Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ


     Ο λαμπρός αυτός αστέρας της Εκκλησίας ανέτειλε το 1749 στην Νάξο των Κυκλάδων. Οι γονείς του, άνθρωποι ευσεβείς και θεοφοβούμενοι, του έδωσαν το όνομα Νικόλαος στο άγιο Βάπτισμα και, για να μάθει γράμματα, τον εμπιστεύθηκαν στον εφημέριο του χωριού. Αντίθετα με τα άλλα παιδιά, απέφευγε τα θορυβώδη παιγνίδια για να αφιερώνεται στην μελέτη. Ο Θεός τον είχε προικίσει όχι μόνο με ζωηρή ευφυΐα, αλλά και με εξαιρετική μνήμη, που του επέτρεπε να εντυπώνει αμέσως ό,τι διάβαζε και να το επαναλαμβάνει αλάνθαστα όποτε χρειαζόταν. Τον έστειλαν στην Σμύρνη σε ηλικία δεκαέξι ετών για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του λόγιου κληρικού διδασκάλου Ιεροθέου Δενδρινού (1698–1780) στην Ευαγγελική Σχολή, όπου έγινε αγαπητός σε όλους, συμμαθητές και καθηγητές, με την πραότητα και το εκλεπτυσμένο ήθος του. Εκτός από τα θύραθεν γράμματα και τις ιερές επιστήμες, κατέστη βαθύς γνώστης της Ελληνικής γλώσσας σε όλες τις μορφές της, αποκτώντας τα εφόδια για να φέρει σε πέρας την αποστολή που είχε ετοιμάσει γι’ αυτόν ο Θεός: να κάνει προσιτούς στον Ελληνικό Ορθόδοξο λαό τους θησαυρούς της Εκκλησιαστικής Παραδόσεως.


     Μετά τέσσερα έτη σπουδών στην Σμύρνη, καθώς οι Τούρκοι κατέσφαζαν τους Έλληνες της περιοχής μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1768–1774), αναγκάστηκε να επιστρέψει στην πατρίδα του, την Νάξο. Εκεί συνάντησε τους «Κολλυβάδες» μοναχούς Γρηγόριο, Νήφωνα και Αρσένιο, εξόριστους από το Άγιον Όρος εξαιτίας της τότε σφοδρής διαμάχης γύρω από τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων [1]. Οι ευλαβείς αυτοί υπέρμαχοι της Παραδόσεως άναψαν μέσα του την αγάπη για τον μοναχικό βίο και τον εισήγαγαν στην ασκητική ζωή και την τέχνη της νοεράς προσευχής. Μαθαίνοντας από αυτούς ότι στην Ύδρα ζούσε ένας εξαιρετικά ενάρετος άνθρωπος που είχε ενδιατρίψει στην διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, ο μητροπολίτης Κορίνθου Μακάριος ο Νοταράς (1731–1805) [17 Απρ.], ο Νικόλαος μετέβη εκεί «όπως το διψασμένο ελάφι τρέχει με πόθο προς τις πηγές των υδάτων» (Ψαλμ. 41, 1) και βρήκε κοντά στον άγιο ιεράρχη πλήρη κοινωνία σκέψεων και ταύτιση προσδοκιών όσον αφορά την επείγουσα ανάγκη να εκδοθούν και να μεταφραστούν οι Πνευματοπάροχες πηγές της εκκλησιαστικής Παράδοσης. Εκεί, επίσης, συνάντησε τον ονομαστό ασκητή Σίλβεστρο τον Καισαρέα, που μέσα στο ασκητικό τοπίο του νησιού, είχε φθάσει σε υψηλά μέτρα μοναχικής τελειότητος. Ο άγιος αυτός άνθρωπος τού επαίνεσε με τόση φλογερότητα τις υπερκόσμιες χαρές της ησυχαστικής πολιτείας, ώστε ο Νικόλαος αποφάσισε να μην καθυστερήσει άλλο και να αναλάβει να σηκώσει τον χρηστό και ελαφρό ζυγό του Χριστού (πρβλ. Ματθ. 11, 30). Εφοδιασμένος λοιπόν με συστατικές επιστολές του Σιλβέστρου, πήρε αποφασιστικά το πλοίο για το Άγιον Όρος (1775).


     Εισήλθε πρώτα στην Μονή Διονυσίου, όπου ενεδύθη γρήγορα το μοναχικό Σχήμα με το όνομα Νικόδημος. Ανέλαβε τα διακονήματα του γραμματέα και του αναγνώστη και σύντομα κατέστη υπόδειγμα για όλους τους αδελφούς, τόσο στα διακονήματα που εκτελούσε με αγόγγυστη υπακοή όσο και στον ζήλο για την προσευχή και την άσκηση. Πρόκοβε καθημερινά, δουλαγωγώντας την ανήμερη σάρκα στο ηγεμονικό πνεύμα, προετοιμαζόμενος έτσι για τους αγώνες του ησυχαστικού βίου. Είχαν περάσει δύο χρόνια, όταν ο άγιος Μακάριος Κορίνθου επισκεπτόμενος το Άγιον Όρος ανέθεσε στον άγιο Νικόδημο να διορθώσει και να επιμεληθεί προς έκδοσιν το χειρόγραφο της «Φιλοκαλίας», αυτής της ορθόδοξης εγκυκλοπαίδειας της προσευχής και της πνευματικής ζωής. Ο νεαρός μοναχός αποσύρθηκε σε ένα Κελλί στις Καρυές για να καταπιαστεί με το έργο αυτό, που προϋπόθετε προχωρημένο γνώστη του ησυχασμού και απαιτούσε βαθειά γνώση της επιστήμης της ψυχής. Το ίδιο έκανε και για τον «Ευεργετινό» [2], όπως και για το «Περί της συνεχούς θείας Μεταλήψεως», που συνέταξε ο άγιος Μακάριος, αλλά που ο ίδιος εμπλούτισε εξαιρετικά [3]. Μόλις ολοκληρώθηκε το έργο αυτό, επέστρεψε στην Μονή Διονυσίου· η συναναστροφή όμως με τους νηπτικούς Πατέρες, όπως και η έντονη άσκηση της νοεράς προσευχής, γέννησαν μέσα του την ασίγαστη λαχτάρα να αφιερωθεί πληρέστερα σ’ αυτήν. Έχοντας ακούσει για τον άγιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ (1722–1794) [15 Νοεμ.], που οδήγησε χίλιους μοναχούς της Μολδαβίας στην άσκηση της φυλακής του νου και της εν τη καρδία απερισπάστου προσευχής, επιχείρησε να πάει να τον βρει. Όμως, από θεία Πρόνοια, μία καταιγίδα τον εμπόδισε να φθάσει στον σκοπό του. Επιστρέφοντας στο Άγιον Όρος και φλεγόμενος από τον πόθο να αφιερωθεί στην καλλιέργεια της προσευχής μέσα στην ησυχία, δεν επέστρεψε στην Μονή Διονυσίου, αλλά αποσύρθηκε σε ένα Κελλί κοντά στις Καρυές, κατόπιν δε στην Σκήτη της Καψάλας, εξάρτημα της Μονής Παντοκράτορος, σε ένα Κελλί αφιερωμένο στον άγιο Αθανάσιο, όπου αντέγραφε χειρόγραφα για να πορίζεται τα χρειώδη. Έχοντας την δυνατότητα εκεί να δίνεται νύκτα και μέρα απερίσπαστος στην προσευχή και στην μελέτη των αγίων Πατέρων, ανέβηκε γρήγορα τις βαθμίδες της πνευματικής Κλίμακος.


     Λίγο αργότερα, ο άγιος γέροντας Αρσένιος ο Πελοπονήσιος, τον οποίο είχε γνωρίσει στην Νάξο, επέστρεψε στον Άθω και ήλθε να εγκατασταθεί στην Σκήτη. Ο Νικόδημος απαρνήθηκε τότε πρόθυμα την ησυχία του προκειμένου να επωφεληθεί από την υπακοή και έγινε μαθητής του. Δεν είχαν αποτελειώσει την κατασκευή ενός νέου Κελλιού, όταν, κρίνοντας ότι είχε διαταραχθεί η πολύτιμη ησυχία τους, αποφάσισαν να αποσυρθούν στο έρημο και άνυδρο νησί Σκυροπούλα, άντικρυ της Εύβοιας (1782). Όμως μπροστά στις αφόρητες δυσκολίες της επιβίωσης, ο Αρσένιος αναχώρησε για άλλον τόπο αφήνοντας εκεί τον Νικόδημο μόνο. Εκεί ήταν που, κατόπιν αιτήματος του εξαδέλφου του Ιεροθέου, επισκόπου Ευρίπου, ο άγιος συνέταξε το αριστούργημά του, το «Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον» («περί της φυλακής των πέντε αισθήσεων και λογισμών και περί της ενεργείας του νου»). Σε ηλικία μόλις τριάντα δύο ετών, στερούμενος βιβλία και σημειώσεις και μην έχοντας άλλη πηγή εκτός από τον θησαυρό της τεράστιας μνήμης του και την συνομιλία του με τον Θεό, εξέθεσε στο έργο αυτό την πνευματική διδασκαλία των αγίων Πατέρων, με εντυπωσιακό πλήθος σχολίων, συνοδευόμενων από τις ακριβείς παραπομπές τους. Διδάσκει εκεί πώς να λυτρώσει κανείς τον νου από τα δεσμά των αισθητών ηδονών, με σκοπό να τον ικανώσει να ανυψωθεί με την νοερά προσευχή στις πνευματικές «απολαύσεις» της θεωρίας. Κατά την παραμονή του αυτή στο άγριο ερημονήσι, ο άγιος αντιμετώπισε βίαιες επιθέσεις δαιμόνων, που προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τον διώξουν από εκεί. Ενώ μικρός, έχοντας φύση δειλή, δεν τολμούσε να κοιμηθεί με την πόρτα κλειστή, όταν κατόπιν τα πνεύματα του σκότους και της πονηρίας έρχονταν να ψιθυρίζουν στο παράθυρό του, αυτός δεν σήκωνε το κεφάλι από το βιβλίο του, παρά μόνο για να ελεεινολογήσει τις ανίσχυρες μηχανές τους.

     Μετά από έναν χρόνο στην Σκυροπούλα, επέστρεψε στο Άγιον Όρος, έλαβε το Μεγάλο Σχήμα και εγκαταστάθηκε στο Κελλί του αγίου Θεωνά στην Καψάλα. Έστερξε τότε να δεχθεί έναν μαθητή, τον Ιερόθεο, και αφιερώθηκε περισσότερο από πριν στην συγγραφή και στην διδασκαλία των αδελφών που έρχονταν να εγκατασταθούν γύρω του για να επωφεληθούν από την σοφία του.


     Σε μία νέα επίσκεψή του στο Άγιον Όρος, ο άγιος Μακάριος τού εμπιστεύθηκε την φροντίδα και την επιμέλεια να εκδώσει την μετάφραση των «Απάντων» του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου [12 Οκτ. και 12 Μαρτ.] [4]. Στην εισαγωγή του έργου αυτού, που περιέχει τόσο βαθιές διδαχές για την θεωρία, ο άγιος Νικόδημος διευκρινίζει ότι παρόμοια βιβλία δεν είναι γραμμένα μόνο για μοναχούς, αλλά και για λαϊκούς, διότι όλοι οι χριστιανοί ανεξαιρέτως κλήθηκαν να ζήσουν την καθολική τελειότητα του Ευαγγελίου. Συνέταξε κατόπιν ένα «Εξομολογητάριο» [5] και συγκέντρωσε σε μία και μόνο συλλογή, κατά τους οκτώ ήχους και για κάθε ημέρα της εβδομάδος, τους κατανυκτικότατους Κανόνες της Κυρίας Θεοτόκου («Θεοτοκάριον») που ψάλλονται στο τέλος του Εσπερινού ή στο Απόδειπνο στα μοναστήρια. Εκτός από άλλες λειτουργικές συνθέσεις [6], δημοσίευσε τότε και δύο έργα, προσαρμογές φημισμένων δυτικών πνευματικών βιβλίων: τον «Αόρατο Πόλεμο» του Lorenzo Scupoli (1589) [7] και τα «Πνευματικά Γυμνάσματα» [8], που γνώρισαν μέχρι τις ημέρες μας μεγάλη επιτυχία. Μακράν του να είναι απλές μεταφράσεις, τα έργα αυτά αναθεωρήθηκαν και προσαρμόστηκαν βαθιά από τον ησυχαστή άγιο, ο οποίος εκθέτει σε αυτά με απόλυτη ορθότητα την Ορθόδοξη διδασκαλία περί μετανοίας, περί ασκήσεως και νοεράς προσευχής. Εν τω μεταξύ, το βιβλίο για την συχνή Μετάληψη είχε προκαλέσει βίαιες αντιδράσεις μεταξύ των μοναχών, οι οποίοι υπερασπίζονταν την αχαρίτωτη συνήθεια της Μετάληψης τρεις ή τέσσερεις φορές μόνο τον χρόνο, που αντίκειται στους ιερούς Κανόνες και στις Αποστολικές Παραδόσεις. Το έργο κατηγορήθηκε σφόδρα για καινοτόμο αίρεση και καταδικάστηκε απερίσκεπτα από τον πατριάρχη Προκόπιο (1734–1803). Με την ανάρρηση όμως στον θρόνο του Νεοφύτου Ζ΄ (1789), η απαγόρευση ήρθη και οι Κολλυβάδες αναγνωρίσθηκαν ως οι ορθοί υπέρμαχοι της Εκκλησιαστικής Παραδόσεως. Χονδροειδείς και γελοίες ωστόσο συκοφαντίες κατά του αγίου Νικοδήμου δεν έπαυσαν να κυκλοφορούν σε ορισμένους μοναχικούς κύκλους, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να τον λοιδορούν λέγοντας ότι έκρυβε μέσα στον καλογερικό σκούφο του την θεία Κοινωνία (!!!), προκειμένου να μπορεί να μεταλαμβάνει περπατώντας. Ο άγιος ωστόσο προτιμούσε να σιωπά, μην περιμένοντας παρά μόνο από τον Θεό την δικαίωσή του, και έχυνε δάκρυα για την μεταστροφή εκείνων που βρίσκονταν σε πλάνη όσον αφορά τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων κατά την Κυριακή.


     Ο ιερομόναχος Αγάπιος ο Πελοποννήσιος είχε έλθει στο Άγιον Όρος για να προτείνει στον άγιο Νικόδημο να αναλάβει την μετάφραση μιας συλλογής ιερών Κανόνων που είχε ετοιμάσει ο ίδιος, εμπλουτίζοντάς την με σχόλια. Ο άγιος, για τον οποίο η ζωή και η τάξη της Εκκλησίας ήσαν πολυτιμότερες κι από την ίδια του την ζωή, εργάστηκε με ζήλο, συγκεντρώνοντας τέσσερις καλλιγράφους για την έγκαιρη ολοκλήρωση της απαραίτητης αυτής συλλογής, την οποία ονόμασε «Πηδάλιον». Εργάστηκε επισταμένα, επίμονα και σκληρά διορθώνοντας διάσπαρτες νοθείες και αντιφάσεις, παραθέτοντας παράλληλα τους Κανόνες των Συνόδων και των Πατέρων, τις διατάξεις της Βυζαντινής νομοθεσίας και κυρίως εμπλουτίζοντας το συγκεκριμένο έργο με εντυπωσιακό αριθμό σημειώσεων που παρέχουν ασφαλή κριτήρια για την μετά προσευχής και διακρίσεως εφαρμογή των ιερών Κανόνων στην ζωή της Εκκλησίας [9]. Όταν το έργο ολοκληρώθηκε, εστάλη στο Πατριαρχείο, η χορήγηση της πατριαρχικής ευλογίας καθυστέρησε, και κατόπιν εστάλη στον ιερομόναχο Θεοδώρητο, που βρισκόταν στην Ρουμανία, για να εκδοθεί με την συνδρομή όλων των Αγιορειτών Πατέρων. Ο Θεοδώρητος όμως, σθεναρός αντίπαλος των Κολλυβάδων και της συχνής θείας Μετάληψης, εισήγαγε αυθαίρετα διορθώσεις δικής του έμπνευσης στο «Πηδάλιον», προδίδοντας έτσι την απλανή και φωτισμένη σκέψη του ιερού συγγραφέα και την σεπτή Παράδοση της Εκκλησίας. Όταν το βιβλίο, που κυκλοφόρησε στην Λειψία το 1800, έφθασε στα χέρια του αγίου, εκείνος εθλίβη βαθιά και αναφώνησε: «Καλύτερα να με είχαν χτυπήσει στην καρδιά με μαχαίρι, παρά να προστεθεί ή να αφαιρεθεί ο,τιδήποτε στο βιβλίο αυτό!».


     Την ίδια περίπου εποχή, έφθασε η είδηση ότι το χειρόγραφο των «Απάντων» του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά [14 Νοεμ.], τα οποία κατόπιν αιτήματος του αγίου Αθανασίου του Παρίου [24 Ιουν.] και του μητροπολίτου Ηλιουπόλεως Λέοντος είχαν συγκεντρωθεί με μεγάλο κόπο και σχολιασθεί από τον άγιο, είχε κατασχεθεί στον εκδότη τους στην Βιέννη και είχε καταστραφεί από τους Αυστριακούς που αναζητούσαν την επαναστατική προκήρυξη του Ρήγα Φεραίου (1757–1798) που καλούσε τους Έλληνες να ξεσηκωθούν κατά των Τούρκων. Το νέο αυτό προσέθεσε νέες θλίψεις στον Νικόδημο που έχυσε ποταμούς δακρύων όχι τόσο για τον χρόνο που αναλώθηκε στο αναντικατάστατο αυτό έργο, αλλά κυρίως για την απώλεια ενός τέτοιου πνευματικού θησαυρού.


     Αφού έμεινε για λίγο χρόνο μαζί με τον Σίλβεστρο Καισαρείας στο Κελλί του Αγίου Βασιλείου, όπου είχε ήδη εγκαταβιώσει ο άγιος Θεόφιλος ο Μυροβλύτης [8 Ιουλ.], ο άγιος Νικόδημος ξανάρχισε τον ερημητικό βίο του και συνέχισε το αποστολικό του έργο. Ντυμένος με κουρέλια και φορώντας χοντροφτιαγμένα τσαρούχια, θεωρούσε τον εαυτό του ως τον έσχατο των εσχάτων. Δεν μαγείρευε ποτέ και τρεφόταν με βραστό ρύζι ή μέλι διαλυμένο στο νερό με λίγες ελιές ή μουσκεμένα φασολάκια. Όταν τον βασάνιζε η πείνα, πήγαινε στους γείτονες να μοιραστεί το ασκητικό γεύμα τους· συχνότερα όμως, παρασυρμένος από την ιερή συζήτηση, λησμονούσε να φάει. Με δύο πράγματα ήταν γνωστό ότι ασχολούνταν: με την προσευχή και την μελέτη. Κάθε ώρα της ημέρας ή της νύχτας, τον έβρισκες σκυμμένο είτε πάνω σε ένα βιβλίο ή μελανοδοχείο, είτε με το πηγούνι στραμμένο προς το στέρνο του, για να κατέρχεται ο νους στο βάθος της καρδιάς του και εκεί να επιμελείται με ζέση το Όνομα του Χριστού. Είχε γίνει όλος προσευχή και με την στενή αυτή και μακάρια ένωση με τον Χριστό η θεία Χάρις είχε καταθέσει μυστικά στην καρδιά του όλον τον θησαυρό της Εκκλησίας. Όταν έγραφε, ήταν τόσο απορροφημένος στο αντικείμενό του, ώστε μία ημέρα ένας μοναχός που τον επισκεπτόταν, βρίσκοντάς τον να εργάζεται, του έβαλε στο στόμα ένα κομμάτι φρέσκο ψωμί. Όταν ξαναπέρασε το βράδυ, βρήκε τον άγιο στην ίδια θέση με το ψωμί αφάγωτο στο στόμα, σαν να μην είχε πάρει είδηση τίποτε.


     Συνέταξε εκτεταμένη ερμηνεία των «Επιστολών» του Αποστόλου Παύλου, ακολουθώντας τον άγιο Θεοφύλακτο Βουλγαρίας (1055–1107) [31 Δεκ.], την οποία συμπλήρωσε με εκείνην των «Καθολικών Επιστολών», ενώ συνέθεσε επίσης ερμηνεία των εννέα βιβλικών ωδών με τίτλο «Ο κήπος της Χάριτος». Μετέφρασε επίσης τα υπομνήματα στους Ψαλμούς του Ευθυμίου Ζιγαβηνού (1050–1120). Όπως και σε όλα τα άλλα έργα του, ο Νικόδημος υπερέβη κατά πολύ το έργο ενός απλού μεταφραστή. Παίρνοντας ως βάση τον μίτο ενός παραδοσιακού σχολιασμού, τον συμπλήρωνε με άφθονες σημειώσεις, γεμάτες μαρτυρίες από άλλους Πατέρες της Εκκλησίας που απαντούν σε πλήθος ζητημάτων. Πηγή αδαπάνητος, εξέδωσε επίσης μία εκλογή βίων αγίων («Νέον Εκλόγιον») καθώς και το «Νέον Μαρτυρολόγιον», δηλαδή συλλογή βίων Νεομαρτύρων, προορισμένη να στηρίξει την πίστη και το φρόνημα των χριστιανών που υπέφεραν τα πάνδεινα υπό τον οθωμανικό ζυγό, χάρις στην οποία πλήθος εξωμότες μπόρεσαν να μετανοήσουν και να ενωθούν με την ένδοξη φάλαγγα των Μαρτύρων. Έχοντας πάντα την έγνοια της μόρφωσης του λαού του Θεού συνέγραψε επίσης την «Χριστοήθεια», μια θαυμαστή επιτομή των ηθικών διδαχών του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου [13 Νοεμ.].


     Καθημερινά, όλοι εκείνοι που είχαν τραυματισθεί από την αμαρτία ή την εξωμοσία, αγνοώντας τους επισκόπους και τους πνευματικούς, προσέτρεχαν στον μειλίχιο ασκητή της Καψάλας για να βρουν ίαση και παραμυθία ψυχής. Όχι μόνον μοναχοί, αλλά και λαϊκοί που έρχονταν από μακριά, σε βαθμό που ο άγιος παραπονιόταν ότι δεν μπορούσε να αφιερωθεί όπως το επιθυμούσε στην προσευχή και ευχόταν να πήγαινε ξανά σε κάποιον έρημο και άγνωστο τόπο. Η αρρώστια όμως τον εμπόδισε να εκπληρώσει το σχέδιο αυτό. Πενήντα επτά μόλις ετών, αλλά εξαντλημένος από την άσκηση και έχοντας τέτοιο συγγραφικό έργο που έφθανε να γεμίσει μία βιβλιοθήκη, περιήλθε σε τέτοια εξάντληση, ώστε η επιπλέον τροφή δεν ήταν πια σε θέση να τον θεραπεύσει. Άφησε τότε το Κελλί του στην Καψάλα και εγκαταβίωσε για κάποιο διάστημα στο Κελλί των φίλων του των Σκουρταίων στις Καρυές [10], κατόπιν δε σε έναν γείτονά τους μοναχό αγιογράφο. Τότε ήταν που, εργαζόμενος επί δύο χρόνια, συνέταξε τον «Συναξαριστή» [11]. Επέστρεψε κατόπιν στο Κελλί του στην Καψάλα, όπου συνέθεσε τον εξαιρετικά πλούσιο υπομνηματισμό των Κανόνων των εορτών, το «Εορτοδρόμιο», καθώς και εκείνον των Αναβαθμών («Νέα Κλίμαξ»), που ψάλλονται την Κυριακή στον Όρθρο [12]. Ολοκλήρωσε το τελευταίο αυτό έργο, στο οποίο αναδεικνύονται όλη η θεολογική του γνώση και η πνευματική του ικμάδα, την στιγμή μάλιστα που ταλαιπωρούνταν από αναιμία και είχε χάσει τα δόντια του και σχεδόν την ακοή του (1808). Νέες συκοφαντίες κατέληξαν στην άδικη καταδίκη του αγίου Αθανασίου του Παρίου και άλλων τριών Κολλυβάδων από τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ (1746–1821) [10 Απρ.]. Ο άγιος Νικόδημος, μην μπορώντας να αναλάβει την υπεράσπισή τους, αρκέστηκε να συντάξει μία μεγαλειώδη «Ομολογία Πίστεως». Η κατάσταση της υγείας του δεν άργησε να επιδεινωθεί. Αφού έκανε τις τελευταίες διορθώσεις στην «Νέα Κλίμακα», δήλωσε: «Πάρε με, Κύριε! Κουράστηκα από τον κόσμο τούτο!». Από ημέρα σε ημέρα η ημιπληγία απλωνόταν σε όλα τα μέλη του. Επαναλάμβανε μεγαλοφώνως την Ευχή, ζητώντας συγγνώμη από τους αδελφούς που δεν μπορούσε να την φυλάξει μυστική. Αφού εξομολογήθηκε και μετέλαβε της θείας Κοινωνίας, πήρε στα χέρια του τα τίμια λείψανα του αγίου Μακαρίου Κορίνθου και του Παρθενίου Σκουρταίου και, φιλώντας τα με δάκρυα, είπε: «Εσείς, Πατέρες μου, έχετε εκδημήσει στον ουρανό για τις αρετές που κατορθώσατε στην γη, και ήδη κατατρυφάτε την δόξαν του Κυρίου μας και εγώ πάσχω εξαιτίας των αμαρτιών μου. Διό παρακαλώ σας, Πατέρες μου, ικετεύσατε τον Κύριό μας να ελεήσει και μένα και να με κάνει άξιο του τόπου όπου βρίσκεσθε». Την νύκτα φώναξε: «Πεθαίνω, πεθαίνω! Φέρτε μου την θεία Κοινωνία!». Αφού μετέλαβε, βρήκε μία εξαίσια γαλήνη και, σταυρώνοντας στο στήθος τα χέρια, αποκρίθηκε στους μοναχούς που τον ρωτούσαν αν είχε αναπαυθεί: «Έβαλα τον Χριστό μέσα μου, πώς να μην ησυχάσω;». Την αυγή, 14 Ιουλίου του 1809, παρέδωσε την ψυχή του εις χείρας Κυρίου. Ένας από τους παρευρισκόμενος αναφώνησε: «Σήμερα καλύτερα θα ήταν να πεθάνουν χίλιοι χριστιανοί παρά ο Νικόδημος!». Αν όμως το άστρο κρύφθηκε, οι ακτίνες του δεν έπαυσαν να φωτίζουν την Εκκλησία και τα βιβλία του παραμένουν ανεξάντλητη πηγή ψυχότροφων διδαχών, ουράνιας παραμυθίας και μεγάλης ενθάρρυνσης προς την μυστική τελειότητα της υπέροχης και άφθαρτης εν Χριστώ ζωής.


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

  [1] Η διαμάχη των λεγομένων «Κολλυβάδων» ξεκίνησε στην Σκήτη της Αγίας Άννης το 1754, με αφορμή το μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους (εξ ου και η ειρωνική αναφορά στα κόλλυβα), το οποίο ορισμένοι μοναχοί, χάριν ευκολίας, τελούσαν την Κυριακή, ημέρα χριστοαναστάσιμης χαράς και εβδομαδιαίο Πάσχα που αποκλείει δογματικά το πένθος. Άλλοι μοναχοί αντιτέθηκαν, εν ονόματι της εκκλησιαστικής παράδοσης. Το ζήτημα διευρύνθηκε και έφθασε μέχρι την Κωνσταντινούπολη, όπου πήρε διαστάσεις αντιπαράθεσης μεταξύ της ορθοδόξου παραδόσεως και του πνεύματος του Διαφωτισμού. Μετά από πολλές παλινωδίες, αποφασίστηκε οι Κολλυβάδες Πατέρες να εκδιωχθούν από το Άγιον Όρος. Οι επικεφαλής του παραδοσιακού αυτού κινήματος ήσαν οι εξής: Αθανάσιος Πάριος, Ιάκωβος Πελοποννήσιος, Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, Χριστοφόρος Προδρομίτης· όλοι αυτοί ασφαλώς δεν ήσαν σκοταδιστές και ταραξίες, αλλά αντιθέτως μαζί με τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη (1774) υπήρξαν αγαθοί υποκινητές ενός εκ βαθέων κινήματος πνευματικής αφύπνισης του ελληνικού λαού, που επικεντρωνόταν στην συχνή μετάληψη, στον ησυχασμό και στην μελέτη των πατερικών κειμένων. Η εξορία των Κολλυβάδων πατέρων ωστόσο αποδείχτηκε ευεργετική για την Εκκλησία, διότι ίδρυσαν ανά την νησιωτική, κυρίως, Ελλάδα μονές που αναδείχθηκαν σε εστίες πνευματικής αναγέννησης, τα αποτελέσματα της οποίας είναι αισθητά μέχρι σήμερα.
  [2] Ογκώδης (τετράτομη ως συνήθως) ανθολογία ασκητικών κειμένων, αποφθεγμάτων και αποσπασμάτων βίων αγίων, θεματικά ταξινομημένη και συνταχθείσα από τον Παύλο, κτίτορα της Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου «Ευεργέτιδος» στην Κωνσταντινούπολη τον 12ο αιώνα.
  [3] Μία πρώτη εκδοχή είχε συντάξει ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, περί το 1772, ανωνύμως. Το έργο αναθεωρήθηκε από τον άγιο Μακάριο τον Νοταρά (1777), κατόπιν εμπλουτίσθηκε με πλήθος πατερικών παραπομπών από τον άγιο Νικόδημο και με την νέα αυτή μορφή εκδόθηκε, δίχως όνομα συγγραφέα, το 1783.
  [4] Η μετάφραση αυτή φέρει το όνομα του Διονυσίου Ζαγοραίου, αγνώστου άλλοθεν. Είναι πιθανόν λοιπόν, αν ο Νικόδημος δεν την έκανε με το ψευδώνυμο αυτό, να την αναμόρφωσε τουλάχιστον εις βάθος. Συνέθεσε εξάλλου μία θαυμάσια Ακολουθία προς τιμήν του οσίου Συμεών, τον εορτασμό του οποίου καθιέρωσε ο ίδιος την 12η Οκτωβρίου.
  [5] Παραμένει έως σήμερα το προσφιλέστερο εγχειρίδιο στην Ελληνική Εκκλησία.
  [6] Συγκεκριμένα, τις Ακολουθίες των Αγιορειτών Πατέρων και των Αγίων Νεομαρτύρων, των οποίων τους αντίστοιχους εορτασμούς καθιέρωσε κατά την δεύτερη και τρίτη Κυριακή της Πεντηκοστής.
  [7] Ο άγιος Νικόδημος χρησιμοποίησε μία χειρόγραφη μετάφραση από τα ιταλικά, του Εμμανουήλ Ρωμανίτη, κρητικής καταγωγής και γραμματέα της Μονής Πάτμου στις αρχές του 18ου αιώνα, την οποία του δάνεισε πιθανόν ο άγιος Μακάριος Κορίνθου, ο οποίος είχε διαμείνει και είχε διατηρήσει επαφές με την Μονή του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.
  [8] Θεωρούμενο συχνά ως προσαρμογή της περίφημης πραγματείας του Ignacio de Loyola (1491–1556), το έργο αυτό είναι εμπνευσμένο από τα «Πνευματικά Γυμνάσματα», καθώς και από άλλα έργα του Ιταλού πνευματικού συγγραφέως J. P. Pinamonti (1632–1703), το οποίο επίσης είχε μεταφράσει στα ελληνικά ο προαναφερθείς Εμμανουήλ Ρωμανίτης, μετάφραση που πιθανώς να χρησιμοποίησε ο άγιος Νικόδημος. Οι μεταφράσεις αυτές βρέθηκαν πρόσφατα μεταξύ των χειρογράφων της Μονής της Πάτμου.
  [9] Το «Πηδάλιον» παραμένει το πλέον πολύχρηστο κανονικό ορθόδοξο βιβλίο και οι σημειώσεις του θεωρείται ότι διαθέτουν ίδια αυθεντία με εκείνη των Κανόνων.
  [10] Εκεί φυλάσσονται τα τίμια λείψανά του, στον ναό που κτίσθηκε προσφάτως προς τιμήν του.
  [11] Η μετάφραση αυτή του «Συναξαρίου Κωνσταντινουπόλεως», ευρέως αναθεωρημένου επί τη βάσει χειρογράφων, διατηρεί ακόμη την αυθεντία της στην Ελληνική Εκκλησία.
  [12] Η απαρίθμηση αυτή των έργων του αγίου Νικοδήμου, του σοφώτατου Διδασκάλου της Εκκλησίας και του Ελληνικού Γένους, ασφαλώς δεν είναι εξαντλητική.


— ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ —
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
   Σοφίας χάριτι, Πάτερ κοσμούμενος, σάλπιγξ θεόφθογγος, ὤφθης τοῦ Πνεύματος, καὶ ἀρετῶν ὑφηγητής, Νικόδημε θεηγόρε· πᾶσι γὰρ παρέθηκας, σωτηρίας διδάγματα, βίου καθαρότητος, διεκφαίνων τὴν ἔλλαμψιν, τῷ πλούτῳ τῶν ἐνθέων σου λόγων, δι’ ὧν ὡς φῶς τῷ κόσμῳ ἔλαμψας.

— ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ —
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
   ς ἐναρέτου πολιτείας μύστην ἄριστον, καὶ εὐσεβείας θεοφόρητον διδάσκαλον, ἡ Ὀρθόδοξος γεραίρει σε Ἐκκλησία· οὐρανόθεν γὰρ τὸ χάρισμα δεξάμενος, καταυγάζεις τοῖς ἐνθέοις σου συγγράμμασι, τοὺς βοῶντάς σοι· Χαίροις Πάτερ Νικόδημε.

— ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ —
   Χαίροις Ἐκκλησίας νέος φωστήρ, καὶ Ἁγίου Ὄρους, ἐγκαλλώπισμα ἱερόν· χαίροις Μοναζόντων, ὁ φωτοφόρος λύχνος, Νικόδημε παμμάκαρ, Νάξου τὸ καύχημα.



[ (1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος),
σελ. 154–162.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20082.
(2) Οι σημειώσεις 1 και 2
από τον 8ο Τόμο (Απρίλιος),
σελ. 159–160·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20071.
(3) Μοναχού
Θεοκλήτου Διονυσιάτου
(1916–7/1/2006):
«Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης
(Ο βίος και τα έργα του· 1749–1809)»,
κεφ. XVI, §2–§3,
σελ. 352–357.
Εκδοτικός οίκος «Αστήρ»·
Αθήνα, 19903.
(4) Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου