Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

ΑΔΙΚΙΕΣ, ΑΔΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΙ

ΑΔΙΚΙΕΣ, ΑΔΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΙ


     «Η αδικία είναι μεγάλη αμαρτία. Όλες οι αμαρτίες έχουν ελαφρυντικά, η αδικία δεν έχει· μαζεύει οργή Θεού. Φοβερό! Αυτοί που αδικούν, βάζουν φωτιά στο κεφάλι τους. Από την μια μεριά βλέπεις να κάνουν μια αδικία και από την άλλη να πεθαίνουν δικοί τους άνθρωποι και να μη δίνουν σημασία. Πώς να κάνουν προκοπή οι άνθρωποι με τόσες αδικίες; Κάνουν αυτά που κάνουν, δίνουν δικαιώματα και στον διάβολο, γι’ αυτό μετά περνούν δοκιμασίες, τους βρίσκουν αρρώστιες κ.λπ. και μετά σου λένε: “Κάνε προσευχή να γίνω καλά”! Τα περισσότερα κακά που συμβαίνουν είναι από αδικίες. Όταν λ.χ. μαζεύεται με αδικία η περιουσία, ζουν οι άνθρωποι λίγα χρόνια σαν αρχοντόπουλα και μετά τα δίνουν, όσα μάζεψαν, στους γιατρούς. Τι λέει ο Ψαλμός; “Κρεῖσσον ὀλίγον τῷ δικαίῳ ὑπὲρ πλοῦτον πολὺν (=καλύτερα το λίγο βιος του δίκαιου, παρά ο πολύς ο πλούτος των άδικων ανθρώπων)” (Ψαλμ. λστ΄ [36] 16). “Ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα”. Όσα μαζεύουν, φεύγουν· όλα, εξανεμίζονται. Σπάνια, σε πολύ λίγους συμβαίνει να είναι οι αρρώστιες, οι χρεωκοπίες κ.λπ. μια δοκιμασία του Θεού. Αυτοί, θα έχουν καθαρό μισθό. Σ’ αυτήν την περίπτωση συνήθως γίνονται ύστερα πιο πλούσιοι, σαν τον Ιώβ. Αλλά και πολλοί (άδικοι) άνθρωποι που (πέθαναν και) βγαίνουν άλιωτοι (από τον τάφο), είναι και από αυτό· κάποια αδικία (θα) έχουν κάνει.


     Ο άδικος και, γενικά, κάθε ένοχος, όταν δεν ζητήσει συγχώρεση, ταλαιπωρείται από την συνείδησή του και επιπλέον από την αγανάκτηση του άλλου. Γιατί, όταν ο αδικημένος δεν τον συγχωρήσει και γογγύσει, τότε ο άδικος ταλαιπωρείται πολύ, βασανίζεται. Δεν μπορεί να κοιμηθεί. Σαν να τον χτυπούν κύματα και τον φέρνουν σβούρα. Είναι μυστήριο πράγμα το πώς το πληροφορείται! Όπως, όταν ένας αγαπά κάποιον και τον σκέφτεται με την καλή έννοια, εκείνος (ο αγαπώμενος) το πληροφορείται, έτσι και σ’ αυτήν την περίπτωση. Ω, ο γογγυσμός του άλλου τον κάνει άνωκάτω! Και μακριά να είναι, τι στην Αυστραλία, τι στο Γιοχάνεσμπουργκ, δεν μπορεί να ησυχάσει, όταν είναι αγανακτισμένος ο άλλος εξ αιτίας του.
     Ακόμη και οι άδικοι που είναι αναίσθητοι λες δεν υποφέρουν; Το πολύπολύ, να καταφύγουν σε καμμιά ψυχαγωγία, για να ξεχασθούν. Μπορεί πάλι ο αδικημένος να συγχώρεσε τον ένοχο, αλλά να έχει μείνει λίγη αγανάκτηση μέσα του. Τότε και ο ίδιος (ο αδικημένος) ταλαιπωρείται σε έναν βαθμό, αλλά ο ένοχος ταλαιπωρείται πολύ από την αγανάκτηση του άλλου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φωτιά από το εσωτερικό κάψιμο της ψυχής από την συνείδηση! Την βασανίζει και την τρώει συνέχεια με το σαράκι σ’ ετούτη την ζωή και πιο πολύ φυσικά θα την τρώει στην άλλη την ζωή, την αιώνια, “ὁ ἀκοίμητος σκώληξ”, αν δεν μετανοήσει ο άνθρωπος (ο άδικος) σ’ αυτήν την ζωή και δεν επιστρέψει τις αδικίες του στους συνανθρώπους του, έστω και με την αγαθή του προαίρεση, σε περίπτωση που δεν μπορεί με άλλον τρόπο.


     Υπάρχουν δύο μορφές αδικίας· η υλική και η ηθική. Υλική αδικία είναι, όταν αδικεί κανείς τον άλλον σε υλικά πράγματα. Ηθική είναι, όταν λ.χ. κάποιος γελάσει μια κοπέλα· και αν μάλιστα είναι ορφανή, με πενταπλάσιο βάρος βαραίνει την ψυχή του.
     Στον πόλεμο η σφαίρα ξέρεις πώς κυνηγάει τους ανήθικους; Εκεί βλέπεις έντονα την θεία δικαιοσύνη, την προστασία του Θεού. Ατιμία στον πόλεμο, δεν σηκώνει! Ανήθικο άνθρωπο θα τον βρει σφαίρα. Μια φορά πηγαίναμε με την διλοχία μας να αντικαταστήσουμε ένα τάγμα. Εν τω μεταξύ όμως, μας χτύπησαν και ριχτήκαμε στην μάχη. Ένας, θυμάμαι, από εκείνο το τάγμα είχε κάνει την προηγούμενη μέρα μια ατιμία· είχε βιάσει μία έγκυο, την καημένη. Ε, σ’ εκείνη την επιχείρηση, μόνον αυτός σκοτώθηκε!! Φοβερό! Όλοι έλεγαν μετά: “Το κτήνος! Καλά έπαθε και σκοτώθηκε!”. Ιδίως αυτοί που κάνουν πονηριές, που κοιτάζουν να ξεφύγουν από ’δω, να ξεφύγουν από ’κει, τελικά δεν γλυτώνουν. Είναι παρατηρημένο ότι όσοι πιστεύουν πολύ –φυσικά, ζούνε και τίμια, χριστιανικά– και το σώμα τους το τίμιο προστατεύεται από τα πυρά περισσότερο απ’ ό,τι αν φορούσαν Τιμιόξυλο.


     Αυτόν που μας αδικεί να τον βλέπουμε σαν έναν μεγάλο ευεργέτη μας, που μας κάνει καταθέσεις στο Ταμιευτήριο του Θεού. Μας κάνει πλούσιους αιώνια. Μικρό πράγμα είναι αυτό; Τον ευεργέτη μας δεν τον αγαπούμε; Δεν του εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας; Έτσι και αυτόν που μας αδικεί, να τον αγαπούμε και να τον ευγνωμονούμε, γιατί μας ευεργετεί αιώνια. Οι άδικοι αδικούνται αιώνια· ενώ όσοι δέχονται με χαρά την αδικία, δικαιώνονται αιώνια. Άμα κάνει κανείς υπομονή έρχονται τα πράγματα στη θέση τους. Τα οικονομάει ο Θεός. Χρειάζεται όμως υπομονή χωρίς λογική. Αφού ο Θεός βλέπει, παρακολουθεί, να παραδίνεται εν λευκώ στον Θεό. Βλέπεις, ο Ιωσήφ (Γέν. λζ΄ [37] 20) δεν μίλησε όταν τον πούλησαν οι αδελφοί του για δούλο. Μπορούσε να πει: “Είμαι ο αδελφός τους!”. Δεν μίλησε όμως, και μετά μίλησε ο Θεός, και τον έκανε βασιλιά. Άμα όμως κανείς δεν κάνει υπομονή, είναι βάσανο. Από ’κει και πέρα, θέλει να του έρχονται τα πράγματα όπως του ταιριάζει, όπως αναπαύεται. Και ανάπαυση φυσικά δεν βρίσκει και ούτε του έρχονται όλα όπως τα θέλει. Εάν κανείς αδικηθεί σ’ αυτήν την ζωή από ανθρώπους ή από δαίμονες, δεν ανησυχεί ο Θεός, γιατί κέρδος προξενείται στην ψυχή. Πολλές φορές όμως λέμε ότι μας αδικούν, ενώ στην ουσία αδικούμε εμείς. Εδώ θέλει προσοχή να πιάνουμε τον εαυτό μας.


     Σήμερα θεωρούν κατόρθωμα την αδικία. Γιατί η αμαρτία έχει γίνει μόδα τώρα και η αδικία εξυπνάδα. Τα κοσμικό πνεύμα δυστυχώς τροχάει το μυαλό (του ανθρώπου) στην πονηριά, και το θεωρεί κατόρθωμα εκείνος που αδικεί τον συνάνθρωπό του. Παίρνει μάλιστα και τον τίτλο: “Αυτός είναι διάβολος· τα καταφέρνει!”, ενώ εσωτερικά υποφέρει από τον έλεγχο της συνειδήσεως, την μικρή κόλαση. Το δίκαιο τον άνθρωπο συνήθως όλοι τον σπρώχνουν στην τελευταία θέση ή ακόμη και του παίρνουν και την θέση. Τον αδικούν, τον πατούν –“πατούν επί πτωμάτων”, έτσι δεν λέγεται; Αλλά, όσο οι άνθρωποι τον σπρώχνουν προς τα κάτω, τόσο ο Θεός τον ανεβάζει προς τα πάνω σαν τον φελλό. Θέλει όμως πάρα πολλή υπομονή. Η υπομονή ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα.
     Όταν πάει κανείς με τον διάβολο, με πονηριές, δεν ευλογεί ο Θεός τα έργα του. Ο,τι κάνουν οι άνθρωποι με πονηριά, δεν ευδοκιμεί. Μπορεί να φαίνεται ότι προχωράει, αλλά τελικά θα σωριάσει. Το κυριότερο είναι να ξεκινά κανείς από την ευλογία του Θεού για ό,τι κάνει! Ο άνθρωπος όταν είναι δίκαιος, έχει τον Θεό με το μέρος του. Και όταν έχει και λίγη παρρησία στον Θεό, τότε θαύματα γίνονται. Όταν κανείς βαδίζει με το Ευαγγέλιο, δικαιούται την θεία βοήθεια. Βαδίζει με τον Χριστό. Πώς να το κάνουμε; Την δικαιούται. Όλη η βάση, εκεί είναι. Από ’κει και πέρα, να μη φοβάται τίποτε! Αυτό που έχει σημασία είναι να αναπαύεται ο Χριστός, η Παναγία, και οι Άγιοι στην κάθε μας ενέργεια, και τότε θα έχουμε την ευλογία του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων μας, και το Άγιο Πνεύμα θα επαναπαύεται σ’ εμάς. Η τιμιότης του ανθρώπου είναι το ανώτερο Τιμιόξυλο. Αν ένας δεν είναι τίμιος και έχει Τιμιόξυλο, είναι σαν να μην έχει τίποτε. Ένας και Τιμιόξυλο να μην έχει, αν είναι τίμιος, δέχεται την θεία βοήθεια. Και αν έχει και Τιμιόξυλο, τότε!...


     Μπορεί σε μια οικογένεια ο παππούς ή η γιαγιά να έκαναν αδικίες και αυτοί να είναι καλά. Όμως τα παιδιά ή τα εγγόνια τους παιδεύονται. Αρρωσταίνουν και αναγκάζονται να δίνουν στους γιατρούς όσα μαζεύτηκαν με αδικίες, για να εξοφλήσουν οι παππούδες τους. Κάποτε σε μια γνωστή μου οικογένεια συνέβαιναν πολλές δοκιμασίες. Είχε αρχίσει από τον αρχηγό της οικογένειας αρρώστια βαρειά, ταλαιπωρία· έμεινε κατάκοιτος λίγα χρόνια και μετά πέθανε. Στην συνέχεια, πέθανε η γυναίκα του και ύστερα τα παιδιά του, το ένα κοντά στο άλλο. Πρόσφατα πέθανε και το τελευταίο, το πέμπτο παιδί. Από πολύ πλούσια οικογένεια που ήταν, κατήντησε η πιο φτωχή, γιατί πουλούσαν τα κτήματα όσο–όσο, για να πληρώνουν γιατρούς και έξοδα διάφορα. Απορούσα γι’ αυτήν την οικογένεια: “Πώς συμβαίνουν τόσες αρρώστιες και ατυχήματα σ’ αυτούς!”. Στα άτομα της οικογενείας που γνώρισα, δεν φαινόταν η καλή περίπτωση, δηλαδή να τους δοκιμάζει ο Θεός σαν εκλεκτούς, αλλά μάλλον να λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι του Θεού. Για να είμαι πιο σίγουρος, προσπάθησα να μάθω από αξιόλογα γεροντάκια, συμπατριώτες τους, και έμαθα τα εξής: Ο άνθρωπος αυτός είχε βρει μια σχετική περιουσία από τον πατέρα του, αλλά στην συνέχεια την αύξησε με αδικίες. Δηλαδή, εάν του ζητούσε μια χήρα δανεικά, για να παντρέψει την κόρη της, και θα του τα έδινε όταν θα αλώνιζε, αυτός της ζητούσε ένα οικόπεδο που είχε. Και εκείνη επάνω στην ανάγκη το έδινε όσο–όσο. Άλλος του ζητούσε δάνειο να πληρώσει την Τράπεζα και θα του το επέστρεφε μόλις μάζευε τα βαμβάκια. Εκείνος του ζητούσε ένα χωράφι που είχε, και στην ανάγκη ο άλλος το έδινε όσο–όσο, για να μην τον κυνηγήσει η Τράπεζα. Άλλος του ζητούσε λίγα δανεικά, για να πληρώσει τους γιατρούς, και αυτός του ζητούσε την αγελάδα που είχε. Εκείνος ο καημένος την έδινε όσο–όσο. Με αυτόν τον τρόπο μάζεψε μια μεγάλη περιουσία. Όλος όμως ο γογγυσμός των πονεμένων ανθρώπων χτύπησε όχι μόνον σ’ αυτόν και στην γυναίκα του, αλλά και στα παιδιά του ακόμη. Έτσι λειτούργησαν οι πνευματικοί νόμοι και έκαναν και εκείνοι το ίδιο· για να πληρώσουν δηλαδή τους γιατρούς και τα έξοδα από τις αρρώστιες, τα ατυχήματα κ.λπ., πουλούσαν όσο–όσο τα κτήματα, και από πολύ πλούσιοι έγιναν φτωχοί, και ένας–ένας έφυγαν όλοι. Ο Θεός φυσικά θα τους κρίνει με την πολλή Του αγάπη και δικαιοσύνη ανάλογα. Οι άλλοι πάλι που αναγκάσθηκαν, επάνω στην ανάγκη που βρίσκονταν, να πουλήσουν ό,τι είχαν, για να ξεχρεώσουν χρέη σε γιατρούς κ.λπ. και φτώχεψαν, θα ανταμειφθούν για την αδικία που δοκίμασαν ανάλογα. Βέβαια και οι άδικοι εξοφλούν και αυτοί ανάλογα.


     Θυμάμαι ένας δικηγόρος, που έκανε πολλές αδικίες, πόσο βασανίσθηκε στο τέλος της ζωής του. Εξασκούσε το επάγγελμά του σε μια επαρχία που είχε πολλούς κτηνοτρόφους. Εκεί, φυσικά, γίνονταν και αγροζημίες και πολλοί βοσκοί έτρεχαν σ’ αυτόν τον δικηγόρο, γιατί με πονηρά επιχειρήματα έπειθε και τον αγρονόμο και τον ειρηνοδίκη. Έτσι οι καημένοι οι γεωργοί πολλές φορές όχι μόνο δεν έβρισκαν το δίκαιο για τα σπαρτά που τους κατάστρεφαν τα κοπάδια, αλλά έβρισκαν και τον μπελά τους. Όλοι τον ήξεραν τον δικηγόρο αυτόν και κανείς τίμιος άνθρωπος δεν τον πλησίαζε. Ακόμη και ο Πνευματικός να δείτε τι συμβούλεψε έναν ευαίσθητο βοσκό. Ο βοσκός αυτός είχε ένα μικρό κοπάδι και μία σκύλα. Μια φορά που η σκύλα είχε γεννήσει, έδωσε τα κουταβάκια σε άλλους και κράτησε μόνον την μάνα. Εκείνο το διάστημα είχε χαθεί μια προβατίνα και είχε αφήσει το αρνάκι της που θήλαζε. Αυτό, επειδή δεν είχε μάνα, έτρεχε πίσω από την σκύλα και θήλαζε από αυτήν, η οποία ένιωθε και η ίδια ανακούφιση. Έτσι και τα δύο ζώα είχαν συνηθίσει και το ένα έβρισκε το άλλο. Ο καημένος ο βοσκός, όσο και να προσπαθούσε να τα ξεχωρίσει, εκείνα έσμιγαν. Επειδή ήταν ευαίσθητος ο βοσκός, σκέφθηκε να ρωτήσει τον Πνευματικό, εάν τελικά τρώγεται το κρέας του αρνιού ή όχι. Ο Πνευματικός, έχοντας υπ’ όψιν του και την φτώχεια του βοσκού, σκέφτηκε λίγο και του είπε: “Το αρνί αυτό, παιδί μου, δεν τρώγεται, γιατί θήλασε από την σκύλα, αλλά ξέρεις τι πρέπει να κάνεις; Επειδή όλοι οι άλλοι βοσκοί πηγαίνουν δώρα στον δικηγόρο τον δείνα αρνιά και τυριά, να του πας και συ αυτό το αρνί να το φάει. Μόνον αυτός έχει ευλογία να το φάει, γιατί όλος ο κόσμος ξέρει που είναι άδικος”. Όταν είχε γεράσει πια ο άδικος αυτός δικηγόρος και έπεσε στο κρεβάτι, υπέφερε χρόνια από εφιάλτες και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Τον χτύπησε και ημιπληγία και δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει. Προσπάθησε ο Πνευματικός να τον κάνει τουλάχιστον να γράψει τις αμαρτίες του, αλλά είχε χάσει και τον έλεγχο, και αναγκαζόταν να του διαβάζει την “Εὐχὴ τῶν Ἑπτὰ Παίδων”, για να κλείσει λίγο τα μάτια του να κοιμηθεί. Του διάβαζε και Εξορκισμούς, για να γαληνέψει λίγο, μέχρι που αναπαύθηκε, και ας ευχηθούμε ο Θεός να τον αναπαύσει πραγματικά.


     Έχω δει ψυχές που αδικήθηκαν, αλλά υπέμειναν την αδικία με καλούς λογισμούς και τους έλουσε η Χάρις σ’ αυτήν την ζωή. Πριν από πολλά χρόνια, με είχε επισκεφθεί ένας ευλαβής Χριστιανός, απλός και καλοκάγαθος, και με παρακαλούσε να ευχηθώ να φωτίσει ο Χριστός τα παιδιά του, όταν ενηλικιωθούν, να μην γογγύσουν κατά των συγγενών του για την μεγάλη αδικία που τους είχαν κάνει, και μου διηγήθηκε την υπόθεση.
     Όπως είδα, ο άνθρωπος αυτός ήταν πραγματικά άνθρωπος του Θεού. Ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός από τα πέντε παιδιά της οικογενείας του και μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα τους συμπαραστάθηκε σαν καλός πατέρας στα αδέρφια. Εργάσθηκε σκληρά, απέκτησε και άλλη περιουσία, κτήματα κ.λπ. και αποκατέστησε τις δυο αδερφές του. Παντρεύτηκαν και τα μικρότερα αδέρφια του, πήραν όλα τα καλά κτήματα, ελαιώνες κ.λπ. και σ’ αυτόν άφησαν τα άχρηστα, τα άγονα, κάτι αμμουδιές. Στο τέλος παντρεύτηκε και αυτός και απέκτησε τρία παιδάκια. Ήταν ηλικιωμένος φυσικά και σκεφτόταν τα παιδιά του, όταν μεγαλώσουν, μήπως καταλάβουν την αδικία και γογγύσουν. Μου έλεγε: “Εγώ δεν στενοχωριέμαι για την αδικία, γιατί διαβάζω το Ψαλτήρι. Ένα Κάθισμα το απόγευμα και δύο Καθίσματα πριν ξημερώσει. Σχεδόν το έμαθα απ’ έξω το Ψαλτήρι. Κανένας Ψαλμός δεν λέει ότι οι άδικοι έκαναν προκοπή. Ενώ τους δικαίους, τους σκέφτεται ο Θεός. Εγώ, Πάτερ μου, δεν λυπάμαι τα κτήματα που έχασα, αλλά λυπάμαι τα αδέρφια μου που χάνουν την ψυχή τους”.
     Έφυγε μετά ο ευλογημένος αυτός άνθρωπος και με ξαναεπισκέφθηκε μετά από δέκα χρόνια περίπου, πολύ χαρούμενος, και με ρωτάει: “Με θυμάσαι, Πάτερ, με θυμάσαι;”. “Ναι”, του είπα και τον ρώτησα πώς περνάει. “Έγινα πλούσιος τώρα”, μου απάντησε. “Και πώς έγινες πλούσιος, αδερφέ;”. “Να, εκείνα τα άχρηστα τα χωράφια, οι αμμουδιές, πήραν μεγάλη αξία, γιατί ήταν παραθαλάσσια. Αυτήν την φορά ήρθα να μου πεις τί να κάνω τα πολλά χρήματα που έχω”. “Να εξασφαλίσεις τα παιδιά σου με ένα σπιτάκι και να κρατήσεις μερικά χρήματα και για τις σπουδές τους, μέχρι να τακτοποιηθούν”. Μου λέει: “Έχω και για τα παιδιά μου, αλλά πάλι είναι πολλά”. “Δώσε στους φτωχούς συγγενείς σου πρώτα και μετά σε άλλους φτωχούς”. “Έδωσα, Πάτερ, αλλά πάλι είναι πολλά”. “Δώσε, για να φτιάξουν τον Ναό του χωριού σου και τα εξωκκλήσια”. “Έδωσα, αλλά πάλι είναι πολλά”. Τότε του λέω: “Θα εύχομαι να σε φωτίζει ο Χριστός, για να κάνεις καλωσύνες εκεί που υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη”.
     Μετά τον ρώτησα: “Τι κάνουν τα αδέρφια σου; πού βρίσκονται;”. Ξέσπασε σε κλάμα και με λυγμούς μού απάντησε: “Δεν ξέρω, Πάτερ μου, χάθηκαν και τα ίχνη τους! Είχαν πουλήσει τα χρήματα από το χωριό, ελαιώνες και χωράφια, και τώρα δεν ξέρω πού βρίσκονται. Είχαν πάει πρώτα στην Γερμανία, μετά στην Αυστραλία, και τώρα δεν ακούγονται”. Μετανόησα που τον ρώτησα για τα αδέρφια του, γιατί δεν ήξερα ότι θα λυπηθεί τόσο πολύ. Τον παρηγόρησα μετά και έφυγε ειρηνικός. Του είπα να ευχηθούμε και οι δυο να μάθουμε και γι’ αυτούς χαρούμενες ειδήσεις.
     Θυμήθηκα μετά τον Ψαλμό (Ψαλμ. λστ΄ [36] 35–36), που λέει: “Εἶδον τὸν ἀσεβῆ ὑπερυψούμενον καὶ ἐπαιρόμενον ὡς τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου. Καὶ παρῆλθον καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν καὶ ἐζήτησα αὐτὸν καὶ οὐχ εὑρέθη ὁ τόπος αὐτοῦ (=Είδα τον ασεβή τον άνθρωπο να καταχράται τη θέση και την εξουσία του, να υψώνεται σαν κέδρος του Λιβάνου και ν’ απλώνεται σαν το αναρριχητικό φυτό. Και πάλι πέρασα από ’κει που ήταν και να που δεν υπήρχε· τον αναζήτησα κι ούτε που βρέθηκε πουθενά)”. Αυτό, ακριβώς συνέβη με τα ταλαίπωρα αδέρφια του.
     Χειρότερο πράγμα από την αδικία, δεν υπάρχει!
     Ό,τιδήποτε κάνετε, κοιτάξτε νά ’χετε την ευλογία του Θεού!...».


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)


[Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
«Λόγοι Α΄ – Με πόνο και αγάπη
για τον σύγχρονο άνθρωπο»,
μέρος 1ο, κεφ. 4ο («Η αδικία είναι μεγάλη αμαρτία»),
σελ. 85–100 (κύρια και βασικά αποσπάσματα),
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσ/νίκης, Μάρτιος 19992.]





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου