Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΙΑ ΘΛΙΨΗ

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΙΑ ΘΛΙΨΗ


     Με όποιον τρόπο κι αν προσπαθεί να γιορτάσει κανείς τις μέρες των Χριστουγέννων, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο γιορτασμός αυτός προκαλεί αντιφατικά συναισθήματα. Λίγη ευαισθησία μόνο, αρκεί για να αντιληφθούμε ότι, παρόλες τις προσπάθειες που κάνουμε για να δημιουργήσουμε μια χαρμόσυνη ατμόσφαιρα, υπάρχει εντούτοις κάποια θλίψη που εξουδετερώνει όλες αυτές τις προσπάθειές μας.
     Εκ πρώτης όψεως, η θλίψη που νιώθει κανείς μπορεί να θεωρηθεί ως κάτι που είναι έξω από το χριστιανικό πνεύμα. Οι δύο φράσεις «Πώς μπορείς να είσαι θλιμμένος μια τέτοια μέρα;» ή «Δεν πρέπει να στενοχωριέσαι αφού ο Χριστός γεννήθηκε για μας», είναι ο καθιερωμένος τρόπος που αντιμετωπίζουμε όποιον τολμάει να δείξει τη θλίψη του ή να εκφράσει την παραμικρή προσωπική του ανησυχία· είναι μια κοινή αντιμετώπιση τόσο από τους «θρησκευτικούς», όσο και από τους «κοσμικούς» κύκλους. Διαφέρει μόνο στον τρόπο που προσπαθεί ο καθένας να δημιουργήσει μια χαρμόσυνη ατμόσφαιρα και να αρνηθεί κάθε θλίψη.
     Έτσι, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τόσο μεγάλη διαφορά ανάμεσα σ’ εκείνον που θα τραγουδήσει την «Άγια Νύχτα» ή σ’ εκείνον που θα ψάλλει το «Ἡ Παρθένος σήμερον» ή και σ’ αυτόν που θα πάει σε «ρεβεγιόν», εφόσον ο καθένας απ’ αυτούς, με τον τρόπο του, προσπαθεί να αρνηθεί την πραγματική του ανθρώπινη κατάντια, τη σωματική και ψυχική του ένδεια, την απομάκρυνσή του απ’ τον συνάνθρωπό του και τον Δημιουργό του. Μια τέτοια προσπάθεια, δε μπορεί να ικανοποιήσει την αναζήτησή του για βοήθεια και απαλλαγή απ’ τον ψυχικό του πόνο. Μια τέτοια αντιμετώπιση, δε μπορεί να θεωρηθεί ούτε χριστιανική, ούτε ανθρωπιστική· γιατί όποιος προσπαθεί να αποφύγει την ένδεια, τη θλίψη, τη στενοχώρια και τη λύπη, δε μπορεί να είναι αληθινός χριστιανός, όπως παρατηρεί ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, γιατί, μ αυτόν τον τρόπο δε μπορεί να γίνει ένας πραγματικός και αληθινός άνθρωπος. Επομένως, ο ανθρώπινος πόνος και η θλίψη που γίνονται πιο αισθητά το Δωδεκαήμερο, δεν είναι αυτά που θα πρέπει να μας βάζουν σε ανησυχία, όσο η υπεράνθρωπη προσπάθεια που γίνεται για να γλυκάνουμε ή να αρνηθούμε την πίκρα μας με διάφορους προσωρινούς και ρηχούς, ευσεβιστικούς ή διασκεδαστικούς γιορταστικούς τρόπους.


     Όταν «τελειώσουν» οι γιορτές, όταν το γυμνό χριστουγεννιάτικο δέντρο μείνει πεταμένο στο πεζοδρόμιο για να το πάρει ο σκουπιδιάρης, τότε η ματαιότητα της προσπάθειας να επικαλύψουμε τη θλίψη γίνεται πιο έκδηλη. Τότε νιώθει κανείς πως, όλος αυτός ο γιορταστικός θόρυβος δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά ένα από τα πολλά παυσίπονα που πνίγουν τον σημερινό άνθρωπο και διαστρέφουν τις πραγματικές αξίες της ζωής. Μαζί με αυτή την απογοήτευση, νιώθει κανείς μια βαθιά υπαρξιακή μοναξιά, σαν να τον χωρίζει μια βαθιά χαράδρα από τον Θεό και τον συνάνθρωπο.
     Το γεγονός ότι «ἐπισκέψατο ἡμᾶς ἐξ ὕψους ὁ Σωτήρ ἡμῶν», δίνει σ’ εμάς που είμαστε πεσμένοι, πονεμένοι και απομονωμένοι «ἐν σκότει καὶ σκιᾷ», τον μόνο και αληθινό τρόπο να αντιμετωπίσουμε τον ανθρώπινο πόνο και τη θλίψη.
     Η Ορθόδοξη λειτουργική ζωή δεν κάνει καμμιά προσπάθεια να αποφύγει αυτήν την αίσθηση του πόνου και της θλίψης. Αντίθετα, βοηθάει τον άνθρωπο να γνωρίσει πόσο βαθιά ο πόνος αυτός υπάρχει στη ψυχή του, πόσο επηρεάζει τη ζωή του και τον βοηθά να καταλάβει ότι ο πόνος, η θλίψη και η μοναξιά που νιώθει, έχουν σχέση με την αμαρτωλότητά του.


     Αυτός που γνωρίζει τον εαυτό του, γράφει ο Άγιος Συμεών, γνωρίζει «πόσο είναι ξένος απ’ όλα τα επίγεια. Ή, για να πω καλύτερα, και απ όλα τα επουράνια»· και αισθάνεται την ανάγκη και την προθυμία να καλλιεργήσει τη σχέση του με τον Θεό. Και, συνεχίζει: «Γιατί, εάν είναι ξένος από τα γήινα, από τα οποία πλάσθηκε και στα οποία διατρίβει και περνά όλη τη ζωή του, πόσο πολύ περισσότερο είναι ξένος και από τα επουράνια, από τα οποία ο ίδιος είναι πολύ μακριά και κατά τη φύση του και κατά την ουσία του και κατά τη διαγωγή του. Εκείνος που έχει γνωρίσει τον εαυτό του και έχει γνωρίσει ότι είναι ξένος από τα επίγεια, και ξέρει ότι γυμνός ήλθε σ’ αυτόν τον κόσμο και πάλι γυμνός πρόκειται να φύγει απ’ αυτόν, πώς δε θα πενθήσει και πώς δε θα κλάψει; Όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για όλους τους ομογενείς και ομοιοπαθείς συνανθρώπους του. Εκείνος που αγαπά και φοβάται μόνο τον Θεό –ρωτάω να μου πεις– πώς μπορεί να ευφρανθεί σωματικά ή πώς μπορεί να γιορτάσει και να πανηγυρίσει, έτσι όπως συνηθίζουν συμβατικά να κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι, δίχως (μια βαθύτερη) γνώση και δίχως (έναν βαθύτερο) στοχασμό. Ή, πάλι, πώς μπορεί αυτός ο άνθρωπος να περηφανευτεί για όλα όσα κάνει στις γιορτές του; Πώς μπορεί να υψηλοφρονήσει για τα φώτα, τα πολλά κεριά και τα καντήλια, για τ’ αρώματα και για τα μύρα, για τα μαζώματα του κόσμου και για τα πλουσιοπάροχα και πολυέξοδα τραπέζια; Πώς μπορεί να καυχηθεί για τη λαμπρότητα των φίλων του και για την παρουσία επιφανών αρχόντων; Όχι. Όχι, δεν πρόκειται να επαρθεί γι’ αυτά τα πράγματα».
     Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος καταλήγει ότι αυτός που ξέρει τι σημαίνει «θεάρεστος ἑορτή», αυτός που δε μένει στα φαινομενικά στοιχεία της γιορτής, βλέπει κάθε γιορτή που γίνεται σαν ένα μέρος απ’ τα επουράνια και την αιωνιότητα. «Αυτός ο άνθρωπος δεν προσέχει ούτε στα φώτα, ούτε στο πλήθος του κόσμου, ούτε στη σύναξη των φίλων του, αλλά έχει στο νου του εκείνο που πρόκειται σε λίγο να συμβεί· ότι σε λίγο, δηλαδή, πρόκειται να σβηστούν όλα τα φώτα και πρόκειται ο καθένας να πάει πίσω στο σπίτι του και αυτός ο ίδιος πρόκειται να μείνει μόνος κι αφημένος μες το σκοτάδι».


     Η γενική πίεση που υφίσταται κανείς σήμερα για να αποφύγει την πικρή μεν, αλλά ελπιδοφόρα γνωριμία του εαυτού του, έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της μοναξιάς. Όταν δεν παρέχονται τρόποι να εκφραστεί η θλίψη και η μοναξιά, που είναι ιδιαίτερα αισθητές στις γιορτές, τότε αυτή η θλίψη γίνεται κατάθλιψη και η ανθρώπινη υπαρξιακή μοναξιά μετατρέπεται σε μια ναρκισσιστική απομόνωση ή σε αρρωστημένες ρηχές διαπροσωπικές σχέσεις. Η πίεση για αποφυγή του εαυτού μας τις μέρες των Χριστουγέννων, αυξάνεται κάθε χρόνο με την αύξηση της εμπορικότητας, της εκκοσμίκευσης, και των διάφορων ψευδο–ανθρωπιστικών θρησκευτικών εκδηλώσεων αυτής της περιόδου.
     Γι’ αυτό υπάρχει μεγάλη και επείγουσα ανάγκη να γνωρίσουμε ποιος είναι ο πραγματικός ορθόδοξος τρόπος αντιμετώπισης του πόνου και της θλίψης σε σχέση με την Ενσάρκωση του Θεού. Αν συνεχίσουμε να ασκούμε στους εαυτούς μας και στους γύρω μας αυτή την πίεση για τη δημιουργία μιας ψεύτικης χαρμόσυνης ατμόσφαιρας, τότε θα αυξηθούν και οι διάφορες αρρώστιες που αφήνουν τον άνθρωπο καταβεβλημένο και εξουθενωμένο, θα αυξηθούν οι απόπειρες αυτοκτονιών, μαζί με τα δυστυχήματα που συνήθως δεν είναι τυχαία και θα αυξηθούν, επίσης, και οι νευρώσεις που βασανίζουν τόσο οδυνηρά τον σημερινό άνθρωπο. Το χειρότερο απ’ όλα είναι, ότι θα αυξηθεί σημαντικά η έλλειψη, που ήδη παρατηρείται, ανθρώπων που έχουν τη διάθεση και τη δυνατότητα να φροντίσουν τους συνανθρώπους τους που υποφέρουν απ’ όλες αυτές τις καταστάσεις.


     Η βοήθεια και η δύναμη που δίνει ο Χριστός με την Ενσάρκωσή Του, δεν είναι μια προσωρινή και εύκολη ικανοποίηση των διάφορων εγωκεντρικών μας επιθυμιών. Το φως που λάμπει από το σκοτεινό Σπήλαιο, δε σβήνει σαν τα φώτα με τα οποία στολίζουμε το σπίτι μας. Αυτός που θα δεχθεί αυτό το φως, δε μπορεί να μείνει απαθής κι αδιάφορος για τη ζωή. Ούτε μπορεί να αποσυρθεί σ’ έναν δικό του κόσμο με τους δικούς του ανθρώπους. Όταν ζητήσει κανείς τη βοήθεια και τη δύναμη του Θεού, θα πρέπει να είναι πρόθυμος να δεχθεί και την ευθύνη που ακολουθεί, για να αναπτύξει και να καλλιεργήσει αυτή τη δύναμη. Δε θα μπορεί να επαναπαυθεί στη ψευδαίσθηση ότι το αυτοκίνητό του, το σπίτι του, τα πολλά του κουστούμια και η επαγγελματική του τακτοποίηση, είναι ικανά να του δώσουν τη σιγουριά που ζητάει. Ούτε θα αρκεστεί να αντιμετωπίζει τους άλλους με μια αμυντική και φοβισμένη συμπεριφορά. Θα πρέπει να εγκαταλείψει τον φανταστικό, παιδικό κόσμο του και το αίσθημα μιας ψευδοαθωότητας με το οποίο βαυκαλίζεται αυτός και ο κόσμος γύρω του. Ο Ιησούς, δεν παρέμεινε ποτέ «μωρό». Αλλά «προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικία καὶ χάριτι παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις» (Λουκ. β΄ 52). Και όταν Αυτός έστειλε τους Μαθητές Του στον κόσμο, τους είπε να είναι φρόνιμοι σαν τα φίδια και ακέραιοι σαν τα περιστέρια (Ματθ. ι΄ 16).
     Πώς, όμως, θα πρέπει να «χρησιμοποιήσουμε» τη Χάρη του Θεού; Ποιος είναι ο «ἐξαίσιος δρόμος» που είδαν οι Μάγοι με το φως του ασυνήθιστου Αστεριού που έλαμψε στους ουρανούς; Το Αστέρι αυτό κινήθηκε πολύ χαμηλότερα απ’ όλα τ’ άλλα αστέρια. Όταν οι Μάγοι έφθασαν κοντά στη Φάτνη, κατέβηκε τόσο χαμηλά, ώστε τελικά πήγε και στάθηκε επάνω στο σπίτι όπου «ἦν τὸ Παιδίον». Έτσι, το Αστέρι μάς δείχνει την κατεύθυνση που χαράσσει η Ενσάρκωση της φιλάνθρωπης αγάπης του Θεού και πώς αυτή η αγάπη θα πραγματωθεί στο δικό μας κόσμο και στη δική μας καρδιά. Ο Θεός, δε λύτρωσε τον άνθρωπο βγάζοντάς τον έξω από τον κόσμο, αλλά ανακαίνισε τον κόσμο μέσα στον οποίο βρίσκεται ο άνθρωπος, δίνοντάς του όλα τα εφόδια για την πραγμάτωση του τελικού του σκοπού, που είναι η ενότητα. «Αν έτσι μας αγάπησε ο Θεός, οφείλουμε κι εμείς τότε ν’ αγαπάμε ο ένας τον άλλον. Κανένας δεν αξιώθηκε να δει ποτέ ως τώρα τον Θεό· αν αγαπάμε ο ένας τον άλλον, τότε είμαστε σε κοινωνία με τον Θεό και η αγάπη Του έχει ολοκληρωθεί μέσα μας. Μας έδωσε το Πνεύμα Του κι έτσι είμαστε βέβαιοι πως είμαστε σε κοινωνία με τον Θεό και ο Θεός σε κοινωνία μ’ εμάς» (Α΄ Ιωάν. δ΄ 11–13). Όταν είμαστε ενωμένοι μεταξύ μας, «τότε θα μπορούμε να καταλάβουμε, μαζί με όλους τους αγίους, ποιο είναι το πλάτος και το μήκος και το βάθος και το ύψος της αγάπης του Χριστού και θα γνωρίσουμε αυτή την αγάπη που ξεπερνάει κάθε γνώση» (Εφεσ. γ΄ 17–19).


     Είναι αλήθεια ότι σήμερα μια συζήτηση για τη φιλανθρωπία του Θεού ακούγεται σαν κάτι αφηρημένο, όπως και κάθε πρόταση για αγάπη και ειρήνη ακούγεται σαν κάτι επιπόλαιο. Ο σημερινός τρόπος που γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα το εκφράζει αυτό με έναν έντονο τρόπο. Έχουμε περιορίσει την έννοια της φιλανθρωπίας και της αγάπης σε ορισμένα «τυπικά» δώρα και έργα που εκφράζουν περισσότερο την ενοχή μας παρά το γνήσιο ενδιαφέρον μας. Έτσι, όταν περνούν οι γιορτές, πολλές φορές φεύγουμε από τη Φάτνη απογοητευμένοι, γιατί δε βρήκαμε τη βοήθεια που αναζητούσαμε. Επιστρέφουμε στη ρουτίνα της καθημερινής μας ζωής, ψάχνοντας για βοήθεια και φως από άλλες πηγές και από άλλα αστέρια.
     Το ότι αισθανόμαστε αυτή την απογοήτευση, δε σημαίνει βέβαια ότι η Φάτνη δε μπορεί να μας προσφέρει το νόημα και τη δύναμη που αναζητάμε, αλλά ότι εμείς έχουμε ξεχάσει την έννοια της πραγματικής αγάπης. Η Γέννηση του Χριστού μάς υπενθυμίζει αυτή την έννοια, κάθε χρόνο. Η Φάτνη μάς λέει ότι η αγάπη είναι να ξέρουμε και να κατανοούμε ο ένας τον άλλον και ότι όλοι μας βρισκόμαστε σε κάποια κατάντια, σε κάποιο σκοτάδι. Η Ενσάρκωση του Λόγου μάς διδάσκει ότι δεν αρκεί να αγαπάμε για να δημιουργήσουμε έτσι τις προϋποθέσεις της «τελειοποίησής» μας, αλλά ότι πρέπει να αγαπάμε ο ένας τον άλλον ακριβώς γιατί δεν είμαστε τέλειοι. Τα δώρα της κτίσης («οἱ Ἄγγελοι τὸν ὕμνον· οἱ οὐρανοὶ τὸν Ἀστέρα· οἱ Μάγοι τὰ δῶρα· οἱ Ποιμένες τὸ θαῦμα· ἡ γῆ τὸ Σπήλαιον· ἡμεῖς δὲ Μητέρα Παρθένον»), δείχνουν ότι η αγάπη είναι κυρίως η αποδοχή της πεποίθησης ότι τίποτα ανθρώπινο δε μπορεί να είναι ξένο σ’ εμάς, αλλά ούτε και στον Θεό. Η αποδοχή όλων αυτών των δώρων από τον Χριστό, μας δείχνει ότι η αγάπη προέρχεται από την αναγνώριση της ανάγκης για ενότητα.



     Έτσι, ο νέος κόσμος που προέρχεται από τη Φάτνη και που εγκαινιάζεται κατόπιν και στον Ιορδάνη, είναι ένας κόσμος με τον οποίο μπορούμε να μοιραστούμε τις πιο προσωπικές μας σκέψεις, τις πιο βαθιές μας ανησυχίες, χωρίς το φόβο ότι μπορεί κάποιος να μας απορρίψει. Σ’ αυτό το νέο κόσμο η δύναμη που μας δίνει ο Θεός, μεταμορφώνεται σε αγάπη. Σ’ αυτό το νέο κόσμο έχουμε τη σιγουριά ότι, «όταν υποφέρει ένα μέλος, συμπάσχουν όλα τα υπόλοιπα μέλη· κι όταν τιμάται ένα μέλος, χαίρονται μαζί του όλα τα υπόλοιπα μέλη» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 27). Σ’ αυτό το νέο κόσμο χρειάζεται ακόμα να δεχθούμε κι αυτούς που, απ’ τη δική τους ανεπάρκεια και ανωριμότητα, προσπαθούν να καταστρέψουν αυτό τον κόσμο, γιατί στο πρόσωπό τους μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη δική μας αμαρτωλότητα κι έτσι να δούμε τον Θεό. Σ’ αυτό το νέο κόσμο μπορεί ο καθένας από εμάς να δεχθεί τη δική του μοναξιά και να κάνει τη διάκριση ανάμεσα στα πάθη που έχει τη διάθεση να υπερνικήσει και τις καταστάσεις που δε μπορεί να αποφύγει. Σ’ αυτό το νέο κόσμο δεν έχουμε ανάγκη από τους διάφορους θορύβους που συνήθως δημιουργούμε γύρω μας για να καλύψουμε τη μοναξιά μας, τις ανησυχίες μας και τις ατέλειές μας. Σ’ αυτό τον νέο κόσμο υπάρχει μια σιωπή που δε μας απειλεί, γιατί προέρχεται από μια εσωτερική ησυχία.


     Μόνο όταν βιώσουμε μια τέτοια αγάπη και καλλιεργήσουμε μέσα μας ένα τέτοιο κόσμο, θα μπορέσουμε να ανακουφισθούμε από κάθε πόνο και από κάθε θλίψη. Μόνο τότε θα έχουμε τη δυνατότητα να καταλάβουμε τον Απόστολο Παύλο, όταν λέει: «Ο Χριστός είναι πραγματικά η ειρήνη μας· Αυτός που έκανε δυο αντιμαχόμενους κόσμους έναν λαό και γκρέμισε τη μεταξύ τους έχθρα που στεκόταν σαν ένα τοίχος που τους χώριζε» (Εφεσ. β΄ 14). Μόνο τότε θα μπορέσουμε να αισθανθούμε τη χαρά και την ηρεμία που χρειαζόμαστε, γιατί θα έχουμε βρει το νόημα της ζωής, γιατί θα έχουμε ανακαλύψει τον τρόπο να αντιμετωπίζουμε τα καθημερινά μας προβλήματα, γιατί δε θα νιώθουμε εγκαταλειμμένοι και αιχμάλωτοι, και γιατί θα έχουμε γνωρίσει την πραγματική αξία του εαυτού μας και του συνανθρώπου μας και τον τρόπο να αναπτύξουμε τις ψυχικές μας δυνάμεις. 
     Μόνο, τότε, θα μπορούμε 
     να ψάλλουμε μαζί με τους Αγγέλους, το:
     «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ 
     καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, 
     ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

ΠΑΤΗΡ ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΦΙΝΑΣ


 
[«Χριστούγεννα»
–Συλλογική Έκδοση–
Επιλογές και αποσπάσματα 
από το 15ο κείμενο του βιβλίου,
π.Σταύρου Κοφινά:
«Ελπίδα και Δύναμη από τη Φάτνη»
σελ. 145–174. 
Εκδόσεις «Ακρίτας»,
Αθήνα, Οκτώβριος 19913.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου