Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

«ΝΑ, ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΣ!...»

«ΝΑ, ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΣ!...» 

Ένα φρικτό γεγονός ταράζει την ήρεμη ζωή 
της Καλύβης της Γεννήσεως του Χριστού, 
στα σεπτά Κατουνάκια από την Έρημο του Αγίου Όρους, 
πριν ακριβώς από έναν αιώνα. 
Οι κτηριακές και ανακαινιστικές εργασίες των τότε Πατέρων, 
στην Καλύβη της συνοδείας του Γέροντος Μακαρίου, 
διακόπτονται με τον πιο τραγικό τρόπο.
     Ο μοναχός Ιλαρίων, 
ο κουβαλητής βαριών και τεράστιων σανίδων, δαιμονίστηκε. 
Για κάθε του ενέργεια, είχε απόλυτο οδηγό το δικό του θέλημα 
και κυβερνήτη την δική του αντίληψη· «τον δικό του λογισμό»! 
Δεν άκουγε και δεν καταλάβαινε κανέναν. 
Ούτε και αυτόν ακόμη τον Γέροντά του, τον π. Μακάριο. 
Ορθολογικά, το ότι ήθελε να διπλασιάζει 
τον κόπο της διακονίας του, 
ήταν «καλό», «παραγωγικό» και «επαινετό». 
Πνευματικά όμως, παρέδιδε αμαχητί τον εαυτό του 
στον αόρατο εχθρό που ήταν και ο κύριος εμπνευστής 
αυτού του «καλού», του «παραγωγικού» και του «επαινετού» 
διπλασιασμού φόρτου εργασίας. 
Κανένας δεν του ζήτησε το πολύ. 
Κανένας δεν τον απόρριψε για το λίγο. 
Κανένας δεν τον υποχρέωσε να μπει στανικά 
σε έναν αγώνα δρόμου, στο όνομα της όποιας διακονίας. 
Ο αδιάκριτος ζήλος του, προσέκρουσε μετωπικά 
πάνω στην ευλογημένη συμφωνία των συνασκητών του. 
Μονάχα ο ισχυρογνώμονας εαυτός του, 
αρνήθηκε να ακούσει και να υπακούσει. 
Στην φωνή των Πατέρων. Στην κοινότητα των αδελφών. 
Στην σύναξη της μικρής εκκλησίας. 
Ενδεχομένως και στην οικεία συνείδηση. 
Τελικά, όλα σε προσωπική μικρογραφία 
και σε διαπροσωπική «μικροκοσμία», 
υπηρετούν –είτε με θετικό τρόπο είτε με αρνητικό– 
το Μυστήριο της Χάριτος του Θεού, 
το Μυστήριο της Θείας Ταπείνωσης. 
Όλες οι «ανθρώπινες» αρετές, εάν πρώτα 
δεν φωτιστούν και δεν μπολιαστούν με το Πνεύμα του Θεού, 
στέκονται ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο 
μόνιμα σαν τοίχος και σαν εμπόδιο. 
Ο αόρατος εχθρός μας, 
ξέρει με απαράμιλλη τέχνη αιώνων, 
να «αρετοποιεί» το σκοτάδι μας. 
Και εμείς οι δύστυχοι, ξέρουμε πάμπολλες φορές να γινόμαστε ουραγοί, ακόλουθοι, πειθήνια όργανα 
και θύματα αυτής της μωροσοφίας του. 
Η οποία μωροσοφία, όζει από υπερηφάνεια και κόλαση. 
Και η «κόλαση» δεν είναι τίποτε άλλο 
εκτός από εγκατάλειψη Θεού. 
     Ευτυχώς που η θλιβερή κατάσταση του 
δαιμονισμού του π. Ιλαρίωνος ήταν σύντομη. 
Γιατί, ο καλός γείτονας αυτής της Καλύβης, 
ο περίφημος παπα–Ιγνάτιος ο Πνευματικός, 
επενέβη δραστικά και έσωσε την κατάσταση· 
έσωσε την υπερήφανη ψυχή. 
Για να μάθουμε κι εμείς 
μέσα από αυτό το απευκταίο περιστατικό, 
έστω και ακροθιγώς, 
ποιος τελικά είναι υπερήφανος άνθρωπος. 
Αλλά, «ποιος είναι υπερήφανος»; 

※
※

     Το περιστατικό που θα διηγηθούμε συνέβη πριν ακριβώς από έναν αιώνα, το 1914, στα Κατουνάκια του Αγίου Όρους, στην Καλύβη της Γεννήσεως του Χριστού. Λίγο πιο πάνω από την Καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, του περίφημου και περιλάλητου παπα–Ιγνάτιου του Πνευματικού (1827–1927). Από αυτόν τον αδάμαντα της Αθωνικής Πολιτείας και από το έκτακτο περιστατικό που ερανιζόμαστε από τον ασκητικό του βίο, προσφέρεται μία εξαίσια αφορμή μεγάλης πνευματικής ωφελείας για όλους.
     Η συνοδεία του Γέροντος Μακαρίου εκείνες τις μέρες βρισκόταν επί ποδός γιατί πρόσθεταν δεύτερο πάτωμα στην προαναφερθείσα Καλύβη τους. Είχαν προχωρήσει στην εργασία και φτάσανε στην κατασκευή της στέγης.
     –Παιδιά μου, λέει ο Γέροντας, δόξα τω Θεώ, όλα πηγαίνουν καλά. Τώρα θα πρέπει να μεταφερθούν επάνω τα σανίδια της στέγης. Ας προσέξουμε! Τα σανίδια είναι βαριά. Με υπομονή, ένα–ένα ας τα ανεβάζουμε. Μη βιαζόμαστε και πολύ.
     Άρχισαν όλοι το ανέβασμα. Ο π. Ιλαρίων, ο νεότερος της συνοδείας, δεν το ανεχόταν να κουβαλάει τα σανίδια ένα–ένα. Χειροδύναμος και γενναίος καθώς ήταν, σκέφτηκε να μεταφέρει ανά τρία σανίδια την φορά.
     –Πάτερ Ιλαρίων, του λένε οι άλλοι αδελφοί, τα σανίδια είναι βαριά. Μη τα παίρνεις τρία–τρία, γιατί από το πολύ βάρος θα βλαφθεί η υγεία σου.
     Εκείνος όμως δεν φάνηκε να δίνει την παραμικρή σημασία στην σύσταση των αδελφών. «Αυτοί», έλεγε μέσα του, «να κοιτάνε την δουλειά τους. Ξέρω εγώ πόσα πρέπει να μεταφέρω».
     Πληροφορήθηκε την στάση του ο Γέροντας Μακάριος και τον παρατήρησε. Αλλά ούτε κι αυτήν την σύσταση πρόσεξε. Μ’ αυτήν την αχαρακτήριστη και αταίριαστη για υποτακτικό συμπεριφορά του, έκανε τον Γέροντα να αγανακτήσει. Η στάση του ήταν γεμάτη από διαβολική υπερηφάνεια και απειθαρχία.
     Ο υπερήφανος μοναχός που ήθελε πάντα να κάνει του κεφαλιού του, με τις τρεις σανίδες στην πλάτη του, ανέβαινε πεισματικά στην στέγη. Και την ώρα που τις ακουμπούσε κάτω, δέχθηκε το αόρατο ράπισμα. Παραδόθηκε στην εξουσία του σατανά και κυριεύθηκε από δαιμόνιο. Και τι δαιμόνιο! Φοβερό και τρομερό! Όλη η περιφέρεια αναστατώθηκε αμέσως από την δαιμονική οργή. Τα λόγια που έβγαιναν από το στόμα ήταν αποτρόπαια. Οι άλλες εκδηλώσεις και ενέργειες σκόρπιζαν την φρίκη και τον τρόμο.
     –Τι συμβαίνει; Τι τρέχει; ρωτούσαν με απορία οι Πατέρες από τις γύρω Καλύβες.
     –Ο Ιλαρίων του Γέροντος Μακαρίου δαιμονίσθηκε! Ο Ιλαρίων δαιμονίσθηκε! Τον κυρίευσε άγριο δαιμόνιο! Ο Θεός να βάλει το χέρι Του!
     Ο περιβόητος παπα–Ιγνάτιος ο Πνευματικός που ήταν μάλιστα και γείτονας, πληροφορήθηκε αμέσως το γεγονός. Έμπειρος όπως ήταν σ’ αυτά τα θέματα, κατάλαβε πως χρειάζεται μεγάλη μάχη για να διωχθεί το άγριο αυτό δαιμόνιο. Χωρίς χρονοτριβές, παρήγγειλε να μαζευτούν στην Καλύβη της Γεννήσεως αρκετοί Πατέρες και Ιερομόναχοι. Να ενώσουν τις προσευχές τους και να τελέσουν το Μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου για τον πάσχοντα αδελφό. 

※
※

     Επτά Πνευματικοί έλαβαν μέρος στην τέλεση του Μυστηρίου. Η τελετή αυτή είχε κάτι το ξεχωριστό. Η ατμόσφαιρα δονούνταν από ιδιαίτερη συγκίνηση. Το όλο θέαμα σού ράγιζε την καρδιά. Στην μέση του Ναού ήταν ξαπλωμένος ο δαιμονόπληκτος Ιλαρίων, δεμένος με πολλά σχοινιά πάνω σε μία σανίδα. Δεν ήθελε, ο δυστυχής, να μεταφέρει μία σανίδα. Ήθελε τρεις. Να, όμως, τώρα, που τον μετέφεραν δεμένον πάνω σε μία! Μερικοί δυνατοί μοναχοί παρέστεκαν πλάι του, γιατί το δαιμόνιο είχε δύναμη φοβερή που έσπαζε όλα τα σχοινιά.
     Οι ευχές άρχισαν να διαβάζονται με δραματικό ικετευτικό τόνο, ενώ που και που η ιεροπρέπεια της τελετής ταρασσόταν από τις δαιμονικές κραυγές και ύβρεις. Με τις προσευχές και τα δάκρυα των Πατέρων, με την μεσιτεία των Ιερέων, με την δύναμη του Ιερού Μυστηρίου το θαύμα έγινε και απομακρύνθηκε ο φοβερός ένοικος από τον μοναχό Ιλαρίωνα. Η φοβερή δοκιμασία έληξε. Έληξε, αφού δόθηκε ένα καλό μάθημα στον υπερήφανο μοναχό, χρήσιμο αν όχι σε όλους, τότε σίγουρα σε απροσδιόριστα πολλούς. Όλοι είχαν να διηγούνται και να διδάσκονται.

※
※  

     Ο π. Νεόφυτος μάλιστα, ο υποτακτικός του Πνευματικού παπα–Ιγνάτιου που συγκάλεσε τους Πατέρες για να προσευχηθούν από κοινού για την ίαση του δαιμονόπληκτου, είχε αποκομίσει περισσή ωφέλεια. Ήταν ένας από αυτούς που, προτού αρχίσει η τελετή του Ευχελαίου, φύλαγε τον δεμένο μοναχό. Ήξερε πως κάποιος συγκεκριμένος λόγος θα υπήρχε, ώστε να παραχωρήσει ο Θεός μια τέτοια δεινή κατάσταση παιδεύσεως. Για να εξακριβώσει λοιπόν τον λόγο, τολμά και υποβάλλει μία ερώτηση:
     –Πονηρό δαιμόνιο, για ποια αιτία μπήκες στον Ιλαρίωνα;
     –Άντε πήγαινε πέρα εσύ, απαντά το δαιμόνιο, που θα σου δώσω εγώ τον λόγο!
     –Σε εξορκίζω στο Όνομα της Αγίας Τριάδος να μου πεις την αιτία!
     –Βρε, τι θέλεις και με ορκίζεις εσύ που δεν είσαι ούτε παπάς, ούτε τίποτε;! Μπήκα γιατί…, μπήκα γιατί ήταν υπερήφανος!
     –Και πάλι σε εξορκίζω στο Όνομα της Αγίας Τριάδος να μου πεις ποιος είναι υπερήφανος.
     Και το δαιμόνιο, χωρίς να θέλει, αλλά πιεζόμενο από τον εξορκισμό, έκανε μία θαυμαστή ομολογία.
     –«Ποιος είναι υπερήφανος»! Να, ποιος είναι:
     Όποιος, στις εικοσιτέσσερις ώρες που έχει το ημερονύκτιο, δεν βάζει ούτε μία φορά στο νου του πως είναι αμαρτωλός.
     Αυτός, είναι ο υπερήφανος άνθρωπος!
     Τις τελευταίες αυτές λέξεις τις φώναξε με υψωμένο τον τόνο της φωνής.
     Στ’ αυτιά του π. Νεοφύτου βούιζαν για πολύ καιρό τα λόγια αυτά. Ο ίδιος έλεγε κάθε τόσο:
     «Θεέ μου! Σώσε με από την υπερηφάνεια!».
     Όσα διδάχθηκε από τον, ευτυχώς, σύντομο δαιμονισμό του π. Ιλαρίωνος, δεν τα ξεχνούσε ποτέ!

 ※
※

    «Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται».
     Αυτόν τον θεόπνευστο λόγο, σαν να θέλει να τον τονίσει ιδιαίτερα η Αγία Γραφή, τον αναφέρει τρεις φορές στις σελίδες της (Παροιμίαι γ΄ 34 – Ιακώβου δ΄ 6 – Α΄ Πέτρου ε΄ 5).
     Και, όπως το υπογραμμίζει και η «Κλῖμαξ»,
     «ὑπερηφανία ἐστὶ Θεοῦ ἀντίπαλος» (Λόγος 24ος).
     Όλες αυτές οι αλήθειες, μας τις προσυπογράφει με τρόπο δραματικό και το πάθημα του υπερήφανου Ιλαρίωνος που περίμενε να δοξασθεί κουβαλώντας δύο σανίδες παραπάνω και κατάντησε να εξουθενωθεί όσο κανείς άλλος…


※
[Αρχιμ. Χερουβείμ Καράμπελα (1920–1979):
«Ιγνάτιος ο Πνευματικός»,
Σειρά: «Σύγχρονες Αγιορείτικες Μορφές»,
Αριθμ. 7, κεφ. γ΄, σελ. 80–83,
Ιερά Μονή Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής 19947 .]
※



※
※
















Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΓΑΤΟ

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΓΑΤΟ

     Η ζωή σε ένα φιλήσυχο ρώσικο διαμέρισμα αναστατώνεται ξαφνικά. «Κάποιος» ενοχλεί, γιατί σπιλώνει επανειλημμένα τον απόλυτο τόπο της ανθρώπινης ξεκούρασης: το κρεβάτι των ενοίκων. Ο θυμός που έπεται, ξέφρενος και ανήλεος. Όπως είναι φυσικό, λαμβάνονται ακαριαία μέτρα· δραστικά και ακραία μέτρα, πλην όμως μάταια. Όλες οι πεισματικές προφυλάξεις, «σηκώνουν» για τα καλά φωνές, απειλές, ακόμη και …περιφράξεις! Όλα τα κυνηγητά, οι εκφοβισμοί και οι προπηλακισμοί καταλήγουν στο τέλος σε ...πρωτόφαντα κλάματα κάτω από μία καρέκλα! 
     Ο πατήρ Γκλεμπ, είναι αυτός που αναλαμβάνει να δώσει την άφεση και να φέρει μια ισορροπία σε όλα αυτά τα σουρεαλιστικά μιας απίστευτης κατάστασης. Περιπέτεια, από το τίποτα. Από το αστείο, ένα δίδαγμα. Και από το κωμικό, μια ωφέλεια. Τελικά, είναι η ποιμαντική μακροθυμία του πατρός Γκλεμπ ή η πάθηση της βαρηκοΐας του που δίνουν απρόσμενα την σκυτάλη του σεναρίου σε έναν «Κόπτη», για να εμφανιστεί με έναν ιδιαίτερα χαριτωμένο τρόπο στην όλη πλοκή;… 

※
※

     Περιττό να πούμε ότι στον λαό μας αρέσει να επικρίνει και κριτικάρει τους ιερείς. Γι’ αυτό και μου προξένησε μεγάλη έκπληξη, όταν κάποια φορά, τον καιρό που ακόμη λειτουργούσα στο Μοναστήρι Ντονσκόι, με πλησίασε ένας ενορίτης με το όνομα Νικολάι και μου είπε:
     «Τώρα, κατάλαβα: οι καλύτεροι, οι σπουδαιότεροι, οι καρτερικότεροι και οι πιο υπέροχοι άνθρωποι στον κόσμο είναι οι ιερείς!».
     Έμεινα έκπληκτος και ρώτησα τι του προκάλεσε ξαφνικά αυτές τις σκέψεις.
     Ο Νικολάι απάντησε:
     «Στο σπίτι μου έχω έναν γάτο – τον λέμε Κότη. Είναι πολύ καλός, έξυπνος και όμορφος. Έχει όμως μια παραξενιά: όταν φεύγουμε με τη γυναίκα μου για τη δουλειά, ανεβαίνει στο κρεβάτι μας και –συμπαθάτε με!– κάνει την ανάγκη του. Και τι δεν κάναμε για να του ξεμάθουμε τη συνήθεια αυτή: τον πήραμε με το καλό, τον τιμωρήσαμε, μα αποτέλεσμα μηδέν. Στο τέλος, στήσαμε ολόκληρη περίφραξη. Αλλά όταν γύρισα σπίτι, είδα ότι η περίφραξη ήταν χαλασμένη και ο Κότη είχε συρθεί πάνω στο κρεβάτι και είχε κάνει τη βρωμιά του. Ήμουν τόσο θυμωμένος, που τον άρπαξα και τον έκανα τόπι στο ξύλο! Ο Κότη, στεναχωρήθηκε τόσο που χώθηκε κάτω από μια καρέκλα και άρχισε να κλαίει. Αληθινά σας λέω! Πρώτη φορά στη ζωή μου είδα κάτι τέτοιο: έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια του! 

※
※

     Εκείνη τη στιγμή έφτασε και η γυναίκα μου και όρμησε να με φάει: “Καλά, δεν ντρέπεσαι;! Είσαι και χριστιανός! Δεν πρόκειται να σου μιλήσω, μέχρι να εξομολογηθείς στον ιερέα αυτή τη βάναυση, κακή και αντιχριστιανική σου πράξη!”. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, αφού και η ίδια μου η συνείδηση με κατάτρεχε γι’ αυτό που έκανα στον Κότη και το πρωί ήρθα στο Μοναστήρι για να εξομολογηθώ. Εξομολογούσε ο Ηγούμενος Γκλεμπ. Περίμενα στην ουρά και με τη σειρά μου του τα διηγήθηκα όλα».
     Ο π. Γκλεμπ, είναι ένας καλός μεσήλικας Ηγούμενος από τη Λαύρα του Αγίου Σεργίου, που λειτουργούσε προσωρινά στο Μοναστήρι Ντονσκόι. Συνήθως στεκόταν στις εξομολογήσεις στηριζόμενος στο αναλόγιο και, χώνοντας τη γροθιά του στη γενειάδα του, άκουγε τις αμαρτίες των ενοριτών. Ο Νικολάι τού διηγήθηκε λεπτομερώς τη θλιβερή του ιστορία με τη γάτα. Προσπάθησε να μην κρύψει απολύτως τίποτα, γι’ αυτό μιλούσε γι’ αρκετή ώρα. Και όταν τελείωσε, ο π. Γκλεμπ παρέμεινε για λίγο σιωπηλός, πήρε μια ανάσα και είπε:
     «Ναι, ναι… Ήταν βέβαια μία άσχημη εξέλιξη! Μόνο που δεν κατάλαβα· αυτός, ο Κόπτης, σπουδάζει στο πανεπιστήμιο, αλλά δεν μένει σε εστία;».
     «Ποιος “Κόπτης”;», αντιρώτησε ο Νικολάι.
     «Αυτός που μένει μαζί σας και για τον οποίο μου διηγήθηκες μόλις τώρα».
     «Και τότε κατάλαβα», ολοκλήρωσε την ιστορία του ο Νικολάι, «ότι ο π. Γκλεμπ, που ήταν ελαφρώς κουφός, παρακολουθούσε ταπεινά επί δέκα λεπτά το παραλήρημά μου για έναν “Κό(π)τη”, ο οποίος για κάποιο λόγο ζει μαζί μας στο διαμέρισμα και τα κάνει πάνω στο κρεβάτι μας, και τον οποίο ξυλοφόρτωσα και γι’ αυτό χώθηκε κάτω από την καρέκλα και άρχισε να κλαίει…
     Τότε συνειδητοποίησα ότι, οι πιο καλοί και οι πιο υπέροχοι, οι πιο υπομονετικοί και οι πιο σπουδαίοι άνθρωποι στον κόσμο, είναι οι ιερείς μας!».  


※
[π. Τύχων Σεβκούνωφ: «Σχεδόν άγιοι»
(Πνευματικές αφηγήσεις
από τη Ρωσία του χθες και του σήμερα),
κεφ. 48ο, σελ. 389–391,
Εκδόσεις «Εν Πλω», Μάιος 20121.]

※



※
※


















Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΑΤΕΡΕΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΑΖΟΜΕΝΟΙ

ΠΑΤΕΡΕΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΑΖΟΜΕΝΟΙ
※
※
     «Είχα οκτώ αδέλφια. Οι γονείς μου, άνθρωποι απλοί, προσπάθησαν να μας οδηγήσουν στον σωστό δρόμο. Γι’ αυτό μπορώ να πω ότι ήμασταν μία καλή χριστιανική οικογένεια. Ο πατέρας μου εκοιμήθη στα 86 του χρόνια· ενώ η μητέρα μου στα 92 της χρόνια. Ο πατέρας μου, ήταν πολύ σκληρός αλλά πολύ ηθικός άνθρωπος και σεβόταν τις παραδόσεις. Η μητέρα μου, ήταν ένα αρνάκι του Θεού. Όχι επειδή ήταν μητέρα μου, αλλά ζούσε σαν μία μοναχή στο μέσον του κόσμου.
     Εγώ γεννήθηκα το 1931. Η δεκαετία 1940–1950, ήταν πολύ δύσκολη για την Ελλάδα. Πόλεμοι, εμφύλιοι, αίμα, πολύ αίμα, δολοφονίες. Από τότε γύρισε ο κόσμος ανάποδα. Με τόσα κακά και τόσες αμαρτίες, οι άνθρωποι βρισκόταν σε αξιοθρήνητη κατάσταση. Σιγά–σιγά, η Ελλάδα επανήλθε. Ακολούθησε αυτή η περίοδος ειρήνης, αλλά τώρα τα πράγματα έφθασαν να είναι χειρότερα από ό,τι μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
     Τώρα, έχουμε την «παγκοσμιοποίηση». Δεν έχουν σημασία ούτε οι παραδόσεις, ούτε το Ευαγγέλιο, τίποτα! Τα πάντα ισοπεδώθηκαν! Να φυλάξει ο Θεός, επειδή οι άνθρωποι έχουν υποφέρει και θα υποφέρουν και στην συνέχεια. Εμείς, έχουμε την ελπίδα μας στον Θεό· στην Παναγία και τους Αγίους μας. Τα πράγματα, όμως, χειροτερεύουν.
     Πιστεύω ότι ήταν θέλημα Θεού να γίνω μοναχός. Η μητέρα μου, μου έλεγε: “Να προσεύχεσαι στην Παναγία, να γίνεις ένα καλό παιδί!”. Με μάθαινε να αποφεύγω τις αμαρτίες κι εγώ άκουγα ό,τι μου έλεγε. Όταν ήμουν 16 ετών, προσευχόμουν στην Παναγία να βρω μία δουλειά, για να βοηθήσω την οικογένειά μου. Πιο πολύ με ένοιαζε για την οικογένειά μου κι όχι για μένα. Αυτή, λοιπόν, ήταν η προσευχή μου· να βρω μία δουλειά, να γίνω καλό παιδί και να μην αμαρτάνω. Αυτήν την προσευχή την έκανα μετά τις 12 την νύχτα. Είχα ορίσει να προσεύχομαι μέχρι τις 12:30 π.μ., πολλές φορές και μέχρι τις 1:00 π.μ., διαβάζοντας κάτι από τους Αγίους Πατέρες.
※
※
     Ένα βράδυ, ενώ προσευχόμουν, δεν ήξερα τί άλλο να πω και είπα: “Παναγία μου, δεν έχω τί άλλο να πω! Εσύ ξέρεις καλύτερα τί μου χρειάζεται και να με βοηθήσεις τί να κάνω!”. Έκανα μετάνοια, σημείωσα το μαξιλάρι μου με το Σημείο του Σταυρού και, ξαπλώνοντας, άκουσα μία φωνή από την Εικόνα της Παναγίας: “Εσύ θα γίνεις μοναχός!”. Εγώ δεν ήξερα καν τί είναι ο “μοναχός”. Έμεινα έκπληκτος. Ήταν μία φωνή γυναικεία, αλλά φωνή θαυμάσια, παραδεισένια. Το επόμενο βράδυ, έκανα την ίδια προσευχή και ξάπλωσα περιμένοντας να δω τί θα γίνει. Τότε άκουσα μία φωνή που μου έλεγε: “Παιδί μου! Αφού σου το είπα· μοναχός, θα γίνεις!”. Αυτή ήταν η αρχή προς την μοναχική ζωή. Αν και πριν ούτε που το είχα σκεφτεί. Είχα Πνευματικό, εκκλησιαζόμουν, εξομολογούμουν και σιγά–σιγά μου ήρθε αυτός ο πόθος και στα 21 μου πήγα στο Μοναστήρι. Ήθελα να πάω από τα 17, αλλά επειδή ήμασταν μεγάλη οικογένεια και ο πατέρας δεν τα κατάφερνε μόνος, περίμενα να απολυθεί ο αδελφός μου από τον Στρατό.
     Ήρθα εδώ στο Μοναστήρι το 1954, τα Θεοφάνεια. Μου άρεσε πολύ το Μοναστήρι και οι Πατέρες. Μ’ ανάπαυε το μέρος και το αγάπησα. Από τότε μέχρι σήμερα, παλεύουμε. Έχουμε την ελπίδα μας στον Θεό και στην Παναγία. Ακόμη κι αν έχουμε πολλές αμαρτίες, προσευχόμαστε στην Παναγία μας, να μας βοηθήσει να σωθούμε, να μη χάσουμε τον Παράδεισο.
     Το πιο δύσκολο πράγμα για έναν ηγούμενο είναι το να είναι «ηγούμενος»! Και, τί πιο εύκολο να κάνει κάποιος υπακοή! Καθόμουν μία φορά και σκεφτόμουν πώς πέρασαν τόσα χρόνια! Κατάλαβα, ότι μόνο με την βοήθεια του Θεού και της Παναγίας τα καταφέρνουμε στις δυσκολίες.
     Όταν ήμουν νέος η υπακοή μου ήταν στο δάσος. Ήταν μία υπακοή πολλή δύσκολη. Δεν υπήρχαν τότε δρόμοι όπως σήμερα. Πήγαινα στην Καλύβα στο δάσος με τα πόδια ή με το μουλάρι. Τότε, στα 1966–1970, η Λακκοσκήτη είχε αρχίσει ήδη να ερειπώνει. Ζούσαν εκεί 6–7 Πατέρες· τους θυμάμαι όλους με τα ονόματά τους. Έβλεπα την Σκήτη να γκρεμίζεται κι έκλαιγε η καρδιά μου. Σιγά–σιγά, δεν έμεινε κανένας. Ο τελευταίος που έμεινε εκεί ήταν ο πατήρ Νεόφυτος ο Διάκος, ο οποίος ήρθε μετά στο Μοναστήρι, όπου έζησε έξι χρόνια. Εφτά χρόνια ήμουν σε αυτήν την υπακοή, μέχρι το 1974, που εκλέχθηκα Ηγούμενος…».
※
※


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ
ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ


※
[Από το τριμηνιαίο Αγιορείτικο Περιοδικό «Πρωτάτον»,
Περίοδος δ΄, Ιανουάριος–Μάρτιος 2011,
αρ. τευχ. 121, σελ. 175–177.
Συνέντευξη στον Σ. Α. Βλανταρεάνου
για το Ρουμανικό Περιοδικό «Lumed Credintei»,
η οποία συνέντευξη –όπως αναφέρει το «Πρωτάτον»–
αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα «Κελλιώτης» στις 14–10–2010.
Οι φωτογραφίες της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου, των:
(1) Nικηφόρου Παπά· «Βροχή στον Άθω» 
και (2) Κουτούδη Γρηγόρη· «Μονή Αγ. Παύλου»,
από το «Panoramio».]
※























Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ Η ΚΛΗΣΗ

 ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ Η ΚΛΗΣΗ
※
※
Ο μουσουλμάνος Joseph Fadelle από την Βαγδάτη γνώρισε τον Χριστό και ένοιωσε την Θεία Χάρη να χτυπά την πόρτα της ζωής του με έναν αναπάντεχο και συγκλονιστικό τρόπο. Ήταν 23 χρονών όταν υπηρετούσε για τρία χρόνια την θητεία του τον Ιανουάριο του 1987, σε ένα Σύνταγμα Πεζικού στην Βασόρα, καμμιά εικοσαριά χιλιόμετρα μακρυά από τον ποταμό Σατάλ–Αλ–Αράμπ ο οποίος οριοθετούσε τα σύνορα του Ιράκ με το Ιράν. Εκεί, μέσα στις συνθήκες του στρατώνα, θέλοντας και μη, γνωρίζεται και σχετίζεται με έναν καλοκάγαθο συστρατιώτη, τον Masoud –γεωργό στο επάγγελμα και Χριστιανό στο θρήσκευμα– με τον οποίο, πολύ σύντομα γίνεται αχώριστος φίλος. Αργότερα, ο Joseph, για την βαθειά καρδιακή του αγάπη και πίστη του προς τον Χριστό, έχασε προσωπική ελευθερία, πατρίδα, οικογένεια, συγγενείς, αδέσμευτη κοινωνική δράση, εργασιακή δυνατότητα και οικονομική αυτονομία. Με μια λέξη: τα πάντα! 
     Μέσα από την καθηλωτική αυτοβιογραφία του «Το Τίμημα», τα αλλεπάλληλα βάσανα και οι απίστευτες περιπέτειές του γίνονται ολοένα και περισσότερο γνωστές σ’ εμάς και πραγματικά συγκλονίζουν. Επιπλέον, αφυπνίζουν και διδάσκουν όλους εμάς που, παρά την ιστορικά παραδοσιακή και «προνομιακή» μας θέση στον Χριστιανισμό, παρουσιάζουμε, –προς έλεγχο και εντροπή μας– εμφανή πλέον τα σημάδια της αλλοτρίωσης από την υλόφρονη υπεράνεση και «ελευθερία» του δυτικού τρόπου σκέψης και ζωής που ακολουθήσαμε πιστά. 
     Στην συνέχεια, παραθέτουμε αυτούσια την μεγάλη ώρα της κλήσης του Joseph Fadelle –έτσι όπως την θυμάται και την περιγράφει ο ίδιος τόσο γλαφυρά– η οποία κλήση, ήρθε τελείως αιφνίδια και απρόσμενα γι’ αυτόν, μέσα από ένα θεόσταλτο μήνυμα, μέσα σε ένα πρωτόγνωρο όνειρο.
     Τελικά, είναι πραγματικά μυστήριοι, εξαίσιοι και απρόβλεπτοι οι τρόποι με τους οποίους προσεγγίζει, κάθε φορά – όλες τις φορές, η θεία αγάπη τον άνθρωπο· τον κάθε άνθρωπο!...
※
※
     Μάϊος 1987. Εκείνο το πρωί ξύπνησα με μια παράξενα καλή διάθεση, σαν να είχα αναρρώσει από μια μακρά ασθένεια. Ανέπνευσα με χαρά τον ανοιξιάτικο αέρα που ταίριαζε με την εύθυμη διάθεση της στιγμής. Αν και πλησίαζαν οι ξερές ζέστες του καλοκαιριού, ήταν απόλυτα υποφερτές προς το παρόν.
     Εκείνο που με είχε ξελαφρώσει τόσο, ήταν πως για πρώτη φορά στη ζωή μου, θυμόμουν ένα από τα όνειρά μου. Ήταν κάτι που δεν μου είχε συμβεί ποτέ από τα παιδικά μου χρόνια και γι’ αυτό ζήλευα πάρα πολύ τους αδελφούς και τις αδελφές μου, που όλοι τους διηγούνταν τα πιο αλλόκοτα όνειρά τους το πρωί. Όλοι τα ακούγαμε λαίμαργα, κρεμασμένοι από τα χείλια τους και μαγεμένοι από τα θαύματα της φαντασίας, αλλά εγώ δεν μπορούσα να συμμετέχω σε αυτές τις απίθανες περιπέτειες. 
     Ένοιωθα τόσο απογοητευμένος, που πήγα να συμβουλευτώ έναν γιατρό, προκειμένου να με διαβεβαιώσει πως δεν είχα τίποτα το αφύσικο! 
     Εκείνο το πρωί, πήρα επιτέλους την εκδίκησή μου για όλα αυτά τα χρόνια της αδελφικής ταπείνωσης: να, που έγινα όπως όλος ο κόσμος, ικανός να διηγηθώ ένα όνειρο και, μάλιστα, όχι το οποιοδήποτε! Πόσο θα ήθελα να ήταν τα αδέλφια μου εκεί, μπροστά σε αυτό το εξαιρετικό γεγονός. 
※
※
     Σε εκείνο το όνειρο λοιπόν –το θυμόμουν πολύ καλά–, βρισκόμουν στην όχθη ενός ρυακιού που δεν ήταν πολύ πλατύ, μόλις ενός μέτρου. Στην άλλη όχθη, ήταν ένας άντρας κάπου σαράντα χρόνων, αρκετά μεγαλόσωμος και ντυμένος με ένα μονοκόμματο μπεζ, ανατολίτικο ρούχο, χωρίς γιακά. Αισθανόμουν να με σπρώχνει μια ακαταμάχητη δύναμη προς αυτόν τον άντρα, μαζί με την επιθυμία να περάσω στην άλλη όχθη και να τον συναντήσω.
     Ξεκίνησα λοιπόν να δρασκελίζω το ρυάκι και, για κάποια λεπτά, που εμένα μου φάνηκαν μια αιωνιότητα, βρέθηκα να αιωρούμαι πάνω από το έδαφος. Φοβήθηκα έντονα πως δεν θα μπορούσα ποτέ να ξανακατέβω στη γη.
※
※
     Καθώς εκείνος αισθάνθηκε τη δυσφορία μου, μου άπλωσε το χέρι όπως ήταν απέναντί μου, για να με βοηθήσει να περάσω το νερό και με προσγείωσε στη δική του όχθη. Εκείνη τη στιγμή, μπόρεσα να παρατηρήσω ευκολότερα το πρόσωπό του: είχε γαλάζια μάτια, ένα αραιό γένι και κάπως μακριά μαλλιά. Εντυπωσιάστηκα από την ομορφιά του.
     Με ένα πολύ γλυκό βλέμμα, ο άντρας μού απηύθυνε αργά μια μόνο αινιγματική πρόταση, με μια καθησυχαστική και παρακλητική χροιά στη φωνή του: 
     «Για να περάσεις το ρυάκι, πρέπει να φας τον Άρτο της Ζωής».
     Όταν ξύπνησα την επομένη, αυτή η ακατανίκητη φράση μού είχε μείνει ακόμη καθαρά χαραγμένη στο μυαλό μου, αν και η μαγεία του νυχτερινού ονείρου είχε αρχίσει να ξεθωριάζει σιγά–σιγά. Αισθανόμουν πολύ χαρούμενος, με το χαμόγελο στα χείλη, με μια χαρά σχεδόν παιδική, που είχα επιτέλους ένα δικό μου όνειρο, και δεν ένιωθα την ανάγκη να ψάξω να καταλάβω τη σημασία αυτών των μυστήριων λέξεων. Αυτό το όνειρο ήταν ο θησαυρός μου και, από μόνο του, μου έφτανε για τη χαρά μου. Δεν είχα λοιπόν καμμιά επιθυμία να γνωρίσω την πραγματική του σημασία.
※
※
     Όταν άνοιξα τα μάτια μου, δεν ήμουν πια μόνος μου. Ο φίλος μου ο Μασούντ είχε επιστρέψει από την άδειά του και με χαιρετούσε ήρεμα κοιτάζοντάς με και χαμογελώντας.
     Τότε μου έδωσε ένα βιβλίο με το σκληραγωγημένο χέρι του, το χέρι του αγρότη: «Ορίστε, το Ευαγγέλιο!», μου είπε απλά. Τελικά, με είχε σκεφτεί πέντε μήνες μετά από την παράκλησή μου (να μου δώσει να διαβάσω το Βιβλίο των Χριστιανών). Και πρόσθεσε αμέσως για να προλάβει την κριτική μου:
     –Μην ανησυχείς που υπάρχουν τέσσερις διαφορετικές εκδοχές για τη ζωή του Χριστού. Αυτά τα τέσσερα Ευαγγέλια περιγράφουν το ίδιο γεγονός με τέσσερις διαφορετικούς τρόπους.
     Πράγματι, για έναν ανενημέρωτο, όπως ήμουν εγώ, και επιπλέον για έναν μουσουλμάνο και συνηθισμένο στη «μοναδικότητα» του Κορανίου, έμοιαζε σαν παραλογισμός να υπάρχουν τέσσερις διαφορετικές (γραπτές) εκδοχές (για τον Θεό). Αλλά, εκείνο το πρωί, η διάθεσή μου ήταν πολύ παρορμητική για να επιμείνω και να σταματήσω σε αυτή τη λεπτομέρεια. Εξάλλου, το Κοράνι είχε χάσει την αξιοπιστία του στα μάτια μου. Άνοιξα λοιπόν με ανυπομονησία το Βιβλίο των Χριστιανών και έπεσα πάνω στο «κεφάλαιο» με τον τίτλο «Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο».
     –Καλύτερα να ξεκινήσεις από ένα άλλο μέρος, από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου για παράδειγμα. Είναι πιο εύκολο για αρχή, με συμβούλεψε ο Μασούντ πάνω από τον ώμο μου.
※
※
     Από ποιό μυστηριώδες σχέδιο δεν ακολούθησα τη συμβουλή του, όταν πήρα το Βιβλίο των Χριστιανών στο στρώμα μου; Πρόκληση, πείσμα, επιθυμία να μην υποταχθώ απολύτως στις προσταγές ενός Χριστιανού, ειδικά σε ένα θρησκευτικό θέμα; Επιμένοντας στην άποψή μου, ξεκίνησα εκ νέου την ανάγνωσή μου από την τελευταία «εκδοχή», αυτή του ονομαζόμενου «Ιωάννη». Είχα απορροφηθεί τόσο πολύ από το βιβλίο μου, που δεν καταλάβαινα πώς περνούσαν οι ώρες, ενώ ξέχασα και να φάω.
     Φτάνοντας στο Κεφάλαιο 6, σταμάτησα ξαφνικά την ανάγνωσή μου στη μέση μιας φράσης· είχα μείνει άναυδος! Το μυαλό μου ήταν σε έξαψη. Για μια στιγμή σκέφτηκα πως ήμουν θύμα μιας παραίσθησης και βύθισα ξανά τα μάτια μου στο βιβλίο, στο σημείο ακριβώς που είχα σταματήσει. Δεν είχα κάνει λάθος, σίγουρα.
     Από κάποιο ανεξήγητο θαύμα, μόλις είχα διαβάσει αυτές ακριβώς τις λέξεις «ἄρτος ζωῆς»: εκείνες τις ίδιες που είχα ακούσει πριν από μερικές ώρες στο όνειρό μου!
※
※
     Για να σιγουρευτώ, ξαναδιάβασα αργά το χωρίο, στο οποίο ο Χριστός απευθύνεται στους μαθητές Του, αφού πρώτα έχει πολλαπλασιάσει τους άρτους για το πλήθος και λέει στους μαθητές: 
     «Ἐγὼ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρός Με, οὐ μὴ πεινάσῃ».
     Μου συνέβαινε κάτι το εκπληκτικό, σαν μια βίαιη έκρηξη που παρέσερνε τα πάντα στο πέρασμά της, μαζί με μια αίσθηση ευφορίας και θαλπωρής.
     Σαν ξαφνικά ένα λαμπερό φως να είχε φωτίσει τη ζωή μου με έναν εντελώς καινούργιο τρόπο, δίνοντάς της όλης της το νόημα. Ήταν σαν να με είχε χτυπήσει κεραυνός ή κάτι περισσότερο και από αυτό!
     Είχα την εντύπωση πως ήμουν μεθυσμένος, σαν να ανέβαινε στην καρδιά μου ένα συναίσθημα μια απίστευτης δύναμης, ενός πάθους σχεδόν βίαιου και αγαπητικού για Εκείνον τον Ιησού Χριστό, για τον Οποίον μιλούσαν τα Ευαγγέλια.
※
※
     Την ίδια στιγμή, κατάλαβα πως το νυχτερινό μου όνειρο ήταν κάτι παραπάνω από ένα απλό όνειρο: υπήρχε εκεί, το καταλάβαινα τώρα πολύ καθαρά, κάτι σαν μια κλήση ή ένα προσωπικό μήνυμα που μου είχε απευθυνθεί μέσω αυτών των λέξεων. Αν και δεν ήξερα από ποιόν ακριβώς, καθώς ήμουν ανίκανος να πω τι αντιπροσώπευε για μένα αυτός ο άντρας, αλλά ούτε και ποιό ήταν το νόημα όλων αυτών.
     Το μόνο που ήξερα, ήταν η χαρά που μου προκαλούσε αυτό το γεγονός. Ήμουν βέβαιος, πως τώρα πια η ζωή μου δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια!
※
※
     Μέσα στη σκέψη μου ανακατεύονταν όλα εκείνα που μου είχαν εντυπωθεί από το Ισλάμ και που μου είχαν σημαδέψει την προσωπικότητα και τις σκέψεις μου με αυτόν τον –καινούργιο για μένα– τρόπο θεώρησης της πίστης, ο οποίος, πρέπει να το παραδεχτώ, με σαγήνευε πάρα πολύ.
     Είχα ακόμη στο μυαλό μου όλα τα επίθετα του Θεού που αναφέρονταν στο Κοράνι. Ήταν γνωστά ενενήντα εννιά: Αιώνιος, Αγέννητος, Μοναδικός, Απρόσιτος, Αυστηρός, Ένδοξος, Σοφός, Καλοπροαίρετος, Ελεήμων, αλλά και Εκδικητής.
     Υπήρχε όμως και ένα ακόμη –το εκατοστό επίθετο– που δεν γνώριζε κανένας. Είχα την εντύπωση, πως εκείνη τη μέρα ανακάλυψα αυτό το Μυστήριο και άγνωστο εκατοστό Όνομα του Θεού, που ήταν η Αγάπη… 
※
※



ΕΠΙΛΟΓΟΣ
※
※
     Εκείνη την ημέρα της Βαπτίσεώς μου (Σάββατο 22 Ιουλίου 2000), άρχιζε για μένα ένας νέος κύκλος στη ζωή μου. Μπορούσα επιτέλους να απαντήσω στην κλήση Εκείνου του Ανθρώπου που με είχε καλέσει κάποτε σε εκείνο το όραμα, του οποίου την ανάμνηση διατηρούσα ακόμη πεντακάθαρη, δεκατρία χρόνια μετά.
     Εκείνος ο Άνθρωπος, του Οποίου η καλωσύνη και η ακτινοβολία με είχαν τραβήξει τόσο, ήταν ο Χριστός για τον Οποίον είχα νοιώσει από την αρχή ένα αληθινό πάθος και τον Οποίον από τότε λάτρευα κάθε μέρα και πιο πολύ. Ακόμη και στις πιο σκοτεινές ώρες, δεν μου είχε περάσει, ούτε μια στιγμή πειρασμός να Τον εγκαταλείψω για να επιστρέψω στη «χρυσή» ζωή που ζούσα πριν.
     Τώρα πια, μπορούσα να γευτώ τη ζωή Του, την υπόσχεση της αιωνιότητας που μου πρόσφερε σαν Υιός του Θεού. Θα ήθελα να μπορώ να κοινωνώ κάθε μέρα αυτόν τον Άρτο των Αγγέλων, αν μου ήταν δυνατόν, για να παίρνω δύναμη και χαρά από Αυτόν…

※
※
     (Παρ’ όλ’ αυτά, αισθάνομαι ότι), χρειάζομαι χρόνο· περισσότερο χρόνο, για να μπορέσω να συγχωρήσω την οικογένειά μου για όλα όσα με έχει κάνει να υποφέρω: τη φυλακή, το βασανιστήριο, την έλλειψη χρημάτων… Πόσες φορές δεν είχα επαναλάβει, σε κάθε καινούργια δοκιμασία μου, πως όλα αυτά ήταν από δικό τους φταίξιμο.
     Δεν είναι εξαιτίας του Χριστού, που έχω υποφέρει, αλλά στην πραγματικότητα από την έλλειψη ελευθερίας που θέτει η μουσουλμανική κοινωνία και από την οποία η οικογένειά μου δεν τολμά να απαλλαγεί από υπερηφάνεια και από έγνοια για την αξιοπρέπειά της.
     Αντιθέτως, ο Χριστός με βοήθησε να περάσω μέσα από αυτές τις δυσκολίες. Η αγάπη Του δεν με διέψευσε ούτε για μια μέρα, κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών. Εκείνος μου έδινε πάντα το κουράγιο και την υπομονή να προχωρώ, χωρίς να απελπίζομαι.
     Και πιο πολύ, ήμουν περήφανος που είχα μπορέσει να δώσω μαρτυρία για τη χριστιανική μου πίστη, μέσα από τους διωγμούς που με χτυπούσαν δυνατά και ειδικά με την απόπειρα δολοφονίας από τους δικούς μου. Είχα προσπαθήσει, τουλάχιστον, να δείξω στα αδέλφια μου τη ματαιότητα της πίστης τους.
     Πόσο εύχομαι να γνωρίσουν το Φως του Χριστού, αλλά χωρίς τα βάσανα που έζησα εγώ. Βέβαια, η αφορμή όλων των δοκιμασιών μου ήταν, ακριβώς, η οικογένειά μου. Και αυτό είναι το πιο δύσκολο να το δεχτώ.
     Κάθε μέρα παλεύω ενάντια σ’ αυτή τη μνησικακία, η οποία, ξέρω σαφώς πως δεν είναι χριστιανική. Αυτή θα είναι σίγουρα η δυσκολότερη μάχη από όσες έχω δώσει μέχρι σήμερα. Στο περιβάλλον μου, έχω ζητήσει από τους φίλους μου και από τους ιερείς που συναντώ, να προσεύχονται για μένα για να μπορέσω πραγματικά να βρω τη θέληση να συγχωρέσω.
     Χωρίς καμμιά αμφιβολία, σήμερα ο Χριστός μού ζητά το πιο δύσκολο πράγμα· να αγαπώ τους εχθρούς μου! Όταν κάποιος δεν έχει εχθρούς (Σημ.: Και ποιός άνθρωπος είναι αυτός που δεν έχει εχθρούς στην ζωή του; Και ποιός άνθρωπος είναι αυτός που, πρωτίστως, δεν είναι αυτός ο ίδιος εχθρός έναντι του αδελφού του εξαιτίας της αμαρτίας, των παθών και των πτώσεών του;), αυτό μπορεί να φαίνεται εύκολο. Αλλά όταν απέναντί του έχει ανθρώπους που έχουν σημαδέψει το σώμα του, τότε είναι που παίζεται η στιγμή της αλήθειας για τον πιστό· από αυτό φαίνεται αν είναι πραγματικά χριστιανός.
     Είναι ένα αληθινό βάσανο να νοιώθω πως έχω ακόμη αυτό το μίσος μέσα μου· σαν ένα αγκάθι μέσα στην πίστη μου. Αλλά, με αυτό το τίμημα εκτιμώ τώρα πια το γεγονός πως ανήκω στη θρησκεία που έχω ελεύθερα διαλέξει να ακολουθήσω.
     Γι’ αυτή τη θρησκεία, έχω ήδη εγκαταλείψει μεγάλο μέρος από τον εαυτό μου. Σκέπτομαι πως, αφού πλήρωσα το αντίτιμό της, που ήταν και πολύ ακριβό, άξιζε να βαπτιστώ. Αν είμαι χριστιανός σήμερα, δεν είναι επειδή το κληρονόμησα από τους γονείς μου.
     Τώρα πια, αν θέλω να κατορθώσω να συναντήσω ολοκληρωτικά τον Χριστό –τώρα ξέρω, πως είναι Εκείνος που είχα δει εκείνη την περιβόητη νύχτα πριν από είκοσι οχτώ χρόνια– πρέπει να φέρω εις πέρας ένα ακόμη βήμα, το πιο σημαντικό σίγουρα, γιατί τώρα πρέπει να παλέψω ενάντια στον ίδιο μου τον εαυτό... 
※
※



※
[Joseph Fadelle: «Το Τίμημα»,
κεφ. 1ο, σελ. 44–49, 196 και 259–261,
Εκδόσεις «Πορφύρα», Ιούνιος 20142 .]
※



※
※




















Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

ΑΡΓΑ

Α Ρ Γ Α
※
※

Ὅταν δὲ νιώθω
στὴ ζωή μου τὴ ζήση τοῦ ἄλλου·
μέσα στὸ φυλλοκάρδι μου
τὸ φυλλοκάρδι τοῦ ἀδελφοῦ μου,
ἴσως τότε νἆναι ἀργὰ
γιὰ νἆμαι «πιστὸς χριστιανός».
Ἀργὰ γιὰ τὴ στιγμή καὶ τὸ πάντα
τοῦ φλύαρου ἀπὸ εὐχὲς κόσμου·
Πολὺ ἀργὰ καὶ γιὰ ἕναν σιωπηλὸ αἰῶνα.
Στὰ ἔγκατά μου βασιλεύει
ὁ ὕπνος τοῦ δικαῖου.
Μά, ὄχι ὁ τῆς Δικαιοσύνης Ἥλιος.
※
















Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

«ΒΟΗΘΕΙΑ, ΙΕΡΕΙΣ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ! ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, ΒΟΗΘΕΙΑ!»

«ΒΟΗΘΕΙΑ, ΙΕΡΕΙΣ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ!
ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, ΒΟΗΘΕΙΑ!»
※
※
     Μέσα από τις πολλές «προσωπικές σημειώσεις» του πατρός Στέφανου Αναγνωστόπουλου που διανθίζουν την έκδοση του ωραίου βιβλίου του για τις «εμπειρίες κατά την Θεία Λειτουργία», εντοπίζουμε και διαβάζουμε μία φοβερή μαρτυρία ενός συγκληρικού του, η οποία έχει σχέση με το φλέγον θέμα της μετά θάνατον ζωής, ειδικότερα δε, με την ανείπωτη ανάπαυση, άνεση αλλά και σωτηρία που λαμβάνουν οι προσφιλείς μας κεκοιμημένοι, μέσω της μνημόνευσής τους κατά την Θεία Λειτουργία. Η σύντομη πλην όμως σπάνια και φοβερή αυτή μαρτυρία, ξεδιπλώνεται γλαφυρά σε α΄ πρόσωπο αφήγησης και ακολουθεί ως εξής…:  
 ※
※
     Πριν από χρόνια, ένας νεαρός τότε ιερέας μού διηγήθηκε τα εξής τρομερά:
     «Η μητέρα μου –που εν τω μεταξύ δεν ήθελε ο γιος της να γίνει παπάς– στον τρίτο χρόνο από την χειροτονία μου, πέθανε. Στον θάνατό της, σαν ιερέας εγώ που ήμουν και γιός της, δεν είχα δώσει μεγάλη σημασία. Έκανα “όσα είναι απαραίτητα” και τίποτα περισσότερο από αυτό.
     Ένα απογευματάκι, προς το σούρουπο, περνούσα έξω από το Κοιμητήριο. Σκέφθηκα λοιπόν: “Δεν πάω να της ανάψω το κανδηλάκι;”. Πράγματι, πήγα, το άναψα και κάθισα παραδίπλα πάνω σε μια πέτρα. Δεν είχα μαζί όμως το πετραχήλι μου κι έτσι δεν της διάβασα Τρισάγιο.
     Σαν να ζαλίστηκα όμως λίγο και, ξαφνικά, νόμισα ότι άρχισαν να ανοίγουν οι τάφοι, να σηκώνονται τα νεκρά σώματα των ανθρώπων και να φωνάζουν:
     –Βοήθεια!... Βοήθεια, ιερείς του Υψίστου, βοήθεια!... Ορθόδοξοι χριστιανοί, βοήθεια!... Λειτουργίες, προσευχές, Μνημόσυνα, Τρισάγια!... Βοήθεια, χριστιανοί!...
     Σε λίγο, ταραγμένος, βλέπω και την μάννα μου που γύρισε και μου είπε:
     –Βοήθεια, γιε μου, βοήθεια!... Βοήθεια, τώρα που είσαι και παπάς!... Βοήθεια, για όλους!... Βοήθεια, βοήθεια!...
     Και λέγοντας αυτά, έπεσε πάνω μου σπαράζοντας με κραυγές απελπισίας, ζητώντας βοήθεια για την ψυχή της.
     Τότε συνήλθα κατατρομαγμένος. Είχε πλέον βραδιάσει. Έφυγα τρέχοντας. Σχίσθηκαν και τα ράσα μου. Και από την τρομάρα μου, όλη την νύχτα δεν κοιμήθηκα!
     Την άλλη μέρα το πρωΐ, είπα στην πρεσβυτέρα μου: “Κοίταξε να δεις· για τρία χρόνια θα λειτουργώ κάθε μέρα για την μάννα μου, για όλους τους πεθαμένους, για όσους είναι γραμμένοι εκεί στο Κοιμητήριο, καθώς και για όσα ονόματα κεκοιμημένων θα μου δίνουν από ’δω και πέρα”. Έκανα χίλιες εκατό Λειτουργίες συνεχώς, χωρίς διακοπή! Χίλια εκατό Μνημόσυνα με κόλλυβα, με Τρισάγια, με ό,τι έπρεπε· κάθε μέρα!
     Πολλές φορές τις νύχτες έβλεπα τις ψυχές να μου λένε “ευχαριστώ!”· άλλες γιατί ξεδίψασαν, άλλες γιατί δροσίστηκαν, άλλες γιατί χόρτασαν, άλλες γιατί ζεστάθηκαν μέσα στις παγωνιές του άλλου κόσμου! “Ευχαριστώ! Ζεστάθηκα, παπά μου!”, μου έλεγαν, “Κρύωνα, ζεστάθηκα· σ’ ευχαριστώ!”. Άλλες, πάλι, με ευχαριστούσαν γιατί είδαν λίγο φως και άλλες κρατούσαν ψωμάκια στα χέρια τους…».

※
[Πρωτοπρεσβυτέρου
Στεφάνου Κ. Αναγνωστοπούλου:
«Εμπειρίες κατά την Θεία Λειτουργία»,
μέρος 1ο, κεφ. 8ο, σελ. 170–171,
Πειραιάς 20032.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.