Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ


     Για πρώτη φορά τον είδαμε κοντά σε μια μικρή κολυμπήθρα με αγιασμό, στην αυλή του Μοναστηριού: ένας ανθρωπάκος μεσήλικας, ντυμένος μ’ ένα κεντημένο πουκάμισο, μ’ ένα σακάκι κι ένα τσαλακωμένο φαρδύ παντελόνι και με καπέλο στο κεφάλι. Είχε το φθαρμένο πρόσωπο ενός μοναχικού ανθρώπου που είχε υποφέρει πολύ.

     Όταν πλησιάσαμε τον Δημήτρη μάς έδειχνε πώς κατάπινε τα χάπια στο ψυχιατρικό νοσοκομείο. Άνοιγε το στόμα, για να δούμε ότι το χάπι δεν ήταν πλέον εκεί, ότι το είχε καταπιεί, μετά ξαφνικά, το ξανάφτυνε. Μετά από παράκληση των προσκυνητών, έκανε επίδειξη ακόμα μια φορά, καταπίνοντάς το και ξαναφτύνοντάς το λίγα δευτερόλεπτα αργότερα. Αυτό φαινόταν σαν ένα νούμερο μαγείας. Μετά, μας έδειξε πώς έπρεπε να τρέμεις μ’ όλο σου το κορμί για να εμποδίσεις να σου κάνουν ένεση. Αυτή τη θλιβερή εμπειρία την είχε αποκτήσει, αφού είχε περάσει από ψυχιατρικά νοσοκομεία, όπου τον είχαν κλείσει κοντά δέκα χρόνια.


     Αργότερα, μας έδωσε ένα κομμάτι χαρτί, όπου είχε περιγράψει τη θλιβερή του ιστορία. Την είχε ξαναγράψει πολλές φορές, αλλά δεν είχε πετύχει να την τελειώσει.

     Να, λοιπόν, αυτή η ιστορία:
     «Το ένα τρίτο του αιώνα έζησα σαν ένας βλάκας. Μετά τον στρατό βρήκαν ότι είμαι ηλίθιος. Μ’ αυτό τον τρόπο τιμωρήθηκα για την απλή μου πίστη. Μ’ αυτό τον τρόπο με κάλεσε ο Θεός. Πάντοτε μου είπε τι έπρεπε να κάνω.
     »Δεν υπάρχουν λέξεις στη γλώσσα των ανθρώπων για ν’ αποδώσω όλη τη σκληρότητα, όλη την πίκρα αυτού του ποτηρίου των θλίψεων που ήπια, διά της θελήσεως του Ουρανίου Πατέρα μου, για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.
     »Παρ’ όλο που έμεινα μέσα στην αλήθεια και δεν έκανα κακό, η ζωή μου δεν είναι ούτε πιο εύκολη, ούτε πιο χαρούμενη. Συνέχεια μέσα στις θλίψεις και στις δοκιμασίες, δεν γνώρισα τη ζωή, δεν παντρεύτηκα, δεν φθάρηκα· ο Θεός δεν μου άφησε χρόνο για κάτι τέτοια. Δέκα χρόνια μέσα σε ψυχιατρικά νοσοκομεία: ο Θεός με κάλεσε έτσι, μέσα στα βάσανα μιας σκληρής υπάρξεως, αλλά δεν μ’ εγκατέλειψε…
     »Μετά τη στρατιωτική θητεία, από το 1953 ως το 1958, ο Κύριος ευδόκησε να μου κάνει ένα θαύμα. Μετά τον στρατό, πήρα άδεια οδηγήσεως για μοτοσικλέτα· έκανα ένα χρόνο και τρεις μήνες, αφού πήρα την άδεια. Εμπνεύστηκα από τον Θεό να πάρω μέρος σε αγώνες και να καταλάβω την αρχή της λειτουργίας της μηχανής. Αλλά δεν μου δόθηκε η χάρη ν’ αποκτήσω μια δική μου μοτοσικλέτα. Από τα παιδικά μου χρόνια με τραβούσε η τεχνική. Μετά την πρώτη προπόνηση, ο Θεός ευδόκησε να μ’ αφήσει να πάρω το πρώτο βραβείο της πόλεως. Η Κυριακή 18 Μαΐου 1958, ήταν μια μέρα εργασίας στο εργοστάσιο οινοπνεύματος της πόλεως Μπίισκ. Εκεί είχα εργαστεί μόνο για εφτά μήνες· με είχαν προσλάβει ως ξυλουργό. Κατά τη διάρκεια της εργασίας, αφομοίωνα, περνούσα εξετάσεις και τελειοποιούμουν. Έγινα κλειδαράς και μετά ηλεκτρο-κλειδαράς· από τα πέντε μου επαγγέλματα προτιμούσα περισσότερο το να είμαι ηλεκτρο-κλειδαράς: δουλεύαμε στην ύπαιθρο, η δουλειά ήταν απλή, αλλά δεν πρόφτασα να δουλέψω πολύ. Στις 18 Μαΐου, …».


     Η εξομολόγηση του αδελφού Δημητρίου διακόπηκε εκεί. Δεν είχε ακόμα γράψει πως, την Κυριακή 18 Μαΐου άρχισε γι αυτόν η Οδός του Σταυρού: πώς έφτασε το ασθενοφόρο, πώς οι νοσοκόμοι –δυο δυνατοί και χονδροειδείς άνδρες– τον οδήγησαν χωρίς κόπο μέσα στον τελευταίο «κύκλο της κολάσεως» –στο ψυχιατρικό νοσοκομείο– όπου ο άνθρωπος δεν έχει πια κανένα δικαίωμα, όπου καταστρέφουν σταδιακά το μυαλό του, όπου βασανίζουν τη ψυχή του και όπου δηλητηριάζουν θανάσιμα το σώμα του.

     Το πιο τραγικό είναι ότι, μετά από μια μεγάλη διαμονή σ’ ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο, η «θεραπεία» αφήνει πάντα αμετάκλητες διαταραχές. Η ασυνάρτητη εξομολόγηση του αδελφού Δημητρίου προδίδει βαθιές διανοητικές διαταραχές. Σ’ αυτό του το ποίημα, που είναι μια πραγματική στιγμή της ρωσικής θρησκευτικής δημιουργίας, πολύ διαδεδομένη στη Ρωσία, δεν καταλαβαίνουμε πλέον πού σταματά η διά Χριστόν σαλότητα και πού αρχίζει η αρρώστια.

     Τώρα, οι διά Χριστόν σαλοί –ένας σπάνιος τρόπος αγιότητας– ή αυτοί που μιμούνται τη συμπεριφορά τους, είναι πολύ εξαπλωμένοι στη Ρωσία. Πρόκειται για ανθρώπους τελείως απελευθερωμένους από τη λογική, απ’ όλες τις συμβατικότητες της ζωής, που τείνουν συχνά προς τη γελοιότητα· παραδείγματος χάριν, διασχίζουν όλη τη Ρωσία ξυπόλητοι τον χειμώνα.


     Μια τέτοια αγιότητα κυριαρχείται από εσχατολογικό πνεύμα, γιατί ο διά Χριστόν σαλός ξεφεύγει τελείως από τη φυσιολογική ύπαρξη: η δική του ύπαρξη εκτυλίσσεται μέσα σ’ έναν άλλον κόσμο. Μεταβάλλει το παζάρι αυτής της ζωής σε μυστήριο. Η τρέλα τού χρησιμεύει για να βγάλει όλες τις μάσκες, ν’ αρνηθεί μέχρι και την τελευταία εικόνα (image) του εαυτού του, για να ξαναβρεί τελικά το αληθινό του εγώ, για να φθάσει σε μια εσωτερική γυμνότητα (σημ.: σε μια εσωτερική νηπτική απέκδυση) μπροστά στον Θεό.

     Δεν είναι πάντα εύκολο να ξεχωρίσεις τον κατά Χριστόν σαλό από αυτόν που μιμείται την τρέλα, γιατί η ίδια η ζωή οδηγεί τους ανθρώπους σ’ αυτόν τον τύπο συμπεριφοράς.


     Ο αδελφός Δημήτριος, παρ’ όλο που δεν ήταν ένας πραγματικός άγιος, ενσάρκωνε με αυθεντικό τρόπο το κύμα τρέλας που έχει ξεχυθεί πρόσφατα στη Ρωσία, δεδομένου ότι, οι διωγμοί πια δεν είναι πολύ άγριοι. Και, σύμφωνα με την έκφραση ενός στάρετς, «οι διά Χριστόν σαλοί φυτρώνουν όπως τα αγριολούλουδα, μόλις οι εναντίον τους ποινές μαλακώσουν»...   

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΟΡΙΤΣΕΒΑ

[Τατιάνα Γκορίτσεβα:
«Είναι επικίνδυνο
να μιλάς για το Θεό».
Κεφ. 8ο, §4, σελ. 90–93.
Μετάφραση:
Μαρία Λαγουρού.
Εκδόσεις «Τήνος»,
Αθήνα, (χ.χ.)4.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου