Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ


     Η χρονολογία που καθορίζει ο Διονύσιος ο Μικρός (†545) για την Γέννηση του Χριστού (έτος 753 από κτίσεως Ρώμης) είναι τουλάχιστον κατά τέσσερα χρόνια μεταγενέστερη της πραγματικής. Έτσι, ο Σωτήρ ημών, κατά πάσα πιθανότητα γεννήθηκε μεταξύ των ετών 8 και 4 πριν την αρχή της χριστιανικής εποχής. Όταν, στο απόγειο της δόξας του, ο Καίσαρ Αύγουστος (30 π.Χ.–περί το 14 π.Χ.), ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας, αφού πρώτα υπέταξε τους λαούς τού γνωστού τότε κόσμου στην μονοκρατορία του και αποφάσισε να προβεί σε απογραφή των υπηκόων του, κατέστη ακουσίως όργανο της υλοποίησης του σωτηριώδους σχεδίου του Θεού.


     Πράγματι, επιβάλλοντας ενότητα και αρμονία στους τόσους και τόσους λαούς της απέραντης αυτοκρατορίας του, λαούς με τόσα ποικίλα ήθη και με γλώσσες τόσο διαφορετικές, τους προετοίμασε ώστε να δεχθούν την αποκάλυψη του Ενός και Τρισυπόστατου Θεού, ανοίγοντας με αυτόν τον τρόπο τον δρόμο στην παγκόσμια εξαγγελία του Ευαγγελίου, σύμφωνα με την θεία επαγγελία: «Θα Σου δώσω τα έθνη για κληρονομιά Σου» (βλ. Ψαλμ. 2, 7)· σε βαθμό που η πρώτη αυτή απογραφή κατέστη η προφητική εξαγγελία της εγγραφής των εκλεκτών στην Βίβλο της Ζωής (βλ. Φιλ. 4, 3· Αποκ. 21, 27).


     Εξάλλου, το αυτοκρατορικό διάταγμα το οποίο έφθασε στην Παλαιστίνη την εποχή που διοικητής της Συρίας ήταν ο Κυρήνιος, επαλήθευσε την προφητεία, σύμφωνα με την οποία ο Μεσσίας επρόκειτο να γεννηθεί από την φυλή του Ιούδα, στην Βηθλεέμ, γενέτειρα του βασιλέα Δαβίδ (βλ. Μιχ. 5, 1). Διότι ο Ιωσήφ που βρισκόταν τότε με την Μαρία στην Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, αναγκάσθηκε να ξεκινήσει και να πάει στην γενέτειρα των πατέρων του, την Βηθλεέμ, παρά το προχωρημένο στάδιο εκείνης, που ο κόσμος εκλάμβανε ως σύζυγό του.


     Φθάνοντας στον προορισμό τους, ήταν τόσο το πλήθος όλων εκείνων που είχαν έλθει από μακριά, ώστε ο Ιωσήφ δεν μπόρεσε να βρει κατάλυμα στο πανδοχείο και αναγκάσθηκαν να καταφύγουν και να διανυκτερεύσουν λίγο έξω από την πόλη, σε σπήλαιο που χρησιμοποιούνταν σαν στάβλος για τα ζώα. Η Μαρία ένιωσε ανωδύνως τότε πως έχει έλθει η ώρα της. Ο Ιωσήφ την έβαλε πάνω στα άχυρα, όπως μπορούσε, κοντά στον όνο και το βόδι που βρίσκονταν εκεί, και έφυγε τρέχοντας να βρει μαία. Στον δρόμο του παρατήρησε ότι, αίφνης η φύση έμεινε ασάλευτη και ακίνητη, σαν να καταλήφθηκε από δέος: τα πετεινά του ουρανού έμειναν ακίνητα, μετέωρα στον ουρανό, άνθρωποι και ζώα πάγωσαν στην θέση τους, η ροή των υδάτων διεκόπη. Η αδιάκοπη κίνηση που φέρει το κάθε τι από την γέννηση στον θάνατο και το περιβάλλει με ματαιότητα (βλ. Ψαλμ. 38, 6-7· 102, 15· Εκκλησ. 1, 2 κ.ε.· Ησ. 40, 6· κ.α.), αιφνίδια ανεστάλη, διότι την στιγμή εκείνη το Αιώνιο εισέδυε στην καρδιά του χρόνου. Ο προ αιώνων Θεός κατέστη Παιδίον Νέον, εγκαινιάζοντας νέα διάσταση του χρόνου και της ιστορίας.


     Μετά την στιγμιαία αυτή διακοπή του χρόνου, τα πάντα επανήλθαν στην φυσιολογική τους κατάσταση, ο Ιωσήφ βρήκε μια μαία που ερχόταν από το βουνό και πηγαίνοντάς την στο σπήλαιο τής είπε ποια ήταν εκείνη που επρόκειτο να γεννήσει. Φθάνοντας όμως στο σπήλαιο, δεν μπόρεσαν να εισέλθουν, γιατί πυκνή νεφέλη το κάλυπτε και εμπόδιζε την είσοδο, όπως τότε στο όρος Σινά, όταν ο Θεός παρουσιάσθηκε στον Μωυσή (Εξ. 19, 16). Η μαία έπεσε με το πρόσωπο στην γη και φώναξε: «Μεγαλυνθήτω η ψυχή μου σήμερον, ότι οι οφθαλμοί μου είδον θαύμα μέγα· εγεννήθη Σωτήρ τω Ισραήλ!». Η νεφέλη υψώθηκε δίνοντας την θέση της σε απαστράπτον φως, που σιγά-σιγά καταλάγιασε επιτρέποντάς τους να εισέλθουν και να δουν την Παναγία καθισμένη δίπλα στην φάτνη, όπου είχε τοποθετήσει το Βρέφος, αφού προηγουμένως το σπαργάνωσε. Ειδοποιημένος εκ των προτέρων από Άγγελο Κυρίου ότι η Αγία Παρθένος συνέλαβε τον Σωτήρα διά της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος (βλ. Ματθ. 1, 21), ο Ιωσήφ θεωρούσε το θαύμα και, με σιωπή, προσκυνούσε το Βρέφος που κοιμόταν πάνω στο άχυρο της φάτνης ως τον Μεσσία τον προσδοκώμενο, τον οποίο προεπαγγέλλονταν οι προπάτορές Του επί γενεές γενεών.


     Μια γυναίκα της περιοχής, η Σαλώμη, περνούσε από εκεί και πληροφορήθηκε από την μαία τα γεγονότα, δίχως όμως να δείξει την ανάλογη πίστη. «Αδύνατον», έλεγε, «παρθένος να τεκνοποιήσει και επιπλέον να παραμείνει παρθένος μετά τον τοκετό!». Μέσα στην απιστία της, όπως αργότερα και ο άγιος Απόστολος Θωμάς (βλ. Ιω. 20, 27), πλησίασε και τόλμησε να απλώσει το ανόσιο χέρι της και να αγγίξει το άμωμο σώμα της Παναγίας. Ευθύς το χέρι της ξεράθηκε και η Σαλώμη φώναξε: «Αλοίμονο την ασέβεια και την απιστία μου! Επείραξα τον Θεόν τον ζώντα! Ιδού, η χειρ μου, ως εκ πυρός εξηράνθη και αποκόπτεται!». Πέφτοντας στα γόνατα με δάκρυα ικέτευσε τον Κύριο να την ελεήσει. Με παρέμβαση αγγέλου πήρε το θείο Βρέφος στην αγκαλιά της και ανήγγειλε με φωνή ειλικρινή και πλήρη φόβου: «Προσκυνώ Αυτόν, ότι μέγας βασιλεύς εγεννήθη εν οίκω Ισραήλ!». Παρευθύς, θεραπεύθηκε, αλλά ο άγγελος την συμβούλευσε να κρατήσει μυστικά όλα εκείνα τα θαυμάσια, μέχρις ότου ο Κύριος εμφανισθεί στον Ισραήλ.


     Κοντά στο σπήλαιο όπου συντελέσθηκε το ακατάληπτο θαύμα της Ενανθρωπήσεως, στις παρυφές της ερήμου της Ιουδαίας, βρίσκονταν κάποιοι βοσκοί, άνθρωποι απλοί, πτωχοί και καταφρονεμένοι, που φύλαγαν τα ποίμνιά τους με βάρδιες όλη την νύχτα (βλ. Λουκ. 2, 8). Ήλθε τότε Άγγελος και τους περιέβαλε η δόξα του Κυρίου με φως εκθαμβωτικό, προκαλώντας τους φόβο μέγα· ο Άγγελος όμως τους καθησύχασε και τους πληροφόρησε ότι το βρέφος που θα έβλεπαν στην φάτνη ήταν ο Μεσσίας, ο Καλός Ποιμήν που ήλθε να συγκεντρώσει το σκορπισμένο ποίμνιό Του, ότι ο Κύριος της Δόξης συγκατέβη στην γη για να αναζητήσει το απολωλός (βλ. Ματθ. 18, 12). Τους είπε να πάνε να προσκυνήσουν, τους είπε πώς θα αναγνωρίσουν το βρέφος και χάθηκε, αφήνοντας στην θέση του πλήθος επουρανίων δυνάμεων που δοξολογούσαν τον Κύριο και καλούσαν όλες τις τάξεις της δημιουργίας να ψάλουν χαρμόσυνα: «Ὡσσανὰ ἐν τοῖς Ὑψίστοις, ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία!» (βλ. Λουκ. 2, 14).


     Μαζί με τους Αγγέλους, όλη η Κτίσις αντηχεί σήμερα έναν και μόνο χαρμόσυνο ύμνο· τα επουράνια (δηλ. οι Άγγελοι), τα επίγεια (δηλ. οι άνθρωποι) και τα καταχθόνια (όχι ασφαλώς οι δαίμονες, αλλά οι νεκροί που περιμένουν την ανάσταση), όλοι μαζί προσκυνούν το Όνομα του Χριστού. «Κάθε γλώσσα ομολογεί και παραδέχεται ότι ο Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός, για να δοξάζεται έτσι ο Θεός Πατέρας» (βλ. Φιλ. 2, 11). Όταν έφυγαν οι Άγγελοι, οι Ποιμένες αμέσως ξεκίνησαν, πήγαν στο σπήλαιο και πρόσφεραν από την καρδιά τους τα ταπεινά δώρα τους στον Κύριο. Επέστρεψαν κατόπιν, και στον δρόμο διακήρυτταν, ως πρόδρομοι των Αποστόλων, τα θαυμάσια των οποίων έγιναν μάρτυρες.


     Στο μεταξύ έφθασαν στα Ιεροσόλυμα τρεις Μάγοι από την μακρινή Ανατολή, με την μεγαλοπρεπή συνοδεία τους, και ζήτησαν να δουν τον βασιλέα που μόλις γεννήθηκε για να τον προσκυνήσουν. Ήταν ιερείς και μάντεις των ειδωλολατρών, που λάτρευαν τον ήλιο και τα άστρα, είχαν ωστόσο εντιμότητα και σοφία· ερευνούσαν τα ουράνια σώματα, όχι για να προλέγουν το μέλλον, αλλά για να διακρίνουν τις οδούς της θείας Προνοίας, και μελετούσαν τα μυστικά της φύσης για να φθάσουν στην γνώση της Αλήθειας. Πλήρεις καλής προαίρεσης, είδαν μια ημέρα ένα άστρο να εμφανίζεται ξαφνικά στο στερέωμα, να πλησιάζει την γη και να λάμπει ζωηρά, σε βαθμό που επισκίαζε όλα τ’ άλλα αστέρια κι έκανε την νύχτα φωτεινή σαν ημέρα.


     Γνωρίζοντας τις προφητείες των παλαιών προφητών, οι Μάγοι ενθυμήθηκαν τον χρησμό που είχε διατυπώσει σχετικά με τον Ισραήλ ο μάντης Βαλαάμ, που ήλθε από την Μεσοποταμία μετά από πρόσκληση του βασιλέα Βαλάκ των Μωαβιτών: «Τον βλέπω, αλλά όχι τώρα· τον ατενίζω, μα όχι από κοντά. Ένα αστέρι θ’ ανατείλει από τον Ιακώβ κι ένας άνθρωπος Ηγεμόνας θα υψωθεί από τον Ισραήλ» (βλ. Αριθμ. 24, 17). Ο βασιλέας αυτός που επρόκειτο να υποτάξει τα έθνη, ο Μεσσίας που προσδοκούσε το Ισραήλ, είχε λοιπόν φθάσει, συμπέραναν. Αποτελούσαν την ευλογημένη «Απαρχή των εθνών», προαναγγέλλοντας τον μελλοντικό εκχριστιανισμό λαών που ήταν μακριά από την αποκάλυψη, και η οποία έλαβε χώρα στο Ισραήλ, έσπευσαν τώρα να έλθουν να Τον προσκυνήσουν, πολύ πριν από τους σκληρόκαρδους Εβραίους, έχοντας για οδηγό το άστρο.


     Ξένο και παράδοξο το άστρο αυτό, δεν ήταν φυσικό ουράνιο σώμα, αλλά θεία δύναμη· άγγελος, που πήρε μορφή άστρου, για να προσαρμοσθεί στις προσληπτικές ικανότητες των Μάγων, σ’ εκείνο που τους ήταν πιο οικείο και τους βοηθούσε να προσεγγίσουν την γνώση του Θεού. Λαμπρότερο από τον ήλιο το άστρο αυτό, άλλοτε κινείτο κι άλλοτε έμενε ακίνητο· αντίθετα από τους πλανήτες που φαίνονται να κινούνται από τ’ ανατολικά προς τα δυτικά, το άστρο αυτό κινούνταν από Βορρά (από την Περσία) προς Νότο (προς τα Ιεροσόλυμα)· άλλες φορές εμφανιζόταν μπροστά τους για να τους δείξει τον δρόμο κι άλλες φορές χανόταν, όπως όταν έφθασαν στα Ιεροσόλυμα. Έλαμπε μπροστά στους Μάγους, όπως παλαιότερα ο πύρινος στύλος μπροστά από τον λαό του Ισραήλ στην έρημο (βλ. Εξ. 13, 21), και κατέβαινε τόσο κοντά στην γη ώστε οι Μάγοι μπόρεσαν μέσα στην λάμψη του να διακρίνουν το σπήλαιο όπου βρισκόταν ο Κύριος. Γεγονότα αδιανόητα και άγνωστα στους αστρολόγους, χάρη στα οποία, διώχνοντας κάθε αμφιβολία και υποψία από την διάνοιά τους, οι Μάγοι μεταστράφηκαν από την λατρεία των άστρων και ήλθαν να προσκυνήσουν τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, που ήλθε στον κόσμο αυτό για να φωτίσει τους ανθρώπους με το φως της αληθούς Θεογνωσίας.


     Όταν έφθασαν στα Ιεροσόλυμα, το άστρο χάθηκε· μη ξέροντας όμως πού να κατευθυνθούν και, πιστεύοντας ότι οι Εβραίοι θα είχαν σπεύσει να αναγνωρίσουν τον Βασιλέα τους που ήλθε εξ Ουρανών, οι Μάγοι πήγαν στο παλάτι του Ηρώδη, βασιλέα της Ιουδαίας, ανθρώπου σκληρού και ακόλαστου που δίχως ενδοιασμούς θανάτωνε όποιον έκανε πως αντιτίθεται στην εξουσία του. Πληροφορούμενος τον σκοπό της επίσκεψης των Μάγων, ο Ηρώδης, κάλεσε αμέσως τους γραμματείς και τους νομοδιδασκάλους για να μάθει ό,τι ήταν γνωστό για τον βασιλέα αυτόν που προεξήγγειλαν οι προφήτες. Οι σοφοί τού επιβεβαίωσαν ότι πράγματι ο Μεσσίας, ο Λυτρωτής του Ισραήλ, αναμενόταν στην Βηθλεέμ, και ζήτησε όταν επιστρέψουν να του πουν πού βρισκόταν αυτός ο νεογέννητος «βασιλέας», ώστε «να πάει κι αυτός να τον προσκυνήσει», όπως τους είπε χαρακτηριστικά – στην πραγματικότητα, η πρόθεσή του ήταν να τον θανατώσει.


     Μόλις βγήκαν από τα Ιεροσόλυμα, εμφανίστηκε πάλι το άστρο και τους οδήγησε μέχρι το σπήλαιο. Έμπλεοι χαράς και ένθεου φόβου, οι πλούσιοι και ευγενείς Μάγοι εισήλθαν στον ταπεινό στάβλο ωσάν στο Παλάτιο του Βασιλέως των βασιλέων και προσκύνησαν το Βρέφος που αναπαυόταν στην φάτνη ωσάν πάνω σε θρόνο και, ανοίγοντας τους θησαυρούς της καρδιάς τους, Του πρόσφεραν τα πολύτιμα και σπάνια δώρα τους: χρυσό, για να Τον τιμήσουν ως Βασιλέα· λίβανο, όπως αρμόζει σε Θεό· σμύρνα –αρωματικό έλαιο που χρησιμοποιούσαν για την ταφή των νεκρών–, όπως αρμόζει στον Αθάνατο, που σύντομα επρόκειτο να υποστεί τον θάνατο για την Σωτηρία ημών. Για κάποιους άλλους, ο χρυσός, ο λίβανος και η σμύρνα συμβολίζουν την προσκύνηση των αγγέλων, των ανθρώπων και των έγκλειστων ψυχών στα καταχθόνια· ή την πίστη, την αγάπη και την ελπίδα που κάθε πιστός θα έπρεπε να προσφέρει δώρο στον Χριστό. Στο τέλος, οι Μάγοι ειδοποιήθηκαν σε ενύπνιο για τα άτιμα σχέδια του Ηρώδη και επέστρεψαν στην χώρα τους από άλλο δρόμομ διδάσκοντας με αυτόν τον τρόπο σε όσους πλησιάζουν τον Χριστό, να μην επιστρέψουν στην οδό της ασέβειας.


     Μετά την αναχώρηση των Μάγων, Άγγελος εμφανίσθηκε εκ νέου στον άγιο Ιωσήφ τον Μνήστορα· του αποκάλυψε ότι ο βασιλέας Ηρώδης επρόκειτο σύντομα να στείλει στρατιώτες στην περιοχή για να βρουν και να θανατώσουν το Βρέφος και τον συμβούλευσε να σπεύσει να φύγει (βλ. Ματθ. 2, 13). Δίχως να χάσει καιρό, ο Ιωσήφ μάζεψε τα λιγοστά τους υπάρχοντα, κάθισε την Παναγία και το Βρέφος στην ράχη όνου, και μέσα στην νύχτα η Αγία Οικογένεια ξεκίνησε ένα μακρύ και κοπιαστικό ταξίδι προς την Αίγυπτο, η οποία παλαιόθεν αποτελούσε καταφύγιο των Εβραίων που διώκονταν. Το επεισόδιο αυτό, το οποίο ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει ότι συνέβη αμέσως μετά την Γέννηση και την Προσκύνηση των Μάγων, θα πρέπει να έλαβε χώρα τουλάχιστον σαράντα ημέρες αργότερα, μετά την Υπαπαντή, όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (βλ. Λουκ. 2, 22-38).


     Βεβαίως, ως Θεός, ο Σωτήρ ημών, δεν φοβόταν ούτε τους στρατιώτες του Ηρώδη ούτε καμία άλλη δύναμη του κόσμου τούτου· έχοντας όμως ενδυθεί με την Ενανθρώπησή Του την ανθρώπινη φύση μας, την ασθενή και θνητή, επιθυμούσε να κρατήσει κρυφή και αφανή την κυρίαρχο εξουσία Του μέχρι να αρχίσει να κηρύττει στον λαό, την ημέρα του βαπτίσματός Του από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Πρότυπο ταπείνωσης και αποταγής, ο Ποιητής ουρανού και γης, ο υπηρετούμενος από πάσες τις στρατιές των Επουρανίων Δυνάμεων, στην αγκαλιά της Παναγίας, αναγκάζεται να φύγει ενώπιον του κινδύνου, να υποστεί την ζέστη και την κούραση του ταξιδιού, για να καταδείξει σε όλους ότι είναι αληθώς άνθρωπος και όχι κατά φαντασίαν όπως ισχυρίζονται οι αιρετικοί (δοκητές). Ήδη από την αρχή του επίγειου βίου Του, ο Χριστός δέχεται να υποστεί όχι μόνο την πείνα, την δίψα, το κρύο και τα άλλα δεινά της ανθρώπινης φύσης μας (τα αδιάβλητα πάθη), αλλά υπομένει εξορία και διωγμό, ώστε να καταστεί πρότυπο στους μέλλοντες μαθητές Του, διδάσκοντάς τους να αντιμετωπίζουν με χαρά τις θλίψεις που θα συναντούν στον δρόμο τους.


     Επιπλέον, σύμφωνα με την συνήθη πατερική ερμηνεία της Εξόδου, επέλεξε ο Χριστός ως καταφύγιο την Αίγυπτο, σύμβολο των παθών και της αμαρτίας· πατρίδα του Φαραώ, της εικόνας του δαίμονα· λίκνο δεισιδαιμονίας και ειδωλολατρίας. Για να εκπληρωθεί η προφητεία που έλεγε: «Από την Αίγυπτο κάλεσα τον Υιό Μου» (βλ. Ωσ. 11, 1), προαναγγέλλοντας με τρόπο έμμεσο ότι ήλθε στον κόσμο για να θέσει τέλος στην ειδωλολατρία και να φέρει τους ανθρώπους σε επίγνωση της Αληθείας.


     Μια παράδοση αναφέρει ότι στον δρόμο που πήγαινε το Βρέφος στην Αίγυπτο, η άλογη φύση αναγνώρισε Εκείνον που οι άνθρωποι τυφλωμένοι από τα πάθη τους δεν στάθηκαν ικανοί να αναγνωρίσουν, και λάτρευσε τον Θεό που είχε λάβει ανθρώπου μορφή. Διηγούνται μάλιστα ότι την Αγία Οικογένεια συνόδευαν λιοντάρια, που είχαν γίνει πιο ήρεμα και από αρνάκια, και χοροπηδούσαν γύρω τους παίζοντας με τα υποζύγια και τα κατοικίδια ζώα, επαληθεύοντας την προφητεία: «Τότε οι λύκοι και τ’ αρνιά θα βόσκουν μαζί και το λιοντάρι και το βόδι θα τρώνε τ’ άχυρα μαζί» (βλ. Ησ. 65, 25). Μια ημέρα το θείο Βρέφος πρόσταξε μια φοινικιά να σκύψει στην γη για να προσφέρει τους καρπούς στην Θεομήτορα, και μετά, αφού ορθώθηκε ξανά με εντολή του Χριστού, έκανε να αναβλύσει στην ρίζα της πηγή καθάριου νερού για να ξεδιψάσουν. Γύρω τους δηλαδή, η κτίση όλη περιερχόταν ξανά στην κατάσταση του επίγειου Παραδείσου, όπως μετά από μια νέα δημιουργία.


     Όταν έφθασαν στην περιοχή της Ερμοπόλεως, σε τόπο λεγόμενο «Σατίν», ο Χριστός με την Παναγία και τον Ιωσήφ εισήλθαν σ’ έναν πελώριο ναό των ειδωλολατρών που είχε 365 είδωλα, ένα για κάθε ημέρα του χρόνου. Μόλις εμφανίσθηκε η Θεοτόκος έχοντας αγκαλιά τον Θεό, που είναι η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή, όλα τα είδωλα κατακρημνίσθηκαν και συνετρίβησαν, επαληθεύοντας την προφητεία που έλεγε: «Να, κάθεται ο Κύριος πάνω σε γρήγορο νέφος και καταφθάνει στην Αίγυπτο· τα είδωλά της τρέμουνε μπροστά Του και λιώνει η καρδιά τους στον ερχομό Του» (βλ. Ησ. 19, 1).


     Η παραμονή της Αγίας Οικογένειας στην Αίγυπτο πρέπει να διήρκεσε κάτι λιγότερο από δύο χρόνια σύμφωνα με ορισμένους και μέχρι πέντε χρόνια σύμφωνα με άλλους. Όταν πέθανε ο Ηρώδης και δεν υπήρχε πλέον κίνδυνος, Άγγελος Κυρίου εμφανίσθηκε εκ νέου στον Ιωσήφ και του υπέδειξε να επιστρέψει στην Παλαιστίνη (βλ. Ματθ. 2, 19). Αντί να εγκατασταθούν στην Βηθλεέμ, που ήταν πολύ κοντά στα Ιεροσόλυμα, όπου ασκούσε ως τύραννος την εξουσία ο σκληρόκαρδος και άσπλαχνος γιος του Ηρώδη, Αρχέλαος, ο Ιωσήφ έλαβε εντολή να πορευθεί μέχρι την Γαλιλαία και να εγκατασταθεί στο ταπεινό χωριό Ναζαρέτ. Έτσι εκπληρώθηκε το λεγόμενο υπό των Προφητών: «Θα ονομασθεί Ναζωραίος» (βλ. Ματθ. 2, 23).


     Διαπιστώνοντας ότι τον ξεγέλασαν οι Μάγοι, στους οποίους είχε δώσει εντολή να τον πληροφορήσουν πού βρισκόταν το Βρέφος-Βασιλεύς το οποίο είχαν έλθει να προσκυνήσουν, ο βασιλέας Ηρώδης (37 π.Χ.–4 π.Χ.) έξαλλος από θυμό διέταξε τους στρατιώτες του να σφάξουν όλα τα αρσενικά βρέφη της Βηθλεέμ που ήταν ηλικίας μικρότερης των δύο χρόνων. Τόσο φοβόταν αυτόν τον αντίπαλο που τον ανήγγειλαν τα ασυνήθιστα σημεία και που από μακριά ήλθαν να Τον προσκυνήσουν υψηλές προσωπικότητες, ώστε προτίμησε να θανατώσει αδίκως τα αθώα νήπια μάλλον, παρά να αφήσει να του ξεφύγει το Βρέφος-Βασιλεύς· για τον λόγο αυτό έδωσε εντολή να θανατώσουν τα νήπια που γεννήθηκαν μετά την εμφάνιση του άστρου, σύμφωνα με την διήγηση των Μάγων, μέχρι την ημέρα εκείνη. Την ημέρα εκείνη, την τόσο ζοφερή για τις μητέρες της φυλής του Βενιαμίν, έγινε πραγματικότητα η προφητεία του Ιερεμία: «Φωνή ακούστηκε από την Ραμά (δηλ., την περιοχή της φυλής του Βενιαμίν), πολύς θρήνος, πολύς κλαυθμός και οδυρμός. Έκλαιγε η Ραχήλ τα παιδιά της και δεν ήθελε με τίποτα να παρηγορηθεί γιατί δεν υπάρχουν πια στην ζωή» (βλ. Ματθ. 2, 18). Πράγματι, στην Βηθλεέμ βρισκόταν ο τάφος της Ραχήλ, που έμοιαζε να έχει σηκωθεί για να ενώσει τον θρήνο της στον θρήνο των μητέρων των θυμάτων, που θανατώθηκαν για τον Χριστό και αντί του Χριστού, ως απαρχές των αγίων Μαρτύρων. Στην δυτική παράδοση τα Άγια Νήπια αναφέρονται ως «Άγιοι Αθώοι» (Saints Innocents). Ο αριθμός τους είναι μάλλον υπερβολικός και συμβολικός· υπενθυμίζει τους 144.000 εκλεκτούς της Αποκαλύψεως (17, 14).


     Μάταια ο σκληρόκαρδος βασιλέας αντιστάθηκε στην βουλή του Θεού χύνοντας το αίμα τόσων αθώων, διότι Άγγελος Κυρίου προειδοποίησε τον Ιωσήφ σε όραμα κι εκείνος πήρε το θείο Βρέφος και την Μητέρα Του και διέφυγε στην Αίγυπτο πριν αρχίσει η σφαγή. Το έγκλημα αυτό υπήρξε ένα από τα τελευταία του Ηρώδη. Ενώ σχεδίαζε την δολοφονία του γιου του Αντίπατρου, που είχε συνωμοτήσει εναντίον του, ο γηραιός βασιλέας επλήγη από ασθένεια, τόσο παράξενη, που όλοι την ερμήνευσαν ως τιμωρία εκ Θεού. Μια φωτιά μέσα στα σπλάχνα του τον κατέτρωγε αργά, τα εντόσθια και οι σάρκες του σάπισαν, σαν να ήταν ζωντανό πτώμα, και γέμισαν σιχαμερά σκουλήκια. Με τον τρόπο αυτό άφησε τον κόσμο και πέρασε στην αιώνια κόλαση, σπέρνοντας τον τρόμο μέχρι τελευταίας αναπνοής του, βασανίζοντας όλους τους αντιπάλους του και θανατώνοντας τον γιο του Αντίπατρο, σύμφωνα με τον Εβραίο ιστορικό Ιώσηπο.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις,
Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.
Ἀμήν.


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος, Δεκέμβριος,
σελ. 276–279, 282–285,
288–290 και 329–330.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Μάρτιος 2005.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου