Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

ΠΕΝΘΟΣ

ΠΕΝΘΟΣ


    Θυμάμαι, τον είχα συναντήσει για πρώτη φορά στις Καρυές του Αγίου Όρους. Έψαχνε να βρει τρόπο και μέσο για να πάει στο ίδιο Μοναστήρι όπου συμπτωματικά θα πήγαινα κι εγώ, τότε: στη Μονή του Φιλοθέου. Εν τω μεταξύ, ήδη ήμουν πάνω στο φορτηγό–ταξί, μαζί μ’ ένα τσούρμο προσκυνητές, μαζί με τα μπαγκάζια μας, τό ’να πάνω στ’ άλλο. Πρόσεξα και κατάλαβα την έκδηλη και εμφανή αγωνία του να βρει, ψάχνοντας το συγκεκριμένο φορτηγάκι με προορισμό την ως άνω Μονή και, για να τον διευκολύνω, πήρα αδίστακτα το θάρρος ή την πρωτοβουλία και τον ρώτησα να μου πει απλά πού πήγαινε. Δήλωσε τον τόπο προορισμού. Τον κάλεσα να έρθει μαζί μας. Φαινόταν ότι τα είχε χαμένα. Και, πολύ εύλογα: ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν στο Άγιο Όρος. Καλοκαίρι ήταν, θαρρώ, του 1994. Έτσι, από τότε γνωριστήκαμε.

     Εκεί στην Αθωνική γη, γνώρισε την πνευματική βιοτή μιας άλλης βαθύτερης χάρης από την οποία πήρε εκπληκτική δύναμη και θαλπωρή η καρδιά του. Ανακάλυψε τη σαγήνη και την τερπνότητα αυτής της βιοτής να υποστασιάζεται στο πρόσωπο του Γέροντος Εφραίμ, του λεγόμενου «μικρού». Για κάποιο διάστημα μπήκε διακριτικά στον κύκλο των ακόλουθων. Ήταν η ευλογημένη απαρχή μέσα στην οποία ψηλαφούσε, τότε, το μυστήριο του ευαγγελισμού και της δικής του πρωτόγνωρης αναπτέρωσης. Είχε μια εξαίσια λαμπρότητα, μια καλότατη χάρη νεοφώτιστου, χωρίς όμως να γίνεται απότομος, απορριπτικός, πληκτικός, φαιδρός, αδιάκριτος και γραφικός.

     Θυμάμαι καλά εκείνα τα ωραία χρόνια της πρώτης του αγάπης με τον Χριστιανισμό, έτσι όπως αυτός βιώνεται παραδοσιακά στον Άθω: ήταν σοβαρός, είχε συστολή, σεμνότητα και μετριότητα. Έδειχνε ένα ζήλο και μια πιστότητα, αλλά συνάμα έδειχνε να έχει και μια ανανεωμένη βούληση, μια ωριμότερη κρίση και μια βαθύτερη συναίσθηση. Ποια συναίσθηση; Τη συναίσθηση των προσώπων και των πραγμάτων, των ανθρώπων με αδυναμίες και με ατέλειες που τόσο κατατρύχουν πάντα την πνευματικότητα του βάθους, την ελευθερία του φωτισμένου ήθους.

     Ασφαλώς ο ίδιος δεν ήτανε «φυτό». Γιατί, εάν ήτανε, θα έχανε την ευπρέπεια και την ομορφιά ενός ανθρώπου που αγωνίζεται να είναι ειλικρινής και αυθεντικός. Έζησε από κοντά τα πράγματα, τα έζησε κι από μακριά. Ήταν παρών, ήταν και απών. Πίστευε με άδολα ερωτήματα, με άκακες αμφισβητήσεις, με ειλικρινείς καταφάσεις, με γενναίες αρνήσεις, με την ανεπιτήδευτη συμφωνία του, με ανενδοίαστη την προσωπική του διαφοροποίηση. Σεβόταν το παραδεδομένο, δεν αψιμαχούσε μ’ αυτό. Αλλά διψούσε να βιωθεί η αγία πίστη στην αγκαλιά της ελευθερίας του. Δεν εγκατέλειπε το μύχιο και διψαλέο αίτημα της κρίσης του για τη βλάβη –ίσως και βολή– της ρομποτικής και ανελεύθερης ζωής. Δεν στράβωνε τα μάτια του για κατ’ επίφαση φώτα με ημερομηνία λήξεως. Δεν χρύσωνε το χάπι για θρησκευτικά λαμπυρίσματα της πρόσκαιρης αβάθειας ή επίδειξης των ανθρώπων. Απαξίωνε τα στεγανά της λογικής του θρησκευτικού συστήματος.

     Κοντοστεκόταν με έντονο προβληματισμό μπροστά στα πυροτεχνήματα, στα τεχνάσματα και σε όλα τα «δηθενικά»–μηδενικά κατά το καλοκάγαθο διάβα του στις ρύμες της πνευματικότητας. Αποστρεφόταν τις μεθοδεύσεις, τις κλίκες, τις ομάδες, τις ταμπέλες και τις κατηγοριοποιήσεις. Έψαχνε σιωπηλά συνεχώς και μονίμως τα δύσκολα, τα δυσεύρετα, τα σπάνια, τα κρυμμένα. Ήθελε και γύρευε την πρωτοχριστιανική απλότητα και την ευαγγελική αδολότητα. Ορεγόταν αδιάπτωτα τη γαλήνη του Μυστηρίου, που οπωσδήποτε δεν υπάρχει στο προσκήνιο. Διψούσε τον Θεό μονάχα σαν αγάπη. Απέρριπτε την εύκολη και φτηνή λύση του απολύτου για τον ανθρώπινο στοχασμό. Το στοχασμό που είθισται να τον απειλεί και να τον πολεμάει ο κυνισμός, η φαντασία και το πικρόχολο θέλημα. Κράταγε αποστάσεις από την ανελευθερία και τη σκουριά της εξουσίας. Γύριζε τα νώτα στο ψευδοπρονόμιο της απόρριψης ή της τιμωρίας που δίνουν μικρονοϊκά, ένιοι ή πολλοί, στη θεία Παντοδυναμία. Κούρνιαζε στο ενδόμυχο μονάκριβο όνειρο της ψυχής του· μιας ψυχής, πραγματικά ευαίσθητης, πραγματικά τραυματισμένης, που πρόσμενε και λαχταρούσε σημαντικά και ουσιώδη μεγέθη. Πάλευε με τη μελαγχολία που σα βαριά κουρτίνα τού έκρυβε τις πιο όμορφες και γλυκιές θέες. Ενίοτε, κατάφερνε κι έβγαινε έξω από τα όρια του ορθολογισμού του και θήρευε με σιγηλή αγωνία, με προσευχητικό νόστο την απολύτρωση από τα πάθη, από τις σκιές του εαυτού του, από τις πανανθρώπινες σκιές όλων μας.

     Σπούδασε στο εξωτερικό (στην Αγγλία) με πολύ αγάπη, ελπίδα, πίστη και όρεξη την τέχνη της φωτογραφίας. Η αντίληψη και η αίσθησή του, ήταν φωτογραφική, παραστατική, εποπτική, σκηνοθετική. Το σπινθηροβόλο βλέμμα του ήταν το προνόμιό του, η μάχαιρά του, η αρετή του και το μαρτύριό του. Με τη διεισδυτική του ματιά μπορούσε να κρίνει και να αφουγκραστεί, να καταλάβει και να εννοήσει. Με ασυμβίβαστη τη στόφα του, αρνήθηκε να καθηλωθεί και να μπει στην ανιαρή και συμβατική σειρά των λοιπών συναδέλφων φωτογράφων, που ως επί το πλείστον θέτουν σε εφαρμογή την τέχνη τους αποκλειστικά και μόνο για γάμους και βαπτίσεις. Επέλεξε αναγκαστικά ν’ ασχοληθεί με άλλο επάγγελμα. Τον έψαχνα από νομό σε νομό, στην κάτω και πάνω Πατρίδα, από πόλη σε πόλη. Μ’ έψαχνε κι αυτός να με βρει εάν και όποτε είχε κοντινή πορεία με το πατρικό μου. Τα λέγαμε, τα γελούσαμε, τα σαρκάζαμε, τα ειρωνευόμασταν, τα σιωπούσαμε με το ντελάλισμα, τα φλυαρούσαμε με τη σιωπή. Ο καφές μας πάντοτε εγκάρδιος· άλλοτε συχνός, άλλοτε αραιός. Οι συντυχίες μας, δεν ήταν ποτέ τυπικές, επίπεδες, στείρες, ξύλινες, ανούσιες και ακίνδυνα ευπρεπείς. Έπεφτε με πάταγο όλη η σκονισμένη αυλαία του κόσμου στην ενθουσιαστική κριτική μας. Αναδυόταν το ευγενές όραμα της παλλόμενης καρδιάς στ’ αλισβερίσια μας. Οι διάλογοί μας, κράταγαν κραταιό τον πόθο και το ίσο για μια ζωή γεμάτη αυθεντικότητα και αξία, για μια εράσμια τελειότητα που ωστόσο δεν είχε σχέση με την ουτοπία και τη φαντασία. Γενικά και ειδικά, δεν υπήρχαν κανόνες. Φιλία ορατή και φιλία αόρατη. Φιλία έντιμη και απλή, από την αμφίπλευρη πολλή ειλικρίνεια.

     Όταν έγινα παπάς, τον ένιωθα κάπως να «γέρνει» πιο πολύ πάνω μου. Λες και ήμουν ένας ώμος αποκλειστικά για τ’ αναγκαία αποκούμπια στα ενδοβάσανά του, για το ποθητό μοίρασμα των εξάρσεων της περιστασιακά πηγαίας χαράς του. Ομολογώ, ότι προσπάθησα να το αποφύγω ευγενικά και αδήλωτα, αλλά πάντα ανεπιτυχώς. Ένιωθα βάρος που με εκτιμούσε τόσο. Χαιρόταν να με βλέπει. Ειδικότερα χαιρόταν που αισθανόταν την Ιερωσύνη του Χριστού όταν αντίκριζε έναν άνθρωπο δικό του, που ήταν για χρόνια οικείος, κοντινός και γνώριμός του, να φέρει αναξίως τη σφραγίδα αυτής της Ιερωσύνης.


     Όταν ήρθε η ανεργία στη ζωή του, μαζεύτηκαν και τα σταχτόχρωμα τα σύννεφα γύρω από τη φιλήσυχη ψυχή του. Όταν ήρθε η στυγνή απόρριψη του μισάνθρωπου και απρόσωπου συστήματος, σπάραξα μαζί του, παρόλο που δεν το έδειχνα. Παρακολουθούσα το ολοένα πιο βαρύ γκρίζωμα του τοπίου της ψυχής του. Ήρθαν τα χρόνια του εσωτερικού μαρασμού. Τα σαράκια απόκτησαν ξαφνικά δύναμη και ένταση. Τρελαινόταν στην ενδιάθετη πίκρα του. Λύγιζε στην ανομολόγητη και τεταμένη απελπισία του. Έκανε ισχυρό αγώνα να κρατάει ψηλά το κεφάλι, δαγκώνοντας τις ενδόστερνες θλίψεις του. Ο πιο άνισος αγώνας, τελικά, είναι αυτός με τον εαυτό μας.

     Ίσως και να λέω δημόσια ψέματα και να βαυκαλίζομαι τώρα μ’ αυτό που θέλω να πω: Ήμουν συνειδητά και ολόψυχα μαζί του, όσο μπορούσα βέβαια και όσο αυτός μου επέτρεπε. Ίσως και να μην ήμουν όσο θά ’πρεπε και όπως θά ’πρεπε εντάξει μαζί του. Καθόλου απίθανο. Ίσως και το μόνο βέβαιο. Ποτέ η αγάπη δεν κάμνει στην εντέλεια το αγαπητικό της χρέος. Ποτέ δεν μπορεί ν’ αφαρπάζει κανείς το Α (Άλφα) της, με το βόλεμα της φιλαυτίας του. Ποτέ δεν καταλαμβάνει το Ω (Ωμέγα) της, δίχως ταπείνωση. Και η ψυχή –κυρίως η ευαίσθητη ψυχή– έχει πάντα μεγάλες προσδοκίες και μεγάλες απαιτήσεις από τους γύρω ανθρώπους της, τους οποίους θεωρεί αναμφίβολα δικούς της και αδελφούς της. Μπορεί να είναι από εγωισμό αυτό, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να είναι και από το ίδιο το ενδοφυές ανεξερεύνητο μυστήριο της ψυχής. Δεν είναι δα και εύκολο πράγμα να μαλακώνεις και να παρηγορείς μια ύπαρξη, μια ψυχή!

     Του πρότεινα φιλικά και σοβαρά την οδό και τον τρόπο της Εξομολόγησης, της σύνδεσής του μ’ έναν Πνευματικό που να βρισκόταν σιμά του. Πλάϊ στο είναι του, στα προβλήματα που χερσώνουν τον αγρό της καρδιάς. Στα χοϊκά πάθη που καταδυναστεύουν τη μειλίχια ομορφιά της εικόνας μας. Το δέχθηκε ευχαρίστως. Γιατί κουβαλούσε αυτή την ανάγκη, πολύ αισθαντικά μέσα του. Του έκλεισα ραντεβού. Μετά το «πέρας» της συνάντησής του με το ατελεύτητο Μυστήριο της Αγάπης ως Συγχώρεσης του Θεού Πατέρα, ένιωσα απερίγραπτα την έντονη χαρά του και την μεγάλη του ανακούφιση. Και είδαμε τότε μαζί και πάλι ανοιχτά και απύλωτα τα Ουράνια· όμβριζε έλεος και χάρη, δύναμη και ενίσχυση παντού. Σ’ εκείνη την ειρηνική και νηφάλια κατάσταση της χάριτος και της χαράς του, ακόμη θυμάμαι καθαρά εκείνο το δικό του το σταράτο και θερμό «ευχαριστώ!» προς την πανευτέλειά μου, να στέφει την προσωπική του νίκη και κραταίωση. Αποποιήθηκα εντελώς την αποδοχή της ευχαριστίας του, γιατί πάνω απ’ όλα και πάνω απ’ όλους, υπάρχει και ο Θεός. Σ’ Αυτόν μονάχα ανήκει κάθε δώρο ευχαριστίας και κάθε ευχάριστο δώρημα.

     Μου έδινε θάρρος που έπαιρνε θάρρος από τα διάφορα θέματα των αναρτήσεων. «Γράφεις πολύ ωραία. Πότε θα γράψεις ένα βιβλίο;», μου έλεγε σοβαρά και απαιτητικά θα έλεγα, με μία ισχυρή ενατένιση που μόνο ένα «ναι» περίμενε από μένα και τίποτ’ άλλο. Κι εγώ, πάλι, γελούσα μ’ αυτή του την πρόταση, θεωρώντας την εκ προοιμίου «υπερβολική» από τη δεδομένη αγάπη του. Θυμάμαι, ήταν τότε εκεί και η νύφη μου μαζί, η Φανή, η οποία συμφώνησε μαζί του και, ξαφνικά, έγιναν «ένα κόμμα» οι δυο τους σ’ αυτή τη φαεινή ιδέα. Με παρακολουθούσε, με την καλή έννοια· έμενε πιστός με τον πολύ ιδιαίτερο τρόπο του· κάποτε κοντινός συμφωνητής, κάποτε αλλαργινός διαφωνητής. Είχε πηγαίο και καλό χιούμορ, αστειευόταν αυθόρμητα με τη ζωή και πάλευε σθεναρά να μην καταποθεί από το μαράζι, από τον λυγμό, από το κλάμα, από τον χαμό που χαράζουν ως συνήθως οι έσωθεν λογισμοί, οι ιδέες του αυτοσπαραγμού και οι γύρω επάρατες καταστάσεις της ανθρώπινης καθημερινότητας. Ένα παντοτινό παιδί, ένας πολυμήχανος έφηβος, που ένιωθε το μυστήριο της ζωής που τού ’λαχε, άλλοτε σαν λιακάδα κι άλλοτε σαν καταιγίδα.

     Τα φετινά Χριστούγεννα, θέλησα και του έστειλα μια ευχή. Μήνυμα στο κινητό. Αμφιβάλλω εάν την διάβασε. Η βαριά σιωπή του, μ’ ανησύχησε· μ’ έβαλε σε ιδιαίτερες σκέψεις. Πήγα ενστικτωδώς στον Fb τοίχο του και είδα εκεί κάτι περίεργα αποχαιρετιστήρια σκοτεινά μηνύματα από καταλυπημένους φίλους· «έφυγες νωρίς», «θα σε θυμάμαι πάντα» κλπ. Τρελλάθηκα! Έπαιξα «κρυφτούλι» προς στιγμή με τον εαυτό μου κι αρνήθηκα να πιστέψω. Πήρα κατευθείαν τηλέφωνο σπίτι του. Εκεί χάθηκαν όλα τα σαθρά καταπλάσματα των αυταπατών μου. Παράταση στον μύθο, δεν χωράει. Όλο το φρέσκο, το μελανό και μολυβένιο πένθος πέρασε ορμητικά μέσα από το μαύρο σύρμα, μέσα από το καλώδιο. Και από το καλώδιο, μέσα στην απορημένη και αιφνιδιασμένη ψυχή μου.

     Ο Χρήστος έφυγε με τον πιο ξαφνικό και αδιανόητο τρόπο. Ο παλμός και η συνέχεια της ζήσης του παύθηκε αιφνίδια, αναπάντεχα, απροσδόκητα, ανίδεα, ανερμήνευτα και ανεξήγητα. Ατέλειωτα τα δικά μας τα «γιατί» θ’ ακολουθούν πιστά το αλάργεμά του και κραυγές έμπονης διαμαρτυρίας θα στέφουν παντοτινά τη φυγή του. Τόσο σύντομη και ψεύτικη η ζήση μας, τελικά! Τόσο αδύναμη και αραχνοΰφαντη! Τόσο καλοπροαίρετες και φιλότιμες καρδιές, για έναν τόσο αποτρόπαιο, μικρό, υποκριτικό, ποταπό και ζοφερό κόσμο! Η λογική μας, πάντα ανίκανη να ερμηνεύσει και να διερευνήσει, σκοντάφτει και παραλύει. Θέλοντας και μη, πια, γονατίζει στην αγάπη του Θεού. Αυτή, είναι η μόνη που γνωρίζει πώς να θεμελιώνει ισορροπίες όταν όλα φαίνονται να καταρρέουν παντοτινά, όταν όλα γύρω σαρώνονται ανήλεα και αποκαρδιωτικά.

     Αν και είναι περιττό να το πω, να όμως που το λέω: η καρδιά μου θα τον θυμάται πάντα. Τώρα, νιώθω αλαφιασμένος στην απουσία του. Δεν ξέρω εάν δύναμαι και τι δύναμαι πνευματικά να κάνω για τη ψυχή του. Όλες οι θεωρίες μου, ακυρώθηκαν στον πόνο. Το «τέλος» του, μου δείχνει μια μυστική αρχή, μια άφραστη αλφαβήτα που πρέπει να μάθω· να την μάθω πραγματικά τώρα, όχι στα ψεύτικα· όχι, ως συνήθως· όχι, όπως πριν· και όχι, όπως πάντα. Η απουσία και η απώλεια, φέρνουν, κάθε φορά–όλες τις φορές, άλλες αλλαγές, άλλες διαστάσεις και άλλες αντιλήψεις για το είναι και για το συν–είναι και για τον κόσμο ολόκληρο, που γίνεται ένας κόσμος–άκοσμος, φρικτός και ανυπόφορος. Ας μη γελιόμαστε, νά ’μαστε ειλικρινείς· σιμά στον έσχατο πόνο του θανάτου, μια άβυσσος βιωμάτων καιροφυλακτεί, τραυματίζει και πληγώνει τη λογική, καθηλώνοντας την πιο μακάρια αυτοπεποίθηση και την πιο στέρεη ιδέα της αυτοσυντήρησης του ανθρώπου, ρίχνοντας κάτω όλες του τις ιδέες και συντρίβοντας όλα του τα είδωλα. Εύκολο να πληκτρογραφείς θεωρίες· δύσκολο να χαλυβδώνεσαι στο μυστήριο του θανάτου και του πόνου, μιας φυγής που δεν είχε νόημα κι αξία.

     Η από μέρους μας κατέμφιλη και ένστοργη «φιλο-λογία» (παρά «νεκρολογία»), όπως είναι φυσικό, πρέπει να περατωθεί. Τρέχουν τα αδύναμα λόγια του ανθρώπου, οι λέξεις, οι προτάσεις, οι εκφράσεις, οι διατυπώσεις, μαζί με τις αναμνήσεις και τις θύμησες, να προλάβουν να αναστείλουν, να ακυρώσουν, να εμποδίσουν, να απαλύνουν, να εξωραΐσουν την ήδη συντελεσθείσα φυγή και αποδημία. Έτσι γίνεται πάντα· δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει αδήριτη ανάγκη της παρηγορίας μπροστά στο θάνατο των αγαπημένων του. Η προσχώρηση του ανθρώπου στην αιωνιότητα είναι κυριολεκτικά ακράτητη· και κάποιες φορές βίαιη. Αναπόδραστος και αμετάκλητος αυτός ο έσχατος μισεμός. Η καρδιά γέρνει ανήμπορη και τανύζεται βασανιστικά στο μυστήριο του θανάτου. Ανάμεσα στο εδώ και στο επέκεινα. Και μένει γι’ αυτήν μονάχα η προσευχή μαζί με τη θεϊκή αγάπη που αποστάζουν τα ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας, προκειμένου να αφομοιώσει αυτή, όλη τη βάλσαμο και λυτρωτική δύναμη της Αναστάσεως. Μέχρι να γίνει αυτό όμως, το κάθε τι που αφήνει πίσω του ο εκδημών άνθρωπος, εύλογα μοιάζει σαν καθηλωτικός απόηχος μιας ύπαρξης που συνεχίζει πια άσαρκα και αιώνια την πορεία της.

     Η επάνω υπότιτλη φωτογραφία που βλέπετε, είναι της δικής μου ερασιτεχνικής λήψης. Εάν δεν κάνω λάθος και εάν δεν με απατά η μνήμη μου, ήτανε Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου του 2010. Μια από τις συχνές και εγκάρδιες επισκέψεις του στον ενοριακό μου τόπο.

     Πείτε μια ευχή για τον φίλο μας τον Χρήστο!
     Παρακαλώ, ει δυνατόν, όχι like, όχι κοινοποιήσεις. 
     Μια προσευχή, μόνο!
     Μια προσευχή 
     εγκάρδια, θερμή, απλή και ειλικρινής.
     Μια προσευχή, 
     ζυμωμένη με καρδιακή αγάπη και αληθινή φιλία.
     Αγάπη και φιλία, που δεν παύουν και δεν λήγουν ποτέ· 
     που τόσο είναι ανάγκη να συμπορεύονται μυστικά 
     μαζί με τον Χρήστο μας, 
     στην ακατάληπτη αιωνιότητα του Χριστού:

     «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, 
     Υἱὲ καὶ Λόγε τοῦ Θεοῦ,
     διὰ πρεσβειῶν τῆς Κυρίας Θεοτόκου,
     μνήσθητι, ἐλέησον, ἀνάπαυσον καὶ σῶσον
     τὸν κεκοιμημένον δούλον Σου, Χρῆστον!».
     Ἀμήν, γένοιτο.

     π.Δαμιανὸς




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου