Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ

ΤΟ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ 

(Ο «Προσκυνητής», θυμάται και αφηγείται,
κάποιες από τις τερπνές «περιπέτειές» του).

     «…Άρχισα να έχω από καιρό σε καιρό διάφορα συναισθήματα και σκέψεις στην καρδιά και στο μυαλό μου. Άλλοτε η καρδιά μου αισθανόταν σαν να κόχλαζε από χαρά, –τόσος ήταν ο φωτισμός, η ελευθερία και η παρηγοριά που εδρεύανε μέσα της. Άλλοτε αισθανόμουν μια καυτερή αγάπη για τον Χριστό και για όλα τα πλάσματα του Θεού. Άλλοτε βούρκωναν τα μάτια μου από δάκρυα ευγνωμοσύνης προς τον Θεό για το πλούσιο έλεος που έδειξε σε μένα, έναν άθλιο αμαρτωλό. Άλλοτε η διάνοιά μου που, πολλές φορές πριν, είχε αποδειχθεί αδύνατη και ατελής, έπαιρνε τόσο φως, ώστε γινόταν ικανή να κατανοήσει και να περιεργασθεί θέματα και ζητήματα, που, μέχρι τότε, δεν ήταν σε θέση ούτε καν να τα φανταστεί. Άλλοτε η αίσθηση της θερμής ευχαρίστησης μεσ’ στην καρδιά μου απλωνότανε και με κατελάμβανε βαθειά συγκίνηση από το γεγονός ότι μπορούσα να κατανοώ τί είναι η πανταχού παρουσία του Θεού. Άλλοτε, τέλος, με την επίκληση του Ονόματος του Ιησού Χριστού, σκεπαζόμουνα από ουράνια ευλογία και, τότε, μπορούσα να καταλάβω την έννοια των λόγων· ‘‘Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν’’ (Λουκ. ιζ΄ 21).
     Έπειτα από κάποιους μήνες ζωής με προσευχή και ευτυχία σαν κι αυτή, συνήθισα τόσο πολύ την ‘‘Προσευχή του Χριστού’’, ώστε την είχα σύντροφό μου, συνεχή και σταθερό. Στο τέλος, η ‘‘Προσευχή’’, ενεργούσε μόνη της μέσα στο μυαλό μου, χωρίς καθόλου προσπάθεια από μέρους μου. Κι αυτό συνέβαινε όχι μόνον όταν ήμουν ξύπνιος, αλλά και στον ύπνο μου ακόμη. Τίποτε δεν μπορούσε να την διασπάσει ούτε για ένα λεπτό της ώρας. Και καμμία δική μου απασχόληση δεν την έβλαπτε. Η ψυχή μου, έστελνε συνεχώς ευχαριστίες προς τον Θεό και η καρδιά μου έλειωνε από ατελείωτη ευτυχία. […]
     Για ένα πολύ μεγάλο διάστημα, περιπλανιόμουνα σε διάφορα μέρη. Η αυτενεργούσα ‘‘Προσευχή’’ μεσ’ στην καρδιά μου, μού ήταν σε όλο τον δρόμο μου ανακούφιση και παρηγοριά. Ο,τιδήποτε κι αν συναντούσα, η ‘‘Προσευχή’’, δεν σταματούσε από του να με χαροποιεί σε ανάλογο βαθμό, ανάλογα με τις διάφορες καταστάσεις. Όπου κι αν ήμουνα, ό,τι κι αν έκανα, η ‘‘Προσευχή’’, ούτε εμπόδιο ήταν σε τίποτε, ούτε από τίποτε εμποδιζόταν. […]
     Τί, μυστήριο, στ’ αλήθεια, που είναι ο άνθρωπος! Γι’ αυτό και ο καθένας, με όλη την ψυχή του, ας δοξολογεί τον Θεό λέγοντας: ‘‘Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα Σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας!’’ (Ψαλμ. ργ΄ 24).
     Πολλά, μου συνέβησαν στον δρόμο αυτό· πολλές και παράξενες περιπέτειες. Κι αν θα άρχιζα να τις διηγούμαι όλες, δεν θα μου έφτανε ούτε ένα ημερονύκτιο ολόκληρο!
     Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, π.χ., βάδιζα μόνος μου μέσα σ’ ένα δάσος, προς ένα χωριουδάκι που το έβλεπα να απέχει μόλις ενάμιση χιλιόμετρο μπροστά μου και που λογάριαζα να παραμείνω σ’ αυτό την νύκτα εκείνη. Ξαφνικά, ένας λύκος πρόβαλε μπροστά μου και έκανε να έλθει προς το μέρος μου. Είχα στα χέρια μου το μάλλινο κομποσχοίνι του Γέροντα Πνευματικού οδηγού μου, γιατί δεν το αποχωριζόμουν ποτέ, κι έκανα να χτυπήσω τον λύκο μ’ αυτό. Μου έφυγε, όμως, το κομποσχοίνι από τα χέρια μου και αυτό τυλίχθηκε στο λαιμό του λύκου. Το ζώο, άρχισε να απομακρύνεται από μένα, αλλά όπως πήδησε πιο πέρα, πάνω σ’ ένα θαμνώδες αγκάθι, πιάστηκαν μέσα σ’ αυτό τα πισινά του πόδια, κι όπως γύριζε να ελευθερωθεί, έμπλεξε και το κομποσχοίνι σ’ ένα πάσσαλο ξερού δέντρου, έτσι ώστε, σε κάθε στροφή που έκαμνε ο λύκος, τυλιγόταν ολοένα και περισσότερο.
     Έκανα τον σταυρό μου με πίστη και προχώρησα να ελευθερώσω το αγρίμι, κυρίως γιατί φοβόμουνα μήπως στην αγωνία του, κόβοντας το κομποσχοίνι, σίγουρα θα το έσερνε μαζί του. Κι έτσι, θα έχανα το πολύτιμο αυτό δώρο του Γέροντά μου. Με κάποιο τρόπο, κράτησα το κομποσχοίνι κι έτσι ελευθερώθηκε το κεφάλι του λύκου, που έφυγε χωρίς ν’ αφήσει ίχνη.
     Ευχαρίστησα τον Θεό, έχοντας στο μυαλό μου τον ευλογημένο Πνευματικό μου οδηγό, κι έφθασα με ασφάλεια στο χωριό, όπου ζήτησα κατάλυμμα για μία νύχτα, μέσα σ’ ένα χάνι…».



Οι Περιπέτειες ενός Προσκυνητού» (Μετάφραση: κυρού Παντελεήμονος Καρανικόλα, Μητροπολίτου Κορίνθου, 1919–2006), σελ. 53–57, έκδ. 12η, Εκδοτικός Οίκος «Αστήρ», Αθήνα, 1994.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου