Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

«ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΦΑΙΝΟΜΑΣΤΕ ΟΠΩΣ ΕΙΜΑΣΤΕ!»

«ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΦΑΙΝΟΜΑΣΤΕ ΟΠΩΣ ΕΙΜΑΣΤΕ!»


     Μια μέρα, πρωί-πρωί, πήρα την τσάντα μου και πήγα στον Γερο-Παΐσιο.
     –Παρά λίγο, γέροντά μου, του είπα χαμογελώντας, να με πετάξουν απ’ το μπαλκόνι κάτω επειδή είπα ότι είμαι ένας αποτυχημένος μοναχός και δεν πήρα ακόμη από τον Θεό αυτό που Του ζητώ.
     Ο Γέροντας Παΐσιος με κοίταξε σοβαρά.
     –Άκου παιδί μου, άρχισε, καλύτερα να φανούμε όπως είμαστε, ας υποθέσουμε. Μέχρι τώρα μιλούσες σαν «αββάς» και ο κόσμος νόμιζε ότι αυτά που έλεγες ήταν δικά σου. Δεν σε συνέφερε αυτό. Καλύτερα να φαινόμαστε αυτό που είμαστε.

     Ο Γέροντας ασχολήθηκε για λίγο με το κομποσκοίνι που έπλεκε και μετά συνέχισε:
     «Εδώ πιο κάτω, σ’ ένα κελί, είναι ένα καλό γεροντάκι κι είχα καιρό να πάω. Μια μέρα, λέω: “Ας περάσω μια βόλτα από το κελί του, να δω τι κάνει”. Τον βρήκα να μαζεύει ελιές. Χάρηκε που με είδε. Αν και ήμασταν γειτόνοι, είχαμε καιρό να ιδωθούμε. Μού ’κανε λίγο τσάι και καθίσαμε στο αρχονταρίκι του.
     –Τι κάνεις, γερο-τάδε; τον ρωτάω.
     »Αυτός, τότε, έσκυψε αμέσως το κεφάλι του κάτω και δύο πολύ μεγάλα δάκρυα κύλησαν απ’ τα μάτια του.
     –Απελπίστηκα πια, Γερο-Παΐσιε! μου είπε. Δεν υπάρχει ελπίς πλέον για μένα!
     –Γιατί; τον ρώτησα.
     –Να, γιατί! μου εξήγησε το γεροντάκι. Όπου νά ’ναι πεθαίνω και θα παρουσιαστώ ενώπιον του Χριστού. Βάζω, λοιπόν, τον εαυτό μου ότι πέθανα και βρίσκομαι στην ουρά αυτών που κρίνονται απ’ τον Χριστό. Εκεί λοιπόν, που λες, ο καθένας κρατάει κάτι στα χέρια του, αυτό με το οποίο ασχολήθηκε στη ζωή του: ο μοναχός την υπακοή του, οι ασκητές την άσκησή τους, οι κοσμικοί την ταλαιπωρία της ζωής τους, άλλοι την αρρώστια τους, κι άλλοι άλλα. Ο καθένας, πάντως, θα κρατάει στα χέρια του ένα κουτάκι, που θα το δείξει στον Χριστό. Ένας-ένας λοιπόν απ’ τη σειρά, παρουσιάζεται μπροστά στο θρόνο του Χριστού και δείχνει το κουτάκι του και την ταλαιπωρία του. Και ο Χριστός τού απαντάει: “Πέρνα κι εσύ!”. Και φθάνει, που λες, και η δική μου σειρά και με ρωτάει ο Χριστός: “Κι εσύ, πάτερ Μου, τι έκανες στη ζωή σου;”. Άδεια τα χέρια μου! Πώς να δικαιολογηθώ; Κάθε βράδυ μουσκεύω το στρώμα μου στο κλάμα. Πώς θα εμφανιστώ με άδεια χέρια μπροστά στον Χριστό;
     »Όσο το γεροντάκι μιλούσε, από τα μάτια του έρρεαν συνεχώς μεγάλα δάκρυα. Στο σημείο αυτό σταμάτησε κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Δεν ήξερα, συνέχισε ο Γερο-Παΐσιος, πώς να τον παρηγορήσω!
     –Κοίτα, γερο-τάδε, ας υποθέσουμε, του είπα, έχω να σου πω ένα λόγο. Απ’ την πείρα μου κατάλαβα κάτι· ότι ο καλός Θεός σ’ όλη μας τη ζωή, μας οδηγεί σ’ αυτό ακριβώς το σημείο: Να καταλάβουμε ότι το έλεος του Θεού είν’ αυτό που μας σώζει και καλύπτει τις αμαρτίες μας κι όχι τα δικά μας έργα. Όλη μας η άσκηση σ’ αυτό και μόνο αποβλέπει. Εγώ, που λες, για να το καταλάβω αυτό, έκανα μεγάλη άσκηση, όπως ξέρεις. Ε, τώρα, εσύ έτυχε να το καταλάβεις χωρίς άσκηση, δωρεάν. Δεν πειράζει, όμως! Σημασία έχει, που έφτασες στο σωστό σημείο: Να κρεμαστείς κι εσύ, όπως όλοι μας, στο έλεος του Θεού.
     »Κι έτσι, που λες, κατέληξε ο Γερο-Παΐσιος, μπόρεσα να παρηγορήσω λίγο αυτό το γεροντάκι. Και να σκεφτείς, πάτερ μου, ότι αυτό το γεροντάκι ήταν από τους μεγάλους ασκητάς του Αγίου Όρους!…».


     –Γέροντα, του είπα, πέρα απ’ τις όμορφες ιστορίες, μετά από τόσα χρόνια στον μοναχισμό, δεν πέτυχα τίποτε κι είμαι στο μηδέν. Κι εσείς καταλαβαίνετε πόσο αλήθεια είναι αυτό. Θέλω να ξαναρχίσω, αλλά δεν ξέρω από πού.
     Ο Γέροντας σταμάτησε το πλέξιμο του κομποσκοινιού και με κοίταξε. Το μειδίαμα ξαναφάνηκε στο πρόσωπό του.
     –Αν μού ’λεγες ο,τιδήποτε άλλο, απάντησε, εκτός απ’ αυτό που είπες, ξέρεις τι θα σ’ έκανα;
     –Όχι.
     –Θα σ’ άρπαζα απ’ το πόδι, θα σ’ έφερνα γύρω-γύρω στον αέρα δυο-τρεις φορές και, μετά, θα σ’ αμολούσα. Και θα προσγειωνόσουν έξω απ’ αυτόν τον φράχτη. Μην κοιτάς που είμαι αδύνατος. Γι’ αυτό, θά ’βρισκα τη δύναμη να το κάνω. Όταν η Χάρις του Θεού επισκέπτεται τον άνθρωπο, τότε ο άνθρωπος αλλάζει. Εμένα, που με βλέπεις, δεν έχω πάει σε ταβέρνα στη ζωή μου και, από 12 χρονών, προσπαθώ να ζω σαν μοναχός. Αν, όμως, η Χάρις του Θεού μ’ εγκαταλείψει για οποιοδήποτε λόγο, το βράδυ θα με δεις να φέρνω σβούρες και να χορεύω ζεμπεκιά στην ταβέρνα των Καρυών…


[Μοναχού Μιχαήλ:
«Η υπακοή
και η εκμετάλλευσή της»,
Κεφ. 10ο, σελ. 81–84.
«Η επικηρυγμένη Ορθοδοξία–1»,
Επιμέλεια κειμένου:
Μελίτα Αντωνιάδου,
Αθήνα, 1998.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου