Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ


     Λίγο μετά την έκδοση των διαταγμάτων του διωγμού κατά των χριστιανών (303), ο Διοκλητιανός μετέβη, καθώς λένε, στην Αίγυπτο για να καταστείλει την στάση που προκάλεσε ο σφετεριστής Αχίλλειος. Μετά την νίκη του και την στερέωση της εξουσίας του, μετέβη στην Αντιόχεια, όπου η πλειονότητα των κατοίκων είχε αποστραφεί την λατρεία των ειδώλων για να στραφεί στον Χριστό, τον μόνο αληθινό Θεό και Σωτήρα. Προσέφερε θυσία στον ναό του Απόλλωνος στην Δάφνη και έπειτα επέστρεψε στην πόλη για να δεχθεί τις τιμές των προκρίτων. Μία ειδωλολάτρισσα ευγενικής καταγωγής από την Ιερουσαλήμ, η Θεοδοσία, χήρα ενός χριστιανού ονόματι Χριστοφόρου, ήλθε να παρουσιάσει στον αυτοκράτορα τον γιο της Νεανία, φέρνοντας ως δώρο άφθονο χρυσό και ασήμι και παρακάλεσε τον ηγεμόνα να δεχθεί στην υπηρεσία του τον νέο. Ο Νεανίας κίνησε αμέσως την συμπάθεια στον Διοκλητιανό και έλαβε τον τίτλο του δούκα της Αλεξανδρείας, με αποστολή την δίωξη των χριστιανών και την θανάτωση εκείνων που δεν θα υπάκουαν στα αυτοκρατορικά διατάγματα.

     Ο Νεανίας πήρε τον δρόμο για την Αλεξάνδρεια επικεφαλής δύο κοοριτών υπό την διοίκηση δύο τριβούνων, του Νικόστρατου και του Αντίοχου. Σταμάτησαν στην Απάμεια της Συρίας, απ’ όπου ξεκίνησαν πάλι την νύκτα για να αποφύγουν τον καυτό ήλιο. Θα είχαν διανύσει περίπου πενήντα χιλιόμετρα, όταν αίφνης μία αστραπή έσχισε τον ουρανό και μία φωνή ακούστηκε: «Πού πηγαίνεις, Νεανία; Και ενάντια σε Ποιον ξεκίνησες να κάνεις πόλεμο;». Τον προειδοποίησε δε, ότι ο διωγμός που ετοιμαζόταν να εξαπολύσει εναντίον των χριστιανών θα οδηγούσε στον θάνατό του και στην αιώνια κόλαση. Ωθούμενος από την καλή διάθεση της συνείδησής του, ο Νεανίας αποκρίθηκε στην φωνή αυτή αποκαλώντας την «Κύριε». Τότε έλαμψε στον ουρανό ένας κρυστάλλινος Σταυρός και από αυτόν βγήκε φωνή λέγουσα: «Εγώ είμαι ο Ιησούς ο Εσταυρωμένος, ο Υιός του Θεού». Ο Νεανίας δέχθηκε τότε όλο το μυστήριο της ενσάρκου Οικονομίας και ο Χριστός πρόσθεσε: «Αφού Με είδες, θα γίνεις σκεύος εκλογής. Με το σημείο αυτό θα νικήσεις όλους τους αντιπάλους σου. Η ειρήνη Μου ας είναι μαζί σου!». Μόλις χάθηκε η οπτασία, ο Νεανίας έσπευσε στην Σκυθόπολη, όπου έβαλε έναν Εβραίο χρυσοχόο να του φτιάξει έναν ασημένιο Σταυρό σύμφωνα με το πρότυπο εκείνου που του είχε φανερωθεί. Μόλις δε τελείωσε ο Σταυρός, φάνηκαν τυπωμένες σε αυτό τρεις εικόνες με εβραϊκές επιγραφές. Στο επάνω μέρος ήταν γραμμένο «Εμμανουήλ», στην μία πλευρά «Μιχαήλ» και στην άλλη «Γαβριήλ». Ασπάσθηκε ευλαβικά τον Σταυρό και τις αχειροποίητες αυτές εικόνες [1] και επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ.


     Συμμορίες Βεδουίνων κούρσευαν κάθε χρόνο τις πόλεις της περιοχής και κλέβανε νέες κοπέλες ευγενικής καταγωγής για να τις κάνουν γυναίκες τους. Την χρονιά εκείνη, επειδή κρεμόταν πάλι η απειλή πάνω από την Ιερουσαλήμ, οι πρόκριτοι ήλθαν να παρακαλέσουν τον Νεανία να τους υπερασπισθεί με τα στρατεύματά του. Ο άγιος άδραξε τον Σταυρό που κρατούσε κρυμμένο και ρίχθηκε στην μάχη επικαλούμενος το Όνομα του Χριστού. Πάνω από έξι χιλιάδες Αγαρηνοί έπεσαν νεκροί χωρίς να πληγωθεί ούτε ένας από τους στρατιώτες του. Επιστρέφοντας στην πόλη, ανήγγειλε την είδηση της νίκης του στην μητέρα του, η οποία, όντας φανατική ειδωλολάτρισσα, την απέδωσε στην προστασία των θεών και τον κάλεσε να προσφέρει ευχαριστήρια θυσία προς τιμήν τους. Ο άγιος τής αποκρίθηκε ότι την νίκη αυτή την χρωστούσε στην δύναμη του Χριστού και φέρνοντας την μητέρα του στο δωμάτιο όπου βρίσκονταν τα οικογενειακά είδωλα, τα έκανε κομμάτια. Ξεχνώντας κάθε μητρικό αίσθημα και κυριευμένη από οργή η Θεοδοσία, πήγε και κατέδωσε τον γιο της στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό, ο οποίος ανέθεσε στον διοικητή της Καισάρειας της Παλαιστίνης, Ουλκίωνα (ή Ούλκιο), να διενεργήσει έρευνα. Ο Νεανίας έσκισε μπροστά στον διοικητή την αυτοκρατορική επιστολή, δηλώνοντας ότι ήταν γι’ αυτόν προτιμότερο να προσφέρει τον εαυτό του θυσία για τον Χριστό παρά να προσφέρει άλογη λατρεία στους ψευδείς θεούς· και βγάζοντας την ζώνη του την πέταξε με περιφρόνηση στο πρόσωπό του. Ο Ουλκίων πρόσταξε να τον αλυσοδέσουν και να τον μεταφέρουν στην Καισάρεια, την μητρόπολη της Παλαιστίνης, για να μαστιγωθεί μπροστά στον λαό. Βλέποντας κάποιους από τους παρευρισκομένους να κλαίνε στο θέαμα των βασανιστηρίων του, ο γενναίος αθλητής φώναξε: «Μην κλαίτε για μένα, αλλά για την απώλεια της ψυχής σας. Ποιο το όφελος, αν το σώμα μας βρει την ανάπαυση στην ζωή αυτή και η ψυχή μας την αιώνια κόλαση; Όσο για μένα, χαίρομαι όπως ο γεωργός που ρίχνει τον σπόρο περιμένοντας την μελλοντική ανταμοιβή». Αφού βασανίστηκε όλη την ημέρα, ρίχθηκε στην φυλακή μισοπεθαμένος και λουσμένος στο αίμα του. Τότε εμφανίσθηκε ο Χριστός μέσα σε δόξα, μέσα σε αγγελικό χορό, έλυσε τα δεσμά του και του είπε: «Στο εξής θα ονομάζεσαι Προκόπιος, γιατί θα προκόψεις στην αρετή μέχρι να βρεις την τελείωση του μαρτυρίου και θα προσφέρεις πλήθος ψυχών στον Θεό» [2]. Ο Κύριος γιάτρεψε όλες τις πληγές του και με την οπτασία αυτή μετέδωσε σ’ αυτόν ανδρεία και τόλμη, ώστε ο Προκόπιος ήταν έτοιμος στο εξής να υπομείνει όλες τις δοκιμασίες στις οποίες τον υπέβαλλαν οι υπηρέτες των δαιμόνων, για να κάνει στο τέλος να διατρανωθεί και να θριαμβεύσει η Αλήθεια.

     Λίγο αργότερα ήλθαν οι φύλακες να τον βγάλουν από το δεσμωτήριο και παρουσιάσθηκε μπροστά στον διοικητή με πρόσωπο που έλαμπε σαν ήλιος και με το σώμα άθικτο σαν άσπιλο σεντόνι. Ο Ουλκίων απέδωσε πλανερά το θαύμα τούτο στην εύνοια και προστασία των θεών και τότε ο Προκόπιος, προς έκπληξη του ηγεμόνα, πρότεινε να μεταβούν στον ναό για να προσφέρει θυσία. Περιχαρείς για την νίκη τους, οι ειδωλολάτρες γέμισαν τους δρόμους με λευκά ενδύματα και κήρυκες σύναξαν όλο τον λαό. Φθάνοντας μπροστά στον ναό, ο άγιος ζήτησε να εισέλθει μόνος του για να προσευχηθεί. Κλείνοντας πίσω τις πόρτες, ο Προκόπιος ανέπεμψε φλογερή προσευχή στον Χριστό και, μόλις έκανε το σημείο του Σταυρού, ευθύς τριάντα έξι αγάλματα συνετρίβησαν και έλιωσαν. Μπροστά στο παράδοξο αυτό, οι δύο τριβούνοι, ο Νικόστρατος και ο Αντίοχος, όπως και άλλοι στρατιώτες του [3], ομολόγησαν τον αληθινό Θεό. Από τον φόβο της στάσης ο διοικητής δεν τόλμησε να τους τιμωρήσει αμέσως, έτσι ήλθαν να βρουν την νύκτα τον άγιο στην φυλακή για να του ζητήσουν να τους εντάξει στην άφθαρτη στρατιά του Βασιλέα των Ουρανών. Ο Προκόπιος τούς εμπιστεύθηκε στον δεσμοφύλακα Τέρτιο, που ήταν φίλος του και τον παρηγορούσε στις δοκιμασίες του, για να τους οδηγήσει κατόπιν στον επίσκοπο Λεόντιο, ο οποίος και τους βάπτισε. Λίγο αργότερα, με προσταγή του Ουκλίωνος, οι νεόφυτοι αποκεφαλίσθηκαν μπροστά στα μάτια του αγίου Προκοπίου, ενώ ένας αξιοσέβαστος άνθρωπος της πόλης, ο Ευλάλιος, ενταφίασε τα σώματά τους.


     Δώδεκα γυναίκες συγκλητικές, που είχαν πιστέψει στον Χριστό μπροστά στα θαυμαστά που ενήργησε ο άγιος Μάρτυρας, συνελήφθηκαν και ρίχθηκαν στην ίδια φυλακή. Ο άγιος Προκόπιος τις κατήχησε όλη την νύκτα στο μυστήριο της Σωτηρίας και τις παρότρυνε να μην φοβηθούν διόλου τα παροδικά μαρτύρια που θα τις λυτρώσουν από την κόλαση και θα τις κάνουν αθάνατες. Το πρωί οδηγήθηκαν μπροστά στον τύραννο στο αμφιθέατρο και πιέσθηκαν να θυσιάσουν. Βλέποντας την υπερφυσική εγκαρτέρηση των αγίων αυτών μαρτύρων στα βασανιστήρια, η Θεοδοσία, η μητέρα του αγίου, κινούμενη από την θεία Χάρη και αποτασσόμενη κάθε δόξα και κάθε μέριμνα του κόσμου τούτου, φώναξε: «Είμαι κι εγώ δούλη του Εσταυρωμένου!». Την έριξαν στην φυλακή και εκεί φρόντιζε τις πληγές των δώδεκα μαρτύρων, ενώ προπαρασκευάστηκε για το άγιο Βάπτισμα από τον γιο της, που την προέτρεψε στο μαρτύριο, λέγοντας: «Έλα μαζί μας, για να δεις τον αόρατο Θεό στον ουρανό με μάτια αθάνατα!». Αφού βαπτίσθηκε από τον επίσκοπο Λεόντιο, εισήλθε κι αυτή με ζήλο στον χορό των δώδεκα Μαρτύρων. Μετά από νέα ακρόαση στο δικαστήριο, κατά την οποία η Θεοδοσία ομολόγησε με φλόγα την Πίστη, υποβλήθηκαν όλες σε βασανιστήρια: τους έσπασαν τα σαγόνια, ξερίζωσαν τους μαστούς και με πυρακτωμένες σιδερένιες σφαίρες έκαψαν τις μασχάλες τους. Παρέμειναν όλες ακλόνητες και ο διοικητής πρόσταξε να τις δέσουν όλες μαζί και να τις αποκεφαλίσουν.

     Λίγες μέρες αργότερα, ο άγιος Προκόπιος ανακρίθηκε εκ νέου και, ενώ υποβαλλόταν σε μαρτύρια, θεράπευσε ένα κοριτσάκι που βασανιζόταν από τον δαίμονα. Παρέμεινε στις δοκιμασίες ακλόνητος σαν θαλασσόπληκτος βράχος, σε σημείο που ο Ουλκίων συντετριμμένος από την αποτυχία του προσβλήθηκε από βίαιο πυρετό και εξέπνευσε.


     Στην θέση του διορίσθηκε ένας άλλος διοικητής, ο Φλαβιανός, το ίδιο θηριώδης απέναντι στους χριστιανούς. Κάλεσε αμέσως τον άγιο Προκόπιο, ο οποίος προέβη σε μία λαμπρή απολογία της χριστιανικής Πίστεως, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και οι αρχαίοι σοφοί είχαν διαισθανθεί τον μόνο αληθινό Θεό [4]. Έξαλλος ο Φλαβιανός, διέταξε έναν στρατιώτη, τον Αρχέλαο, να αποκεφαλίσει τον άγιο· μόλις όμως αυτός ύψωσε το ξίφος, παρέλυσε το χέρι του και ξεψύχησε.

     Έξι ημέρες αργότερα, ο άγιος παρουσιάσθηκε πάλι στο δικαστήριο. Κατηγορούμενος για μαγεία, προσφέρθηκε με την θέλησή του στο μαρτύριο και, ενώ τον κτυπούσαν, συνέχιζε να εμπαίζει τον ανίσχυρο δικαστή. Αφού τον έδειραν με βούνευρα και έκαψαν το σώμα του με αναμμένα κάρβουνα, ο Φλαβιανός διέταξε να βάλουν στο χέρι του κάρβουνα με λιβάνι πάνω από έναν ειδωλολατρικό βωμό με σκοπό να καεί και από τον αφόρητο πόνο να ρίξει το λιβάνι μέσα στον βωμό εν είδει αναγκαστικής θυσίας. Ο άγιος όμως, προσηλώνοντας όλη την έφεση και την θέλησή του προς τον Θεό, κράτησε ακίνητο το χέρι του για δύο ολόκληρες ώρες, έως ότου αυτό κατεκάη ολόκληρο!

     Ο Φλαβιανός θαύμασε την υπερφυσική αυτή εγκαρτέρηση, αλλά έχοντας τελείως πωρωμένη την λίθινη καρδιά του, όπως άλλοτε ο Φαραώ στην Αίγυπτο, παρέδωσε τον Προκόπιο σε νέα βασανιστήρια. Αφού τον κρέμασαν με τα χέρια του τεντωμένα από δύο βαριές πέτρες, τον έριξαν σε αναμμένη κάμινο. Οι στρατιώτες που βρίσκονταν εκεί κοντά κάηκαν, αλλά ο άγιος παρέμεινε αβλαβής σαν τους Τρεις Παίδες στην Βαβυλώνα. Ο Φλαβιανός τότε τον καταδίκασε σε θάνατο. Φθάνοντας στον τόπο της θανάτωσης ο Προκόπιος στράφηκε προς την ανατολή και μεσίτευσε για την πόλη, ώστε να στείλει ο Θεός το φως της γνώσεως στους κατοίκους της, να θεραπεύσει τους ασθενείς της, να έρθει αρωγός στους ανήμπορους και να χορηγήσει την Χάρη Του σε όλους εκείνους που θα τιμούν με πίστη την μνήμη του. Μία ουράνια φωνή επιβεβαίωσε ότι όντως η Προσευχή του εισακούσθηκε και τότε ο άγιος έσκυψε γαλήνια τον αυχένα κάτω από το ξίφος για να λάβει τον αμάραντο στέφανο του σεπτού μαρτυρίου [5].


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
  [1] Το επεισόδιο τούτο χρησιμοποιήθηκε από τους Πατέρες της Δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας, δηλ. της Ζ΄ Οικ. Συνόδου (787), ως επιχείρημα υπέρ της τιμής των ιερών εικόνων.
  [2] Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Χριστός τον βάπτισε και τον κοινώνησε.
  [3] Σύμφωνα με ορισμένες εκδοχές οι στρατιώτες ήσαν 1.500.
  [4] Παραλλαγές του «Μαρτυρίου» του αγίου αναφέρουν το παράθεμα από την «Ιλιάδα» (Β, 203), η οποία βρισκόταν στην αρχική αφήγηση του Ευσεβίου Καισαρείας (βλ. 22 Νοεμ.).
  [5] Τα λείψανα του αγίου Μεγαλομάρτυρος Προκοπίου βρίσκονται από το 1386 στην πόλη Prokuplje της Σερβίας. Να επισημανθεί ότι ο άγιος Προκόπιος που εορτάζεται στις 8 Ιουλίου πρέπει πιθανώς να ταυτισθεί με τον ομώνυμο άγιο που μνημονεύεται στις 22 Νοεμβρίου και που αναφέρεται από τον Ευσέβιο Καισαρείας ως «πρωτομάρτυς» της Παλαιστίνης. Η παρούσα μνήμη του αγίου εμφαίνει την μεταγενέστερη παράδοση που διεύρυνε σε σημαντικό βαθμό την αφήγηση του μαρτυρίου του.


— ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ —
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
     γρευθεὶς οὐρανόθεν πρὸς τὴν εὐσέβειαν, κατηκολούθησας χαίρων ὥσπερ ὁ Παῦλος Χριστῷ, τῶν Μαρτύρων καλλονὴ Μάρτυς Προκόπιε· ὅθεν δυνάμει τοῦ Σταυροῦ, ἀριστεύσας εὐκλεῶς, κατῄσχυνας τὸν Βελίαρ· οὗ τῆς κακίας ἀτρώτους, σῶζε τοὺς πόθῳ σε γεραίροντας.

— ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ —
Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.
     Τῷ ζήλῳ Χριστοῦ, τῷ θείῳ πυρπολούμενος, καὶ τῇ τοῦ Σταυροῦ, ἰσχύϊ συμφραξάμενος, τῶν ἐχθρῶν τὸ φρύαγμα, καὶ τὸ θράσος καθεῖλες Προκόπιε, καὶ τὴν Ἐκκλησίαν ὕψωσας, τῇ πίστει προκόπτων καὶ φωτίζων ἡμᾶς.

— ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ —
     Κλήσει οὐρανίῳ ἀκολουθῶν, φερωνύμως Μάρτυς, καὶ προκόπτων ἀθλητικῶς, σύμμορφος ἐδείχθης, τοῦ σοὶ Καθοραθέντος, Προκόπιε θεόφρον, ἀθλήσας ἄριστα.



[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος),
σελ. 80–86.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Ιούνιος 20082.
Επιμέλεια ανάρτησης,
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου