Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ


     Σχετικά με τον άγιο Σπυρίδωνα, τόσο μεγάλη καθαρότητα βίου υπήρχε στον βοσκό αυτόν, ώστε να αξιωθεί να γίνει ποιμενάρχης μιας από τις πόλεις της Κύπρου, της Τριμυθούντος. Σ’ αυτόν έλαχε ο κλήρος να γίνει επίσκοπος και, επειδή δεν είχε καθόλου υπερηφάνεια, παράλληλα προς την επισκοπή, έβοσκε και τα πρόβατα.

1. «Για να μην πάει χαμένο το ξενύχτι»

     Κάποια λοιπόν μεσάνυχτα όρμησαν κρυφά κλέφτες στη μάνδρα των προβάτων του και κοίταγαν πώς να κλέψουν τα πρόβατα. Ο Θεός όμως που φυλάγει τον ποιμένα, έσωσε και τα πρόβατα. Γιατί οι κλέφτες δέθηκαν από κάποια αόρατη δύναμη στη μάνδρα, ώσπου ξημέρωσε και ήλθε και ο ποιμένας στα πρόβατα. Μόλις τους βρήκε ακίνητους με τα χέρια οπισθάγκωνα, κατάλαβε τι συνέβη. Προσευχήθηκε τότε και τους έλυσε με την προσευχή του. Και δίνοντάς τους πολλές νουθεσίες να φροντίζουν να ζουν με δίκαια μέσα, με τίμιους κόπους και όχι με αδικίες, τους άφησε ελεύθερους χαρίζοντάς τους κι από ένα κριάρι. Και χαριτολογώντας, πρόσθεσε: «Για να μην πάει χαμένο το ξενύχτι σας!».

2. Για τη θυγατέρα του την Ειρήνη

     Έλεγαν γι’ αυτόν πάλι τον άγιο ότι είχε μία θυγατέρα παρθένο, ευλαβή σαν τον πατέρα της, με το όνομα Ειρήνη. Ένας δικός της γνωστός, της έδωσε ένα πολύτιμο κόσμημα να του το φυλάξει. Κι αυτή για να το ασφαλίσει καλύτερα, έκρυψε τον θησαυρό μέσα στη γη. Μετά όμως από λίγο καιρό έφυγε από τον κόσμο αυτό η κόρη.
     Πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα και παρουσιάζεται αυτός που είχε δώσει τον θησαυρό. Μη βρίσκοντας την θυγατέρα του, τα έβαλε με τον πατέρα της, τον άγιο Σπυρίδωνα, άλλοτε απειλώντας τον και άλλοτε παρακαλώντας τον.
     Και επειδή ο Γέροντας θεωρούσε ως συμφορά τη ζημιά που έπαθε αυτός που έδωσε τον θησαυρό, ήρθε στον τάφο της θυγατέρας του και ζητούσε απ’ τον Θεό να του δείξει πρόωρα την ανάσταση που Αυτός έχει υποσχεθεί. Και, να, που δεν διαψεύδεται· γιατί εμφανίζεται αμέσως ζωντανή η παρθένος στον πατέρα της και αφού του έδειξε τον τόπο, όπου βρισκόταν το κόσμημα, έφυγε πίσω πάλι. Έτσι πήρε ο άγιος τον θησαυρό και τον έδωσε σε αυτόν που τον ζητούσε.

3. Η κατσίκα που δεν αγοράστηκε

     Πήγε κάποτε ένας στον άγιο Σπυρίδωνα για να αγοράσει εκατό κατσίκες από το κοπάδι του. Ο όσιος τού ζήτησε πρώτα τα χρήματα και αυτός του έδωσε μόνο για τις ενενήντα εννιά και κράτησε το αντίτιμο της μίας, νομίζοντας ότι θα διαφύγει τούτο από εκείνον τον απλοϊκό και φιλήσυχο.
     Όταν μπήκαν και οι δύο στο μαντρί, ο άγιος του είπε να πάρει τόσες κατσίκες, όσες πλήρωσε· αυτός όμως ούτε έτσι κατάλαβε, αλλά έβγαλε εκατό από το μαντρί. Μία λοιπόν από τις κατσίκες, σαν καλή υπηρέτρια, καταλαβαίνοντας ότι δεν την πούλησε ο κύριός της, στράφηκε γρήγορα και ξαναμπήκε στο μαντρί. Αυτός ο αναιδής όμως την ξανάβγαλε και την τραβούσε με τη βία. Τούτο το αξιοθαύμαστο έγινε δύο και τρεις φορές: η κατσίκα γύριζε πίσω, ενώ αυτός την τραβούσε με δύναμη και οργή.
     Τι έγινε λοιπόν; Καθώς ο αγοραστής με τον τρόπο αυτό τίποτε δεν πετύχαινε, την άρπαξε από κάτω και την έβαλε στους ώμους για να την πάρει. Η κατσίκα τότε άρχισε να βελάζει δυνατά και άγρια και να τον χτυπά με τα κέρατα στο κεφάλι, διαλαλώντας έτσι φανερά τη βίαιη απαγωγή και τιμωρώντας, θα λέγαμε, τον πλεονέκτη για την ανομολόγητη αδικία. Το αξιοθαύμαστο αυτό θέαμα άφησε κατάπληκτους όσους ήταν εκεί, γιατί δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν.
     Ο άγιος, μη θέλοντας να ελέγξει φανερά τον άδικο, του είπε χαμηλόφωνα: «Κοίταξε, παιδί μου, μήπως το ζώο δεν τα κάνει αυτά άσκοπα και δεν δυσαρεστείται για την απαγωγή χωρίς λόγο, αλλά επειδή εσύ ξέχασες να δώσεις και το δικό του αντίτιμο;». Εκείνος τότε ένιωσε τύψεις και συλλογίστηκε και συναισθάνθηκε τι έκανε· το ομολόγησε λοιπόν και ζήτησε συγνώμη. Έπειτα πλήρωσε και της μίας κατσίκας το αντίτιμο, οπότε εκείνη έπαψε πια να βελάζει και να αντιστέκεται και ακολούθησε ήσυχα και τις άλλες. Γιατί, καθώς λένε, ο άγιος, με το να είναι πολύ ενάρετος και απαλλαγμένος από την υπερηφάνεια, ασκούσε θεάρεστα τα επισκοπικά καθήκοντα, συγχρόνως όπως φρόντιζε και τα ζώα του.  


ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΖΩΗ


1. «Γιατί δεν δίνεις λίγο λάδι;»

     Ο γερο–Κωνστάντιος ο Αγιοπαυλίτης για ένα διάστημα έμενε στο Κάθισμα του Αγίου Σπυρίδωνος. Εκεί, συνέβη κάποτε να του τελειώσει το λάδι και ζήτησε από τον Δοχειάρη, αλλά εκείνος δεν του έδωσε. Πήγε ο γερο–Κωνστάντιος στον Άγιο Σπυρίδωνα, προσευχήθηκε στενοχωρημένος και ο Άγιος ανέλαβε να τακτοποιήσει το θέμα. Τη νύχτα εμφανίστηκε στον Δοχειάρη αγριεμένος, ενώ αυτός κοιμόταν, και του είπε: «Γιατί δεν δίνεις λίγο λάδι στον γερο–Κωνστάντιο για να μου ανάβει το καντήλι; Δεν μπορώ να το βλέπω σβηστό». Τρομαγμένος, ξύπνησε και πήγε μόνος του το λάδι ζητώντας συγχώρεση από τον γερο–Κωνστάντιο.
     Σε αυτό το Κάθισμα του Αγίου Σπυρίδωνος θεραπεύτηκε κι ένας δαιμονισμένος καλόγερος με την βοήθεια του Αγίου. Το δαιμόνιο φώναζε ότι τον καίει ο άγιος Σπυρίδων και βγαίνοντας από τον καλόγερο έπεσε μέσα σε μία στέρνα· και το νερό πετάχτηκε έξω, σαν να έγινε έκρηξη.

2. «Αν θέλετε, να σας δώσω και καπάρο»

     Κάποτε, στο Κουτλουμουσιανό Κελλί του Αγίου Σπυρίδωνος το «Κερκυραίικο» ενώ είχε πλησιάσει η εορτή του Αγίου, δεν είχαν βρει ακόμη ψάρια, και οι Πατέρες ανησυχούσαν. Τα Καλογέρια έλεγαν στον Γέροντα να αγοράσουν βακαλάο, μια που δεν βρήκαν ψάρια. Ο Γέροντας, τους έλεγε:
     –Κάντε υπομονή! Ο Άγιος Σπυρίδων θα μας φέρει ψάρια...
     Και συνέχεια έκανε κομποσχοίνι.
     Ενώ είχαν χάσει πια την υπομονή τους, τα Καλογέρια, και ήταν καταστενοχωρημένα, γιατί η ώρα είχε πλησιάσει και έπρεπε να μαγειρέψουν, ακούνε ξαφνικά να χτυπάν την πόρτα. Ανοίγουν, και τι να δουν! Δύο ψαράδες με δυο πανέρια γεμάτα ψάρια να ζητάνε τον Γέροντα.
     Φώναξαν οι υποτακτικοί τον Γέροντα, αλλ’ οι ψαράδες είπαν:
     –Δεν είναι αυτός ο Γέροντας! Σ’ εμάς ήρθε ένας άλλος Γέροντας και μας είπε: «Να πάτε τα ψάρια στο Κελλί του Αγίου Σπυρίδωνος, που πανηγυρίζει, και θα πληρωθείτε με καλή τιμή. Αν θέλετε, να σας δώσω και καπάρο»*.
     Ο Γέροντας κατάλαβε το θαύμα και τους πέρασε μέσα στον Ναό να προσκυνήσουν. Μόλις αντίκρισαν την Εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνος, είπαν:
     –Να! Αυτός, ήταν ο Γέροντας που μας είπε να φέρουμε εδώ τα ψάρια!
     Τους λέει, τότε, ο Γέροντας:
     –Αχ, βρε παιδιά! Δεν παίρνατε μαζί σας και το καπάρο από τον Άγιο, για να το έχουμε ευλογία;


–ΕΠΙΜΥΘΙΟ–



«Ο Θεός οικονόμησε να μείνει άφθαρτο το Λείψανο
του Αγίου Σπυρίδωνος για να βοηθιούνται οι άνθρωποι.
Και πώς τα έχει οικονομήσει ο Θεός!
Επειδή η Κέρκυρα, η Κεφαλονιά και η Ζάκυνθος
είναι κοντά στην Ιταλία,
και εύκολα οι άνθρωποι θα μπορούσαν να παρασυρθούν
από τον Καθολικισμό, έβαλε “φράγμα” εκεί πέρα
τον Άγιο Σπυρίδωνα, τον Άγιο Γεράσιμο και τον Άγιο Διονύσιο».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)



[(1) «Το Μέγα Γεροντικόν»,
τόμ. δ΄, κεφ. ιστ΄ §23, σελ. 210–213,
και κεφ. ιθ΄ §24, σελ. 448–451,
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Το Γενέσιον της Θεοτόκου»,
Πανόραμα Θεσ/νίκης Μάρτιος 19991·
(2) «Ευεργετινός»
(Λόγοι και Διδασκαλίες Αγίων Πατέρων),
τόμ. β΄, υπόθ. λη΄ (38), σελ. 323–326,
εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσ/νίκη 20031·
(3) «Το Γεροντικό»
(Αποφθέγματα των αγίων Γερόντων)
–Η αλφαβητική συλλογή–
τόμ. α΄, σελ. 332–333,
εκδόσεις όπ.π., Θεσ/νίκη 20131·
(4) «Από την ασκητική και ησυχαστική
Αγιορειτική Παράδοση»,
3ο μέρος, σελ. 586,
Άγιον Όρος, 20111·
(5) Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
«Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα»,
σελ. 134–135,
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσ/νίκης, Αύγουστος 19943·
(6) Του ιδίου:
«Λόγοι Στ΄ – Περί Προσευχής»,
μέρος 3ο, κεφ. 3ο, σελ. 110,
έκδοση όπ.π., Ιούλιος 20121·
(7) Ανδρέου Θεοφιλόπουλου Μοναχού (1915–2004):
«Γεροντικό του Αγίου Όρους»,
τόμ. α΄, σελ. 249, Θεσ/νίκη 19924·
*Καπάρο: η προκαταβολή που δίνεται
σαν εγγύηση αγοραπωλησίας.
(8) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
προσάρτηση και πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Η ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ

Η ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ


     «Με λίγη υπομονή που θα κάνει ο άνθρωπος στις δύσκολες στιγμές μπορεί να αποκτήσει την θεία Χάρη. Ο Χριστός δεν μας έδειξε άλλον τρόπο σωτηρίας, παρά την υπομονή. Την σωτηρία των ανθρώπων την κρέμασε στην υπομονή. 
     Βλέπεις, τι είπε; 
     “Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται” (Ματθ. ι΄ 22 και 24· Μάρκ. ιγ΄ 13). 
     Δεν είπε: “Ὁ ὑπομείνας εἰς …θέρος!”. 
     Μέχρι το “καλοκαίρι”, εύκολο είναι να υπομείνεις! 
     Αλλά, μέχρι το “τέλος”; 
     Να προσέχουμε να μη χάνουμε την υπομονή μας, για να μη χάσουμε τελικά την ψυχή μας.
     “Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ἡμῶν” (Λουκ. κα΄ 19), λέει το Ευαγγέλιο.
     Είχα ακούσει για την υπομονή που έκανε μια γυναίκα, η οποία, εκτός από τον ουράνιο μισθό που θα έχει, ανταμείφθηκε από τον Θεό και σ’ αυτήν την ζωή εκατονταπλάσια (βλ. Ματθ. ιθ΄ 29· Μάρκ. ι΄ 30).
     Είχε τρία παιδιά και ο άνδρας της ήταν γιατρός. Σαν γιατρός, ήταν πολύ καλός· σαν άνθρωπος όχι, γιατί ήταν δυστυχώς κυριευμένος από σαρκικά πάθη και δημιουργούσε προβλήματα και σε άλλες οικογένειες. Έπαιρνε και στο ιατρείο του κοπέλες δήθεν να τον βοηθάνε σαν νοσοκόμες. Μια από αυτές τις νοσοκόμες μπήκε σαν σφήνα ανάμεσα στο ανδρόγυνο και κατόρθωσε να διώξει την σύζυγο με τα τρία παιδάκια και να συζεί μαζί του παράνομα στο σπίτι του. Η μάνα με τα παιδάκια αναγκάστηκε να πάει στο πατρικό της σπίτι και να εργάζεται, για να μπορέσουν να συντηρηθούν. Προσευχόταν βέβαια πολύ και έκανε πολλή υπομονή.
     Ο γιατρός με την παράνομη γυναίκα απέκτησε άλλα τρία παιδιά. Τι συνέβη όμως; Μόλις γεννήθηκε το τρίτο παιδί, ξεμυαλίσθηκε με μια άλλη κοπέλα δεκαέξι χρονών, την οποία πήρε στο ιατρείο του, για να τον βοηθάει, και έδιωξε την προηγούμενη παράνομη με τα τρία παιδιά. Βλέπετε, λειτούργησαν οι πνευματικοί νόμοι, ώστε να εξοφλήσει το σφάλμα της, αλλά και να καταλάβει τον πόνο της πραγματικής συζύγου.
     Μετά από λίγο καιρό, ο γιατρός αρρώστησε και έμεινε κατάκοιτος στο σπίτι του. Η τελευταία μικρή κοπέλα κάθησε μαζί του, όσο είχε χρήματα, αλλά έκανε άτακτη ζωή. Μάζευε φίλους στο σπίτι του, γιατί αυτή δεν μπορούσε να γυρίζει, επειδή δήθεν τον πρόσεχε. Η απρόσεκτη όμως ζωή της τον πλήγωνε συνέχεια, γιατί την ζήλευε. Τελικά, αφού του έφαγε όλα τα χρήματα που είχε στην άκρη, τον εγκατέλειψε.
     Η πραγματική σύζυγός του, όταν έμαθε ότι βρίσκεται σε κακά χάλια, πήγε και του συμπαραστάθηκε. Καθάρισε, συγύρισε το σπίτι του και τον συντηρούσε από τις οικονομίες που είχε από την εργασία της και από τα χρήματα των παιδιών της, που είχαν μεγαλώσει και εργάζονταν. Η προηγούμενη παράνομη που είχε διωχθεί, όχι μόνο δεν τον πλησίασε να τον βοηθήσει και να του συμπαρασταθεί έστω και λίγο, αλλά ούτε ήθελε να ακούσει γι’ αυτόν. Μόνον η στεφανωμένη γυναίκα του τού συμπαραστάθηκε, τον περιποιήθηκε και τον βοήθησε πνευματικά. Τελικά ο γιατρός ζήτησε να εξομολογηθεί και στην συνέχεια ζούσε “ἐν μετανοίᾳ”.
     Βλέποντας ο καλός Θεός όλη αυτήν την καλή προσπάθεια της καλής συζύγου –χρόνια να κάνει υπομονή, να ζει τίμια και να εργάζεται σκληρά, για να συντηρεί και τον άνδρα της, ενώ εκείνος της είχε φερθεί τόσο σκληρά και βάρβαρα– την αντάμειψε.
     Τι συνέβη λοιπόν; Πέθανε στην Αμερική ένας πλούσιος συγγενής του άνδρα της και κληρονόμησαν μεγάλη περιουσία. Στο τέλος, όλη η περιουσία έμεινε στην καλή σύζυγο και καλή μητέρα, η οποία βοήθησε και τα παιδιά της για την καλή τους αποκατάσταση, βοήθησε και άλλους φτωχούς, και αυτή έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της χωρίς φτώχεια.
     Αν και, όταν ζούσε φτωχικά, πάλι ήταν πλούσια· 
     γιατί ήταν πλούσια σε αισθήματα –το κυριώτερο!».


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)



[Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
«Λόγοι Ε΄ – Πάθη και αρετές»,
ενότ. 2η, μέρος 4ο, κεφ. 3ο, σελ. 290–292,
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσ/νίκης, Δεκέμβριος 20061.]





Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

ΚΑΛΩΔΙΟ ΥΨΗΛΗΣ ΤΑΣΕΩΣ

ΚΑΛΩΔΙΟ ΥΨΗΛΗΣ ΤΑΣΕΩΣ


     «Τέτοιος ὀφείλει νὰ εἶναι ὁ χριστιανός:
     Ἕνα “καλώδιο” ὑψηλῆς τάσεως, πάνω στὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ καθίσει ἕνα πουλάκι χωρὶς νὰ πάθει τὴν παραμικρὴ ζημία, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο περνᾶ ἐνέργεια ἱκανὴ νὰ κάνει ὁλόκληρο τὸν κόσμο νὰ ἐκραγεῖ. Ἰδοὺ μὲ ποιόν τρόπο ἐγγίζουμε τὴν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ
(1896–1993)



[Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ:
«Περί Πνεύματος και Ζωής»,
§147, σελ. 60,
έκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου,
Έσσεξ Αγγλίας, 19951.]





Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

ΑΠΟΓΝΩΣΗ–ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ–ΑΠΟΚΑΡΔΙΩΣΗ

ΑΠΟΓΝΩΣΗ–ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ–ΑΠΟΚΑΡΔΙΩΣΗ


Όλος ο αγώνας μας –σα χριστιανοί και σαν πιστοί– είναι να μη γίνει η ζωή μας ένας πεσιμιστικός ύμνος και μια τιμητική ραψωδία προς την απόγνωση. Υπάρχει πολύ βοήθεια, πολύ στηριγμός, μεγάλη ανάπλαση και απερίγραπτη ανακαίνιση που μας δίνει η Χάρη και η αγάπη του Θεού. Σε τέτοιο βαθμό, που φτάνουμε στο σημείο πραγματικά εμείς να αδικούμε τους εαυτούς μας, προσέχοντας μονομερώς ή υπερβαλλόντως στα «δεινά» που μας βρίσκουν. Αυτή η προσοχή είναι επιζήμια και μοιάζει σα το σκουριασμένο σύρμα πάνω στο οποίο είναι κρεμασμένη η ψυχή μας· αγωνιωδώς μετέωρη πάνω από τα ερέβη της οποιασδήποτε, εσωτερικής ή εξωτερικής, κόλασης.

Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να πλέκει αστείες και ανεδαφικές αμπελοσοφίες πάνω στην ταπείνωση και τον πόνο του γερμένου αδελφού. Αλλά και κανένας πονεμένος και συντετριμμένος αδελφός δε δικαιούται –στο βαθμό που γνωρίζει και ευθύνεται– να εθελοτυφλεί και να παραγκωνίζει τη Χάρη του Θεού που βρίσκεται τόσο φιλόστοργα σιμά του, προκειμένου να τον σώζει, όπως Αυτή μόνο γνωρίζει. Ο άνθρωπος είναι πολύ πιο πάνω από «αυτό» που βρίσκει, συναντάει και βιώνει στο επίγειο επίπεδο. Και το μεγαλύτερο θαύμα πάνω σε αυτή τη γη που σύμφωνα με τον Ψαλμωδό Δαβίδ, λέγεται αλλιώς και «κοιλάδα του κλαυθμού» (Ψαλμ. πγ΄ 7) είναι η ελπίδα και η χαρά. Ο Χριστός και οι Άγιοί Του, διακονούν ακατάπαυστα τη δική μας ανημποριά, τη δική μας αδυναμία και τη δική μας ευτέλεια. Αλλά η συγγνωστή αδυναμία της φύσης μας ή η παθητικότητα και παθογένειά της, να μη γίνει υπολανθάνοντας νόμος και ένα πλούσιο σε άλλοθι καταφύγιο ισχυρισμών, να μη γίνει κόλλημα και σταθμός με παγιωμένα δικαιολογήματα για τη ζωή μας. Είναι μια μορφή αδικίας αυτό που συμβαίνει, μια πελώρια αυτοαδικία που διαπράττουμε, όταν η απόγνωση φτάνει να εκφέρεται σαν επαναλαμβανόμενος κακός ορισμός για τη ζωή μας: «Έχω απόγνωση, άρα δεν πρέπει να ζω! Άρα να ζω μακρυά από τον Θεό της ζωής μου!». Λες και στέλνουμε έμμεσα και σπασμωδικά ένα κατεπείγον μήνυμα αγανάκτησης προς τον Θεό, γνωστοποιώντας την παντογνωσία και την αγάπη Του τη διαπίστωσή μας, ότι Αυτός φταίει που λυπόμαστε, ότι Αυτός είναι η αιτία όλων των κακών μας!

Ανατρέχοντας στη Χάρη του Θεού, στα Μυστήρια της Εκκλησίας, μαθαίνουμε όχι μόνο να αντιμετωπίζουμε «διαφορετικά» τα πράγματα. Αυτό, όσο σημαντικό και να είναι προς στιγμή, ωστόσο είναι πολύ λίγο για μας που ερχόμαστε σκληρά αντιμέτωποι με όλες τις απογνωσιακές μας στιγμές. Επομένως, η συνηθισμένη συμβουλή και σύσταση της «διαφορετικής αντιμετώπισης», δεν είναι παρά το λυτρωτικό «τρικ» που μπορεί κάλλιστα να μας δώσουν όλοι οι «ειδικοί»: ένας ακριβός ψυχολόγοςψυχίατρος, ένας εκκοσμικευμένος ορθόδοξος, ένας θωπευτικός καθολικός, ένας γλυκανάλατος προτεστάντης, ένας αχαρίτωτος αγνωστικιστής, ένας φαιδρός αστρολόγος ή ψεύτης γκουρού, για μια πρόσκαιρη ανακούφιση, για ένα περιστασιακό βόλεμα, για μια γρήγορη τακτοποίηση της εικόνας μας, για ένα χρύσωμα του χαπιού, για ένα στάχτωμα στα μάτια. Ασφαλώς, όλοι αυτοί, αγνοούν ότι, η απόγνωση που καίει και ζεματάει ενδόμυχα τη ψυχή, δεν είναι μόνο μια «τραυματική συμπεριφορά» που αντιμετωπίζεται με ένα σωρό καταπλάσματα άλλων εξωτερικών συμπεριφορών. Αλλά αντίθετα είναι επώδυνη κατάσταση και δαιμονικώτατο πάθος που θραύει κυριολεκτικά τις αντοχές του ανθρώπινου πνεύματος. 

Εκείνη όμως η υπέροχη και σπάνια ψυχή που θρέφει μέσα της αυθεντικές, έμπονες και διψαλέες απαιτήσεις, στρέφεται με καλή αγωνία και με ισχυρή προσδοκία προς τον Θεό, τον «μόνον δυνάμενον σῶζειν» Σωτήρα της, πρόσωπο προς πρόσωπο· και όχι προς τις πεπατημένες και εύκολες λύσεις των χαπιών, των τεχνικών, των σεμιναρίων, των ομάδων, των κύκλων, των ασκήσεων, των διαλογισμών, των ιδεολογημάτων και των ιδεοληψιών. Με τη Χάρη του Θεού, με τη συμμαχία των Μυστηρίων της Εκκλησίας και με τη συμπαράσταση των Αγίων, όλα σε οργανική σχέση, όλα σε κοινωνία που πάλλεται και υπάρχει μέσα μας, βιώνουμε σταυραναστάσιμα τον κάθε πόνο και την κάθε δοκιμασία που μας βρίσκει· αισθανόμαστε την απερίγραπτη αμαρτωλότητά μας και, παρά το γεγονός ότι λυγίζουμε και αποκάμνουμε ως άνθρωποι, μαθαίνουμε δυναμικά να υπερβαίνουμε πολλά, χωρίς καλάκαλά να συνειδητοποιούμε πώς. Μετά τη σφοδρή καταιγίδα, νοιώθουμε ειρηνικοί και ευεργετημένοι: η απόγνωσή μας ήταν το κατώφλι που έπρεπε οπωσδήποτε να διαβούμε για να εισέλθουμε εμπειρικά στην εστία της θείας αγάπης.


Η απόγνωση, όπως και η απόγνωση όλων των συνανθρώπων μας σήμερα, μοιάζει σαν την κινούμενη άμμο. Όσο μπαίνουμε στον πειρασμό και πατάμε πάνω σ’ αυτήν, τόσο μας βυθίζει προς τα κάτω. Και όσο βυθιζόμαστε μέσα της, τόσο μισούμε το μυστήριο της ζωής που χάνουμε οριστικά, τόσο απεχθανόμαστε τα πρόσωπα που μετέχουν σε αυτό το μυστήριο και σε αυτή τη ζωή. Αυτό το επίκτητο μίσος όμως, εύλογα δεν είναι ικανό ούτε να κρίνει επάξια τη ζωή που μας προσφέρθηκε ούτε να δικαιολογήσει την ηττοπαθή στάση μας σε αυτήν. 
Η απόγνωση, είναι η φωνή της ανταριασμένης λογικής που βλέπει διαστρεβλωτικά όλα τα πράγματα, επιδιώκοντας έτσι να βρει μιαν άκρη αυτοδικαίωσης μέσα από την ομίχλη που συσσώρευσαν στην πάσχουσα ψυχή τα τόσα και τόσα αδιέξοδα. 
Η απόγνωση, είναι η κραυγή μιας άρρωστης διαμαρτυρίας για τα όσα εγωικά θελήματα μέσα μας έγιναν θρύψαλλα και δεν πραγματώθηκαν. 
Η απόγνωση, είναι ο παρατεταμένος λυγμός του κυνισμού που για χρόνια βασίλευε αγέρωχος και άκαμπτος επάνω στην κάθε μας κρίση και αντίληψή μας. 
Η απόγνωση, είναι ο άηχος και εκκωφαντικός συριγμός της πτώσης της μονοκρατορίας του εγώ μας πάνω στα αιχμηρά βράχια του κατά πάντα ασυμπαθέστατου κόσμου μας.
Η απόγνωση, είναι η αναπόδραστη παρενέργεια της ασπλαχνίας και της αναλγησίας στις οποίες υπήρξε, εγνωσμένα ή μη, θλιβερός ουραγός η ύπαρξή μας.
Επίσης, η απόγνωση είναι το κύριο και πρωταρχικό από τα ζοφερά πάθη που συντελεί τα μάλα στο να μένουμε, μόνιμα και εθελούσια, τυφλοί και αόμματοι: να μη βλέπουμε και να μην αισθανόμαστε καν την παντοδύναμη βοήθεια του Θεού που μας παρέχεται τόσο άφθονα και αδαπάνητα, παντού και πάντοτε. 
Είναι λυπηρό το γεγονός αλλά τελείως ρεαλιστικό, ότι, γενικά ή ειδικά, αργούμε θανάσιμα να συνειδητοποιήσουμε βαθειά ότι, η δική μας απόγνωση, είναι και θα είναι η υπέρτατη χαρά του αιώνιου εχθρού μας, του διαβόλου. Η δική μας λύπη και θλίψη, είναι και θα είναι το δικό του πανηγύρι και ξεφάντωμα. 
Και, το κυριώτερο; 
Η δική μας χαρά και ελπίδα, είναι και θα είναι η καλύτερη δοξολογία, η ευαρεστότερη και τελειότερη θυσία που θα μπορούσαμε να προσφέρουμε ποτέ στον Θεό. 
Γιατί αυτό; Γιατί θυσιάζουμε εκείνη την αλάνθαστη λογική που μας ωθεί επιτακτικά να λυπόμαστε ακατάπαυστα, για την εμβίωση και σκέπη της θεϊκής Χάριτος, για τη σωτήρια σχέση ενός Πατέρα Θεού που, φαινομενικά, και αόρατος μάς είναι και όχι τόσο αισθαντικός όσο θα θέλαμε. 
Όμως, μετά από θερμή προσευχή, με τη ζωντανή πίστη της καρδιάς, επιλέγουμε τελικά να συμπορευθούμε και να συζήσουμε με τη Χάρη του Θεού κι αφηνόμαστε σαν τα παιδιά πλήρως σ’ Αυτήν, για να οδηγηθούμε με την ταπεινή παντοδυναμία Της στη χαρά και την ελπίδα του Χριστού. 
Και αυτό μας σώζει!

Το εύκολο είναι να ζούμε πάντα μέσα στο κλουβί που θέλει οπωσδήποτε να βρισκόμαστε μέσα του καθηλωμένοι, η απόγνωση. Το δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο, το ωραίο, το ευγενές και το ουσιαστικό, είναι να γινόμαστε υπερβατικοί άνθρωποι. Να αρπάζουμε και να αρπαζόμαστε από τη Χάρη του Θεού και –ει δυνατόν– να χορεύουμε επάνω στα συντρίμμια, ακυρώνοντας και λιγοστεύοντας, λίγολίγο, στιγμαία ή ολοκληρωτικά, με τη δύναμη της Χριστοχαράς, κάθε πόνο και κάθε πειρασμό. 

Δε θέλει πολύ ο άνθρωπος να λυγίσει και να καταποθεί από την απόγνωση του άφιλου κόσμου και των αμαρτιών του. Αλλά δε θέλει και τίποτα ο άνθρωπος, εάν καταφύγει με όλη του την καρδιά στον Χριστό, να συντρίψει αυτό που πάει –κάθε φορά και όλες τις φορές– να τον συντρίψει. Ποιο; Αυτό το θεομάχο και μισάνθρωπο τρίπτυχο που το συνθέτουν άριστα η απόγνωση, η απελπισία και η αποκαρδίωση. Αυτό, το τόσο εθιστικό, για την εγκεφαλική μας λογική, τρίδυμο της συμφοράς μας και του αυτοχειριασμού μας!

πατὴρ Δαμιανὸς




ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ


1. Το ποδοπάτημα του ωραίου και ελκυστικού μήλου

     Ο όσιος Σάββας, όταν ήταν ακόμη νέος και ζούσε στη μονή που λεγόταν Φλαβιανές, η οποία είναι στην Καππαδοκία και απέχει είκοσι στάδια από το χωριό του, τη Μουταλάσκη, ασκούσε τον εαυτό του σε κάθε μορφή εγκράτειας, περισσότερο όμως στη σχετική με την ευχαρίστηση του ουρανίσκου και με την καλοπέραση και περιποίηση της κοιλιάς. Μια μέρα λοιπόν εργαζόταν στον κήπο του μοναστηριού, και τα μήλα που κρέμονταν εκεί στα δέντρα άνοιγαν την όρεξή του και τον παρακινούσαν να φάει πριν από την κανονισμένη ώρα. Νικήθηκε λοιπόν από την όψη των μήλων, τα οποία ήταν πραγματικά ωραία, γιατί άνθρωπος ήταν και αυτός και θελγόταν από ανθρώπινες επιθυμίες. Μάλιστα νικήθηκε τόσο, ώστε πήρε στο χέρι ένα μήλο. Έπειτα όμως κατάλαβε ότι αυτό ήταν παγίδα του πονηρού που συνηθίζει πάντοτε να ξεγελά βάζοντας σαν δόλωμα την ευχαρίστηση. Σκέφτηκε ακόμη ότι στον καρπό κρύβεται το φίδι και ότι τους πρωτοπλάστους με την ευχαρίστηση και την τροφή τούς έβγαλε από τον παράδεισο και τους έριξε σε μύρια δεινά.
     Με τις καλές αυτές σκέψεις έριξε αμέσως στη γη το μήλο και το ποδοπάτησε, πατώντας μαζί με αυτό και την επιθυμία και εξευτελίζοντας με τα πόδια αυτήν που τον νίκησε με τα μάτια. Και στο εξής έβαλε νόμο στον εαυτό του, σε όλη του τη ζωή να μη φάει ποτέ μήλο, ούτε να χαριστεί στην όρεξη της κοιλιάς.


2. Η μονόφθαλμη κοπέλα

     Κάποτε ο μακάριος Σάββας οδοιπορούσε προς τον Ιορδάνη, έχοντας μαζί του και έναν από τους μοναχούς του, νέο στην ηλικία. Στον δρόμο συνάντησαν πολλούς κοσμικούς, και ανάμεσα σε αυτούς ήταν και μια όμορφη κοπέλα, παγίδα από την οποία δύσκολα θα ξέφευγαν τα αφύλαχτα μάτια.
     Όταν την προσπέρασαν, ο άγιος Σάββας, για να δοκιμάσει τον μαθητή του τον ρώτησε: «Πώς σου φάνηκε η κοπέλα; Εμένα μου φάνηκε μονόφθαλμη». «Όχι, πάτερ», είπε εκείνος, «είχε δύο μάτια». Αυτός επέμενε: «Μήπως γελάστηκες, παιδί μου; Το ένα μάτι της κοπέλας ήταν πράγματι βγαλμένο». Ο μαθητής, ο οποίος δεν κατάλαβε ότι ο σοφός γέροντας τον ρωτούσε για να τον δοκιμάσει και να τον κάνει να ομολογήσει αυτό που ο ίδιος γνώριζε καλά, απάντησε: «Όχι, πάτερ· αντίθετα, είχε μάτια αστραφτερά και πολύ όμορφα να τα βλέπεις». «Πώς το ξέρεις με σιγουριά και επιμένεις τόσο;» ρώτησε ο άγιος Σάββας και εκείνος είπε: «Την κοίταξα προσεκτικά και είδα καλά ότι είχε και τα δυο της μάτια».
     Καθώς λοιπόν ο μαθητής πιάστηκε στα δίχτυα, ο άγιος Σάββας τον έλεγξε πλέον φανερά: «Και πού την έβαλες την εντολή που λέει να καρφώσεις το βλέμμα σου σε αυτήν (πρβλ. Παροιμ. θ΄ 18α) και να μην παρασυρθείς από τα μάτια σου (πρβλ. Παροιμ. στ΄ 25); Λοιπόν, από εδώ και πέρα δεν θα είσαι μαζί μου, ούτε θα συγκατοικείς στο κελλί μου, ώσπου τα μάτια σου να συνηθίσουν να μην περιφέρονται έτσι, αλλά να βλέπουν στη γη».
     Με τα λόγια αυτά τον έστειλε αμέσως στη μονή του Καστελλίου. Αφού έμεινε εκεί πολύ καιρό και έλαβε καλά την παιδεία του πράγματος, με την ειλικρινή μεταμέλεια και τον πόνο της καρδιάς του, τον δέχθηκε πάλι ο άγιος και τον συναρίθμησε με τους μοναχούς του κελλιού του.


3. «Καιγόμενος από την πολλή συμπόνια, δε λογάριασε τη φωτιά»

     Πάλι εκεί στη μονή Φλαβιανές, όπου ζούσε ο άγιος Σάββας, όντας νέος ακόμη, ο εκεί αρτοποιός έγινε κάποτε μούσκεμα από τη βροχή και έβαλε τα ρούχα του για στέγνωμα στον φούρνο, καθώς δεν υπήρχε ήλιος να τα στεγνώσει, επειδή ήταν χειμώνας. Έπειτα ξεχάστηκε και τα άφησε εκεί να στεγνώνουν. Καθώς λοιπόν παρουσιάστηκε ξαφνική ανάγκη για ψωμί, ο άγιος Σάββας και μερικοί άλλοι μοναχοί έκαναν ζύμη μαζί με τον αρτοποιό και άναψαν τον φούρνο, μέσα στον οποίο, όπως είπαμε, ήταν ξεχασμένα τα ρούχα. Όταν η φωτιά είχε κιόλας φουντώσει, ο αρτοποιός τα θυμήθηκε και, καθώς δεν μπορούσε πια να κάνει τίποτε, γιατί η φωτιά πλέον ήταν τρομακτική, λυπήθηκε πολύ και κυριεύτηκε από στενοχώρια. Ο Σάββας λοιπόν, που δεν άντεχε να βλέπει τον αδελφό τόσο στενοχωρημένο, αλλά καιγόταν και ο ίδιος από την πολλή συμπόνια, δεν λογάριασε το σώμα του, δεν λογάριασε ούτε τη φωτιά, και αφού οχυρώθηκε με το σημείο του σταυρού, μπήκε αμέσως, όπως ήταν μέσα στον φούρνο. Και αφού ποδοπάτησε τη φλόγα –όπως προηγουμένως την ηδονή– έσωσε τα ρούχα από τη φωτιά και βγήκε και ο ίδιος αβλαβής, καθώς η φωτιά τον σεβάστηκε, αυτή τη φορά όχι για χάρη της ευσέβειας, όπως παλιά τους τρεις Παίδες (Δαν. γ΄ 23), αλλά για χάρη της αγάπης του προς τον αδελφό.




Ευεργετινός»
–Λόγοι και Διδασκαλίες Αγίων Πατέρων–
(1) τόμ. β΄, υπόθ. κβ΄ (22), σελ. 174–175,
(2) ό.π., υπόθ. κη΄ (28), σελ. 215–216,
(3) τόμ. γ΄, υπόθ. λζ΄ (37), σελ. 306–307,
εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
(1 & 2) Θεσ/νίκη 20031 και (3) Θεσ/νίκη 20061.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

«ΠΕΡΙΜΕΝΕΣ ΤΟΥΣ ΦΑΝΟΣΤΑΤΕΣ Ν’ ΑΝΑΨΟΥΝ» [ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ]


«Περίμενες
τοὺς φανοστάτες
νὰ ἀνάψουν».
Καὶ κάποιον, τέλος,
«τοῖς κείνων ρήμασι πειθόμενον»·
«μὲ ἕνα πουκάμισο καλοπλυμένο»
νὰ περάσει
ὁδεύοντας
γιὰ τὸ ἰκρίωμα…
«Ὅμως κανεὶς δὲν πέρασε»
–οἱ φανοστάτες δὲν ἀνάψαν
ἡ πόλη δὲν εἶχε κτιστεῖ
καὶ Ἐσὺ
δὲν εἶχες ποτὲ ἀγαπήσει…

ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ (1939–1998)



[Κωστῆ Μοσκώφ: «Γιὰ τὸν ἔρωτα καὶ τὴν ἐπανάσταση»
Ποιήματα, σελ. 12, ἐκδόσεις Καστανιώτη, Ἀθήνα 19902 .]






Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

«ΑΓΙΟΣΧΟΛΙΑΖΟΜΕΝΟΙ» ΑΓΙΟΙ

«ΑΓΙΟΣΧΟΛΙΑΖΟΜΕΝΟΙ» ΑΓΙΟΙ


1. «ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΩΦΕΛΟΥΜΑΙ»

«Ὑποφέρω ἀπὸ τὴν ἀρρώστια μου καὶ πονῶ, ἀλλὰ ὡστόσο χαίρομαι.
Καὶ χαίρομαι, ὄχι γιατὶ ὑποφέρω, ἀλλὰ γιατὶ ὑπομένω μὲ καρτερία
καὶ ἔτσι γίνομαι διδάσκαλος (ἀρετῆς) στοὺς ἄλλους.
Ἐπειδὴ ὅμως δὲν μπορῶ νὰ μὴν πάσχω, ἀπ’ αὐτὸ τὸν πόνο ὠφελοῦμαι,
μὲ τὸ νὰ ὑπομένω καὶ νὰ εὐχαριστῶ τὸν Θεό,
ὅπως στὰ εὐχάριστα τῆς ζωῆς ἔτσι καὶ στὰ δυσάρεστα».


ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ


[Στὴ φωτογραφία, ἐπάνω:
Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 1979· ὁ Ἅγιος Πορφύριος (1906–1991)
ὡς κλινήρης καὶ πάσχων ἀσθενής, 
μέσα στὴν πρώτη πλινθόκτιστη φτωχοκαλύβη του, 
στὸ χειμωνιάτικο Μήλεσι, στὶς ἀπαρχὲς τοῦ ἐκεῖ Ἡσυχαστηρίου του.
Ὁμάδα πνευματικῶν του παιδιῶν, πῆγε καὶ τοῦ ἔψαλλε τὰ κάλαντα
καί, δοθείσης τῆς εὐκαιρίας, τὸν φωτογράφησε 
σιωπηλὸ καὶ καρτερικὸ κάτω ἀπὸ τὰ σκεπάσματα.
(βλ. Κλεῖτου Ἰωαννίδη:
«Ὁ Γέρων Πορφύριος (Μαρτυρίες καὶ ἐμπειρίες)», σελ. 8,
ἔκδοση Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου «Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος»,
Ἀθήνα, Ἰούνιος 19933).]



***  ***  ***  ***  ***


2. «Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΚΡΕΜΕΤΑΙ ΑΠΟ ΜΙΑ ΚΛΩΣΤΗ»


     Ὁ Θεός, μὲ τὶς ἀνεξερεύνητες βουλές Του, συνέδεσε τὴν μεγάλη ἁγιότητα τοῦ Ἁγίου Γέροντα Πορφυρίου καὶ τὴ σωτηρία χιλιάδων πνευματικῶν του παιδιῶν μὲ τὶς ἀσθένειές του. Μὲ τὸν καιρό, οἱ ἀσθένειές του πολλαπλασιάσθηκαν καὶ ἔγιναν τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν του.
     Μιὰ μέρα, ποὺ τὸν βρῆκα νὰ πονᾶ πάνω στὸ κρεβάτι του, τὸν λυπήθηκα καὶ ἀκολούθησε ὁ ἑξῆς διάλογός μας:
     –Πονᾶτε, Γέροντα;
     –Πονῶ πολύ.
     –Ποῦ πονάτε;
     –Παντοῦ.
     –Τί ἔχετε, Γέροντα;
     –Καὶ τί δὲν ἔχω! Ἔχω πολλὲς παθήσεις· οὔτε κι’ ἐγὼ δὲν ξέρω τί ἔχω! Ἡ ζωή μου κρέμεται ἀπὸ μιὰ κλωστή.
     Καὶ τὴν «κλωστή» αὐτή, τὴν κράτησε ὁ Θεὸς καὶ δὲν κόπηκε ἐπὶ δεκαετίες, ὄχι τόσο γιὰ τὸν Ἅγιο Πορφύριο –ἐκεῖνος ἦταν ἕτοιμος νὰ φύγει– ὅσο γιὰ μᾶς, ποὺ μὲ τὴν ἀμέλειά μας ἤμασταν ἀνέτοιμοι καὶ τὸν χρειαζόμασταν πολύ.
     Τὄξερε αὐτὸ ὁ Γέροντας κι’ ἀγωνιζόταν νὰ κρατηθεῖ στὴ ζωὴ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν προσοχή του, ποὺ συνοδευόταν ἀπὸ τὶς ἄγρυπνες φροντίδες τῶν ἀδελφῶν τοῦ Μοναστηριοῦ, καθὼς καὶ ἀπὸ τὶς προσευχὲς ἑκατοντάδων πνευματικῶν του παιδιῶν.

     Κάποτε, εἶπε:
     «Πολλὲς φορὲς ξεκίνησα γιὰ τὸν Οὐρανό,
     ἀλλὰ οἱ προσευχές σας μ’ ἔφεραν πίσω».
     Ἀγώνας κραταιὸς ἔγινε καὶ στὴν ἐγχείρηση νεφροῦ καὶ στὸ σοβαρὸ ἔμφραγμα μυοκαρδίου καὶ στὴν ἀποτυχημένη ἐγχείρηση καταρράκτου –γιὰ νὰ θυμηθῶ ἀπὸ τὶς πολλὲς περιπέτειες τῆς ὑγείας του. Στὴν τελευταία δοκιμασία μὲ τὸ μάτι του, οἱ γιατροὶ τὸν εἶχαν ξεγράψει. Τὸ στομάχι του αἱμορραγοῦσε, ἔμεινε ἐπὶ πολλὲς ἡμέρες ἄσιτος καὶ τὸ βασανισμένο σῶμα του εἶχε μεταβληθεῖ σὲ σκελετὸ κεκαλυμμένο μὲ δέρμα. Καὶ γιὰ νὰ μὴ κάνει κατακλίσεις, τὸν κρατοῦσαν ὄρθιο, σὰν ἐσταυρωμένο, μέσα σὲ φρικτοὺς πόνους...

     Ὅταν συνῆλθε κάπως, κι’ ἄρχισε σιγά-σιγά νὰ δέχεται ἐπισκέπτες, τὸν συνάντησα κι’ ἄκουσα ἔκπληκτος νὰ μοῦ λέει μὲ τὴν ἀσθενικὴ φωνή του:
     «Ὅταν ἤμουν, ποὺ λές, νέος, προσευχήθηκα στὸν Θεό, ἂν ποτὲ ἐπιτρέψει ν’ ἀρρωστήσω, νὰ μοῦ δώσει καρκῖνο. Ξέρεις, ὁ καρκῖνος εἶναι ἡ καλύτερη ἀρρώστεια! Γιατὶ μὲ τὶς ἄλλες ἀρρώστειες, δὲν τὸ παίρνεις σοβαρὰ τὸ ζήτημα· ἐλπίζεις ὅτι θὰ γιατρευτεῖς καὶ συνήθως δὲν ἀλλάζεις. Μὲ τὸν καρκῖνο, ὅμως, λές· “Ὡς ἐδῶ ἦταν! Πάει, τελείωσαν τὰ ψέμματα! Τώρα, φεύγω!”. Οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ σὲ βοηθήσουν καὶ βρίσκεσαι μόνος μπροστὰ στὸν Θεό· μόνη ἐλπίδα, πιά, σοῦ μένει ὁ Θεός· γατζώνεσαι ἀπὸ τὴν ἐλπίδα αὐτὴ καὶ σώζεσαι. Μὲ τὴν ἐγχείρηση αὐτὴ τοῦ ματιοῦ, ποὺ μοῦ κάνανε καὶ ἀπέτυχε, μὲ τὶς κορτιζόνες ποὺ μοῦ δώσανε, ἔνοιωθα σὰν νἄγινε ἔκρηξη μέσα στὸ κρανίο μου καὶ τὸ ἔκανε κομμάτια. Πονοῦσα τόσο πολύ! Νόμισα, πὼς ἄκουσε ὁ Θεὸς ἐκείνη τὴν παλιὰ προσευχή μου καὶ ἤτανε καρκῖνος, ἀλλὰ δὲν ἤτανε. Ξέρεις, τὴν εἶχα σταματήσει τὴν προσευχὴ αὐτὴ γιὰ τὸν καρκῖνο, ὅταν μιὰ φορὰ τὸ ἀνέφερα σὲ κάποιο δεσπότη κι’ ἐκεῖνος μὲ μάλωσε, διότι, ὅπως μοῦ εἶπε, “μιὰ τέτοια προσευχὴ κρύβει ἐγωισμό”. Ἔτσι ποὺ λές, πονοῦσα δυνατά. Ἦταν ...πολὺ ὡραῖα!».
     Ἂν ὅλη ἡ διήγησή του μοῦ δημιουργοῦσε δέος, ἐκεῖνο τὸ τελευταῖο «πονοῦσα δυνατά, ἦταν πολὺ ὡραῖα», μ’ ἄφησε ἄναυδο!
     Πολλὲς φορὲς ἀδυνατοῦσα νὰ παρακολουθήσω τὸν Γέροντα…

     Σὲ μιὰ ἄλλη συνάντησή μας, μὲ βοήθησε νὰ τὸν καταλάβω λίγο μὲ αὐτὰ τὰ λόγια του:
     «Ὅταν εἶσαι ἄρρωστος, ξέρεις τί πρέπει νὰ κάνεις;
     Νὰ παρακαλᾶς τὸν Θεὸ νὰ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες σου.
     Κι’ ὁ Θεός, ἐπειδὴ θὰ τὸν παρακαλᾶς πονεμένος καὶ ταπεινωμένος, θὰ σοῦ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες καὶ θὰ σὲ κάνει καλὰ καὶ στὸ σῶμα. Ἀλλά, πρόσεξε: Νὰ μὴ προσεύχεσαι μὲ ὑστεροβουλία. Νὰ μὴ λές· “Θεέ μου, συγχώρεσε τὶς ἁμαρτίες μου” καὶ τὸ μυαλό σου νὰ εἶναι προσκολλημένο στὴ σωματική σου ἀσθένεια. Μιὰ τέτοια προσευχὴ δὲν θὰ ἔχει ἀποτέλεσμα. Ἐσύ, ὅταν προσεύχεσαι, νὰ ξεχνᾶς τὴ σωματική σου ἀρρώστεια, νὰ τὴν ἀποδέχεσαι σὰν κανόνα, σὰν ἐπιτίμιο, γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σου. Γιὰ τὰ παραπέρα, μὴν ἀνησυχεῖς! Ἄφησέ τα στὸν Θεό· κι’ ὁ Θεός, ξέρει τὴ δουλειά Του»...

     Ὁ Ἅγιος Γέροντας Πορφύριος, ἂν καὶ σωματικὰ ἀσθενής, ἦταν οὐσιαστικὰ ὑγιής, γιατὶ ὑγίαινε στὴν ψυχή. Κι’ αὐτὴ ἡ ψυχική του ὑγεία, τὸν ἀξίωνε νὰ στηρίζει ἀπὸ τὸ κρεβάτι τοῦ πόνου, ἑκατοντάδες σωματικὰ ὑγιῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔνοιωθαν νὰ τοὺς βασανίζει ἡ ψυχικὴ ἀσθένεια τῆς ἁμαρτίας. Τὸν ἀξίωνε ἀκόμη, ὄχι μόνον νὰ ὑπομένει τὶς σωματικές του ἀσθένειες προσευχόμενος γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του καὶ δοξολογώντας τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ νὰ τὶς χρησιμοποιεῖ σὰν μέσο ἐνεργητικῆς ἄσκησης...

     Ὅταν, μιὰ μέρα, ποὺ πονοῦσε πολὺ ἀπὸ τὶς ἀρρώστειες του, τὸν ρώτησα «Τί κάνετε, Γέροντα;», μοῦ ἀπάντησε: «Ὑποπιάζω τὸ σῶμά μου!» (πρβλ. Α΄ Κορ. θ΄ 27). 
     Σὰν τοὺς ἁγίους ἀσκητές, μετέτρεπε «Χάριτι Θεοῦ» τὴν ἀκούσια σωματικὴ ἀσθένεια, σὲ ἑκούσια πνευματικὴ ἄθληση…

     Πραγματικά! 
     «Ἡ γὰρ δύναμις αὐτοῦ (τοῦ Ἁγίου) ἐν ἀσθενείᾳ ἐτελειώθη» 
     (πρβλ. Β΄ Κορ. ιβ΄ 9).


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΙΑΝΝΙΤΣΙΩΤΗΣ


[Κωνσταντίνου Γιαννιτσιώτη:
«Κοντὰ στὸν Γέροντα Πορφύριο
(Ἕνα πνευματικοπαίδι του, θυμᾶται)»,
σελ. 153–158,
ἔκδοση Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου «Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος»,
Ἀθήνα, Φεβρουάριος 19951.]