Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ



1. Το ποδοπάτημα του ωραίου και ελκυστικού μήλου

     Ο όσιος Σάββας, όταν ήταν ακόμη νέος και ζούσε στη μονή που λεγόταν Φλαβιανές, η οποία είναι στην Καππαδοκία και απέχει είκοσι στάδια από το χωριό του, τη Μουταλάσκη, ασκούσε τον εαυτό του σε κάθε μορφή εγκράτειας, περισσότερο όμως στη σχετική με την ευχαρίστηση του ουρανίσκου και με την καλοπέραση και περιποίηση της κοιλιάς. Μια μέρα λοιπόν εργαζόταν στον κήπο του μοναστηριού, και τα μήλα που κρέμονταν εκεί στα δέντρα άνοιγαν την όρεξή του και τον παρακινούσαν να φάει πριν από την κανονισμένη ώρα. Νικήθηκε λοιπόν από την όψη των μήλων, τα οποία ήταν πραγματικά ωραία, γιατί άνθρωπος ήταν και αυτός και θελγόταν από ανθρώπινες επιθυμίες. Μάλιστα νικήθηκε τόσο, ώστε πήρε στο χέρι ένα μήλο. Έπειτα όμως κατάλαβε ότι αυτό ήταν παγίδα του πονηρού που συνηθίζει πάντοτε να ξεγελά βάζοντας σαν δόλωμα την ευχαρίστηση. Σκέφτηκε ακόμη ότι στον καρπό κρύβεται το φίδι και ότι τους πρωτοπλάστους με την ευχαρίστηση και την τροφή τούς έβγαλε από τον παράδεισο και τους έριξε σε μύρια δεινά.
     Με τις καλές αυτές σκέψεις έριξε αμέσως στη γη το μήλο και το ποδοπάτησε, πατώντας μαζί με αυτό και την επιθυμία και εξευτελίζοντας με τα πόδια αυτήν που τον νίκησε με τα μάτια. Και στο εξής έβαλε νόμο στον εαυτό του, σε όλη του τη ζωή να μη φάει ποτέ μήλο, ούτε να χαριστεί στην όρεξη της κοιλιάς.


2. Η μονόφθαλμη κοπέλα

     Κάποτε ο μακάριος Σάββας οδοιπορούσε προς τον Ιορδάνη, έχοντας μαζί του και έναν από τους μοναχούς του, νέο στην ηλικία. Στον δρόμο συνάντησαν πολλούς κοσμικούς, και ανάμεσα σε αυτούς ήταν και μια όμορφη κοπέλα, παγίδα από την οποία δύσκολα θα ξέφευγαν τα αφύλαχτα μάτια.
     Όταν την προσπέρασαν, ο άγιος Σάββας, για να δοκιμάσει τον μαθητή του τον ρώτησε: «Πώς σου φάνηκε η κοπέλα; Εμένα μου φάνηκε μονόφθαλμη». «Όχι, πάτερ», είπε εκείνος, «είχε δύο μάτια». Αυτός επέμενε: «Μήπως γελάστηκες, παιδί μου; Το ένα μάτι της κοπέλας ήταν πράγματι βγαλμένο». Ο μαθητής, ο οποίος δεν κατάλαβε ότι ο σοφός γέροντας τον ρωτούσε για να τον δοκιμάσει και να τον κάνει να ομολογήσει αυτό που ο ίδιος γνώριζε καλά, απάντησε: «Όχι, πάτερ· αντίθετα, είχε μάτια αστραφτερά και πολύ όμορφα να τα βλέπεις». «Πώς το ξέρεις με σιγουριά και επιμένεις τόσο;» ρώτησε ο άγιος Σάββας και εκείνος είπε: «Την κοίταξα προσεκτικά και είδα καλά ότι είχε και τα δυο της μάτια».
     Καθώς λοιπόν ο μαθητής πιάστηκε στα δίχτυα, ο άγιος Σάββας τον έλεγξε πλέον φανερά: «Και πού την έβαλες την εντολή που λέει να καρφώσεις το βλέμμα σου σε αυτήν (πρβλ. Παροιμ. θ΄ 18α) και να μην παρασυρθείς από τα μάτια σου (πρβλ. Παροιμ. στ΄ 25); Λοιπόν, από εδώ και πέρα δεν θα είσαι μαζί μου, ούτε θα συγκατοικείς στο κελλί μου, ώσπου τα μάτια σου να συνηθίσουν να μην περιφέρονται έτσι, αλλά να βλέπουν στη γη».
     Με τα λόγια αυτά τον έστειλε αμέσως στη μονή του Καστελλίου. Αφού έμεινε εκεί πολύ καιρό και έλαβε καλά την παιδεία του πράγματος, με την ειλικρινή μεταμέλεια και τον πόνο της καρδιάς του, τον δέχθηκε πάλι ο άγιος και τον συναρίθμησε με τους μοναχούς του κελλιού του.


3. «Καιγόμενος από την πολλή συμπόνια, δε λογάριασε τη φωτιά»

     Πάλι εκεί στη μονή Φλαβιανές, όπου ζούσε ο άγιος Σάββας, όντας νέος ακόμη, ο εκεί αρτοποιός έγινε κάποτε μούσκεμα από τη βροχή και έβαλε τα ρούχα του για στέγνωμα στον φούρνο, καθώς δεν υπήρχε ήλιος να τα στεγνώσει, επειδή ήταν χειμώνας. Έπειτα ξεχάστηκε και τα άφησε εκεί να στεγνώνουν. Καθώς λοιπόν παρουσιάστηκε ξαφνική ανάγκη για ψωμί, ο άγιος Σάββας και μερικοί άλλοι μοναχοί έκαναν ζύμη μαζί με τον αρτοποιό και άναψαν τον φούρνο, μέσα στον οποίο, όπως είπαμε, ήταν ξεχασμένα τα ρούχα. Όταν η φωτιά είχε κιόλας φουντώσει, ο αρτοποιός τα θυμήθηκε και, καθώς δεν μπορούσε πια να κάνει τίποτε, γιατί η φωτιά πλέον ήταν τρομακτική, λυπήθηκε πολύ και κυριεύτηκε από στενοχώρια. Ο Σάββας λοιπόν, που δεν άντεχε να βλέπει τον αδελφό τόσο στενοχωρημένο, αλλά καιγόταν και ο ίδιος από την πολλή συμπόνια, δεν λογάριασε το σώμα του, δεν λογάριασε ούτε τη φωτιά, και αφού οχυρώθηκε με το σημείο του σταυρού, μπήκε αμέσως, όπως ήταν μέσα στον φούρνο. Και αφού ποδοπάτησε τη φλόγα –όπως προηγουμένως την ηδονή– έσωσε τα ρούχα από τη φωτιά και βγήκε και ο ίδιος αβλαβής, καθώς η φωτιά τον σεβάστηκε, αυτή τη φορά όχι για χάρη της ευσέβειας, όπως παλιά τους τρεις Παίδες (Δαν. γ΄ 23), αλλά για χάρη της αγάπης του προς τον αδελφό.




Ευεργετινός»
–Λόγοι και Διδασκαλίες Αγίων Πατέρων–
(1) τόμ. β΄, υπόθ. κβ΄ (22), σελ. 174–175,
(2) ό.π., υπόθ. κη΄ (28), σελ. 215–216,
(3) τόμ. γ΄, υπόθ. λζ΄ (37), σελ. 306–307,
εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
(1 & 2) Θεσ/νίκη 20031 και (3) Θεσ/νίκη 20061.]






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου