Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

«ΠΩΣ ΝΑ ΜΗ ΦΟΒΟΥΜΑΣΤΕ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ»

«ΠΩΣ ΝΑ ΜΗ ΦΟΒΟΥΜΑΣΤΕ
ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ»


  
     Πώς να μη φοβούμαστε τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή;
     Στην αρχή της διαμονής μου στο Άγιον Όρος (σημ.: το φθινόπωρο του έτους 1925), η Μεγάλη Τεσσαρακοστή ήταν για μένα μια μεγάλη γιορτή: Να ετοιμαστώ για να δεχθώ την αποκάλυψη της αναστάσεώς μας! Αν δεχθούμε αυτή την αποχή από την τροφή μαζί με εμπνευσμένη προσευχή, όχι μόνο ο οργανισμός μας θα την αντέξει εύκολα, αλλά και πολλές αρρώστιες θα θεραπευτούν.

     Όσοι έχουν την ευλογία να έχουν καλή υγεία και μπορούν να απέχουν από την τροφή για μερικές εβδομάδες, φθάνουν σε κατάσταση μακαριότητας. Τα πάθη γαληνεύουν. Ζωντανό αίσθημα ειρήνης και παρουσίας του Θεού, συνοδεύει την προσευχή. Είναι κρίμα που σήμερα δεν έχουμε συχνά αυτή την αντοχή.

     Είναι αδύνατο σήμερα να επιβάλλουμε πλήρως τους κανόνες της Εκκλησίας. Εφ’ όσον είστε όλοι διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον, (με βάση την προσωπική σας δύναμη, αντοχή και κράση του οργανισμού) καθορίστε μόνοι σας τη νηστεία (κατά τη διάρκεια του λεγόμενου «τριημέρου»).

     Το μειονέκτημα των σαφώς καθορισμένων κανόνων είναι ότι καθησυχάζουν τη συνείδηση εκείνων που μπορούν να τους τηρούν και τους δίνουν την αίσθηση ότι είναι «σεσωσμένοι». Αυτό είναι πολύ αφελές. Οι Φαρισαίοι, οι ασκητές και θεολόγοι της Παλαιάς Διαθήκης, εγκρατεύονταν επίσης, αλλ’ αυτό δεν ήταν αρκετό. Ο Χριστός είπε: «Αν η ευσέβειά σας δεν ξεπεράσει την ευσέβεια των γραμματέων και των Φαρισαίων, δε θα μπείτε στη βασιλεία του Θεού» (Ματθ. 5, 20).

     Πώς θα καθαρίσουμε τη φύση μας από κάθε ίχνος προπατορικού αμαρτήματος; Αυτή είναι η έννοια της ασκητικής ζωής. Έξω από αυτή δεν υπάρχει σωτηρία. Οι εξωτερικές εκδηλώσεις της ασκήσεως, όπως είναι η τήρηση των νηστειών, δεν αρκούν.
     Οφείλουμε να γεννηθούμε εκ θεμελίων!

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ
(1896–1993)



[ (1) Αρχιμανδρίτου
Σωφρονίου Σαχάρωφ:
«Περί Πνεύματος και ζωής»
(Σταχυολόγηση:
Maxime Egger),
§101 και §103–§107,
σελ. 46–48·
Έκδοση
Ιεράς Μονή Τιμίου Προδόμου·
Έσσεξ Αγγλίας, 19951.
(2) Στην υπότιτλη φωτογραφία:
«Ρωσική Μονή
Αγίου Παντελεήμονος»·
σύγχρονο έργο
του Aleksei Evstigeniev, 1999.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΓΙΑ ΤΗ ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

ΓΙΑ ΤΗ ΝΗΣΤΕΙΑ
ΤΗΣ  ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ



      Με τον Μωσαϊκό Νόμο πρόσταξε ο Θεός τους Ισραηλίτες να ξεχωρίζουν κάθε χρόνο το ένα δέκατο από όσα θα αποκτούν και να τα αφιερώνουν στον Θεό και, κάνοντας αυτό, να παίρνουν ευλογία για όλα τους τα έργα (βλ. Λευϊτικό 27, 30· Αριθμ. 18, 21-26· Δευτερονόμιο 14, 24· Β΄ Χρονικών 31, 5).

     Έχοντας υπόψη τους αυτό οι Άγιοι Απόστολοι, σκέφτηκαν και αποφάσισαν για να βοηθήσουν και να ευεργετήσουν τις ψυχές μας, να μας παραδώσουν κάτι υψηλότερο και τελειότερο. Δηλαδή να αφιερώνουμε στον Θεό το ένα δέκατο των ημερών της ζωής μας, για να ευλογούνται έτσι τα έργα μας και κάθε χρόνο να παίρνουμε συγχώρεση.

     Λογάριασαν λοιπόν και χαρακτήρισαν σαν άγιες, από τις τριακόσιες εξήντα πέντε ημέρες του χρόνου, αυτές τις επτά εβδομάδες των αγίων νηστειών. Και, έτσι, ξεχώρισαν επτά εβδομάδες. Αλλά με την πάροδο του χρόνου συμφώνησαν να προστεθεί σε αυτές και άλλη μία εβδομάδα (η εβδομάδα της «Τυρινής»). Αυτό έγινε για να προγυμνάζονται και να προετοιμάζονται όσοι πρόκειται να μπουν στο κοπιαστικό στάδιο των νηστειών, αλλά και για να τιμήσουν τον αριθμό των ημερών της αγίας Τεσσαρακοστής που νήστεψε ο Κύριός μας (Ματθ. 4, 2).

     Αν αφαιρέσουμε τα Σάββατα και τις Κυριακές (κατά τα οποία έχουμε μερική παύση νηστείας καταλύοντας λάδι), οι υπόλοιπες οκτώ εβδομάδες γίνονται σαράντα ημέρες, τιμώντας ξεχωριστά τη νηστεία του Μεγάλου Σαββάτου, επειδή είναι πολύ ιερή αυτή η ημέρα καθώς και η μόνη ημέρα νηστείας ανάμεσα σε όλα τα άλλα Σάββατα του χρόνου. Οι δε επτά εβδομάδες, χωρίς τα Σάββατα και τις Κυριακές, γίνονται τριάντα πέντε ημέρες. Αν προστεθεί σε αυτές και η νηστεία του Μεγάλου Σαββάτου, καθώς και η μισή νύχτα της Λαμπρής, γίνονται τότε συνολικά τριάντα έξι και μισή ημέρες, που είναι ακριβώς το ένα δέκατο από τις τριακόσιες εξήντα ημέρες του χρόνου. Γιατί το ένα δέκατο του τριακόσια, είναι το τριάντα· του εξήντα, το έξι· και του πέντε, το μισό.

     Συμπληρώνονται λοιπόν έτσι συνολικά τριάντα έξι και μισή ημέρες, όπως είπαμε. Αυτή είναι η λεγόμενη «δεκάτη», όπως θα έλεγε κανείς, όλου του ενιαυτού που καθιέρωσαν οι Άγιοι Απόστολοι. Για να γίνει αφορμή αυτή η «δεκάτη» να καθαριστούμε από τις αμαρτίες και να οδηγηθούμε προς την μετάνοια.

     Μακάριος, αδελφοί μου, είναι όποιος φυλάει με επιμέλεια τον εαυτό του αυτές τις άγιες ημέρες. Γιατί και αν ακόμη, ως άνθρωπος, έτυχε να πέσει στην αμαρτία, είτε από αδυναμία είτε από αμέλεια, όμως, έδωσε ο Θεός τις άγιες αυτές ημέρες, ώστε αν αγωνιστεί με πνευματική αγρύπνια και ταπεινοφροσύνη και φροντίσει τον εαυτό του και μετανοήσει, να (μπορέσει να) καθαριστεί από τις αμαρτίες ολόκληρου του χρόνου.

     Καθένας, λοιπόν, που επιθυμεί να καθαριστεί από τις αμαρτίες του με τη νηστεία αυτών των ημερών, πρέπει πρώτα-πρώτα να προσέχει τι θα τρώει. Αλλά έχουμε όμως ανάγκη, όχι μόνο να προσέχουμε την διατροφή μας, αλλά και να απομακρυνόμαστε και από κάθε άλλη αμαρτία.  

     Ώστε, όπως ακριβώς νηστεύουμε από τροφές, έτσι να νηστεύει και η γλώσσα μας και να είναι μακριά από την καταλαλιά, από το ψέμα, από την οργή και, γενικά, από κάθε αμαρτία που γίνεται με την γλώσσα. Παρόμοια, να νηστεύουμε με τα μάτια μας· δηλαδή να μην κοιτάζουμε μάταια πράγματα, να μην πέφτουμε στην «παρρησία» με τα μάτια, να μην κοιτάζουμε κάποιον αδελφό με αναίδεια. Παρόμοια, και τα χέρια και τα πόδια να εμποδίζουμε από κάθε κακό. Και νηστεύοντας έτσι, όπως λέει και ο Μέγας Βασίλειος, με «νηστεία (που να είναι) δεκτή (στον Θεό), απέχοντας από κάθε άλλη κακία, που διαπράττεται με όλες μας τις αισθήσεις
», ας προσέλθουμε τότε, κατά την αγία ημέρα της Αναστάσεως, ανανεωμένοι, καθαροί και άξιοι…

ΑΒΒΑΣ ΔΩΡΟΘΕΟΣ


[ (1) Αββά Δωροθέου:
«Έργα Ασκητικά»,
ΙΕ΄ Διδασκαλία
(«Για τις άγιες νηστείες»),
§159–§161 και §164,
σελ. 348–351 και 354–357·
Εκδόσεις «Ετοιμασία»,
Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου·
Αθήνα, Καρέα 19832.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

ΔΩΣΕ ΣΤΟ ΣΩΜΑ

ΔΩΣΕ ΣΤΟ ΣΩΜΑ


«Δώσε στο σώμα τον νόμο του Θεού
και τότε θα δεις το σώμα
δίπλα σε Αυτόν που το έπλασε».

ΑΜΜΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑ



[«Το Γεροντικό
(Αποφθέγματα των αγίων Γερόντων)»
–Η Αλφαβητική Συλλογή–
τόμ. α΄, σελ. 132,
εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 20131.]








«ΑΘΩΟΣ ΑΠΟΛΥΤΟΣ, ΕΠΙΤΗΔΕΙΟΣ ΥΠΟΚΡΙΤΗΣ»

«ΑΘΩΟΣ ΑΠΟΛΥΤΟΣ,
ΕΠΙΤΗΔΕΙΟΣ ΥΠΟΚΡΙΤΗΣ»
–«Επιστολή σ’ έναν σύγχρονο νέο»



     Οι παλιοί δάσκαλοι στηριγμένοι στα ελληνικά κείμενα, προσπαθούσαν να μας μάθουν ότι ελευθερία σημαίνει χρέος, ευθύνη και θυσία. Με άλλα λόγια, μας έδειχναν το είδωλο ενός ΕΣΥ, για να γίνει φρέαρ ζωής μέσα μας. Από αυτό το ΕΣΥ αντλούσε την ύπαρξή της η ελληνική παιδεία, την οποία, με τόσο πάθος, άκριτοι και άρριζοι μηχανουργοί δυναμίτισαν, υπονομεύοντας και το δικό σου μέλλον.


     Αν δεν κατάλαβες τι είναι αυτό το δεύτερο πρόσωπο, θα προσπαθήσω να στο εξηγήσω. Είναι το μαχαίρι της αγάπης, με το οποίο θυσιάζουμε την αυτολατρεία μας. Είναι η αναίμακτη θυσία της μακαριότητας και της ησυχίας μας. Είναι το αδυσώπητο ερωτηματολόγιο: Τι, γιατί και ποιον θαυμάζω; Σε τι υπηρετώ και σε ποιον θέλω να μοιάσω; Τι πρέπει ν’ αποφεύγω και τι να επιδιώκω; Τι με κάνει να ντρέπομαι και τι με κάνει περήφανο; Για ποιο λόγο θέλω ν’ αγωνιστώ και τι να επιτύχω; Γιατί υπάρχω μέσα στην κοινότητα; Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα συνθέτουν το ΕΣΥ του ανθρώπου. Και εξαρτάται η διαμόρφωση του ΕΓΩ μας από το υπόδειγμα ζωής που έχουμε. Αυτό είναι παιδεία. Η ενανθρώπιση του θηρίου, η απομηχανοποίηση του ατόμου και, πάνω απ’ όλα, η συνειδητοποίηση ότι η τεχνολογία πρέπει να είναι εργαλείο του Αγαθού και όχι αυτοσκοπός. Από αυτό το ΕΣΥ εξαρτάται όχι μόνο η ερμηνεία των ατόμων, αλλά η τύχη ενός πολιτισμού.


     Όσο κι αν πεισμώνεις, φίλε, αυτό το δεύτερο πρόσωπο είναι το πιο παραγωγικό στοιχείο στις κοινωνικές διαδικασίες και αυτό χαρακτηρίζει την αυθεντική πρόοδο. Αυτήν που έχει μάτια και βλέπει ότι η δημιουργική φαντασία τρέφεται από την μνήμη. Αυτή την πραγματική πρόοδο, που καρποφορεί το καινούργιο με το λίπασμα της παράδοσης. Η πρόοδος έχει ανθρώπινο υποκείμενο. Είναι δηλαδή ηθική κατηγορία. Η τυφλή μεταβολή δεν υποκαθιστά την Ιστορία, γιατί είναι μία φυσική ουδετερότητα. Το να δίνεις σ’ αυτή την ουδετερότητα αξιολογικούς προσδιορισμούς, είναι πλάνη. Το μέλλον δεν ανήκει στον εαυτό του. Ανήκει στο ΕΣΥ που θα το προετοιμάσει. Σ’ ένα πρόπλασμα. Σε μια παιδεία.


     Ξέρω ότι αυτά που συζητούμε δεν τα αισθάνεσαι τώρα. Θα τα αισθανθείς όμως αύριο. Κι αν δεν τα πιστεύεις σήμερα, θά ’ρθει η ώρα που θα τα πιστέψεις. Το αν θα το ομολογήσεις ποτέ, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Σου θυμίζω την περίφημη εξέγερση του ’68 στο Παρίσι. Τι έγινε; Οι ηγέτες της, φαντάζομαι, είναι κουρασμένοι σε κάποιο γραφείο και εισπράττουν, ίσως, νοσταλγία και μηνιάτικο. «Συμβιβάστηκαν!...», θα μου πεις. Όχι. Συμβαίνει κάτι άλλο που θα το διαβάσεις λίγο παρακάτω και είμαι βέβαιος ότι θα εκμανείς. Υπομονή.


     Ας έρθουμε για λίγο στις δικές σου μικροεξεγέρσεις, στο θρυλικό σου «χάσμα τῶν γενεῶν» και στο γραφικό σκιάχτρο σου του κατεστημένου. Σ’ αυτά τα βολικά σου εκτοπλάσματα που πιστοποιούν ότι οι νέοι έχουν πάντα δίκιο και οι γέροι πάντα άδικο. Για να επιβάλεις το δίκιο σου, εξεγέρθηκες, βγήκες στους δρόμους, φώναξες, έδειρες γέρους και γυναίκες, έσπασες προθήκες, έγινες προκλητικός, βίαιος, άγριος, «ἀλλοιῶς ὡραῖος» που λέει ο ποιητής. Έγινες και συ, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων σου και κατά το μέτρο των συνθηκών της εποχής σου, «ἥρως»!


     Για την παρέα σου, ήσουν αξιοθαύμαστος. Για το μαντρί σου, ήσουν χρήσιμος. Για τον απλοϊκό παρατηρητή, ήσουν μια χαλασμένη γενιά. Για τους κοινωνιολόγους, μια αυτόματη έκρηξη διαμαρτυρίας. Για τους γονείς σου, ένα ανεξήγητο πρόβλημα. Για τους ρομαντικούς, ένας Δον Κιχώτης. Για τους ψυχολόγους, μια φυσική εκδήλωση των ορμών της ήβης. Μπορεί να υπήρχε κάτι απ’ όλα αυτά μέσα σου. Και κανένα από αυτά δεν είναι αβάσιμο. Επίτρεψέ μου, όμως, να προσθέσω κι εγώ κάτι σ’ αυτά, που, όπως σου είπα λίγο πριν, θα σε κάνει έξω φρενών. Και θα σε κάνει έξω φρενών, όχι γιατί χρησιμοποιώ τον ισοκράτειον «λόγον τὸν τολμῶντα ἐπιπλήττειν», που είσαι ασυνήθιστος σ’ αυτόν, αλλά διότι πρόκειται να φανερώσω ένα μυστικό σου, φίλε. Και το ξέρω αυτό το μυστικό, γιατί πέρασα όλη μου την ζωή αμετακίνητα με την δική σου ηλικία που υπήρξε το μόνιμο δικό μου ΕΣΥ. Και μπορεί βέβαια να νοσταλγώ με τους στίχους του Ελύτη το ιδανικό σου πρόσωπο:

        «Χαῖρε πρώτη νεότης μου
        καὶ ἀδάμαστο χείλι
        ποὺ τὸ βότσαλο δίδαξες τῆς τρικυμίας
        καὶ τῆς βροντῆς ἀντιμίλησες».


     Δεν μπορώ όμως να μη σου πω ότι, στην περίπτωσή σου, πότε καμάρωνα εσένα τον αθώο απόλυτο και πότε αιφνιδιαζόμουνα με έναν επιτήδειο υποκριτή. Και το μυστικό σου ακριβώς είναι, ότι δύνασαι να είσαι και αθώος και υποκριτής. Και, είσαι υποκριτής, με την διπλή σημασία του όρου. Δηλαδή, η περίπτωσή σου, βρίσκεται δυσεξιχνίαστη κάπου ανάμεσα στην υποκρισία και στην υποκριτική. Τέχνη της ηλικίας σου, που θα σου την εξηγήσω, όσο μπορώ καλύτερα.


     Κάθε φάση της οργανωμένης ή και της ανοργάνωτης ζωής, έχει το θέατρό της. Είναι το απαραίτητο παιγνίδι της. Παίζουμε και πάνω και κάτω απ’ την Σκηνή. Υποκρινόμαστε κάτι. Έναν ανθρώπινο τύπο, μια κατάσταση, μια ιστορία. Ενσαρκώνουμε ρόλους. Είναι το μεγάλο παιγνίδι του «ΤΙ ΕΙΜΑΙ» και του «ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΔΕΙΞΩ ΟΤΙ ΕΙΜΑΙ» στους άλλους. Ο ηθικός εκπεσμός της σημασίας στην λέξη «υποκριτής» χαρακτηρίζει το πράγμα.


     Λοιπόν. Έτσι και συ έπαιξες το θέατρό σου με πάθος και φανατισμό, ως προς το ρεπερτόριο και τους ρόλους, ακολουθώντας το ήθος και το ύφος, την «ώρα» της εποχής σου. Δεν λέω. Κάθε άνθρωπος παίζει, κάθε ηλικία παίζει, αλλά η νεανική ηλικία είναι ταλαντούχος στο παίξιμο. Γιατί έχει ανάγκη να την θαυμάζουν, είτε κάνει το γύρο του θανάτου με το μηχανάκι είτε παριστάνει τον Σπάρτακο είτε αντιγράφει τους Μπόνυ και Κλάιντ («Bonnie Αnd Clyde»: αμερικάνικη αστυνομική ταινία του 1967). Αυτή η ανάγκη της επιδείξεως παρατηρείται βέβαια σε κάθε γενιά. Και εξαρτάται από την ποιότητα και το είδος των έργων που προσφέρει η παιδεία και η ιδεολογία κάθε εποχής, για να αξιολογηθεί μια παράσταση, ως τραγωδία ή κωμωδία. Γιατί συχνά το θέατρο της ήβης μεταβάλλεται σε θέατρο της Ιστορίας, όταν υπάρχουν οι συνθήκες. Μη με παρεξηγήσεις και νομίσεις ότι μιλάω γι’ αυτό το θέατρο. Μιλάω για το καθημερινό θέατρο των ποικιλιών, που το παρακολουθούμε θέλοντας και μη.


     Και πρέπει να ομολογήσεις ότι αυτό το θέατρο το έπαιξες με την ψυχή σου. Έκανες το παν για να μας καταπλήξεις. Αν η θεατρική σου προσφορά είχε ή δεν είχε ποιότητα και ειλικρίνεια, αυτό θα το καταλάβεις ύστερα από λίγο, όταν η πραγματικότητα σε υποχρεώσει να αποστασιοποιηθείς. Όταν δηλαδή σε λίγο χάσεις και θίασο και κοινό. Όταν καταλάβεις και συ, όπως όλοι μας, ότι το παιγνίδι της «μεγαλειότητάς» σου «ἦταν ἀγέρας κι’ ἔφυγε, κορυδαλλὸς κι’ ἐχάθη», που έλεγε κι ο Νίκος Γκάτσος (1911–1992). Δεν θέλω να σε τρομάξω, αλλά να σε προετοιμάσω, γιατί σε λίγο ίσως αναγνωρίσεις ότι η πραγματικότητα του «τέλους του παιγνιδιού» μοιάζει με την ζοφερή κωμωδία του ομώνυμου έργου του Σάμιουελ Μπέκετ (1906–1989).


     Η επιστολή μου αυτή, δεν ήταν βέβαια το χειροκρότημα που θα ήθελες, που το έχεις συνηθίσει και που το έχεις ανάγκη. Ωστόσο, κλείνει αυλαία το γράμμα μου. Για μένα, σημασία έχει ότι υπήρξα ένας πιστός θεατής σου. Γι’ αυτό ένιωσα την ανάγκη «νὰ σοῦ δώσω τὴν λέξη», χωρίς να περιμένω να «μοῦ δώσεις τὸ χέρι σου», όπως θα το ήθελε ο Ανδρέας Εμπειρίκος (1901–1975). Και είναι φυσικό. Αυτά που σου έγραψα δείχνουν σαφέστατα ότι δεν σε εκτιμώ. Δεν τα παίρνω πίσω. Η αλήθεια όμως είναι ότι, ενδόμυχα, παρακαλώ και προσεύχομαι να με διαψεύσεις. Νιώθω δηλαδή, σαν το πλατωνικό εκείνο νευρόσπαστο στον «Φαίδωνα», που έχει τον πόνο και την χαρά, αν και είναι δύο συνημμένα εκ μιάς κορυφής.


     Και δεν ξέρω γιατί, αλλά νιώθω την ανάγκη να κλείσω την επιστολή μου αυτή, φίλε, με τους παρακάτω στίχους του Μίλτου Σαχτούρη (1919–2005):

        «Σήμερα
        κοιτάξτε καλὰ αὐτὸ τὸ βουνὸ
        κοιτάξτε καλὰ αὐτὸ τὸ δάκρυ τοῦ Θεοῦ
        γιατὶ αὔριο θὰ στεγνώσει.
        Αὔριο, δὲν θὰ βλέπετε τίποτα πιά».

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 8 Νοεμβρίου 1984


ΤΑΣΟΣ ΛΙΓΝΑΔΗΣ
(1926–1989)


[Τάσου Λιγνάδη:
«Καταρρέω»,
α΄ μέρος, κεφ. 7ο, 
(«Το Εσύ του ανθρώπου – 
Επιστολή σ’ έναν σύγχρονο νέο»), 
σελ. 43–47,
εκδόσεις «Ακρίτας»,
2η επανεκτύπωση, Μάιος 1990.]









Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

ΤΡΙΣΑΓΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ

ΤΡΙΣΑΓΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ


     «Να μην μπερδεύουμε το θέλημα του Θεού με τον πειρασμό και με όσα φέρνει ο πειρασμός. Ο Θεός αφήνει τον διάβολο ελεύθερο μέχρις ενός σημείου να πειράξει τον άνθρωπο και τον άνθρωπο τον αφήνει ελεύθερο να κάνει το καλό ή το κακό. Δεν φταίει όμως ο Θεός για το κακό που θα κάνει ο άνθρωπος.
     Ο Ιούδας, λ.χ., ήταν μαθητής του Χριστού. Μπορούμε να πούμε ότι ήταν θέλημα του Θεού να γίνει προδότης; Όχι· αλλά ο ίδιος ο Ιούδας επέτρεψε στον διάβολο να μπει μέσα του.
     Κάποιος είπε σε έναν ιερέα: “Πάτερ, σε παρακαλώ, κάνε ένα Τρισάγιο για τον Ιούδα!”. Λίγο–πολύ, ήταν σαν να έλεγε: “Εσύ, Χριστέ, είσαι άδικος! Έτσι ήταν θέλημά Σου: να Σε προδώσει ο Ιούδας. Γι’ αυτό, τώρα, βοήθησέ τον!”...».


ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924—1994)

[Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου:
«Λόγοι Δ΄ – Οικογενειακή ζωή»,
μέρ. 5ο, κεφ. 1ο, σελ. 201,
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσ/νίκης, Δεκέμβριος 20021.]





ΧΩΡΩ–ΠΡΟΧΩΡΩ–ΑΠΟΧΩΡΩ

ΧΩΡΩ–ΠΡΟΧΩΡΩ–ΑΠΟΧΩΡΩ


Ἔχω ἕνα κουπὶ ποὺ τὸ λένε «Ἐλπίδα».
Μ’ αὐτὸ μονάχα χωρῶ καὶ προχωρῶ στὴ ζωή. 
Καὶ μ’ αὐτὸ ἀποχωρῶ
ἀπὸ κάθε ἀπόγνωση κι’ ἀπὸ κάθε θάνατο.

π.Δαμιανὸς








ΚΑΚΟΚΑΙΡΙΑ

ΚΑΚΟΚΑΙΡΙΑ


«Τα δέντρα,
αν δεν περάσουν κακοκαιρίες και βροχές,
δεν μπορούν να καρποφορήσουν.
Έτσι και για εμάς·
η ζωή αυτή είναι περίοδος κακοκαιρίας,
και αν δεν περάσουμε μέσα
από πολλές δυσκολίες και πειρασμούς,
δεν θα μπορέσουμε να γίνουμε κληρονόμοι
της Βασιλείας των Ουρανών»
(πρβλ. Πράξ. ιδ΄ 22).


ΑΜΜΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑ



[«Το Γεροντικό
(Αποφθέγματα των αγίων Γερόντων)»
–Η Αλφαβητική Συλλογή–
τόμ. α΄, σελ. 131,
εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 20131.]





Ο ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΛΟΓΟΣ

Ο ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΛΟΓΟΣ



Κύριε Πρόεδρε, τὰ σέβη μου.
Κυρίες καὶ κύριοι Βουλευταί·

Ὑπάρχει καιρὸς τοῦ λέγειν,
ὑπάρχει καιρὸς τοῦ ἀντιλέγειν,
ὑπάρχει καιρὸς τοῦ ψέγειν.
Σήμερα γιὰ μένα
θὰ εἶναι ὁ καιρὸς τοῦ ὑμνεῖν αἶνον,
ἔπαινον, τοῦ ὑμνεῖν τὴν Ἰλιαδορωμιοσύνη.

Κύριες καὶ κύριοι Βουλευταί·

«Ἔρχομαι ἀπὸ μακρυά.
Οἱ συλλέκτριες τῶν κρόκων τῆς Θήρας
πορεύονται πλάϊ μου, κι ἀπό κοντά,
παγεμένες μέ τόν ἄνεμο τόν βόρειο,
οἱ Μυροφόρες,
ὡραῖες μές στά τριανταφυλλιά τους
καί τή χρυσὴ τῶν ἀγγέλων ἀντανάκλαση».
[Ὀδυσσέας Ἐλύτης]

Κύριοι καὶ κυρίες Βουλευτὲς ἢ Βουλευτῖνες
ἢ κυρίες καὶ κύριοι, σύντροφοι καὶ συντρόφισσες·

Ἐπειδὴ σήμερα, αὔριο, παραπέρα,
αὐτὲς τὶς ἡμέρες,
ὅπως πάντοτε, ἀείποτε καὶ συνεχῶς,
θὰ βυσσοδομοῦν πάλι
ἡ κουστωδία τῶν δυσσεβῶν Βρυξελλῶν
καὶ ἐκεῖνος ὁ ἀρχέκακος ὄφις, ὁ Ἀλεμανός,
γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς
θὰ πρέπει νὰ ξαναγυρίσουμε
στὸν καθ’ ἡμᾶς τρόπον.
Ποιός εἶναι ὁ τρόπος μας;

Αὐτός:
«Πᾶσαν μὲν θάλασσαν καὶ γῆν ἐσβατὸν
τῇ ἡμετέρᾳ τόλμῃ καταναγκάσαντες γενέσθαι,
πανταχοῦ δὲ μνημεῖα κακῶν τε κἀγαθῶν
ἀΐδια ξυγκατοικήσαντες» 
[Θουκυδίδης].


Καὶ ἐπειδὴ θὰ ἐπανέλθουν πάλι οἱ δυσσεβεῖς
καὶ οἱ ἄλλοι Ἀλεμανοὶ καὶ ὡς ἀρχέκακος ὄφις,
ἐμεῖς ξέρουμε
ὅτι θὰ συμπαραταχθοῦμε,
θὰ συμπορευθοῦμε,
θὰ συμπολεμήσουμε τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ,
«πού ’χει στὰ μάτια της ψηφιδωτὸ τὸν καημὸ τῆς Ῥωμηοσύνης» 
[Γ. Σεφέρης].

Βεβαίως, ἐμεῖς διδάξαμε στὴν Οἰκουμένη, ἐμεῖς διδάξαμε
πάντοτε, ἐς ἀεὶ καὶ ἀείποτε καὶ ξανὰ καὶ ξανὰ
ὅτι σ’ αὐτὸν ἐδῶ
τὸν χρονικῶς ὑπεράχρονο τόπον,
σ’ αὐτὸν τὸν τόπον,
στὴν κορυφὴ τοῦ Ὁμήρου
καὶ στὸ ἀκροθίνιον τοῦ Ὀλύμπου,
ἐμεῖς οἱ Ὀλύμπιοι διδάξαμε ἐδῶ
ὅτι ἡ Ἔρις γίνεται Ἔρως.
Ναί, ἡ ἔρις γίνεται ἔρως,
ἔρως ἐλευθερίας
καὶ φυσικὰ ξέρουμε πολὺ καλὰ
ὅτι ξεκινοῦμε ὅπως πάντα
ἐδῶ καὶ τρεῖς χιλιάδες [χρόνια] ἡττημένοι,
ἀλλὰ ὡς ἡττημένοι
εἴμαστε αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι
θὰ ξαναδώσουμε
σ’ αὐτὸν τὸν πλανήτη
τῶν πεπλανημένων πλανητῶν καὶ τῶν πλανήτων,
τὴν καθ’ ἡμᾶς καθεστηκυῖαν πολιτείαν 
[Ἀριστοτέλης].

Ποιά εἶναι ἡ καθ’ ἡμᾶς καθεστηκυῖα πολιτεία;
Μία καὶ μόνη·
«Σὲ τοῦτα ἐδῶ τὰ μάρμαρα
κακιὰ σκουριὰ δὲν πιάνει!» 
[Γιάννης Ῥίτσος].

ΚΩΣΤΑΣ ΖΟΥΡΑΡΙΣ