμη του Θεού. [...] Μία από τις καίριες και βασικές υποδείξεις που του δόθηκε, ήταν η κατά μόνας προσευχή στο κελλί, η οποία πρέπει να γίνεται κυρίως με το κομποσχοίνι, με την «Εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ». 


     Η συνεχής επίκληση του θείου Ονόματος του Ιησού Χριστού γλύκαινε την ψυχή του αδελφού Συμεών. Χαιρόταν, όταν άκουγε ότι με αυτή την προσευχή μπορούμε να προσευχόμαστε παντού και πάντοτε, σε κάθε δουλειά και περίσταση· ότι είναι καλό να την συνεχίζεις και την ώρα των εκκλησιαστικών ακολουθιών και ότι, όταν εργασία ή ασθένεια δεν επιτρέπουν την μετάβαση στο Ναό, η προσευχή αυτή αντικαθιστά τις ακολουθίες. Προσευχόταν πολύ και με φλόγα, γιατί η ψυχή του βρισκόταν σε μεγάλη οδύνη και αναζητούσε Αυτόν που μπορούσε να τον σώσει (πρβλ. Εβρ. ε΄ 7). 


     Πέρασε έτσι λίγος καιρός, περίπου τρεις εβδομάδες και, ένα βράδυ, καθώς προσευχόταν μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, η Προσευχή εισέδυσε μέσα στην καρδιά του και άρχισε να τελείται εκεί από μόνη της ημέρα και νύχτα. Τότε, όμως, δεν είχε καταλάβει ακόμη το μεγαλείο και την σπανιότητα της Δωρεάς που δέχθηκε από τη Θεομήτορα. […] 


     Ο αδελφός Συμεών ήταν υπομονετικός, άκακος, υπάκουος. Στη Μονή τον αγαπούσαν και τον επαινούσαν για την επιμέλεια στην εργασία του και τον καλό χαρακτήρα του και αυτό του άρεσε. Τότε, άρχισαν να έρχονται λογισμοί κενοδοξίας: «Ζεις σαν άγιος, μετανόησες, σου συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες, προσεύχεσαι αδιάλειπτα, εκπληρώνεις σωστά την υπακοή...».
     Από την πολλή και θερμή προσευχή, η ψυχή του αισθανόταν κατά καιρούς ανάπαυση. Τότε, οι λογισμοί τού έλεγαν: «Εσύ προσεύχεσαι και ίσως σωθείς. Αλλά, αν δεν βρεις στον Παράδεισο ούτε τον πατέρα ούτε τη μητέρα ούτε όλους αυτούς που αγαπάς, τότε και εκεί δεν θά ’χεις καμιά χαρά!» (Λόγος ιθ΄, «Διηγήσεις από τη ζωή», σελ. 544).
     Ο νους του δοκίμου ταλαντευόταν από αυτές τις σκέψεις και η αγωνία κυρίευσε την καρδιά του. Αλλά όπως ήταν άπειρος, δεν καταλάβαινε τι ακριβώς του συνέβαινε. 


     Μια νύχτα, το κελλί του γέμισε από ένα ασυνήθιστο φως, που διαπέρασε ακόμη και το σώμα του, έτσι που είδε τι ήταν μέσα από τον θώρακά του. Ο λογισμός τού λέει: «Δέξου το, είναι η Χάρη!». Η ψυχή, όμως, του δοκίμου ταράχθηκε και έμεινε σε μεγάλη απορία. Η προσευχή συνέχισε να ενεργείται μέσα του και μετά από αυτό, αλλά το πνεύμα της συντριβής απομακρύνθηκε τόσο, που σε ώρα προσευχής τού ήρθε γέλιο. Χτύπησε δυνατά το μέτωπο με τη γροθιά του. Το γέλιο έπαψε, αλλά το πνεύμα της μετανοίας δεν ξαναγύρισε και η προσευχή του συνεχίσθηκε χωρίς κατάνυξη. Τότε, κατάλαβε ότι του συνέβη κάτι ανάρμοστο... 


     Μετά την όραση αυτή του παράξενου φωτός άρχισαν να του εμφανίζονται δαίμονες και αυτός, μέσα στην αφέλειά του, άρχισε να συνομιλεί μαζί τους «ὡς μετὰ ἀνθρώπων». Οι επιθέσεις τους, δυνάμωσαν σταδιακά· άλλοτε του έλεγαν: «Τώρα, είσαι άγιος!»· άλλοτε πάλι: «Δεν θα σωθείς!». Μια φορά, ο δόκιμος Συμεών ρώτησε ένα δαίμονα: «Γιατί αντιφάσκετε λέγοντας, άλλοτε ότι είμαι “άγιος” και άλλοτε ότι “δεν θα σωθώ”;». Και ο δαίμονας, απάντησε ειρωνικά: «Εμείς, ποτέ δεν λέμε την αλήθεια!».
     Η αλλαγή των δαιμονικών υποβολών που άλλοτε τον ανέβαζαν με την υπερηφάνεια στους «ουρανούς» και άλλοτε τον καταγκρέμιζαν στην άβυσσο της αιώνιας απώλειας, βασάνιζε τη ψυχή του νεαρού δοκίμου, ρίχνοντάς τον στην απόγνωση· και αυτός προσευχόταν με κάθε δυνατή ένταση. […] 


     Οι μήνες περνούσαν και το μαρτύριο από τις δαιμονικές προσβολές γινόταν ολοένα πιο καταθλιπτικό. Οι ψυχικές δυνάμεις του νεαρού υποτακτικού άρχισαν να κάμπτονται, το θάρρος του αφανιζόταν. Η φρίκη της απελπισίας όλο και περισσότερο κυρίευε το είναι του. Όποιος έζησε κάτι παρόμοιο, αυτός γνωρίζει ότι καμιά ανθρώπινη ανδρεία, καμιά ανθρώπινη δύναμη δεν μπορεί να αντέξει τέτοιον πνευματικό αγώνα. Κάμφθηκε και ο αδελφός Συμεών. Έφθασε ως την έσχατη απόγνωση· και, μία ημέρα, πριν τον εσπερινό, καθισμένος στο κελλί του, σκέφθηκε: «Ο Θεός, είναι αδυσώπητος!». Με αυτόν τον λογισμό, ένοιωσε τέλεια εγκατάλειψη μέσα του και η ψυχή του για μία περίπου ώρα βυθίστηκε σε σκοτάδι απερίγραπτης αγωνίας.
     Όταν πήγε για τον εσπερινό στην εκκλησία του Αγίου Προφήτου Ηλιού, που είναι κοντά στον Μύλο, είδε στα δεξιά της Ωραίας Πύλης, στην θέση της εικόνος του Σωτήρος, τον ζώντα Χριστό (Λόγος ιθ΄, όπ.π.).
     Ο Κύριος εμφανίστηκε «με ακατάληπτο τρόπο» στον νεαρό δόκιμο και όλη του η ύπαρξη, ακόμη και το σώμα του, γέμισαν από το «πυρ» της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, από το «πυρ» εκείνο που κατέβασε ο Κύριος με τον ερχομό Του στην γη (βλ. Λουκ. ιβ΄ 49).
     Από το όραμα αυτό, ο Συμεών έπεσε σε εξάντληση και ο Κύριος έγινε άφαντος. 


     Είναι αδύνατον να περιγράψουμε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Συμεών εκείνη την ώρα. Γνωρίζουμε από όσα έλεγε και έγραφε ο μακάριος Γέροντας Άγιος Σιλουανός ότι τότε τον περιέλαμψε το μέγα Θεϊκό Φως· ότι έφυγε από τον κόσμο αυτόν και ανέβηκε «ἐν πνεύματι» στον ουρανό, όπου άκουσε άρρητα ρήματα· ότι εκείνη την ώρα γεννήθηκε «ἄνωθεν» (βλ. Ιωάν. α΄ 13· γ΄ 3). Το γαλήνιο βλέμμα του Χριστού, ο Οποίος συγχωρεί τα πάντα, που άπειρα αγαπά, που είναι γεμάτος από ανείπωτη χαρά, τον προσέλκυσε ολόκληρο· και όταν έγινε άφαντος, η ψυχή του από την γλυκύτητα της αγάπης του Θεού «ἡρπάγη» στην θεωρία της Θεότητος, πέρα από τα σχήματα του κόσμου. 
     Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο ότι κατά την εμφάνιση του Κυρίου, ο δόκιμος Συμεών, άνθρωπος απλός και άδολος, αναγνώρισε αμέσως τον Χριστό που του εμφανίστηκε και το Άγιο Πνεύμα που ενήργησε μέσα του. Ασταμάτητα επαναλαμβάνει στα γραπτά του ότι με το Άγιο Πνεύμα αναγνώρισε τον Κύριο, ότι είδε τον Θεό «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Και μας διαβεβαίωνε πως, όταν ο Κύριος εμφανίζεται στην ψυχή, εκείνη δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει, στο πρόσωπό Του, τον Ποιητή και Θεό της. 


     Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι οι φλόγες και τα βάσανα του άδη που προηγήθηκαν από την επιφάνεια του Χριστού στον δόκιμο Συμεών, όπως και το Θείο Φως που τον περιέλαμψε, είναι για πολλούς άγνωστα και ακατανόητα πράγματα. Ό,τι βλέπει, ό,τι βιώνει ο πνευματικός άνθρωπος, η όλη του εμπειρία μπορεί να φανεί μωρία, καρπός ψυχοπαθολογικής καταστάσεως στον μη πνευματικό άνθρωπο. Στερημένος από την πείρα της πραγματικότητας του πνευματικού κόσμου, αρνείται εκείνο που αγνοεί. «Δυνάμει» κάθε άνθρωπος έχει κληθεί στην πληρότητα της πνευματικής ζωής, αλλά η διαρκής στροφή του θελήματος προς τον υλικό κόσμο, προς τις σαρκικές και ψυχικές απολαύσεις, οδηγεί στην άμβλυνση και την ατροφία της πνευματικής αντιλήψεως. Στην καθημερινή ζωή θα μπορούσαμε να το παρομοιάσουμε με κάποιον που έχει ραδιόφωνο και πιάνει τα κύματα που γεμίζουν την ατμόσφαιρα, ενώ αυτός που δεν έχει, ούτε καν υποπτεύεται την παρουσία τους. 


     Είναι παράδοξη και ακατάληπτη η πνευματική ζωή του χριστιανού ασκητή. Στο σύμπλεγμα των εκπληκτικών αντιφάσεών της, βλέπουμε από την μια μεριά δαιμονικές προσβολές, εγκατάλειψη από τον Θεό, σκότος θανάτου και βασανιστήρια κολάσεως και από την άλλη, Θεοφάνεια και το Φως του Άναρχου Είναι.
     Και, αυτό, είναι αδύνατον να εκφραστεί με λόγια…


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ 
ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ 
(1896–1993)





[Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ:
«Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»,
μέρος 1ο, κεφ. 1ο, σελ. 11, 24, 26–31,
έκδοση Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου,
Έσσεξ Αγγλίας, 200310.]





   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου