Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΘΩΝΙΤΙΣΣΑ

ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΘΩΝΙΤΙΣΣΑ


     Ήταν ένα γεροντάκι που μόλις άκουγε τ’ όνομα της Παναγίας έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Ήταν ένας Καυσοκαλυβίτης που όποτε γύριζε πλευρό τη νύχτα έψελνε το «Ἀξιόν ἐστι». Ήταν ένας Γρηγοριάτης ηγούμενος πού ’χε «φάει» την εικόνα Της από τους πολλούς ασπασμούς. Ήταν ένας Νεοσκητιώτης που παρακαλούσε όποιον έβλεπε να μιλήσει, να γράψει, να εκδώσει ό,τι υπήρχε για την Παναγία. Ήταν ένας μακαρίτης Ιβηρίτης που έπασχε από αγάπη προς την Πορταΐτισσα. Ένας Φιλοθεΐτης έλεγε: «Ἔχομεν βεβαίας τὰς ἐλπίδας εἰς τὴν Γλυκοφιλοῦσσαν» Παναγία· η μάνα των Αγιορειτών.

     Η Παναγία. Πάνω απ’ όλες τις αγίες. Μητέρα του Θεού και των ανθρώπων. Η καλύτερη παραμυθία. Η πιο σίγουρη πρέσβειρα των πιστών. Η πιο ταπεινή, η πιο καλή, η πιο σεμνή, η πιο υπάκουη, η πιο υπομονετική, η σιωπηλή, η γενναία, η πρώτη, η βασίλισσα, η Κυρία, η Έφορος, η Οικονόμισσα, η φωτοφόρος νεφέλη και μανναδόχος στάμνα.


     Χαρά να την αντικρύσεις. Ευχαρίστηση να την επικαλείσαι. Ευλογία να σ’ επισκέπτεται. Ελπίδα βέβαιη να την παρακαλάς. Βοήθεια μεγάλη η σκέπη της. Πού να βρεις τα ωραία λόγια να την εγκωμιάσεις; Πόσο φτωχή είναι η γλώσσα για τα μεγάλα ονόματα; Πόσο έχει φθαρεί η γλώσσα από την κατάχρηση. Έτσι σιωπάς και τα λες όλα. Όπως σιωπηλή ακολουθούσε παντού τον αγαπητό Υιό Της. Μέχρι σταυρού.

     Αθωνίτισσα Θεοτόκε, το ακοίμητο κανδήλι, το αγνό κερί, οι Χαιρετισμοί, η Παράκληση, το Θεοτοκάριο, τα Θεοτοκία δεν σου αρκούν. Μήτε γονυκλισίες και τάματα και προσφορές και κομποσχοίνια. Την καθαρότητα της καρδιάς ζητάς για νά ’λθει ο Υιός Σου και να φέρει θεοτόκες και θεοφόρες ώρες αγίας θεοψίας και φωτοχυσίας…


     Μητέρα του Θεού, μητέρα των ανθρώπων, μητέρα των πονεμένων, μητέρα των αγωνιώντων, μητέρα των θλιβομένων, σύντροφε των μονομάχων του Θεού, των καλογέρων. Όπως και να το κάνουμε είναι ανώτερες ψυχές οι Αγιορείτες, αφού επέλεξαν ν’ αφοσιωθούν μόνιμα στην Αθωνίτισσα Θεοτόκο.

     «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς»· του «Ἄξιόν ἐστι» του πανσέπτου ναού του Πρωτάτου της πρωτεύουσας των Καρυών· της «Κουκουζέλισσας» της Μεγίστης Λαύρας· της Βατοπεδινής «Ἐσφαγμένης»· της «Πορταΐτισσας» των Ιβήρων· της «Τριχερούσης» του Χιλιανδαρίου· του «Ἀκαθίστου» της Διονυσίου· της «Φοβερᾶς Προστασίας» του Κουτλουμουσίου· της «Γερόντισσας» του Παντοκράτορος· της «Γοργοϋπηκόου» της Δοχειαρίου· της «Μυροβλύτισσας» του Αγίου Παύλου· της «Ὁδηγήτριας» του Ξενοφώντος και, τόσες άλλες, σ’ εκκλησίες και παρεκκλήσια, κελλιά και καλύβια…


     Χαρά του κόσμου κι ελπίδα των απελπισμένων η Παναγία. Για να χαίρεσαι και να ελπίζεις και να μην είσαι στην ορφάνια της μοναξιάς θέλει αγώνα, θυσία και γνώση. Για να ξεσυννεφιάσει η καρδιά θέλει νά ’λθει ο ήλιος της ταπεινοφροσύνης και, πριν απ’ αυτόν, η αυγή της απλότητας και της πραότητας.

     Η Παναγία είχε κυρίως την ταπείνωση, την απλότητα και την πραότητα. Αυτά ήταν αιτία χαράς και δωρεά χαράς σ’ ένα κόσμο που τα έχει μεγάλη ανάγκη. Τα παιδιά της Παναγίας πρέπει νά ’χουν αυτές τις αρετές, για να δώσουν κάτι στον αναμένοντα και πάσχοντα κόσμο. Η λύπη του κόσμου είναι η έλλειψη της χαράς.

     Η Παναγία είναι η χαρά της χαράς μας, που απομακρύνει τον φόβο και την λύπη. 
     Πότε θα κατέβουμε πάλι στο θρανίο;
     «Ὑπεραγία Θεοτόκε, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν»!... 


     Έδωσα κι εγώ σαν παιδί και νέος τις ελπίδες μου, εδώ κι εκεί: σε λογοτέχνες, που βρίσκουν τόσα λόγια· σε ποιητές, πως μπορούσαν να εμπνευσθούν τέτοιους στίχους· σε μεγάλους του κόσμου, μα στο τέλος δεν λυτρώθηκα.

     Μέχρι που λησμονήθηκα και λιμενίσθηκα στο λιμάνι Της και δεν βάσταξα μια ελπίδα δική μου, για μένα. Ήξερα θα χάσω. Με απογοήτευσαν τα βιβλία, οι φίλοι, οι γιατροί κι άλλοι που θα περίμενες ακόμη περισσότερο.


     Πολλοί θέλουν να μάθουν ποιος είμαι, τις σπουδές μου, την καταγωγή μου, τις μελέτες μου, τις σκέψεις μου, τα προγράμματά μου. Αλήθεια, μέσα μου γελάω δυνατά· γιατί αυτά τα ρωτούν στους μεγάλους. Είναι πάντως αλήθεια πως νέος είχα γράψει μια αυτοβιογραφία με πολλές λεπτομέρειες, που ίσως κάποιοι θα την βρίσκανε χρήσιμη, την έσκισα όμως σύντομα. Δεν προσδοκώ αναγνώριση και τιμή. «Την κάθε ελπίδα μου σ’ Εσένα αναθέτω, Παναγία μου»! Παράλαβέ με. Γιάνε μου τα πάθη. Αυτό μόνο ζητώ. Και δεν ταπεινολογώ. Πάρτε συνεντεύξεις από άλλους…


ΜΩΫΣΗΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1952–2014)





[Μωϋσέως Μοναχού Αγιορείτου (†):
«Αθωνικό Απόδειπνο»,
κεφ. 8ο, σελ. 45–48,
κεφ. 15ο, σελ. 72,
κεφ. 16ο, σελ. 76–78,
εκδόσεις «Αρμός»,
Αθήνα, Φεβρουάριος 1994.]








ΛΟΓΟΣ ΣΙΩΠΗΣ, ΣΙΩΠΗ ΛΟΓΟΥ

ΛΟΓΟΣ ΣΙΩΠΗΣ,
ΣΙΩΠΗ ΛΟΓΟΥ


Ο καλύτερος και ουσιαστικότερος λόγος
είναι αυτός που αναδύεται από τη σιωπή
και αγαπά να επιστρέφει πάλι πίσω σ’ αυτή.
Μια σιωπή,
που είναι γεμάτη μνήμη, ακούσματα,
αφούγκραση, προσοχή και ακρόαση.
Μονάχα ένας τέτοιος λόγος,
είναι πάντα ευπρόσδεκτος και θεραπευτικός·
γιατί δεν έρχεται
για να αρπάξει ή να πλήξει την ακοή,
αλλά για να πληροφορήσει
την καρδιά του πλησίον,
η οποία, επιθυμεί επιτέλους
από κάποιον ν’ ακουστεί,
από κάποιον να γίνει αντιληπτή…


π. Δαμιανός 







Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Η ΓΕΦΥΡΟΥΛΑ

Η ΓΕΦΥΡΟΥΛΑ


     «Σε όλους μας ο Θεός δίνει ένα σταυρό που είναι οι διάφορες σωματικές, ψυχικές και πνευματικές ασθένειες. Σωματικές ασθένειες είναι οι ποικίλες αρρώστιες του σώματος, για τις οποίες δεν φταίμε εμείς, αλλά οφείλονται σε λόγους οργανικούς. Ψυχικές ασθένειες είναι η φυσική νωθρότητα του οργανισμού, η αργόνοια, η μελαγχολία, η αδυναμία συγκέντρωσης του νου. Και πνευματικές αρρώστιες είναι ο εγωισμός, ο φανατισμός, η υπερβολική τάση σε κάτι. Από τις τρεις αυτές κατηγορίες, φοβερότερες είναι οι πνευματικές ασθένειες, γιατί είναι βαθύτερες. Εάν θέλουμε να μας φύγει αυτός ο σταυρός των ασθενειών, δεν θα το καταφέρουμε, μόνο θα χάσουμε τα χρόνια μας. Εάν όμως σηκώσουμε αυτόν τον σταυρό, θα προχωράμε στον αγώνα μας και όλη μας η ζωή θα γίνει μια γεφυρούλα που θα μας περνάει στον ουρανό…».


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ




[Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου:
«Χαρισματική Οδός»,
κεφ. 2ο, σελ. 120,
εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Μάρτιος 20092.]








ΕΤΣΙ, ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ

ΕΤΣΙ, ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ


      Όλο αυτό το ψευτορωμαίικο που εξαθλίωσε και διέλυσε την Πατρίδα μας, τόσες δεκαετίες, πρέπει πάση θυσία να φύγει. Κι αυτό είναι που πάει να γίνει τώρα. Γι’ αυτό και έχουν συγκεντρωθεί τόσα μελανά σύννεφα κατάπικρων δοκιμασιών πάνω από τη ζωή και τον τόπο μας. Βέβαια, έχουμε κι εμείς την ευθύνη στο ακέραιο, ο καθένας προσωπικά, σαν πρόσωπα, σαν κοινωνία, σαν λειτουργήματα, σαν λαός: ανεβάζαμε στην κρατική εξουσία και στην κάθε υποεξουσία ανθέλληνες και μισέλληνες, ποταπούς ανθρώπους που ήταν ξεφτιλισμένοι είλωτες απάνθρωπων διευθυντηρίων και κατάπτυστοι ουραγοί αλαζονικών και ανάξιων διευθυντών, δημάρχων, υπουργών, κυβερνήσεων. Τους σπείραμε μέσα από την απληστία των επιθυμιών μας, τους κυοφορήσαμε, τους γεννήσαμε, τους θρέψαμε, τους αναδείξαμε, συμβασιλεύσαμε μαζί τους, συσπειρωθήκαμε στην γραμμή της αρπαχτής, συμβολευτήκαμε μαζί τους στα πορνοστάσια των πολιτικών ιδεών, δεν αντισταθήκαμε καθόλου στην κολακεία, στην κομματική μηχανουργία, στο συλλογικό δόλο, στο κατά συρροή γλύψιμο, στο επιδιωκόμενο ή επιβαλλόμενο γόητρο της εξουσίας, στο ακόρεστο πάθος και στην αρρωστημένη εμμονή μας να εξασφαλίσουμε υλιστικά το είναι μας και να αποκαταστήσουμε ακόμη και το κατά σάρκα σόι του. 

      Μετά από όλη αυτήν την πείρα του μακρινού ή κοντινού παρελθόντος, έχουμε επίσης υπεραπόλυτη και διπλή την ευθύνη που συνεχίζουμε να είμαστε αυτό που είμαστε, που ακόμη παραμένουμε αναίσθητοι, αφώτιστοι και ασύνετοι, αμετανόητοι, άκριτοι, κακοί και θρασείς εκτιμητές των πραγμάτων, γιατί εξακολουθούμε να είμαστε κατά βάθος τυφλοί και αόμματοι, κυρίως και πρωτίστως πνευματικά. Αφήσαμε και παραπετάξαμε τα κλειδιά της πραγματικά μεγαλειώδους ζωής για τα αχρεία κλάσματα της προσωρινής ευμάρειας, της καλής ζωής, της ευωχίας του λατρεμένου μας εαυτούλη. Ακόμη και τώρα, το μόνο που μας καίει είναι το τι ύλη χάνουμε, τι λεφτά μάς αφαιρούν, τι ψωμί δεν μπαίνει στο στομάχι μας. Η ζωή μας, «συρρικνώθηκε» επειδή ακριβώς σταμάτησε απότομα το αχαλίνωτο πάρτυ που υπήρχε διάσπαρτο παντού και που τροφοδοτούσε τη μόστρα της εικόνας μας. «Το σύστημα που τρώει τα παιδιά του», θα μπορούσε να είναι συνοπτικά ο τίτλος του δικού μας πονεμένου «στόρυ», αυτό που έλαχε την ελληνική επικράτεια να ζει. Και να, που το πρώην χαρωπό σύστημα, αίφνης, έγινε τώρα μοχθηρό, βλοσυρό και αμείλικτο και πετάει τις ανυποψίαστες υπάρξεις μας κατάβαθα στο φρέαρ της θλίψης που αυτό το ίδιο παρασκεύασε για μας και για όσους το παρασκεύαζαν και το συνιστούσαν τόσο καιρό, με χίλιους δυο άθλιους τρόπους. 

      Κανείς όμως από μας δεν αίρει την μάχαιρα της αυτοκριτικής, για να πει καθαρά και ξάστερα ποιον Θεό προσπέρασε και ποιον Θεό ξέχασε τόσα χρόνια και τόσα ζαμάνια· ποιον Θεό απαξίωσε και αγνόησε· ποιον Θεό αρνήθηκε και ποιον Θεό έφτυσε με τη ζωή του και τα έργα του· ποιον Θεό δεν θέλησε να θυμηθεί, να πιστέψει, να αγαπήσει και να ακολουθήσει· και, τέλος, ποιον δαιμονικό θεό, μέσα του και γύρω του, έσπευσε να προσκυνήσει και να υποταχθεί. Πώς γίνεται πια να ζούμε όλοι μαζί την απόλυτη εξαθλίωση της Πατρίδος μας και, ταυτόχρονα, όλοι εμείς να ισχυριζόμαστε ότι όλοι ανεξαιρέτως είμαστε τόσο «πιστοί»; Άραγε, από την πολλή την «πίστη» μάς ήρθε αυτό το πολυεδρικό δεινό που ζούμε; Η ελευθερία μας, σκλαβώθηκε ολότελα στην πολυποίκιλη ειδωλολατρία μας. Η καθαρόψυχη ευθύνη παραδόθηκε στην αποχαύνωση. Η καρδιά, παρά τις αρχικές αντιστάσεις της, ναυάγησε στο βυθό της υποκρισίας. Η μετακατοχική γενιά, βάσει των απωθημένων της από την κακουχία και τη στέρηση του παρελθόντος, τα έκανε όλα ρημαδιό καταλύοντας παραδόσεις και αξίες που έτρεφαν και αναζωογονούσαν ψυχές, ακόμη και δίχως τροφή και ύλη. Η άλλοτε ελληνοπρεπής τιμή, η τσίπα, το φιλότιμο και η μπέσα του ελληνικού προσώπου βουτήχτηκαν με φόρα στα καμίνια του ψεύδους, της ατιμίας και της απατεωνίας. Το υπαρκτικό τέλμα σφράγισε κάθε ικμάδα μας. Η μολυβένια μοναξιά ρούφηξε όλα μας τα χνώτα και ψυχοτροπίασε τη ζήση μας. Το χάος της προσωπικής μας αθεΐας συνεισέφερε και το χάος στην Πατρίδα, σαν επώδυνο διαρκές βίωμα σαρώνοντας όλο το σκηνικό της ζωής μας. 

      Έλεγε ο Άγιος Πορφύριος· «όπου δεις πολιτική ακαταστασία, να ξέρεις ότι εκεί έχει πέσει πολύ αμαρτία». Επίσης και ο Άγιος Παΐσιος· «αν τα υλικά πράγματα δεν μοιράζονται με το Ευαγγέλιο, στο τέλος θα μοιραστούν με το μαχαίρι». Τώρα, άφωνοι και μουδιασμένοι όλοι, ζούμε την αποδόμηση και την εκφύλιση των πάντων. Ζούμε αυτό το κοφτερό και δίστομο «μαχαίρι», παντού. Όλα, μας αφαιρούνται και μας κόβονται: τα λεφτά, τα δικαιώματα, τα όνειρα, η έμπνευση, η δημιουργία, η ζωή, η εξέλιξη, το μέλλον. Δεν λέω ότι είναι δίκαιο και σωστό αυτό. Αλλά ότι ασφαλώς είναι ένα δευτερεύον άδικο που ακολούθησε πιστά το πρώτο και παμμέγιστο άδικο το οποίο, ομολογουμένως, κούρνιαζε μέσα μας, το οποίο εμείς δεν δίναμε ποτέ σημασία. Και αυτό είναι η ενδόμυχη και πρώτη αδικία που λέγεται αθεΐα, απιστία, απείθεια, θεομαχία, άρνηση Θεού και θείων πραγμάτων. Είναι απίστευτο να βλέπεις στην Ελλάδα μια τεράστια πλειοψηφία από χριστιανούς οι οποίοι είναι τυπικά μεν βαπτισμένα μέλη του Χριστού και της Εκκλησίας και, συνάμα, να εμφορούνται από τόση μεγάλη άγνοια, άρνηση ή διαστρέβλωση της πίστης προς τον Χριστό! Και, παράλληλα, είναι απίστευτο να βλέπεις ότι όλη η φρικιαστική και εγκληματική αντικοινωνική πολιτική, όλος ο τρόμος και η καταλήστευση του λαού, είναι εδώ και αναδύεται εξόφθαλμα από το ανύπαρκτο και κουρελιασμένο κράτος που κάποτε πιστεύαμε και πάνω στο οποίο στηριζόμασταν. Το κουρελιασμένο κράτος όμως, το αποτελούν απαραίτητα και κουρελιασμένες από την αμαρτία ψυχές. Πώς να δώσει αίμα ο αναιμικός στον αναιμικό;  

      Οι εξελίξεις είναι επώδυνες, αιματηρές, ραγδαίες. Τρέχουν και αφήνουν τη λογική, την κρίση και την έγκρισή μας πολύ πίσω. Και έτσι πρέπει. Όλοι μας οι μύθοι, όλες μας οι ιδέες και οι πλάνες, όλες οι χαμένες ελπίδες, τα σαθρά δεκανίκια και τα στηρίγματά μας, όλες οι πολύμορφες αφελείς ή ανέντιμες επενδύσεις μας, πρέπει να ξεκαρφωθούν από τον ορίζοντα της αντίληψής μας· μιας αντίληψης, που ήταν και είναι γεμάτη από λασπερή αγάπη για την ύλη. Μέσα στο μεθύσι της δυτικοποίησής μας, μέσα στο καταπιεστικό όραμα του ευρωπαϊσμού, μέσα στον ασίγαστο οίστρο της καταναλωτικής μας παράνοιας, κανένας δεν ήθελε και δεν θέλησε να ακούσει και να πιστέψει την ευγενή διαβεβαίωση του Θεού για την ύπαρξη του ανθρώπου, ότι, «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος». Λατρεύαμε και αγαπούσαμε τον Θεό σαν «καταθλιπτικά αμερικανάκια»: Τον λατρεύαμε και Τον αγαπούσαμε μονάχα ως παροχέα και δοτήρα παντοειδών αγαθών και όχι ως το ένα και μοναδικό ένστοργο Αρχέτυπο του αιώνιου Πατέρα και του απόλυτου Αγαθού· της Αγάπης. Κρίμα στο κρίμα, πτώση στην πτώση, προδοσία στην προδοσία, δραπετεύσαμε από τη μάνδρα της πατρικής φιλανθρωπίας Του. Θελήσαμε η ζωή μας να είναι μια ζωή αβαθής, άχαρη και χαρωπή, χαμένη και αβίωτη, χωρίς κανένα βλέμμα προς την αιωνιότητα, χωρίς καμία εμβίωση χάριτος στο στέρνο της ύπαρξής μας. Κι έμεινε κατόπιν, όλο το μαρτύριο δικό μας και όλη η καρτερία δική Του. Αλλά, πάντα και πάλι Αυτός εκεί, να μας αγαπά και να μας περιμένει διαχρονικά· Έτσι, ο Θεός μας, σύμφωνα με την προσευχή του Μανασσή, από άφραστη αγάπη, «Θεὸς τῶν μετανοοῦντων ἐστι». Και εμείς, μόνο εάν μετανοήσουμε, θα μπορέσουμε να έχουμε ανοιχτή καρδιά και εκείνη την ωριμότητα που προάγει δυναμικά κρυστάλλινη πρόοδο σε όλα τα επίπεδα. 

      Ο άνθρωπος που βλέπει αθόλωτα και με βαθιά επίγνωση τις αμαρτίες του, βλέπει και καθαρά τον Θεό του και τον πλησίον του. Και έτσι, πάνω σε αυτό το πνευματικό μεγαλείο της ύπαρξης που μετανοεί, ριζώνει και αναπτύσσεται κάθε έννοια και πράξη δικαιοσύνης και αγάπης. Εμείς, τόσα χρόνια, τι βλέπαμε; Τι αισθανόμασταν; Το υπέρτατο και απόλυτο Τίποτα: τον εαυτό μας, να επεκτείνεται με τα κακότροπα θελήματά του παντού: στην κοινωνία, την πολιτική, την παιδεία, την εκκλησία. Τώρα, η «αξίνη» που λέει το Ευαγγέλιο, βρίσκεται στα χέρια του Θεού. Και προβλέπεται ο θεϊκός κασμάς να μη χαριστεί σε κανένα σάπιο(ν) και σε καμία σαπίλα. Και, το σάπιο, ας μη ψάξουμε να το βρούμε έξω, μακριά και πέρα από εμάς, έξω από τον εαυτό μας, αλλά πρωταρχικά μέσα μας, στον καθένα από μας. Όλα τα μυστήρια και τα δωρήματα του Θεού που πήγαν να γίνουν «σύστημα» και «θεσμός», «τάξη» και «καθεστώς», «ηθική» και «πρέπον», με κρούστα «ευεργεσίας» και «ωφέλειας»τώρα, ή θα αλλάξουν ριζικά ή θα αποδομηθούν τελείως ή θα παταχθούν πλήρως. Δεν γίνεται αλλιώς. Αυτήν την κάθαρση, την έχουμε ανάγκη όλοι, πια: πολιτεία, εκκλησία, κοινωνία, «λαός και κολωνάκι». Είτε μας αρέσει είτε όχι, είτε «μας συμφέρει» είτε «δεν μας συμφέρει». Δόξα τῷ Θεῷ, τα ψέματα και οι μάσκες, οι υποκρισίες, οι ρόλοι, οι απάτες και οι δημαγωγίες, τελειώσανε ή τελειώνουν προς λύπη των αυτουργών και των υπαιτίων. Τελειώσανε και τελειώνουν και γι’ αυτούς που συνεχίζουν (με την επάρατη άδειά μας) να το παίζουν ακόμη «αληθινοί», «έντιμοι», «δίκαιοι», «σωτήρες» και «μεταρρυθμιστές». Κανένας μεσσίας δεν βγήκε ποτέ από την νεοελληνική κάλπη της πολιτικής που αναδύεται από στοές. Γιατί και αν ακόμη έβγαινε, αυτό θα ήταν καθαρά συστημική βλασφημία. Όλες ανεξαιρέτως οι αυταπάτες και οι αισχύνες μας, θα σαρωθούν από την πραγματική σωτηρία που έρχεται να βιωθεί μέσα από τη δοκιμασία των ημερών και τη θλίψη της εποχής, επιφυλάσσοντας όμως για μας στο τέλος μία μεγάλη εύνοια και δικαίωση από Θεού, μία ανείπωτη χαρά και δόξα. Η μετάνοια πρώτα και μετά η αγάπη, αλλάζουν αέναα και βαθιά τον κόσμο. Δεν μπορείς να αγαπήσεις, εάν πρώτα δεν μετανοήσεις. Δίχως μετάνοια, δεν πρόκειται να υπάρξει καμία ποθητή κάθαρση. Το μίσος θα επικρατεί γιατί θα προβάλλεται και θα εκλαμβάνεται σαν αγάπη. Η ρώτα της υποκρισίας, θα συνεχίζει με θράσος να σκορπά θλίψη, απόγνωση και θάνατο. Οι ζωές μας θα είναι προορισμένες για να γεύονται μία συνεχή ήττα. Γι αυτό και η τελική νίκη, στην έκβαση των πραγμάτων, ανήκει αποκλειστικά και μόνο στις ψυχές που μεταμελούν και μετανοούν. Και το έλεος του Θεού, είναι άπειρο και αδαπάνητο, μη καταδικάζοντας κανέναν που το αναζητά από καρδιάς. Γιατί ο Θεός μας, είναι ο Μόνος Θεός που είναι αγάπη και αλήθεια, αλήθεια και αγάπη, μαζί. 
     «Ἀλλὰ θαρσεῖτε! Αὐτὸς (ὁ Χριστὸς) νενίκηκε τὸν κόσμον!» (πρβλ. Ἰωάν. ιστ΄ 33).


π. Δαμιανός








Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

Η ΠΙΟ ΑΣΤΕΙΑ ΠΡΟΡΡΗΣΗ

Η ΠΙΟ ΑΣΤΕΙΑ ΠΡΟΡΡΗΣΗ



     Τον πρώτο χρόνο μετά τη βάπτισή μου, φιλοξενούμουν στην ενορία στους καινούργιους φίλους μου, τον π. Ραφαήλ και τον π. Νικήτα. Αν και εκείνη την περίοδο (του νεοφώτιστου) είχα αρχίσει να πηγαίνω συχνά στο μοναστήρι, δεν είχα σκεφτεί ποτέ τον μοναχισμό. Αντίθετα, σκεφτόμουν σοβαρά να παντρευτώ. Η μνηστή μου, ήταν μάλλον η ομορφότερη κοπέλα στη Μόσχα. Εν πάση περιπτώσει, πολλοί είχαν αυτή την άποψη κι εμένα φυσικά αυτό με κολάκευε. Η υπόθεση πήγαινε για γάμο. Έτσι, δεν χαιρόμουν μόνο από τις νέες εντυπώσεις της πνευματικής ζωής που μου αποκαλύφθηκε (ως νεοφώτιστος), αλλά ονειρευόμουν και τη μέλλουσα ευτυχία (ως μελλόνυμφος).


     Πήγαινα για ψάρεμα, στέγνωνα στον ήλιο το ψάρι που έπιανα, λιαζόμουν κι εγώ και περίμενα ότι, πολύ σύντομα, θα αρχίσει μια νέα ζωή· η οικογενειακή. Εκτός αυτού, τι ωραία που θα ήταν να κάθεσαι το φθινόπωρο κάπου στο Ζαμοσκβορέτσιε, να τρως μαζί με τους φίλους σου το ψαράκι που έχεις πιάσει και στεγνώσει με τα ίδια σου τα χέρια και να το συνοδεύεις με μια μπυρίτσα! Με αυτά τα όνειρα περνούσαν η μία μετά την άλλη οι μέρες του καλοκαιριού.


     Κάποτε ο π. Ραφαήλ και ο π. Νικήτας ετοιμάστηκαν να πάνε επίσκεψη στον γέροντα Νικόλαο στο νησί Ζαλίτ. Ο γέροντας ήταν, πια, σχεδόν 80 ετών και, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, διακονούσε στο ψαράδικο νησί της λίμνης του Πσκωφ. Αποφάσισα να πάω κι εγώ μαζί τους, αν και όχι χωρίς κάποιο φόβο: στο κάτω–κάτω, ήταν «διορατικός γέροντας» και μπορεί να ήξερε τα πάντα για σένα!

     Όμως μέσα στα πρώτα λεπτά της γνωριμίας με τον π. Νικόλαο, οι φόβοι διαλύθηκαν. Ο παππούλης αποδείχθηκε εξαιρετικά καλός και φιλικός. Μας υποδέχθηκε με φροντίδα στο φτωχό σπιτάκι του κοντά στον ναό. Μας σέρβιρε τσάι, μας κέρασε κάτι. Οι πατέρες απομονώθηκαν μαζί του για συζήτηση και συμβουλές, αλλά εγώ δεν είχα τίποτα το ιδιαίτερο να τον ρωτήσω.



     Όταν τον αποχαιρετούσαμε, περάσαμε να πάρουμε ευλογία και έδινε σε όλους με αγάπη συμβουλές. Όταν ήρθε η σειρά μου, ο π. Νικόλαος με άρπαξε αναπάντεχα από το τσουλούφι κι άρχισε, μισοαστεία–μισοσοβαρά, να με σέρνει από το μαλλί και να λέει:
     «Μην πίνεις, μην πίνεις! Δεν κάνει να πίνεις!».

     Πρέπει να ομολογήσω ότι εκείνα τα χρόνια και, μάλιστα, όταν ήμουν με καλή παρέα φίλων, δε δίσταζα να πιω. Πάντως, ήταν απολύτως αδύνατο να μαντέψει κανείς κάτι τέτοιο από την όψη μου: έδειχνα πολύ νεότερος από τα χρόνια μου. Παρ’ όλ’ αυτά, ο γέροντας συνέχιζε. Ύστερα, σήκωσε το κεφάλι μου από το τσουλούφι και με κοίταξε προσεκτικά στα μάτια.
     «Είσαι μοναχός; Όχι, ακόμα; Καλά θα ήσουν στο μοναστήρι!».


     «Στο μοναστήρι»;! Δεν κρατήθηκα και έσκασα απλά στα γέλια μπροστά του! Μα, τι λέει ο γέρος; Εγώ γρήγορα θα κάνω γάμο! Θα ήθελα να του το πω, αλλά ο π. Νικόλαος μού έκλεισε το στόμα με το χέρι, σαν να ήξερε κάθε μου λέξη.
     «Σώπα, σώπα! Καλά θα ήσουν στο μοναστήρι!».
     Εγώ, γέλασα πάλι.
     «Μα όχι!...», άρχισα.
     Αλλά ο γέροντας πάλι δεν με άφησε να πω τίποτα.
     «Κοίτα, Γιωργάκη, όταν θα είσαι στο μοναστήρι, θα σου συμβεί πειρασμός. Αλλά εσύ μην απελπιστείς!».
     Κι άρχισε να μου διηγείται λεπτομερώς για «έναν πειρασμό» που συνέβη σε «κάποιον μοναχό» που σχετιζόταν με τη διοίκηση του μοναχισμού. Μόνο μετά από δέκα χρόνια κατάλαβα ότι μιλούσε για μένα. Τότε, όμως, μόλις που καταδέχτηκα να ακούσω τα παράξενα λόγια του π. Νικολάου. Δεν τα δέχτηκα σαν κάτι άλλο, παρά σαν γεροντικές παραξενιές. Τέλος, ο π. Νικόλαος με ευλόγησε και με απέλυσε εν ειρήνη.


     Μας ξεπροβόδισε ως την αποβάθρα. Όταν η βάρκα μας απομακρυνόταν, ο γέροντας φώναξε πίσω μου:
     «Γιωργάκη! Να έχεις περίσσεια αγάπης!».
     Αυτή η ασυνήθιστη φράση που, σπάνια χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη, χαράχτηκε στη μνήμη μου μαζί με την εικόνα του γέροντα να στέκει στην όχθη, με τα γκρίζα του μαλλιά να κυματίζουν στον άνεμο και με το χέρι του να σχηματίζει στον αέρα το σημείο του σταυρού, ευλογώντας μας.


     Ο π. Ραφαήλ με συμβούλεψε να σκεφτώ σοβαρά τα λόγια του π. Νικολάου, αλλά εγώ σε απάντηση απλώς χαμογέλασα. Απώθησα το όλο γεγονός στη λήθη, ως κάτι ακατανόητο για μένα.

     Όμως στη Μόσχα οι σχέσεις μου με τη μνηστή μου άρχισαν από μόνες τους να χαλάνε κάπως. Ψυχρανθήκαμε και κατόπιν διακόψαμε. Κι ήμασταν μάλιστα αμφότεροι χαρούμενοι γι’ αυτό! Μέσα μου άρχισε, όλο και συχνότερα, όλο και δυνατότερα, να γεννιέται η ανάγκη να πηγαίνω στο μοναστήρι, να βρίσκομαι εκεί, να προσεύχομαι, να ζω εκεί. Λίγους μήνες μετά, το ήξερα με ακρίβεια: τίποτα δεν με ενδιέφερε σ’ αυτή τη ζωή, εκτός από το μοναστήρι και τη διακονία του Θεού. Με κατάπληξη θυμόμουν τα λόγια του π. Νικολάου, προς τον οποίον κατόπιν, ο Κύριος με οδήγησε πολλές φορές ακόμη…


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
π. ΤΥΧΩΝ ΣΕΒΚΟΥΝΩΦ



[π. Τύχωνος Σεβκούνωφ:
«Σχεδόν Άγιοι»
–Πνευματικές διηγήσεις
από τη Ρωσία του χθες και του σήμερα–
κεφ. 39ο, σελ. 333–336,
εκδόσεις «Ἐν πλῷ», Μάιος 20121.]








Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015

ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΤΟΥ ΠΕΝΤΖΙΚΗ

ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ 
ΤΟΥ ΠΕΝΤΖΙΚΗ


     Ο κατά κόσμον Βασίλειος Αναστασίου Βαρέλλας, γεννήθηκε στη Γαλάτιστα της Χαλκιδικής το έτος 1880. Μικρός, έμεινε ορφανός από πατέρα. Η μητέρα του, είχε ακόμη δύο γιούς και δύο κόρες. Πήρε και τα πέντε παιδιά της και πήγε στη Θεσσαλονίκη για να τα μορφώσει και να τα αποκαταστήσει.

     Ο μεγαλύτερος αδελφός του, ήταν φαρμακοποιός και εργαζόταν στο φαρμακείο του Γαβριήλ Πεντζίκη, πατέρα του γνωστού φιλαγιορείτου ζωγράφου και πεζογράφου Νίκου Πεντζίκη (1908–1993). Μια μέρα, ο Βασίλειος είχε πάει στο φαρμακείο. Ο αδελφός του, τον άφησε για λίγο στη θέση του, για να πάει να τελειώσει μια εργασία, λέγοντάς του να μη δώσει σε κανέναν φάρμακο. Κατά την απουσία του αδελφού του, ήλθε ένας πελάτης και ζητούσε επίμονα ένα φάρμακο που είχε παραγγείλει για τη μητέρα του. Ο Βασίλειος, νόμιζε πως ήταν αυτό που ήταν στον εκεί φάκελο και του το έδωσε. Όταν επέστρεψε ο αδελφός του και έμαθε τα καθέκαστα, τρομοκρατήθηκε: ο φάκελος που ήδη είχε πάρει ο πελάτης περιείχε δηλητήριο! Έτρεξε να προλάβει το κακό. Εν τω μεταξύ, ο μικρός Βασίλειος απογοητευμένος, έκλεισε το φαρμακείο και έφυγε για το χωριό του. Στον δρόμο συνάντησε Ιβηρίτες μοναχούς που πήγαιναν για το Άγιον Όρος. Όταν πληροφορήθηκαν αυτοί το γεγονός, του πρότειναν να τον πάρουν μαζί τους. Η Παναγία η Πορταΐτισσα, το δίχως άλλο, θα τον παρηγορούσε. Έτσι λοιπόν, αναχωρεί για τον ιερό Άθωνα, δίχως να γνωρίζουν απολύτως τίποτε οι δικοί του. Πολλούς τρόπους χρησιμοποιεί ο Πανάγαθος Θεός για να συνάξει τα τέκνα του!


     Έμεινε για λίγο σ’ ένα ρωσικό Κελλί των Καρυών. Την Πρωτοχρονιά του 1899 εισέρχεται ως δόκιμος στη Μονή Ιβήρων. Λίγο αργότερα, ένας οικογενειακός τους φίλος που έκανε τότε μελέτες στη Μονή, θα τον ανακαλύψει και μάλιστα θα τον πληροφορήσει ότι ο αδελφός του πρόλαβε τον πελάτη εκείνον και τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε το δηλητήριο. Ο Βασίλειος όμως είχε βάλει μετάνοια στην Πορταΐτισσα και είχε λάβει οριστικές αποφάσεις για τον εαυτό του. Εκάρη μοναχός το έτος 1903. Υπήρξε πρόθυμος διακονητής και υπάκουος μοναχός στον σεβαστό Γέροντά του. Εργάσθηκε υπομονετικά για την πνευματική του άνοδο και για την πρόοδο της αγαπητής του Μονής. Διετέλεσε πολλά χρόνια Προϊστάμενος της Μονής του. Είχε φιλάνθρωπα, φιλάδελφα και φιλάγαθα αισθήματα. Αγαπούσε και εκτιμούσε τους Κελλιώτες μοναχούς.

     Προαισθάνθηκε την αναχώρησή του για την άλλη ζωή τρεις ημέρες πριν από αυτήν. Παρακάλεσε τους πατέρες να τελέσουν το μυστήριο του θείου και ιερού Ευχελαίου. Τους έδωσε ευχές και τις τελευταίες συμβουλές του: να αγαπούν το Μοναστήρι, να ευλαβούνται την Παναγία, να προοδεύουν πνευματικά και να έχουν αγάπη μεταξύ τους.


     Πριν εκπνεύσει, είπε στους υποτακτικούς του: «Ο θάνατος δεν με φοβίζει· τον περίμενα. Σύντομα, θα βρεθώ ενώπιον του Κυρίου μας. Εύχεσθε να έχω καλή απολογία». Έτσι, αναχώρησε. Έγειρε, αφήνοντας τη στερνή του πνοή δίπλα στο παραθύρι του κελλιού του, ατενίζοντας την απέραντη θάλασσα και την ατέρμονη αιωνιότητα, για την οποία αγωνίσθηκε υπέρμετρα σε όλη του τη ζωή. Ανεπαύθη εν Κυρίω την 1–2–1964, από καρδιακό νόσημα.

     Όπως σημειώνεται, έφυγε «αφήνοντας ένα φωτεινό παράδειγμα στους πατέρες της ιεράς Μονής των Ιβήρων. Όσοι τον γνώρισαν, θυμούνται με ευγνωμοσύνη τον υψηλό, επιβλητικό, ευγενικό και ενάρετο Γέροντα Λεόντιο». Υποτακτικούς καλούς είχε τον Αγαθάγγελο, τον Χρυσόστομο, τον Θεοδώρητο, τον Ευγένιο και τον επιζώντα φίλτατο Προηγούμενο Καλλίνικο. Η κόρη του αδελφού του και ανεψιά του Γέροντος Λεοντίου, η συγγραφέας κ. Ρούλα Παπαδημητρίου, το βιβλίο της με τίτλο «Η Εκκλησία στον Μακεδονικό Αγώνα», το αφιερώνει εξολοκλήρου «στην ιερή μνήμη του θείου της Λεοντίου Ιβηρίτη, κατά κόσμον Βασιλείου Α. Βαρέλλα, που εμόνασεν στον Άγιον Όρος επί 60 χρόνια».




[Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου (1952–2014):
«Μέγα Γεροντικό
εναρέτων Αγιορειτών του 20ου αιώνος»,
τόμ. β΄, κεφ. 48ο, σελ. 707–709,
εκδόσεις «Μυγδονία»,
Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 20111.]


–Στὸν λίαν ἀγαπητὸ φίλο Τάσο Π.,
ποὺ μὲ τόσο κόπο, ζήλο, ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονή,
δούλεψε, μαθητεύοντας καὶ ἀριστεύοντας,
στὸν πάντερπνο πεντζίκειο λόγο·
μιὰ μικρὴ μέν, ἀλλὰ ἐγκάρδια ἀφιέρωση.–








ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ


     Τηλεφώνησε ο Άγιος Γέροντας Πορφύριος στο σπίτι μου και δεν ήμουν εκεί. Όταν γύρισα, μου είπαν ότι ο Γέροντας ήθελε να πάω αμέσως να τον βρω.
     Πήρα το αυτοκίνητό μου και πήγα. Μόλις με βλέπει μου λέει:
     –Σε ήθελα, διότι σε αισθάνομαι ως καταρρέοντα ψυχικά. Είσαι πολύ στενοχωρημένος και πολλές φορές σε βλέπω σκεπτικό, να υποφέρεις από πολλούς κακούς λογισμούς, αλλά σου λέω ότι οσάκις βρίσκεσαι σε στενοχώρια ή λύπη να με θυμάσαι και εγώ θα το καταλαβαίνω και θα προσεύχομαι για σένα στον Κύριό μας Ιησού Χριστό.
     –Ναι, Γέροντα, πολλές φορές σε αισθάνομαι σαν να είσαι μπροστά μου.
     Με ρωτάει:
     –Πώς με βλέπεις; Είναι πολύ λεπτό αυτό το σημείο να με ιδείς. Είναι πολύ δύσκολο να ιδείς το πολύ λεπτό αυτό μυστήριο. Δηλαδή το μυστήριο της παρουσίας κοντά σου ενός ανθρώπου που σωματικά βρίσκεται μακριά...





[Ιωάννου Μαρουσιώτη:
«Όσα είδα και άκουσα
από τον Γέροντα Πορφύριο»,
μέρος α΄, κεφ. 66ο, σελ. 94–95,
εκδόσεις «Μεταμόρφωση του Σωτήρος»,
Μήλεσι, Ιούλιος 20121.]





ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ

ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ


Αὐτὸς
ποὺ νοιώθει στὴ ζωή του
τὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου,
εἶναι ἐκεῖνος 
ποὺ θὰ βοηθήσει 
πραγματικά.

Καὶ ἐκεῖνος 
ποὺ θὰ βοηθήσει πραγματικά,
εἶναι σίγουρα 
αὐτὸς
ποὺ νοιώθει καὶ ζεῖ 
ἀληθινά.

Ὅλα τ’ ἄλλα,
αὐτὰ καὶ ἐκεῖνα,
μοιάζουν ὑπεκφυγές, ψέματα,
ἰδέες καὶ καταπλάσματα·
γι’ αὐτὸν ἢ γιὰ ἐκεῖνον
τὸ λόγο.


π. Δαμιανὸς







Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΛΑΧΑΝΟΚΗΠΟΥ

Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΛΑΧΑΝΟΚΗΠΟΥ 


     Στην ευρύτερη περιοχή μεταξύ των Καυσοκαλυβίων και της Μονής Μεγίστης Λαύρας, ζούσε στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα ένα ταπεινό γεροντάκι, ο πατήρ Πανάρετος. Αυτός κάποτε επιθύμησε για τις ανάγκες του να δημιουργήσει ένα μικρό λαχανόκηπο κάπου έξω από το φτωχικό του Καλύβι.

     Μια μέρα, καθώς έσκαβε το πετρώδες εκείνο μέρος, ο κασμάς του χτύπησε σε μια πέτρινη μεγάλη πλάκα. Ανασηκώνοντας ο Γέροντας την πλάκα, παρατήρησε έκθαμβος ότι αυτή κάλυπτε έναν τάφο, μέσα στον οποίον υπήρχε μία ασκητική σορός η οποία ήταν ενδεδυμένη με ιερατικά άμφια. Η όλη εμφάνιση καθώς και η άρρητη ευωδία που αναδυόταν από τον αθέατο τάφο, πρόδιδε ότι ο κάτοικός του είχε όντως οσιακή βιοτή και ότι είχε ενταφιαστεί πρόσφατα.

     Τότε ο γερο–Πανάρετος, ζώντας σε εκείνο τον έρημο και απαράκλητο τόπο για δεκαετίες και, μη έχοντας ακούσει ή να θυμάται ποτέ του να διηγούνται για κάποιον μεγάλο ασκητή που να έζησε ή να ενταφιάστηκε εκεί στη γύρω περιοχή, αφού ξεπέρασε την πρώτη έκπληξη, άρχισε να προσεύχεται κλαίγοντας προς τον άγνωστο άγιο: «Άγιε του Θεού, σ’ ευχαριστώ που φανέρωσες, αν και ανάξιο, σ’ εμένα την αγιοσύνη σου! Πες μου, σε παρακαλώ, ποιος είσαι και πόσα χρόνια έζησες σ’ αυτήν εδώ την έρημο;».

     Αγρυπνώντας έτσι ο ευλαβέστατος εκείνος Γέροντας στην προσευχή, είχε έντονο λογισμό να αναφέρει το περιστατικό αυτό προς την κυρίαρχη Μονή (στην οποία ανήκε διοικητικά η Καλύβη του), τη Μεγίστη Λαύρα. Κατά το πρωί όμως που έπεσε και αποκοιμήθηκε λίγο, βλέπει στον ύπνο του τον άγνωστο όσιο, που με αυστηρότητα του είπε:
     –Τι σκέφτεσαι, Πάτερ, να κάνεις; Μήπως μαζί τους κάναμε τους ασκητικούς αγώνες και θέλησες τώρα και να ρυθμίσεις τα κατ’ εμέ και να μετακομίσεις το λείψανό μου; Εγώ αγωνίσθηκα εδώ πέρα πενήντα χρόνια και περισσότερα. Βάλε με πίσω στον τόπο της αναπαύσεώς μου και, όσο ζεις, να μη φανερώσεις τίποτε απολύτως σε κανέναν!

     Τότε, αφού ξύπνησε ο γέρων Πανάρετος, κάλυψε με την πέτρινη πλάκα τον τάφο του πραγματικά ακενόδοξου οσίου και έκτοτε ησύχαζε, προσευχόμενος στον ανώνυμο άγιο του μικρού και ταπεινού του κήπου. Αργότερα, φθάνοντας ο ίδιος σε βαθιά γηρατειά, ήλθε να γηροκομηθεί στα Καυσοκαλύβια, όπου πριν το τέλος της επί γης ζωής του, γνωστοποίησε στους Πατέρες το θαυμαστό αυτό εύρημα του δικού του βίου, χωρίς ωστόσο να τους δώσει άλλες κατατοπιστικές λεπτομέρειες... 






[(1) Παταπίου Μοναχού Καυσοκαλυβίτου:
«Αγιασμένες μορφές των Καυσοκαλυβίων»,
μέρος 3ο, κεφ. 33ο, σελ. 269–270,
έκδοση Ιεράς Καλύβης Αγίου Ακακίου,
Άγιον Όρος, Νοέμβριος 20071.
(2) Αρχιμανδρίτου Ιωαννικίου Κοτσώνη:
«Αθωνικόν Γεροντικόν»,
κεφ. 3ο, σελ. 39–40,
έκδοσις Ιερού Ησυχαστηρίου
Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά,
Κουφάλια Θεσ/νίκης 19922.]