Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

ΟΙ «ΛΑΤΡΕΜΕΝΕΣ» ΣΧΕΣΕΙΣ

ΟΙ «ΛΑΤΡΕΜΕΝΕΣ» ΣΧΕΣΕΙΣ


     Όλες αυτές οι «λατρεμένες» σχέσεις, που είναι γεμάτες αέναη και επιδεικτική «λατρεία» αγάπης, πόσο πολύ υπηρέτησαν την εικονικότητά τους τελικά! Πόσο πολύ ανάγκασαν και το παραμικρό αντίκρισμα μιας υγιούς πραγματικότητας που, ούτως ή άλλως είχαν εκ προοιμίου, να φυγαδευτεί άμεσα μέσα από αυτές.
     Αγάπη και σχέση δίχως την αγάπη, τον πόθο και την εμπειρία του Θεού μέσα της, είναι βίαιη ακύρωση της αξίας του προσώπου· είναι επιτακτική απάρνηση της σχέσεως· είναι ακράτητη πολτοποίηση του Εσύ και φοβερή παραχάραξη του Εμείς.
     Οι αδιόρθωτα «ενδολατρεμένοι» και «αλληλολατρεμένοι» άνθρωποι, με τα «λατρεμένα» τους αισθήματα, με τις «λατρεμένες» τους φιλίες, με τις «λατρεμένες» συμπορεύσεις και συνεργασίες τους, το μόνο που κατάφεραν είναι να φωλιάζουν και να συντηρούν μέσα στην επιτηδευμένη τους αυτοωραιότητα την κατάρα της αβεβαιότητας και της σύγχυσης, το αξερίζωτο σαράκι της λύπης και τη σουβλερή έξη της φιλονικίας, όσο προχωρούσαν με τη λογική του θελήματος και της αυτονομίας. Αυτή η εγκεφαλική διπολική εγωεξυπνάδα που, μια ζωή, αντιστρατεύεται τη ζωή της καρδιάς.
     Της καρδιάς που, όσο δε βρίσκει τον Θεό της και την πληρότητα που Αυτός προσφέρει, τρέφει ολοένα και πιο μεγάλες προσδοκίες από ανθρώπους που εκ των πραγμάτων και από τη φύση τους είναι και γίνονται ολοένα πιο μικροί…


π. Δαμιανός






Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΨΑΛΑ

Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΨΑΛΑ 
(1898–1986)


     Ο κατά κόσμον Βασίλειος Μαντρέας γεννήθηκε στο Τεκόστι της Ρουμανίας το 1898. Ήλθε από τη Ρουμανία στο Άγιον Όρος το 1913. Ο πατέρας του φεύγοντας, του είπε: «Παιδί μου, Βασίλη, σε αφιερώνουμε στην Παναγία· να ζήσεις με υπακοή και υπομονή, να ευαρεστήσεις τον Θεό, για να σώσει κι εμάς τους γονείς σου ο Θεός, με την αγία σου ζωή!».

     Πήγε πρώτα στη Ρουμανική Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, όπου έζησε τριάντα χρόνια. Κατόπιν στη Ρουμανική Σκήτη του Αγίου Δημητρίου–Λάκκου. Επέστρεψε στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Το 1915 εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Στη συνέχεια πήγε στην Καψάλα.

     Τελικά εγκαταστάθηκε στο Κελί του Αγίου Βασιλείου στην Καψάλα. Τον Άγιο Βασίλειο τον είχε από μικρός μεγάλη ευλάβεια. Στο Κελί αυτό είχαν κατοικήσει παλαιότερα άγιοι. Έμεινε λοιπόν σε αυτό το αγιοτρόφο Κελί επί μία τεσσαρακονταετία. Επισκευάζοντας το Κελί είχε φαίνεται παραμελήσει τα μοναχικά του καθήκοντα. Του παρουσιάσθηκαν τότε στον ύπνο του οι Άγιοι Βασίλειος και Θεόφιλος. Ο δεύτερος αυστηρά του είπε, καθώς διηγείτο ο ίδιος: «Να μην αφήσεις τα μοναχικά σου καθήκοντα· εμείς θα φροντίσουμε για το Κελί».


     Ήταν λίαν ασκητικός. Θύμιζε παλαιούς ασκητές. Άκρως νηστευτής, δεν έτρωγε σχεδόν τίποτε. Μελετηρός πολύ. Ιδιαίτερα αγαπούσε τον Όσιο Ισαάκ τον Σύρο. Κοιμόταν ελάχιστα πάνω στις σανίδες, με μαξιλάρι μια πέτρα. Τις χειμωνιάτικες νύχτες τις θεωρούσε ατελείωτες γι’ αυτό και τις γέμιζε με προσευχή. Ήταν καλογερικός και φιλακόλουθος. Μόλις έδυε ο ήλιος, άρχιζε την ακολουθία του. Συνέχιζε με κομποσχοίνι ως το πρωί. Προσευχόταν για όλο τον κόσμο. Όσους είχε γνωρίσει έστω και για λίγο και για όσους του το είχαν ζητήσει. Προσευχόταν με θερμά δάκρυα, εκζητώντας το έλεος του Θεού για όλο το ανθρώπινο γένος. Χαιρόταν να μνημονεύει ονόματα και να μαθαίνει για την πρόοδό τους.

     Δεν είχε καμία ιδέα περί του εαυτού του. Δεν ήθελε κανείς να τον θεωρεί κάτι. Γι’ αυτό συχνά προσποιούταν μωρία. Μερικοί μάλιστα τον παρεξηγούσαν και τον θεωρούσαν λειψό. Αυτός όμως ήξερε καλά τι έκανε. Ζούσε ταλαιπωρώντας το σαρκίο του, δίχως καμιά ανάπαυση. Τον χειμώνα δίχως θέρμανση και το Κελί να μπάζει από παντού κρύο και νερά. Το καλοκαίρι να κουβαλά νερό από μακριά. Λάτρευε την ησυχία και για χάρη της αδιαφορούσε πραγματικά για κάθε περιποίηση, διευκόλυνση και άνεση. Τήρησε με ακρίβεια τις υποσχέσεις της κουράς του. Δεν έδωσε ποτέ μεγάλη άνεση στο ταλαίπωρο σαρκίο του.


     Όταν πήγαιναν να τον δουν, έβλεπαν μία εικόνα αγαθότητας και απλότητας. Ήταν ένα μεγάλο παιδί. Απέπνεε την ευωδία ενός ταπεινού ασκητού. Μιλώντας ο ίδιος για τον Όσιο Θεόφιλο δάκρυζε. «Αν έχει ευλάβεια ο προσκυνητής», έλεγε, «αισθάνεται τότε την ευωδία του Οσίου». Τα λόγια του ήταν απλά και μεστά θείας σοφίας. Οι άγγελοι τού χάριζαν γαλήνη και οι δαίμονες ανέδιδαν δυσωδία. Κάποτε τον επισκέφθηκαν οι Τρεις Ιεράρχες. Συνομίλησε άλλοτε με τον Μέγα Βασίλειο και τον Όσιο Θεόφιλο. Είχε αγωνία για τη σωτηρία του. Η μεγάλη του άσκηση συνυπήρχε με τη μεγάλη αγάπη της αγαθής και αθώας καρδιάς του. Ηλικιωμένος πολύ έτρεχε να φροντίζει άλλα γεροντάκια.

     Είχε πλήρη εμπιστοσύνη στον Θεό. Ζούσε με τα ελάχιστα. Με λίγες ρόγες σταφύλι όλη την ημέρα, λίγα μούρα ή λίγα μανιτάρια. Αγαπούσε τη φύση. Περπατούσε ανάμεσα στα δένδρα δοξολογώντας κι ευχαριστώντας τον Θεό για τις τόσες δωρεές Του. Έριχνε ψωμιά στα πουλάκια και χαιρόταν αφάνταστα, σαν μικρό παιδί, να τα βλέπει να τρώνε.



     Ένας μοναχός που τον επισκέφθηκε, γράφει περί αυτού: «Ήταν ένα κοντό, αδύνατο γεροντάκι. Το πρόσωπό του ήταν φωτεινό, σαν τον ήλιο· αληθινά πρόσωπο μικρού παιδιού, πράο, ροδοκόκκινο, νεανικό, καθάριο, ιλαρό, αγνό, άγιο. Δεν είχε τίποτε να μας κεράσει, μόνο λίγο νερό. Όταν τον ρωτήσαμε πώς περνάει, μας απάντησε: “Περνάω πολύ καλά. Με φροντίζει ο Χριστός και η Παναγία. Τρώω παξιμάδι και χόρτα. Τη νύχτα κάνω κομβοσχοίνι, λέγοντας την Ευχή. Δεν τα μετρώ (=τα κομβοσχοίνια). Λέγω το ‘Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με’ μέχρι να έλθουν τα δάκρυα. Προσεύχομαι και κλαίω για όλο τον κόσμο. Σταματώ όταν θέλει ο Κύριος. Όταν σταματήσουν τα δάκρυά μου για τον κόσμο…”».


     Προείδε το τέλος του. Του το είπε ο «φίλος» του ο Μέγας Βασίλειος. Πήγε στους άλλους Καψαλιώτες Πατέρες να ζητήσει συγχώρεση για τη μόνιμη αναχώρησή του. Αναπαύθηκε στις 18 Δεκεμβρίου του 1986. Τον βρήκαν νεκρό στο Κελί του. Έξω είχε πέσει πολύ χιόνι. Ο συμπατριώτης του Γέροντας Ηρωδίων (†1990), ο φίλος και συναγωνιστής του, είπε: «Ο Γέρων Φανούριος δεν πέθανε· πήγε από τη μία ζωή στην άλλη ζωή. Να του κάνετε κομποσχοίνι, να έχουμε ειρήνη. Είναι άγιος!». Ο μοναχός Φανούριος, ο Άνθρωπος αυτός του Θεού, ο άνθρωπος της ησυχίας, της ταπείνωσης, της αδοξίας και της αφάνειας, έλεγε χαριτωμένα τα εξής: «Μακάρι, όση προθυμία έχουν οι άνθρωποι για τα κακά, τόση να είχαν και για τα καλά…».



※
[Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου:
«Μέγα Γεροντικό
εναρέτων Αγιορειτών του 20ου αιώνος»,
τόμ. Γ΄, σελ. 1172–1176,
εκδόσεις «Μυγδονία»,
Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 20111.]
※








Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

ΤΑ ΨΩΜΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ

ΤΑ ΨΩΜΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ


     Ζούσε κάποτε στην έρημο της Θηβαΐδας ένας άγιος άνθρωπος. Αυτός ήτανε γιος άρχοντα, αλλά παράτησε το σπίτι του και τα καλά του, για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο Θεό.
     Στην έρημο που πήγε, η ζωή ήταν δύσκολη: τρομερή ζέστη την ημέρα, κρύο τσουχτερό τη νύχτα. Λιγοστό το νερό, σπάνιο το χορτάρι. Κι άγρια ζώα να τριγυρίζουν, τετράποδα κι ερπετά.
     Όμως εκείνος δεν ελιγοψύχησε. Βρήκε μια σπηλιά κι εκεί κατοίκησε, περνώντας τον καιρό με προσευχή και εργασία. Έπλεκε ψάθες. Πήγαινε ώρες δρόμο μέσα στη φλογισμένη ερημιά ως το πιο κοντινό χωριό να προμηθευτεί ψωμί, νερό και κανένα κλαδί χουρμαδιάς. Φορτωμένος γύριζε στη σκήτη του, έκοβε λωρίδες τα φύλλα της φοινικιάς κι έπλεκε τις ψάθες. Κι αφού ετοίμαζε αρκετές, κατέβαινε πάλι στο χωριό να πουλήσει το εργόχειρό του και ν’ αγοράσει ψωμί.


     Οι χωρικοί τον συμπαθούσαν, επειδή ήταν πράος και συχνά τον φίλευαν χουρμάδες ή ελιές. Κάποτε του πρότειναν να μείνει κοντά τους.
     –Γέροντα, ακούστηκε πως τριγυρίζουν ληστές στην έρημο, του είπαν. Μπορεί να σε βρουν και να σε κάμουν κακό. Γιατί δε μένεις εδώ;
     –Μα, αν ήταν να μένω στον κόσμο, έμενα και στο χωριό μου, τους αποκρίθηκε χαμογελώντας και κίνησε πάλι για τη σκήτη του.


     Ωστόσο ένα δειλινό εμφανίστηκαν οι ληστές μπροστά στη σπηλιά του, τέσσερις αρματωμένοι, όμοιοι με άγρια θεριά. Δεν τον πείραξαν, του πήραν όμως τα ψωμιά, που μόλις είχε φέρει από το χωριό κι έφυγαν. Εκείνος δεν απελπίστηκε. Παρακάλεσε το Θεό να του δίνει δύναμη και δούλεψε κάμποσες μέρες νηστικός, πίνοντας μόνο νερό. Σαν έπλεξε κάμποσες ψάθες, κατέβηκε στο χωριό, τις πούλησε, αγόρασε ψωμιά και γύρισε στη σκήτη του. Το άλλο βράδυ να τους πάλι οι ληστές. Πήραν τα ψωμιά κι έγιναν άφαντοι. Το κακό συνεχίστηκε για καιρό κι ο γέροντας αποφάσισε να δώσει τέλος στην κατάσταση με τη βοήθεια του Θεού.


     Ένα μεσημέρι, αψηφώντας τη ζέστη, βγήκε από τη σπηλιά και περπάτησε για ώρες στην καυτή ερημιά ψιθυρίζοντας προσευχές. Μια στιγμή μόνο στάθηκε, αυτοσυγκεντρώθηκε, αφουγκράστηκε. Κάτι σύρθηκε στα δεξιά του, κάτι στα αριστερά του. Δυο φίδια μεγάλα, κίτρινα με μαύρες βούλες τον πλησίασαν, σήκωσαν τα απαίσια κεφάλια τους, έτοιμα να επιτεθούν.
     –Ακολουθήστε με, πρόσταξε ο ασκητής και χωρίς να κοιτάξει πίσω του, κίνησε για τη σπηλιά.
     Τα ερπετά σύρθηκαν πίσω του πειθήνια και μόλις φτάσανε στην είσοδο της σκήτης, ο γέροντας τα διέταξε να μείνουν εκεί και να φρουρούν. Εκείνος τράβηξε για το χωριό.


     Οι χωριάτες, που είχαν μάθει την περιπέτειά του, τον φίλεψαν πρόθυμα ψωμί, ελιές και χουρμάδες.
     –Μα πού θα πάει αυτό το κακό, γέροντα! του είπαν. Αυτοί δε θα σ’ αφήσουν ήσυχο.
     –Ω! Μην ανησυχείτε, ο Θεός είναι μεγάλος.
     Θαύμασαν οι άνθρωποι την πίστη του και συνάμα ανησυχούσαν. Εκείνος άφησε το χωριό και κίνησε για τη σπηλιά του φορτωμένος τις προμήθειές του. Καθώς πλησίαζε τάχυνε το βήμα κι ας ήταν κατάκοπος. Κι όταν έφθασε λίγα βήματα από τη σκήτη, αντίκρισε θέαμα παράδοξο: οι ληστές ήταν πεσμένοι χάμω, άλλος μπρούμυτα, άλλος ανάσκελα, σε στάσεις κωμικές. Πάσχιζαν να σηκωθούν και δεν τα κατάφεραν.

     –Βοήθησέ με να σηκωθώ, άχρηστε! ούρλιαζε ο αρχηγός στο διπλανό του.
     –Και σάμπως μπορώ εγώ να κουνηθώ; Τι φωνάζεις λοιπόν;
     –Ούτε κι εγώ, νιώθω σαν παράλυτος! έλεγε ο τρίτος.
     –Κι εγώ δεν έχω καθόλου δύναμη! παραπονιόταν ο τέταρτος. Κι είναι κι αυτά τα σιχαμερά ερπετά!
     Κοίταξε με φόβο και απέχθεια τα φίδια. Τα ορθωμένα κεφάλια τους, τα ανοιχτά στόματα, απ’ όπου πρόβαλλαν οι διχαλωτές γλώσσες, πάγωναν το αίμα.
     –Μάγια μάς έκανε ο καλόγερος! κλαψούρισε αξιοθρήνητα ο αρχηγός.
     –Λες; ρώτησε δύσπιστα ένας από αυτούς.
     –Ε, και τι άλλο μπορεί να είναι όλα τούτα;


     Ο γέροντας τούς άκουγε και κρυφογελούσε. Δεν τον είχαν πάρει είδηση.
       Άφησε κάτω το φορτίο του και στάθηκε από πάνω τους.
     –Σηκωθείτε! πρόσταξε αυστηρά.
     Σαν από θαύμα ένας ένας άρχισαν να σαλεύουν, διστακτικά στην αρχή, κανονικά κατόπιν.
     –Δεν ντρέπεστε; συνέχισε εκείνος. Τι σας έφταιξα και μου παίρνετε το ψωμί μου; Τι σας έφταιξαν οι άνθρωποι που ληστέψατε και σκοτώσατε; Είναι ανθρώπινη ζωή αυτή που κάνετε; Δε φοβάστε το Θεό; Είστε χειρότεροι κι από τα άγρια θηρία. Αυτά τόσα χρόνια δεν με πείραξαν ποτέ, ενώ εσείς…
     Κούνησε το δάχτυλό του σαν δάσκαλος.
     –Πηγαίνετε και σκεφτείτε καλά, γιατί υπάρχει και μέλλουσα ζωή.
     Μουδιασμένοι, ντροπιασμένοι, ανήσυχοι, μάζεψαν τα μαχαίρια και τα ρόπαλά τους κι απομακρύνθηκαν. Τα φίδια έκαμαν να συρθούν ξωπίσω τους.
     –Όχι! διάταξε ο γέροντας κι εκείνα κουλουριάστηκαν κι αποκοιμήθηκαν.


     Πέρασε καιρός κι οι ληστές δεν ξαναφάνηκαν. Μόνο μια μέρα έφτασε στη σκήτη ένας άνθρωπος, που τραβούσε πίσω του ένα γαϊδουράκι φορτωμένο με δυο κοφίνια. Κοίταξε ολόγυρα, σα νάθελε να βεβαιωθεί πως είχε έρθει στο σωστό μέρος και τέλος φώναξε: «Γέροντα, μέσα είσαι;».
     –Κόπιασε, σε περίμενα! ακούστηκε από μέσα η απόκριση.
     Ο άνθρωπος πλησίασε δειλά δειλά. Γονάτισε και φίλησε το χέρι του ασκητή.
     –Πώς και με περίμενες; ρώτησε.
     –Προσευχήθηκα πολύ για σένα και για τους άλλους. Η προσευχή δεν πάει χαμένη.
     –Θέλω να σου μιλήσω, είπε πάλι ο άνθρωπος.

     Ο γέροντας είπε «ναι». Γονάτισε ο άνθρωπος και μιλούσε· μιλούσε, πότε στενάζοντας, πότε κομπιάζοντας. Άδειασε το φορτίο της ψυχής του κι ο ασκητής άκουγε κι η όψη του μαρτυρούσε συμπόνοια και κατανόηση. Σα σταμάτησε ο άνθρωπος, ο γέροντας έκαμε πάνω στο κεφάλι του το σημείο του σταυρού.
     –Ο Χριστός συχώρεσε το ληστή, είπε γλυκά, ποιος είμαι εγώ που θα σου αρνηθώ την άφεση;

     Το πρόσωπο του ανθρώπου έλαμψε. Σηκώθηκε, βγήκε και ξεφόρτωσε το γαϊδουράκι. Έφερε τα κοφίνια μέσα στη σκήτη.
     –Όσα σου πήραμε τότε, είπε ντροπαλά κι άρχισε να βγάζει από τα κοφίνια φρέσκα καλοζυμωμένα καρβέλια.
     Ο γέροντας γέλασε καλόκαρδα κι ευλόγησε τα ψωμιά.


※
[Αγγελικής Π. Νικολοπούλου:
«Τα μυστικά της ερήμου»,
κεφ. 2ο, σελ. 16–23,
εκδόσεις «Τήνος»,
Αθήνα 19952.]
※







Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

ΟΤΑΝ…

ΟΤΑΝ…


       Όταν αρνούμαστε να προσέξουμε ή να λυπηθούμε κάποιον που μας κάνει να αισθανόμαστε ότι όντως υποκρίνεται μαζί μας, εκλαμβανόμαστε αβίαστα σαν σκληροί, άπονοι και άτεγκτοι τύποι που δεν κάμπτονται στον επίπλαστο πόνο που τους σερβίρεται σκόπιμα.
       Και όταν καταφέρνουμε να μας λυπούνται οι άλλοι, τότε είναι που μπορούμε να καλύπτουμε τις αληθινές μας προθέσεις και διαθέσεις και να κρυβόμαστε απ’ όλους καλύτερα.
       Όταν φερόμαστε με ειλικρίνεια και αλήθεια, βλέπουμε να υψώνονται σκυθρωπές αντιδράσεις και σπασμωδικές απωθήσεις για χάρη μας, από ανθρώπους που δεν αντέχουν το οξυγόνο της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης.
       Όταν χαιρόμαστε εγκάρδια, ανυπόκριτα και ανεπιτήδευτα, παράδοξο πώς, μαγνητίζουμε τη δριμύ επίκριση ανθρώπων που αποδεδειγμένα είναι οι πιο σκωπτικοί, ανιαροί, πληκτικοί και καταθλιπτικοί άνθρωποι στο διάβα της ζωής.
       Όταν εκφραζόμαστε ελεύθερα, αυθόρμητα και άνετα, συναντάμε έκπληκτοι τη γρανιτένια ελεγκτική σιωπή ή την εχθρική απόσταση πονηρών, ζηλόφθονων και κακόβουλων τύπων.
       Όταν δεν είμαστε καθόλου διατεθειμένοι ούτε να κολακεύσουμε ούτε και να κολακευθούμε, γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι μας περιμένει ακαθυστέρητα το ετικετάρισμα του άχαρου, του άφιλου, του απρόσχαρου και αγέλαστου.  
       Όταν επιθυμούμε βαθιά να σιωπήσουμε ώστε να μείνουμε ειρηνικοί και αμέτοχοι σε κάτι ποταπό και ανάξιο, γίνονται εκρήξεις συμπερασμάτων τα οποία μας θέλουν οπωσδήποτε υποκριτές, ουδέτερους και ανεύθυνους.
       Τελικά, σε όλες τις περιπτώσεις, ο κόσμος το μόνο που ξέρει να κάνει καλά πάντα, είναι να χρεώνει τα αβυσσαλέα του συμπλέγματα και αδιέξοδα στους καλοπροαίρετους, τους σταράτους, τους ταπεινούς και τους υπομονετικούς.
       Η καρδιά όμως δεν έχει καμιά δικαιολογία με το μέρος της για να μην προσπεράσει και να μην προχωρήσει γενναία και αποφασιστικά. Γιατί αυτό είναι μονάχα το χρέος της: να προσπερνάει και να προχωράει!...


π. Δαμιανός









Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΟΥ!»

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΟΥ!»


       «Ο άνθρωπός μου!» λες και λες και εισήλθε με βία μια ανείπωτη ανάσταση μέσα σου. Όλα τα κρίνα και τα βασιλικά έγιναν η στρώση των σκιρτημάτων σου. Η αρχή πάντα ευλογημένη και ευοίωνη. Θαρρείς και σχίστηκαν κάποιοι ουρανοί και στάλαξαν μυρέλαιο πληρότητας. Το άνοιγμα των ελπίδων που σκέπαζε όλους τους κόπους, στέγνωσε κάθε ιδρώτα. Η γλυκιά ευωχία σάρωσε όλες τις ανημποριές. Δεν είχες λόγια αλλά ούτε και σιωπές. Καμιά υποψία στον ορίζοντα του επιπόλαιου και του ευφάνταστου. Όλα τέλεια μοιάζουν σε μια φιέστα που εχθρεύεται καημούς και βιοπάλη. Μια πρωτόφαντη ισχύ φυτεύτηκε στα έγκατα και μια χαρά σαν ηλιαχτίδα γινόταν ήλιος που έγινε ο φαιδρός σου ένοικος. Τα γοργά σου βήματα δεν είχαν πια πέλματα, μονάχα φτερούγες. Και το πέταγμά σου μια πολυφίλητη εικόνα στο κέντρο της θέας σου: «Ο άνθρωπός μου!».
  
       Πότε είναι που μοιάζουν τα τρεχούμενα χρόνια σαν μολυβένιοι αιώνες; «Ο άνθρωπός σου!», σου θυμίζω αφελώς αγνοώντας τον πόνο. Στα μάτια σου όλες οι συννεφιές και οι μπόρες που δεν περίμενε κανένα δελτίο. Αθώα τα ζαμάνια που διάβηκαν δεν σου ’παν ποτέ τι θα γίνει στο επάρατο τέλος –στο τέλος σου. Κανένα χαρισματικό μήνυμα δεν έσπασε την άχαρη σιωπή. Καμιά σιωπή δε σίγασε για λίγο το μαρτύριο. Κανένα μαρτύριο δε παρακλήθηκε από ανθρώπους και ιδέες. Βουνό η πίκρα που σταμπάρισε το βίο και μένει πια αξεθώριαστη. Καυτό το δάκρυ που γέννησε μια αθέατη πλημμύρα. Ανιστόρητος ο πόνος που σκέπασε το ενδόστερνο όνειρο. Μια μάσκα κι ένα προσωπείο η χαρά που συνεπήρε την ύπαρξη. Μια σταλαγματιά από εγκατάλειψη είχε γεύση απ’ το αρχαίο κώνειο. Μια προδοσία που καθήλωσε το είναι έγινε το στρέμμα της θλίψης. Ένας σταυρός, ένας γολγοθάς, μια οδύνη που τρέμει η ύπαρξη κούρνιασαν μονάχα σ’ ένα πρόσωπο. «Ο άνθρωπός σου!». Ο άθλος της καρτερίας συνεχίζεται βουβά. Κι όλες οι πανώριες θεωρίες των πολλών σωριάζονται κάτω. Μόνο ο Χριστός ξέρει· Αυτός που ελεεί και σώζει και δε μιλά ποτέ σαν κι εμάς…

π. Δαμιανός








ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ

ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ


Μόνο αυτό να σκεφτείς· για πόσο ακόμη θα είμαστε μαζί συμπορευτές, συνέκδημοι και συνοδοιπόροι; Ποτέ στο πάντα, πάντα στο ποτέ, μα πάντα στο μαζί του άλλου τρόπου της καρδιάς. Όσο συναντιόμαστε βαρύγδουπα, τόσο αποχωριζόμαστε σιωπηλά. Ένα αέναο αλισβερίσι, οι σχέσεις μας στον κόσμο, που σπέρνει νόστο, πόνο, χαρά και λύπη. Τα μετερίζια αλλάζουν· αλλάζουν οι πορείες, αλλάζουν και οι καρδιές. Το προσωρινό εισδύει στον ενδόμυχο πόθο που τρέφουμε συνεχώς για το μόνιμο. Και το μόνιμο που επιθυμούμε διακαώς σφυροκοπεί αδιάκοπα το προσωρινό που κατατρύχει σχέδια πραγμάτων και σχέσεις προσώπων. Και τι μένει μετά; Μη πει κανείς «τίποτα»! Το «τίποτα», το «πουθενά» και το «κανείς» είναι για τους λίγους και τους ανεπαρκείς. Μόνο η καρδιά ξέρει πάντα τι μένει στο βάθος και στο ύψος: η κατανόηση. Και μη τη μπερδέψεις με την αμνηστία ή τη συγκάλυψη. Η κατανόηση είναι η βαθιά γνώση που εμποδίζει το μίσος και κελεύει την αγάπη. Χωρίς αυτήν δεν μπορούν να σταθούν οι σχέσεις των ανθρώπων. Δεν μπορεί να ευδοκιμήσει ο άνθρωπος σε αυτές. Δεν μπορεί ο εαυτός μας να είναι σχέση. Δεν μπορεί τίποτα να μπορεί. Όπως την θες έτσι να τη δίνεις. Αλλιώς αδικείς και αδικείσαι. Ή την έχεις και αγαπάς όμορφα, παστρικά και άληκτα ή δεν την έχεις και αγαπάς κάλπικα, πρόχειρα και πρόσκαιρα. Όταν ένας Θεός σε συγχωρεί πάντα, είναι γιατί σε κατανοεί με την αγάπη Του. Όταν ένας συνάνθρωπος δεν σε καταλαβαίνει μια στιγμή, είναι γιατί θέλει να είναι απροσχημάτιστα ο τύραννός σου με την επίκριση που κρατά σφιχτά για σένα. Η κατανόηση! Αρρωστήσαμε, σκιαχτήκαμε και πεθάναμε ανομολόγητα δίχως αυτήν, όλοι. Ζήσαμε, χαρήκαμε και ευτυχήσαμε πλάι της, οι πάντες.

π. Δαμιανός







ΧΩΡΑ ΛΑΒΩΜΕΝΗ

ΧΩΡΑ ΛΑΒΩΜΕΝΗ


Όταν ξεχνιέμαι και θυμάμαι,
σταμάτησέ με.
Δεν το επιτρέπει ο καιρός·
το αποφεύγει κι η καρδιά…
Ποιος ξέρει!
Θα φωνάζει πάλι κι η πραγματικότητα…
Κι ένα αναίμακτο μαρτύριο
με μιας θα λάβει χώρα
σε μια χώρα λαβωμένη…

π. Δαμιανός







Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Η ΥΠΑΚΟΗ

Η ΥΠΑΚΟΗ


     Η ορθόδοξη ασκητική παιδεία έχει πολλές πλευρές. Μία από αυτές είναι η μοναχική υπακοή, για την οποία θα προσπαθήσουμε συμπληρωματικά να διατυπώσουμε κάποιες ουσιώδεις θέσεις για την έννοια της πλευράς αυτής της ορθόδοξης ασκήσεως.

     Η υπακοή, όπως κάθε άλλη υψηλή πολιτεία, έχει πολλές βαθμίδες, ανάλογες με την πνευματική ηλικία του υποτακτικού. Στην αρχή μπορεί να έχει χαρακτήρα σχεδόν παθητικής υποταγής της θελήσεως ενώπιον του πνευματικού πατέρα λόγω της κατά Θεόν εμπιστοσύνης προς αυτόν. Στην τελειότερη μορφή της είναι μια ενεργητική κίνηση του ανθρώπινου πνεύματος, που οδηγείται από την εντολή του Χριστού που υπέρμετρα αγάπησε τον κόσμο.

     Η στάση του έμπειρου υποτακτικού χαρακτηρίζεται από το ότι εντείνει την προσοχή και τη θέλησή του, για να αντιληφθεί τη σκέψη και τη θέληση του άλλου προσώπου και στη συνέχεια αγωνίζεται με την πνευματική αγάπη να κάνει πράξη, να πραγματοποιήσει αυτή τη θέληση, τη σκέψη του αδελφού. Με την πράξη αυτή της υπακοής ο άνθρωπος δέχεται μέσα του νέα ζωή, πλαταίνει την καρδιά του, πλουτίζει το νου του. Η περαιτέρω εξέλιξη της εργασίας αυτής της υπακοής οδηγεί τον υποτακτικό να αρχίσει να αισθάνεται την «υπόστασή» του στο άλλο πρόσωπο, πράγμα που δείχνει ότι και στον ίδιο αποκαλύπτεται η υποστατική αρχή. Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει: «Αν κάποιος πει “αγαπώ το Θεό”, μισεί όμως τον αδελφό του, είναι ψεύτης. Γιατί, πραγματικά, αυτός που δεν αγαπάει τον αδελφό του, τον οποίο βλέπει, πώς μπορεί να αγαπάει το Θεό, τον οποίο δε βλέπει; Αυτή την εντολή μάς έδωσε ο Χριστός: Όποιος αγαπάει το Θεό πρέπει ν’ αγαπάει και τον αδελφό του» (Α΄ Ιωάν. 4:20–21). Αυτή είναι και η ακολουθία ή η δομή της υπακοής. Όποιος αγαπά τον αδελφό, είναι φυσικό να θέλει να εκπληρώνει το θέλημα του αγαπημένου, να ταπεινωθεί μπροστά του. Αν δεν δείχνουμε ταπείνωση μπροστά στον αδελφό και δεν κάνουμε υπακοή σε έργα πάντα μικρά κατά κανόνα, τότε πώς θα είμαστε ταπεινοί μπροστά στο Θεό και υπάκουοι σε Αυτόν κατά την εκπλήρωση του μεγάλου, αιωνίου θελήματός Του; Πώς θα ανταποκριθούμε στην εντολή, «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» ή «αγαπάτε τους εχθρούς υμών»; Γι’ αυτό, λοιπόν, η άσκηση της υπακοής είναι απαραίτητη όχι μόνο σε σχέση με τον Θεό, αλλά και σε σχέση με τον πλησίον, εφόσον μας ζητά κατορθωτά πράγματα που δεν αντίκεινται στο θέλημα του Θεού.


     Κατά τον μαρτυρικό αγώνα της υπακοής στον αδελφό αναπτύσσουμε μέσα μας την ικανότητα για μια πλατύτερη και βαθύτερη αποδοχή του θείου θελήματος, πράγμα που μας εξομοιώνει με τον Μονογενή Υιό του Πατρός, κάνει το πνεύμα του ανθρώπου φορέα όλης της ανθρωπότητας, δηλαδή παγκόσμιο, καθ’ ομοίωση της παγκοσμιότητας του Ίδιου του Χριστού, που προσεύχεται για όλον τον Αδάμ. Χωρίς την καλλιέργεια αυτής της υπακοής ο άνθρωπος μένει αναπόφευκτα «κύκλος κλειστός», πάντοτε μηδαμινός μπροστά στη θεία αιωνιότητα. Όσο και αν είναι «μορφωμένος» ο άνθρωπος, χωρίς την ευαγγελική υπακοή η θύρα του εσωτερικού του κόσμου παραμένει ερμητικά κλεισμένη και η αγάπη του Χριστού δεν μπορεί να εισχωρήσει και να διαποτίσει με την παρουσία της αυτόν τον κόσμο.

     Όταν ο άνθρωπος δεν έχει διάθεση να κάνει υπακοή, αυτό αποτελεί βέβαιο σύμπτωμα ψυχικής ασθένειας. Οι ψυχικά άρρωστοι είναι ανίκανοι να αντιληφθούν τη σκέψη ή τη θέληση άλλου προσώπου. Χωρίς την υπακοή ο άνθρωπος θα μένει πάντα κλεισμένος στη μέγγενη της εγωιστικής του «ατομικότητας», που είναι αντίθετη με την αρχή της «υποστάσεως». Έξω από τη χριστιανική παιδεία της υπακοής ο άνθρωπος μένει τυφλός και κωφός για τη Θεία Αποκάλυψη, η οποία μας δόθηκε με το Γεγονός της Υποστατικής σαρκώσεως του Λόγου, γιατί η υποστατική αρχή αναπτύσσεται στον άνθρωπο που βρίσκεται σε κοινωνία με τη Θεία Υπόσταση. Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι αληθινή θεολογία χωρίς τον αγώνα της υπακοής είναι ακατόρθωτη. Μιλούμε βέβαια για τη θεολογία, εννοώντας την ως κατάσταση και όχι ως πολυμάθεια, που μπορεί να απέχει από την πραγματική ζωή, όσο απέχει η γη από τον ουρανό.


     Η επιστήμη της αγίας υπακοής είναι πραγματικά μεγίστη, και χρειάζεται εντατική προσευχή, για να ανοίξουν τα πνευματικά μας μάτια και να δούμε την υπεροχή αυτής της μοναχικής αυτής επιστήμης ή καλύτερα της χριστιανικής υπακοής. Χωρίς την αφομοίωσή της ο κόσμος ποτέ δεν θα πετύχει την ειρήνη, αλλά θα μένει πάντοτε δεμένος στα άλυτα δεσμά της καθολικής έχθρας. Αντίθετα, αν ο κόσμος στρεφόταν με όλη του τη δύναμη στην αφομοίωση της θαυμαστής αυτής επιστήμης, θα γνώριζε ίσως τη μεταμορφωτική της δύναμη κι έτσι ο ανείπωτα εφιαλτικός παραλογισμός της σύγχρονης πραγματικότητας θα χανόταν σαν το σκοτάδι της νύχτας μπροστά στον ήλιο που ανατέλλει.

     Να, όμως, ένα ακόμη αξιοπρόσεκτο αποτέλεσμα του άθλου της υπακοής. Μαθαίνοντας ο υποτακτικός να αποδέχεται μέσα του τις σκέψεις και το θέλημα των άλλων προσώπων, μαθαίνει συγχρόνως να ζει τις διάφορες καταστάσεις όχι μόνο ως ατομικές, αλλά ως αποκάλυψη αυτών που συμβαίνουν σε κάθε άνθρωπο στον κόσμο. Δεν ζει εγωιστικά μόνο τον δικό του πόνο, τα δικά του βάσανα, τις δικές του επιτυχίες, αλλά μεταφέρεται εν πνεύματι και στο πάθος όλων των ανθρώπων, γιατί ασφαλώς κάθε στιγμή εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση με τη δική μας. Από αυτό πηγάζει φυσικά και αβίαστα η προσευχή για τον κόσμο.

     Προσευχόμενος για τους ζωντανούς, μοιράζεται τη χαρά της αγάπης τους ή τη φρίκη της απογνώσεώς τους. Δοκιμάζοντας τον πόνο, προσεύχεται για όλους τους πάσχοντας στον κόσμο, σκύβει στο κρεβάτι όσων πεθαίνουν θλιμμένοι, εγκαταλελειμμένοι και αβοήθητοι μπροστά στον τρόμο του θανάτου. Μνημονεύοντας τους νεκρούς, μεταφέρεται με το νου του στα βάθη των αιώνων ή στέκεται με το πνεύμα του στην αθέατη, αλλά φοβερή οδό που καθημερινά περνούν εκατοντάδες χιλιάδες ψυχές που εγκατέλειψαν το σώμα τους, συνήθως μέσα σε φοβερή αγωνία.


     Έτσι και στην ψυχή του υποτακτικού αναπτύσσεται η χριστιανική συμπάθεια για όλη την ανθρωπότητα και η προσευχή του γίνεται φορέας ολόκληρου του κόσμου, δηλαδή «υποστατική», όμοια με την προσευχή του Χριστού στη Γεθσημανή. Με την προσευχή αυτή ο υποτακτικός αισθάνεται την ενότητά του με όλη την ανθρωπότητα και η αγάπη του για τον πλησίον, δηλαδή για κάθε άνθρωπο, αποβαίνει φυσική. Μια τέτοια προσευχή συντελεί αληθινά στη σωτηρία του κόσμου και κάθε χριστιανός οφείλει να τείνει προς αυτήν, κυρίως όμως οι ιερείς κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας. […]

     (Μια ενδεχόμενη) απώλεια της ορθόδοξης θεολογίας για το Πρόσωπο–Υπόσταση αναπόφευκτα θα οδηγήσει στην απόδοση ενός πρωτείου στο «γενικό» έναντι του «μερικού», στην αναζήτηση κάποιας «υπερ–προσωπικής αρχής». Και έτσι η υπακοή θα απαιτείται όχι σε σχέση προς τον άνθρωπο–πρόσωπο, αλλά προς τον «Κανόνα», το «Νόμο», το «Τυπικό», τη «Διοίκηση», το «Θεσμό» (Institution) κ.τ.λ. Μελετείστε όλα αυτά και θα δείτε πως σε μια τέτοια «απρόσωπη» προσέγγιση των εκδηλώσεων της ανθρώπινης ζωής χάνεται η ύψιστη έννοια της υπακοής που περικλείεται στις ευαγγελικές εντολές και στη θέση της εισέρχεται η «πειθαρχία». Και η τελευταία αυτή είναι βέβαια αναπόφευκτη στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων, αλλά μόνο ως ένα ορισμένο όριο. Η απώλεια της «προσωπικής» χριστιανικής υπακοής θα μείνει χωρίς ανταμοιβή, παρ’ όλες τις τυχόν εξωτερικές επιτυχίες του «οργανισμού»…

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ
(1896–1993)


※
[Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ:
«Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»,
μέρος α΄, κεφ. δ΄, σελ. 142–147,
έκδοση Ιεράς Μονής Τίμιου Προδρόμου,
Έσσεξ Αγγλίας 200310.]
※







ΜΟΝΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ

ΜΟΝΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ


Τολμώ να πω ότι δεν είμαστε ποτέ μόνοι. «Βουλιάζουμε» ακατάπαυστα στη συντροφιά του Θεού. Λίγο–πολύ μοναχικοί τολμούμε να είμαστε ευχαρίστως. Μας βοηθάει πολύ ο χαρακτήρας, οι συνθήκες, οι αφορμές. Αλλά και πάλι· μέσ’ από τα στέρνα μας υπάρχουν συνεχώς ανοιχτές θυρίδες. Από όπου περνάει όλο το ρεύμα της ανθρωπότητας: είτε σαν γνώση είτε σαν μνήμη είτε σαν ικεσία…

π. Δαμιανός









ΟΠΤΑΣΙΑ ΜΟΝΑΧΟΥ

ΟΠΤΑΣΙΑ ΜΟΝΑΧΟΥ


     Ο μοναχός Γ., όταν ήταν λαϊκός, εργαζόταν στη μακρινή Αυστραλία ζώντας μία συνηθισμένη χλιαρή ζωή, χωρίς έντονη μετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας. Κάποτε αρρώστησε βαριά, με αποτέλεσμα να μείνει παράλυτος σε νοσοκομείο. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να εντοπίσουν την αιτία που τον οδήγησε στην οδυνηρή εκείνη κατάσταση. Κάποια στιγμή μάλιστα συγκεντρώθηκαν όλοι για ιατρικό συμβούλιο και μετά από πολλή σκέψη, αφού η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη, αποφάσισαν να του κάνουν ένεση ευθανασίας, για να μη ταλαιπωρηθεί ούτε ο ασθενής αλλά ούτε και ο κατά σάρκα αδελφός του, που συγκλονίστηκε με το αναπάντεχο φοβερό γεγονός.

     Τη στιγμή, όμως, που οι γιατροί προσπαθούσαν να ειδοποιήσουν τον αδελφό του ασθενή να έλθει να του ανακοινώσουν την απόφασή τους και να παραλάβει το νεκρό πλέον σώμα, συνέβη κάτι το παράδοξο και εντελώς απρόοπτο.

     Ο ασθενής με θεία επέμβαση βγήκε από το σώμα του και παρακολουθούσε τα γινόμενα και τα λεγόμενα από τους ιατρούς. Συγχρόνως σε θείο όραμα βλέπει την Κυρία Θεοτόκο, η οποία με ιλαρό και γαλήνιο τρόπο τον ερώτησε:
     –Θέλεις να φύγεις στην άλλη ζωή ή θέλεις να επιστρέψεις στο σώμα σου πάλι, να γίνεις μοναχός και να ζήσεις θεάρεστα το υπόλοιπο της ζωής σου;


     Ο ασθενής διάλεξε το δεύτερο και αμέσως επέστρεψε πίσω στο σώμα του. Εν τω μεταξύ έφθασε και ο αδελφός του, νομίζοντας ότι ο αδελφός του είναι πια νεκρός, αφού έτσι ειδοποιήθηκε από τους υπαλλήλους του νοσοκομείου. Κατάπληκτος βλέπει τον αδελφό του ζωντανό και ακμαίο, τα παραδοξότερα όμως ήταν αυτά που άκουσε από τον πρώην ασθενή:
     –Αδελφέ μου, του είπε, τώρα δεν μπορώ να σου εξηγήσω τίποτε, σε παρακαλώ μόνο πάρε με από το νοσοκομείο, διότι αισθάνομαι πολύ καλά και βγάλε εισιτήρια πίσω για την Πατρίδα μας· πρέπει να φύγουμε το συντομότερο δυνατόν. Συγχρόνως σηκώθηκε πράγματι γερός και δυνατός με μία μόνο μικρή αδυναμία στα πέλματά του, σαν μικρό «ενθύμιο» από το φοβερό περιστατικό που του συνέβη.

     Αυτοί που έμειναν επίσης εμβρόντητοι ήσαν οι θεράποντες γιατροί, που δεν πίστευαν πραγματικά στα μάτια τους, τέτοιο γεγονός ήταν και γι’ αυτούς πρωτόγνωρο και φυσικά ασυμβίβαστο με την επιστήμη της ιατρικής, η οποία περιμένει μετά από ένεση ευθανασίας βέβαιο θάνατο.

     Έγιναν, λοιπόν, όπως επιθυμούσε. Μετά από λίγες μέρες βρέθηκε στην Ελλάδα και το πρώτο πράγμα που ρώτησε ήταν τι είναι οι μοναχοί και τα μοναστήρια. Επισκέφθηκε τα κοντινά μοναστήρια, έμαθε πολλά πράγματα, άκουσε πολλές συμβουλές κατάλληλες για τη μοναχική πολιτεία και στο τέλος ήλθε στο Άγιον Όρος, στου οποίου την ευλογημένη έρημο παραμένει μέχρι σήμερα. Η Χάρη του Θεού και η Παναγία Μητέρα μας, η Κυρία Θεοτόκος οδήγησαν και αυτού τα βήματα στο αγιασμένο λιμανάκι του Άθωνα…

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ




※
[Ιερομονάχου Φιλίππου:
«Γεροντικό της Ερήμου του Άθω»,
κεφ. 24ο, σελ. 79–82,
εκδόσεις «Μυγδονία»
και Ιερά Καλύβη Αγίου Θωμά,
Μικρή Αγία Άννα,
Άγιον Όρος 20071.]
※