Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Η ΜΟΡΦΗ, Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ


Η ΜΟΡΦΗ, 
Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ


     Η εξωτερική εμφάνιση του Γέροντα ήταν ενός συνηθισμένου μοναχού. Το ανάστημά του μέτριο, περίπου 1, 60 μ. ύψος. Ήταν πολύ λεπτός, σκελετωμένος από την πολυετή άσκηση, με ωραία, αρμονικά και λεπτά τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Η όλη εμφάνισή του απέπνεε καλωσύνη και συμπάθεια.
     Το βλέμμα του ζωηρό, εκφραστικό (εκφραζόταν και μιλούσε με τα μάτια του), διεισδυτικό και σπινθηροβόλο. Ειρήνη, σιγουριά και αρχοντιά συνόδευαν τις κινήσεις του. Τα γένια του μέτρια, πυκνά και σχεδόν κατάλευκα πριν από την κοίμησή του. Τα μαλλιά του μιξοπόλια (ασπρόμαυρα) και πολύ πυκνά, έφθαναν ως τους ώμους του. Συνήθως φορούσε πλεκτό μάλλινο σκούφο, χοντρό για το κρύο. Σε εξόδους φορούσε τον συνηθισμένο αγιορείτικο.
     Οι παλάμες των χεριών του μεγαλύτερες του κανονικού, στιβαρές, έδειχναν άνθρωπο που είχε ασχοληθεί με χειρονακτικές εργασίες. Τα πέλματα των ποδιών του μεγάλα, δυσανάλογα προς το ανάστημά του. Τα δόντια του έλειπαν σχεδόν όλα, εκτός από δύο στην άνω σιαγόνα και λίγα μπροστινά στην κάτω. Δεν θέλησε να βάλει δόντια, αν και του πρότειναν πνευματικά του τέκνα. Συγκατατέθηκε όμως και έβαλε δύο «γκυλιέδες», όπως ονόμαζε τις θήκες. Όταν γελούσε, φαίνονταν χαρακτηριστικά. Παρά την έλλειψη των δοντιών, μιλούσε καθαρά και δεν φαινόταν αυτό σαν σωματικό μειονέκτημα. Η έκδηλη θεία Χάρη σκέπαζε αυτή την έλλειψη και τον έκανε να φαίνεται «ὡραῖος κάλλει». Το πρόσωπό του ήταν φωτεινό και χαριτωμένο. Ολόκληρος ήταν ένα «λαμπρὸν τῆς χάριτος γνώρισμα».
     Οι αισθήσεις του παρέμειναν οξύτατες ως την κοίμησή του και λειτουργούσαν πολύ καλά. Με την όσφρησή του από ένα χιλιόμετρο μακριά αισθανόταν κάποιον που κάπνιζε. Η ακοή του πολύ ευαίσθητη. Η όρασή του καταπληκτική. Έβλεπε λεπτομέρειες από πολύ μακριά. Με γυαλιά πρεσβυωπίας έκανε ξυλόγλυπτα με λεπτομέρειες ως τα τέλη της ζωής του.
     Φαινόταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος, αλλά έκρυβε «τὸν κρυπτὸν τῆς καρδίας ἄνθρωπον, τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα», τη θεία Χάρη που ήταν αδύνατον να κρυφθεί. Στα τελευταία του έμοιαζε με ώριμο μελισταγή καρπό που τον πρόδιδε η όψη του και το άρωμά του.


     Αν και γέρων λευκόθριξ, ασθενής και χωρίς δόντια, ήταν όμως λέων. Είχε κάτι το δυνατό, το αποφασιστικό, το θεϊκό. Μέσα σε αυτό το ασθενικό και μικροκαμωμένο σώμα κρυβόταν μια ψυχή ανδρεία, με πολλή δύναμη και θυμό. Τον θυμό οι άγιοι Πατέρες τον ονομάζουν νεύρο της ψυχής. Αυτή την δύναμη (θυμό) την έστρεψε προς το καλό και την αξιοποίησε για να επιτύχει τις αρετές. Δεν δίσταζε να ελέγξει κάποιον, όταν έκανε κακό που υπερέβαινε τα όρια, και να θυμώσει απαθώς –«οργίζεσθε καὶ μὴ ἁμαρτάνετε»– χωρίς να χάσει την ειρήνη του, πάντοτε όμως υπερασπιζόμενος κάτι ανώτερο και όχι τον εαυτό του. Μιλούσε τότε, όχι κυριευμένος από το πάθος της οργής, αλλά με πόνο ψυχής.
     Ήταν από φύσεως ανοικτός και ευχάριστος, φιλόξενος και ελεήμων, γνήσιος Ανατολίτης. Αγαπούσε να διηγείται χαριτωμένες ιστορίες με πνευματικό περιεχόμενο και να γελά από την καρδιά του: «Δυστυχώς σήμερα», έλεγε, «χάθηκε από τους πολλούς το φυσικό γέλιο». Μπορούσε να ξεσπάσει σε κλάματα από συμπάθεια, να ασπασθεί ως αδελφό του κάποιον πονεμένο που πρώτη φορά έβλεπε, και να κάνει κάθε θυσία για να τον αναπαύσει και να τον βοηθήσει. Και όλα αυτά τα έκανε από την καρδιά του, φυσικά και αυθόρμητα.
     Θυσιαζόταν για τα πιστεύω του και για την αγάπη προς τον πλησίον. Απεχθανόταν την διπροσωπία, την χαμέρπεια και την ασυνειδησία. Τιμούσε και σεβόταν τους εναρέτους, τους ευλαβείς, όσους είχαν ιδανικά και εργάζονταν για το καλό της Εκκλησίας και του Έθνους, τους φιλότιμους που είχαν πνεύμα θυσίας. Έλεγε: «Έχω μέσα στην καρδιά μου αυτούς που έχουν καλωσύνη, ευλάβεια και απλότητα».
     Στον πιο άσημο άνθρωπο, αν μάλιστα ήταν πονεμένη και ευαίσθητη ψυχή, ταπεινωνόταν απεριόριστα, γινόταν χώμα. Αλλά γινόταν βουνό πανύψηλο, βράχος ασάλευτος στις απειλές, στους εκφοβισμούς, στις κολακείες, στις δωροδοκίες των δυνατών. Ήταν απτόητος μπροστά στις απειλές, τον κίνδυνο και τον θάνατο. Ήταν άτρωτος από συκοφαντίες, ακόμη και στα κτυπήματα «τῶν πολεμούντων αὐτὸν ἀπὸ ὕψους (Ψαλμ. 55, 3), δηλαδή των ισχυρών της γης.


       Ήταν άνθρωπος με πλούσιο εσωτερικό περιεχόμενο. Είχε καρδιά με αισθήματα εξαγνισμένα (άσχετα με κάθε συναισθηματισμό). Ήταν άνθρωπος τέλειος, άνθρωπος του Θεού. Μια θεότευκτη εικόνα με πολύτιμες ψηφίδες, τις αρετές. Ένα «καθαρό και ακηλίδωτο έσοπτρο», που αντανακλούσε θεϊκές ιδιότητες. Ο Γέροντας ήταν φύση αγαθή, με καλές καταβολές, προικισμένος με σπάνια χαρίσματα. Αλλά αγωνίσθηκε πολύ, αύξησε και διπλασίασε τα τάλαντά του. Ο Θεός τού έδωσε πολλά και ο Γέροντας τα απέδωσε πολλαπλά.
     Ήταν φαινόμενο ευφυΐας, ευστροφίας, ετοιμότητας. Σπάνια και ασυνήθης περίπτωση. Είχε καταπληκτική μνήμη. Θυμόταν κάποιον που έβλεπε μια φορά για δεκαετίες. Κάποτε στην «Παναγούδα» τον επισκέφθηκε ένας ηλικιωμένος. Ο Γέροντας τον ρώτησε: «Ο Κοκκινέλης είσαι;». Πράγματι, ήταν ο Κοκκινέλης, με τον οποίο είχαν συνυπηρετήσει για λίγο στρατιώτες πριν από μισόν αιώνα.
     Ήταν μέσα σε όλα, χωρίς να ασχολείται με όλα. Γνώριζε τα του κόσμου, διαμένοντας στην έρημο. Ήταν πνευματικά μαζί με όλους, αγαπούσε όλο τον κόσμο και απείχε από όλους.
     Γνώριζε πολλά χωρίς να έχει σπουδάσει. Συναναστρεφόταν άνετα και συζητούσε με επιστήμονες και άλλες προσωπικότητες, χωρίς να μειονεκτεί. Αντιθέτως οι κατά κόσμον σοφοί τον συμβουλεύονταν.
     Σε ερώτηση, αν μετανόησε που δεν σπούδασε, απάντησε αρνητικά. Μόνο για την γνώση της αρχαίας Ελληνικής έλεγε: «Αν είχα βγάλει κανά δυο τάξεις στο Γυμνάσιο, θα καταλάβαινα καλύτερα την Αγία Γραφή και τους αγίους Πατέρες». Ήταν όμως ακριβής στα λόγια του. Οι απαντήσεις του δεν άφηναν κενά. Καταλάβαινες αυτό που ήθελε να πει και χωρίς λόγια. Με λίγα έλεγε πολλά. Με μια παραστατική χειρονομία έδινε να εννοήσει κανείς ένα πρόσωπο, μια ολόκληρη υπόθεση.


     Ήταν από την φύση του καλλιτέχνης και ποιητής. Είχε την ικανότητα να γράφει ποιήματα, τροπάρια και να ζωγραφίζει.
     Αγαπούσε την νοικοκυρεμένη δουλειά. Ό,τι έπιανε στα χέρια του, το έκανε με μεράκι, τέλεια· περισσότερο ό,τι είχε σχέση με τον Θεό και την Εκκλησία. Δεν το έκανε χρυσό σαν τον μυθικό Μίδα, αλλά με ό,τι καταπιανόταν του έδινε πνευματική χροιά και διάσταση. Είχε επιμονή και μέθοδο στην επίτευξη των στόχων του.
     Στις σχέσεις του με τους άλλους ήταν απλός, αυθόρμητος, ζεστός και είχε έναν δικό του τρόπο, μια πνευματική τέχνη για να σε πλησιάσει, να επικοινωνήσει μαζί σου και να σε αναπαύσει. Σε παρακολουθούσε σιωπηλά, με προσοχή τεταμένη, σε άφηνε να μιλήσεις και ερχόταν στην θέση σου. Φερόταν στους άλλους με ευαισθησία και λεπτότητα, και μόνο στον εαυτό του ήταν αυστηρός. Αυτές οι αντιθέσεις στον χαρακτήρα του συνέθεταν μια θαυμαστή αρμονία: Επιείκεια προς τους άλλους και αυστηρότητα στον εαυτό του, ησυχία και κοινωνικότητα, απλότητα πίστεως και δεινότητα διανοητική, τήρηση με ευλάβεια των τυπικών και πνεύμα ελευθερίας.


     Όποιον δρόμο και αν ακολουθούσε ο Γέροντας στην ζωή του, θα διακρινόταν, γιατί ήταν «δοχεῖον χωρητικόν», μηχανή δυνατή, φακός μεγάλης εντάσεως.
     Προτίμησε όμως να γίνει «κονσερβοκούτι» που αντανακλά τις ακτίνες του Ηλίου της Δικαιοσύνης, και δείχνει τον Ήλιο, αντί να λάμψει πρόσκαιρα σ’ αυτόν τον ψεύτικο κόσμο με την δική του αυτοπροβολή. Έδωσε τα πάντα στον Θεό και υπέμεινε χάριν Αυτού πειρασμούς και θλίψεις. Βοήθησε αναρίθμητα πλήθη ανθρώπων. Μονομάχησε με τον διάβολο και βγήκε νικητής. Τώρα ακούει την ευλογημένη φωνή: «Τῷ νικῶντι δώσω αὐτῷ φαγεῖν ἐκ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς, ὃ ἐστιν ἐν τῷ παραδείσῳ τοῦ Θεοῦ μου» (Αποκ. 2, 7).

Το μήνυμά του


     «Πρώτα πιστεύουμε στον Θεό και ύστερα αγαπάμε τον Θεό και την εικόνα Του, τον άνθρωπο. Η πίστη αυξάνει με την προσευχή: “Πρόσθες ἡμῖν πίστιν”».
     «Όπως έχω καταλάβει, όλο το κακό προέρχεται από την απιστία. Όταν ο άνθρωπος δεν πιστεύει στον Θεό, θέλει να γλεντήσει την ζωή του. Γι’ αυτό και επιδίδεται σε κάθε είδους αμαρτία».
     «Ο άνθρωπος πρέπει να συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής, ότι αυτή η ζωή είναι να ετοιμαστούμε για την άλλη. Από ’κει και πέρα, όπως ένας που ταξιδεύει να πάει κάπου χρειάζεται έναν οδηγό, έτσι και για το ουράνιο ταξίδι, πρέπει να βρει έναν οδηγό (Πνευματικό). Μετά, να τον βάλει σε ένα πρόγραμμα, λίγη μελέτη, λίγη προσευχή, να αποφεύγει τις αφορμές της αμαρτίας και το κοσμικό φρόνημα που είναι το χειρότερο απ’ όλα. Οπότε έτσι η καρδιά του θα είναι στον Χριστό».
     «Πρέπει να αγωνιστούμε με φιλότιμο να σωθούμε, για να μη λυπήσουμε τον Χριστό. Θα μας πει ο Χριστός: “Παιδί μου, Εγώ έκανα τόσα για να σε σώσω. Έχυσα το αίμα Μου και υπέμεινα τόσα πάθη· εσύ τι έκανες για να σωθείς;”».
     «Ο κάθε άνθρωπος πρέπει να βρει και να αγιάσει την κλίση του. Ο προκομμένος άνθρωπος, όπου και να βρεθεί, είτε στον γάμο είτε στον μοναχισμό, θα είναι επιτυχημένος».

  
     «Να προτιμούμε τις θλίψεις και να τις δεχόμαστε καλύτερα από τις χαρές. Το πικρό φάρμακο πολλές φορές είναι καλύτερο από το γλυκό, διότι θεραπεύει. Η πραγματική χαρά γεννιέται από τον πόνο».
     «Εκείνο που εμποδίζει τον άνθρωπο στην προκοπή του στα πνευματικά είναι ότι δεν δουλεύει το μυαλό του σε ό,τι τον ωφελεί πνευματικά, αλλά σε άλλα πράγματα».
     «Πρέπει να μπει μέσα μας ο πόνος για την σύγχρονη κατάσταση, για να μπορέσουμε να κάνουμε καρδιακή προσευχή».
     «Σήμερα ήρθε εποχή να διαχωριστούν τα πρόβατα από τα κατσίκια, οι πιστοί από τους απίστους. Αργότερα θα ’ρθει καιρός που θα δώσουμε εξετάσεις, θα υποστούμε και διωγμούς για την πίστη μας και τότε θα φανεί το μπακίρι από το χρυσό».
     «Όταν κάποιος στενοχωρείται γιατί υποφέρει για τους άλλους, πονά τους άλλους, κάνει τα δικά τους προβλήματα δικά του, τότε αυτός έχει μισθό μάρτυρος. Οι άνθρωποι που θυσιάζουν τα πάντα, πόσο χαριτωμένοι είναι! Ούτε προβλήματα έχουν και λάμπει το πρόσωπό τους, γιατί έχουν την θεϊκή χαρά συνέχεια».
     «Όλη η βάση της πνευματικής ζωής είναι να σκέφτεται ο καθένας τον άλλον και τον εαυτό του να τον βάζει τελευταίο, να μην τον υπολογίζει. Όταν έρθουμε στην θέση του άλλου και τον καταλάβουμε, τότε συγγενεύουμε με τον Χριστό».
     «Η Χάρις του Θεού είναι ακριβό πράγμα. Για να ’ρθει να κατοικήσει μέσα στον άνθρωπο, πρέπει να βρει τον άνθρωπο να συμφωνεί κατά Πνεύμα με τον Θεό και ο άνθρωπος να εξασκήσει (εξαντλήσει) όλο το ανθρώπινο. Ενώ εμείς θέλομε να έλθει η θεία Χάρις για να μας απαλλάξει από τις αδυναμίες χωρίς αγώνα. Για να κατοικήσει στον άνθρωπο το Άγιο Πνεύμα, χρειάζεται πολύ αυταπάρνηση, πολύ φιλότιμο, ταπείνωση, αρχοντιά, θυσία. Η πνευματική ζωή δεν είναι απόλαυση. Ο Χριστός έχει τοποθετήσει την μπρίζα, αλλά τα δικά μας καλώδια είναι σκουριασμένα και δεν δέχονται την θεία Χάρι. Να ξεσκουριάσουμε τα καλώδια, ν’ αγωνιστούμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να κόψουμε τα πάθη μας, να αποκτήσουμε αρετές και, έτσι, θα μας επισκεφθεί η Χάρις του Θεού».

Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν.
  
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΙΣΑΑΚ
(1937–1998)


[ Ιερομονάχου Ισαάκ:
«Βίος Γέροντος Παϊσίου
του Αγιορείτου»·
2ο μέρος, Επίμετρο,
§1–§2, σελ. 749–757.
Άγιον Όρος, 20086.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου