Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

ΓΕΡΟ–ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο «ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ»

ΓΕΡΟ–ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο «ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ»
Ή, «ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥ»


     Δεν αποπειράθηκα να επισκεφθώ ποτέ –και, απ’ όσο γνωρίζω, δεν το κατόρθωσε κανείς ακόμη!– την Καλύβα του «Αγίου Βαρλαάμ», γιατί ο Γερο–Ευθύμιος που ζούσε εκεί, δεν δεχόταν κανέναν επισκέπτη. Νά ’σπαγες την πόρτα του με χτυπήματα, σημασία δεν θά ’δινε! Παράξενος άνθρωπος. Πολλές φορές έκαμνε τον σαλό. Κι ήταν τόσο πειστικός, που πολλοί πίστευαν πως ήταν όντως στ’ αλήθεια. Ερχόταν τα Σαββατοκύριακα και τις μεγάλες γιορτές στην Λαύρα για θεία μετάληψη κι έψελνε μελωδικότατα στις αγρυπνίες. Λέγανε πώς κοσμικός όταν ήταν, εκτός από καλός τραγουδιστής, ήταν και άριστος μουσικός οργανοπαίχτης.
     Στο μονοπάτι, αν τον συναντούσες, υπήρχε πιθανότητα να πιάσεις κουβέντα μαζί του. Έτσι όμως και τρύπωνε μέσα στην Καλύβη του, καλύτερα να τον θεωρούσες «πεθαμένο»! Στην Λαύρα και στα Πανηγύρια έτρωγε «του σκασμού», για να τον βδελύττονται και για να τον κατηγορούν ως «κοιλιόδουλο». Ενώ εμείς που τον γνωρίζαμε καλά, ξέραμε πως στο Καλύβι του, εκτός από τσάϊ αγιορείτικο και παξιμάδι και ζάχαρη (που έπαιρνε από τον Τραπεζάρη και τον Αρχοντάρη, σαν «ανταμοιβή» και σαν «ευλογία» για το ψαλτικό του), δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο! Χιλιομπαλωμένα, τα ρούχα του. Γυαλιστερά, απ’ τη λέρα, το ράσο, το ζωστικό και το κουκούλι του. Φορούσε και μια σκούφια ξέβαφη στο κεφάλι του, πολλών δεκαετιών. Ίσως, νά ’ταν εκείνη που του φόρεσαν στην μοναχική κουρά του. Και, κάποια παπούτσια, που ήταν απορίας άξιο, πώς δεν τού ’φευγαν απ’ τα πόδια του!
     Τον θαύμαζαν πολλοί για την αρετή του, την νηστεία του και τον αναχωρητισμό του. Αρκετοί επεδίωξαν να γίνουν υποτακτικοί του, μα δεν το κατόρθωσαν όμως. Το αποπειράθηκε κάποτε ανεπιτυχώς ένας ευλαβής και οξυνούστατος θεολόγος που έφτασε από την Αθήνα κι είχε την καλή πρόθεση να ασκητεύσει αυστηρά μαζί του, μέσα στην ερημιά της Βίγλας και μέσα στην άκρα ησυχία και την ακτημοσύνη της Καλύβης του. Δεν άργησε όμως καθόλου «να τα βρει σκούρα» απ’ την πείνα και την ανέχεια κι απ’ την αυστηρότητα του Γερο–Ευθυμίου, κι έτσι, αποχαιρέτησε την Βίγλα, μια για πάντα! (Αργότερα, εκάρη μοναχός στην Διονυσίου, μετενεγράφη στην Λαύρα, χειροτονήθηκε εκτός Αγίου Όρους και, σήμερα, διδάσκει και ιεροπρακτεί στην Αγγλία).
     Καθώς οδοιπορούσε κάπου ο Γερο–Ευθύμιος, τον βρήκε και τον πλησίασε ο συγκεκριμένος θεολόγος και τού ’πε τον λογισμό του. Εκείνος τον αποπήρε, τον απώθησε, και τού ’πε ότι δεν θέλει υποτακτικό κι ότι δεν μπορεί κανένας να ζήσει μαζί του. Και, πως, αφού είναι «γραμματιζούμενος» και τα χέρια του τρυφερά και «μπαμπακένια», μόνο σε Κοινόβιο θά ’πρεπε να πάει. Υπήρξαν όμως τόσα παρακάλια, τόση η πειθώ, τόσα τα κλάματα, που ο σκληρός Γερο–Ευθύμιος κάμθηκε.
     Περιχαρής γι’ αυτήν την συγκατάθεση και «επιτυχία» του, ο υποψήφιος υποτακτικός, τον ακολούθησε. Και «στρώθηκε» στην προσευχή, στην άσκηση και στην υπακοή. Όμως σε λίγες μέρες, το σκληρό πρόγραμμα του Γέροντα, τον «ξέκανε»! Πολύωρες προσευχές και κομποσχοίνια, πολλές στρωτές μετάνοιες κι ορθοστασίες, εγερτήρια απ’ τα μεσάνυχτα για τον Όρθρο και σχεδόν πλήρης ασιτία: να, ποιό ήταν το «πρόγραμμα»! Έτσι, στην πρώτη κιόλας μετάβαση κι επίσκεψή του στην Λαύρα, χωρίς την γνώση και την ευλογία του Γέροντά του, τηλεφώνησε σε δικούς του και, μέσα σε λίγες μέρες, κατέφθασαν ταχυδρομικώς (και, κατεπειγόντως!) αρκετά δέματα με φρυγανιές, όσπρια, ζυμαρικά, ρύζια και κονσέρβες. Τα κουβάλησε όλα, ο καλός δόκιμος, μέσα στην Καλύβα κι άρχισε να τα τακτοποιεί.
     Είδε όμως ο Γερο–Ευθύμιος αυτό το «πρωτοφανές» γι’ αυτόν θέαμα, το τόσο «ασύμφωνο» και «προσβλητικό» για την ιστορία της Καλύβης του κι αναγκαστικά έλυσε την σιωπή του:
     –Τί, είν’ αυτά;! ρώτησε.
     –Μερικά «απλά», «φτωχικά» και «αναγκαία» πράγματα, Γέροντα, για νά ’χουμε να τρώμε «κάτι»!…
     Σιωπηλά απομακρύνθηκε αμέσως, ο Γερο–Ευθύμιος. Και, σε δυο–τρία λεπτά, επέστρεψε κρατώντας ένα κομμάτι χαρτονιού, που ξέσχισε απ’ τα νεοαφιχθέντα κιβώτια και, που τώρα, έγραφε επάνω του, με μεγάλα, ευδιάκριτα, κεφαλαία γράμματα:
     «ΜΑΖΕΨΕ ΤΑ ΟΛΑ, ΚΑΙ ΦΥΓΕ!».
     Ταράχθηκε σύγκορμος, ο καλός μας υποτακτικός. Παρακάλεσε πολύ, έκλαψε. Τσιμουδιά, ο Γέροντας! Μετάνοιες μαζί με «ευλόγησον!» και «θα τα εξαφανίσω!», ο δόκιμος. Άκρα σιωπή, ο Γερο–Ευθύμιος! Και, αντί για όποιας άλλης απαντήσεως, τού ’δειχνε αποφασιστικά, με τεταμένο το χέρι και τον δείκτη του συνέχεια προς την ταμπέλα, ενώ ταυτόχρονα ενατένιζε απαθώς το άπειρο απ’ το παράθυρο της σαθρής Καλύβας του.
     Τόσα χρόνια, μ’ έτρωγε η περιέργεια για το πώς νά ’ναι η Καλύβα του, πώς να ζει και πώς να περνάει, εκεί μέσα. Είναι καλό το εκκλησάκι του; Πώς νά ’ναι, άραγε, η Αγία Τράπεζά του; Δείλιαζα να τον αντικρύσω. Δεν ήξερα αν, κερδισμένος θα έβγαινα ή στεναχωρημένος, από κανένα «μάθημά» του. Από ’κείνα που μόνο αυτός ήξερε να δίνει, αν τον επισκεφθεί κανείς έτσι απρόοπτα και απροειδοποίητα. Τελικά, έλεγα στον εαυτό μου: «Τράβα τον δρόμο σου κι άσε τον Γερο–Ευθύμιο ‘‘στον κόσμο του’’ και στις ‘‘παραξενιές’’ του να προσβλέπουν αυτές προς τα υπερκόσμια»!...


ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΟΔΟΣΤΟΛΟΥ
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ)



[Επισκόπου Ροδοστόλου Χρυσόστομου: «Πόθος και Χάρις στον Άθωνα», τόμ. 1ος, μέρος α΄, σελ. 88–91, Άγιον Όρος 2000. 
Κάποιες ελάχιστες και ελαφρές αλλαγές στην σύνταξη του αρχικού κειμένου, για ένα πιο «στρωτό» και απλούστερο ύφος, έγιναν καλόπιστα, με την δική μας ευθύνη και πρωτοβουλία.] 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου