Όταν ο Άγιος Νεκτάριος
(1/10/1846–8/11/1920) έβγαινε από την Ριζάρειο
Σχολή –στην οποία, για 14 ολόκληρα χρόνια (1894–1908) διετέλεσε χαρισματικός
και αλησμόνητος διευθυντής της– σχεδόν πάντα κυκλοφορούσε ταπεινά και απλά
ενδεδυμένος, σαν ένας απλός ιερέας, χωρίς να τον ακολουθεί συνοδεία και χωρίς
να φέρει πάνω του κανένα εγκόλπιο (το διακριτικό του βαθμού της αρχιερωσύνης).
Κάποτε, κάπου εκεί κοντά στην Ριζάρειο Σχολή, συνάντησε τον Άγιο Νεκτάριο, ο μοναχός Νικόδημος από τα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους. Ο Άγιος, χαιρέτησε τον αγιορείτη μοναχό με τον πασίγνωστο αγιορείτικο χαιρετισμό «εὐλογεῖτε!», που ήταν –για τότε τουλάχιστον– εντελώς άγνωστος στους πολλούς. Όπως ήταν φυσικό, απόρησε ο μοναχός και ακολούθησε ο ακόλουθος διάλογος, μεταξύ τους:
–Πώς γνωρίζετε, πάτερ, το «εὐλογεῖτε»;
–Κι εγώ, Γέροντα, μοναχός είμαι!
–Φαίνεστε ότι είστε και παπάς. Πού είστε εφημέριος;
–Είμαι, εδώ, στον Άγιο Γεώργιο της Ριζαρείου.
–Ασφαλώς, τότε, θα είστε ο Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Γιατί γνωρίζω καλά ότι αυτός είναι εκεί εφημέριος. Γιατί δεν φέρετε το διακριτικό σας εξωτερικά;
–Μέσα μας, Γέροντα!... Το πως θα έχουμε τον Χριστό, μέσα μας! Αυτό, έχει σημασία! Τα εξωτερικά, δεν είναι και τόσο απαραίτητα!…, απάντησε με γλυκύτητα και ταπεινοφροσύνη ο Ιεράρχης του Χριστού.
Η αγάπη, η φιλαδελφία, η φιλανθρωπία, η ελεημοσύνη, η θυσία και το δόσιμο του Αγίου Νεκταρίου προς τον άνθρωπο –τον κάθε άνθρωπο– σε συνδυασμό με την εκούσια πτωχεία, την ένδεια και την ακτημοσύνη, ήταν κάτι το μοναδικό, το απίστευτο και απαράμιλλο! Πολύ ενδεικτικά, αναφέρουμε λίγα θαυμαστά περιστατικά που μας το φανερώνουν αυτό.
Κάποτε, κάπου εκεί κοντά στην Ριζάρειο Σχολή, συνάντησε τον Άγιο Νεκτάριο, ο μοναχός Νικόδημος από τα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους. Ο Άγιος, χαιρέτησε τον αγιορείτη μοναχό με τον πασίγνωστο αγιορείτικο χαιρετισμό «εὐλογεῖτε!», που ήταν –για τότε τουλάχιστον– εντελώς άγνωστος στους πολλούς. Όπως ήταν φυσικό, απόρησε ο μοναχός και ακολούθησε ο ακόλουθος διάλογος, μεταξύ τους:
–Πώς γνωρίζετε, πάτερ, το «εὐλογεῖτε»;
–Κι εγώ, Γέροντα, μοναχός είμαι!
–Φαίνεστε ότι είστε και παπάς. Πού είστε εφημέριος;
–Είμαι, εδώ, στον Άγιο Γεώργιο της Ριζαρείου.
–Ασφαλώς, τότε, θα είστε ο Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Γιατί γνωρίζω καλά ότι αυτός είναι εκεί εφημέριος. Γιατί δεν φέρετε το διακριτικό σας εξωτερικά;
–Μέσα μας, Γέροντα!... Το πως θα έχουμε τον Χριστό, μέσα μας! Αυτό, έχει σημασία! Τα εξωτερικά, δεν είναι και τόσο απαραίτητα!…, απάντησε με γλυκύτητα και ταπεινοφροσύνη ο Ιεράρχης του Χριστού.
Η αγάπη, η φιλαδελφία, η φιλανθρωπία, η ελεημοσύνη, η θυσία και το δόσιμο του Αγίου Νεκταρίου προς τον άνθρωπο –τον κάθε άνθρωπο– σε συνδυασμό με την εκούσια πτωχεία, την ένδεια και την ακτημοσύνη, ήταν κάτι το μοναδικό, το απίστευτο και απαράμιλλο! Πολύ ενδεικτικά, αναφέρουμε λίγα θαυμαστά περιστατικά που μας το φανερώνουν αυτό.
Κάποια μέρα, αρχές του μήνα,
εμφανίστηκε στο γραφείο του Αγίου ένας άγνωστος και ζητούσε 25 δραχμές για να
ξοφλήσει ένα γραμμάτιο. Ο Άγιος, του έδωσε τα χρήματα –ήταν όλα κι όλα όσα
είχε– και στον συμπαρόντα και διαμαρτυρόμενο υποδιευθυντή της Ριζαρείου είπε
«να μην απελπίζεται γιατί ο Θεός θα τα οικονομήσει τα πράγματα», όπως και
πράγματι έγινε στην συνέχεια.
Μια Κυριακή, μετά την Θεία Λειτουργία, στην εκκλησία της «Χρυσοσπηλιώτισσας» (Αιώλου 60), ο Άγιος αντίκρισε έναν ιερέα με πολύ φθαρμένο το εξώρασό του. Αμέσως, βγάζει το δικό του και το ανταλάσσει με εκείνο το φθαρμένο του φτωχού λευΐτη.
Άλλη φορά, ένας φτωχός, που μόλις είχε βγει από το νοσοκομείο, κατέφυγε στον Πενταπόλεως και ζητούσε χρήματα για ν’ αγοράσει φάρμακα. Ο Άγιος, μη έχοντας να του δώσει, του πρόσφερε μια καινούργια φορεσιά εσώρουχα που του είχαν χαρίσει, ώστε πουλώντας τα με το αντίτιμό τους, να εξυπηρετηθεί.
Και αυτό έμμεσα επιβεβαιώνεται από
σημείωμα της 16ης Απριλίου 1940, που βρέθηκε στο προσωπικό αρχείο του
Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Σωφρονίου, το οποίο αναφέρει πως, συνέβαινε ο Άγιος
να μην έχει ακόμη και δεύτερα εσώρουχα και να αναγκάζεται να μένει στο δωμάτιό
του ώσπου να πλυθούν και να στεγνώσουν τα υπάρχοντα.
Ακόμα, διαπιστώνουμε από επιστολές του πως είχε μονάχα ένα επανωκαλύμμαυχο*, ενώ υπήρχαν περιπτώσεις που δεν είχε χρήματα ούτε ακόμη να πληρώσει τα
εισιτήριά του για να πάει στην Αίγινα.
Τελικά, «ένας τέτοιος Αρχιερέας μάς χρειαζόταν! Που να είναι τόσο άγιος, τόσο άκακος και τόσο αψεγάδιαστος (με την θεϊκή αγάπη). Που δίχως να έχει (καμμία σθεναρή και ουσιαστική) σχέση με την ανθρώπινη αμαρτία, κατάφερε και ανέβηκε προς τα ουράνια» (πρβλ. Εβρ. ζ΄ 26) με μια τέτοια θαυμαστή επίγεια πολιτεία. Μια πολιτεία και ζήση γεμάτη δόσιμο, θυσία και αγάπη, φτώχεια, ένδεια και αυταπάρνηση, χάρη και αγιότητα. Και, από «εκεί», τώρα και για πάντα, με άπλετη πατρική και ένστοργη αγάπη, να πρεσβεύει ακατάπαυστα προς τον Μέγα Αρχιερέα και Αρχιποίμενα Χριστό, για όλα και για όλους μας!...
※
[Σοφοκλή Γ.
Δημητρακόπουλου:
«Ο Άγιος Νεκτάριος
Πενταπόλεως·
Η πρώτη Αγία Μορφή των
καιρών μας
(Ιστορική Βιογραφία
βασισμένη σε αυθεντικές πηγές)»,
κεφ. 24ο, σελ. 207–209,
Αθήνα (ημερ. προλόγου: Ιούνιος) 1998·
*«Επανωκαλύμμαυχο»:
μαύρο κάλυμμα από λεπτό
ύφασμα,
το οποίο είθισται να
τίθεται επάνω
στον σκούφο των μοναχών
ή στο καλυμμαύχι των ιερομονάχων
ως διακριτικό της μοναχικής
τους κουράς και ιδιότητας.]
※
![Φωτογραφία: Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ:
ΜΙΑ ΖΩΗ ΑΓΑΠΗ, ΦΤΩΧΙΑ, ΑΓΙΟΤΗΤΑ!
Όταν ο Άγιος Νεκτάριος (1/10/1846–8/11/1920) έβγαινε από την Ριζάρειο Σχολή, –στην οποία, για 14 ολόκληρα χρόνια (1894–1908) διετέλεσε χαρισματικός και αλησμόνητος διευθυντής της–, σχεδόν πάντα, κυκλοφορούσε ταπεινά και απλά ενδεδυμένος, σαν ένας απλός ιερέας, χωρίς να τον ακολουθεί συνοδεία και χωρίς να φέρει πάνω του εγκόλπιο (το διακριτικό του βαθμού της αρχιερωσύνης).
Κάποτε, κάπου εκεί κοντά στην Ριζάρειο Σχολή, συνάντησε τον Άγιο Νεκτάριο, ο μοναχός Νικόδημος από τα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους. Ο Άγιος, χαιρέτησε τον αγιορείτη μοναχό με τον πασίγνωστο αγιορείτικο χαιρετισμό «εὐλογεῖτε!», που ήταν, –για τότε τουλάχιστον–, εντελώς άγνωστος στους πολλούς. Όπως ήταν φυσικό, απόρησε ο μοναχός και ακολούθησε ο ακόλουθος διάλογος, μεταξύ τους:
–Πώς γνωρίζετε, πάτερ, το «εὐλογεῖτε»;
–Κι εγώ, Γέροντα, μοναχός είμαι!
–Φαίνεστε ότι είστε και παπάς. Πού είστε εφημέριος;
–Είμαι, εδώ, στον Άγιο Γεώργιο της Ριζαρείου.
–Ασφαλώς, τότε, θα είστε ο Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Γιατί γνωρίζω καλά ότι αυτός είναι εκεί εφημέριος. Γιατί δεν φέρετε το διακριτικό σας εξωτερικά;
–Μέσα μας, Γέροντα!... Το πως θα έχουμε τον Χριστό, μέσα μας! Αυτό, έχει σημασία! Τα εξωτερικά, δεν είναι και τόσο απαραίτητα!…, απάντησε με γλυκύτητα και ταπεινοφροσύνη ο Ιεράρχης του Χριστού.
Η αγάπη, η φιλαδελφία, η φιλανθρωπία, η ελεημοσύνη, η θυσία και το δόσιμο του Αγίου Νεκταρίου προς τον άνθρωπο, –τον κάθε άνθρωπο–, σε συνδυασμό με την εκούσια πτωχεία, την ένδεια και την ακτημοσύνη, ήταν κάτι το μοναδικό, το απίστευτο και απαράμιλλο! Πολύ ενδεικτικά, αναφέρουμε λίγα θαυμαστά περιστατικά που μας το φανερώνουν αυτό.
Κάποια μέρα, αρχές του μήνα, εμφανίστηκε στο γραφείο του Αγίου ένας άγνωστος και ζητούσε 25 δραχμές για να ξοφλήσει ένα γραμμάτιο. Ό Άγιος, του έδωσε τα χρήματα, –ήταν όλα κι όλα όσα είχε–, και στον συμπαρόντα και διαμαρτυρόμενο υποδιευθυντή της Ριζαρείου είπε «να μην απελπίζεται γιατί ο Θεός θα τα οικονομήσει τα πράγματα», όπως και πράγματι έγινε στην συνέχεια.
Μια Κυριακή, μετά την Θεία Λειτουργία, στην εκκλησία της «Χρυσοσπηλιώτισσας» (Αιώλου 60), ο Άγιος αντίκρισε έναν ιερέα με πολύ φθαρμένο το εξώρασό του. Αμέσως, βγάζει το δικό του και το ανταλάσσει με εκείνο το φθαρμένο του φτωχού λευΐτη.
Άλλη φορά, ένας φτωχός, που μόλις είχε βγει από το νοσοκομείο, κατέφυγε στον Πενταπόλεως και ζητούσε χρήματα για ν’ αγοράσει φάρμακα. Ο Άγιος, μη έχοντας να του δώσει, του πρόσφερε μια καινούργια φορεσιά εσώρουχα που του είχαν χαρίσει, ώστε πουλώντας τα με το αντίτιμό τους, να εξυπηρετηθεί.
Και αυτό έμμεσα επιβεβαιώνεται από σημείωμα της 16ης Απριλίου 1940, που βρέθηκε στο προσωπικό αρχείο του Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Σωφρονίου, το οποίο αναφέρει πως, συνέβαινε ο Άγιος να μην έχει ακόμη και δεύτερα εσώρουχα και να αναγκάζεται να μένει στο δωμάτιό του ώσπου να πλυθούν και να στεγνώσουν τα υπάρχοντα. Ακόμα, διαπιστώνουμε από επιστολές του πως είχε μονάχα ένα επανωκαλύμμαυχο(*), ενώ υπήρχαν περιπτώσεις που δεν είχε χρήματα ούτε να πληρώσει τα εισιτήριά του για να πάει στην Αίγινα…
Τελικά, «ένας τέτοιος Αρχιερέας μάς χρειαζόταν! Που να είναι τόσο άγιος, τόσο άκακος και τόσο αψεγάδιαστος (με την αγάπη). Που δίχως να έχει (καμμία σθεναρή και ουσιαστική) σχέση με την ανθρώπινη αμαρτία, κατάφερε και ανέβηκε προς τα ουράνια» (πρβλ. Εβρ. ζ΄ 26) με μια τέτοια θαυμαστή επίγεια πολιτεία. Και, από «εκεί», τώρα και για πάντα, με άπλετη πατρική και ένστοργη αγάπη, να πρεσβεύει ακατάπαυστα στον Μέγα Αρχιερέα και Αρχιποίμενα Χριστό, για όλους εμάς!...
[Σοφοκλή Γ. Δημητρακόπουλου: «Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως – Η πρώτη Αγία Μορφή των καιρών μας (Ιστορική Βιογραφία βασισμένη σε αυθεντικές πηγές)», κεφ. 24ο, σελ. 207–209, Αθήνα 1998.
(*) «Επανωκαλύμμαυχο»: μαύρο κάλυμμα από λεπτό ύφασμα, το οποίο είθισται να τίθεται επάνω στον σκούφο των μοναχών ή στο καλυμμαύχι των ιερομονάχων και να φέρεται αποκλειστικά από τους άγαμους κληρικούς, ως διακριτικό της μοναχικής τους κουράς και ιδιότητας.]](https://fbcdn-sphotos-a-a.akamaihd.net/hphotos-ak-frc1/p480x480/994963_250088375142865_1582616023_n.jpg)






![Φωτογραφία: «ΟΛΑ ΟΣΑ ΕΙΝΑΙ ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ, ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΛΗΘΙΝΑ»
Στις αρχές περίπου του 19ου αιώνος στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων ζούσε κάποιος Γέροντας, του οποίου η γενειάδα ήταν όπως του οσίου Ονουφρίου του Αιγυπτίου και του οσίου Πέτρου του Αθωνίτου. Το ένα τέταρτο ήταν στρωμένο στην γη. Όταν κάποιος επιθυμούσε να την δει, αυτός ο Γέροντας ανέβαινε πάνω σ’ έναν πάγκο και τότε η γενειάδα του άγγιζε το χώμα.
Ο Γέροντας αυτός, παλαιότερα, ήταν ο πρώτος και πλέον περίφημος ψάλτης του Αγίου Όρους. Παρόμοια φωνή δεν υπήρχε σε όλη την περιοχή, και κανένα μοναστήρι δεν παρέλειπε να τον καλεί στην πανήγυρη για την ψαλμωδία. Σε κάποια όμως αγρυπνία έψαλλε όλη την νύχτα και καμάρωνε για την φωνή του, αλλά αμέσως μετά την έχασε τελείως. Δεν μπορούσε λοιπόν τίποτα να ψάλει κι έπεσε σε μεγάλη λύπη.
Διηγούνται ότι του παρουσιάστηκε σε όραμα η Βασίλισσα των Ουρανών, η Κυρία Θεοτόκος, και τον πληροφόρησε ότι έχασε την φωνή του επειδή δεν ήξερε να την εξουσιάζει και υπερηφανευόταν γι’ αυτήν. Προς δική του παρηγορία όμως θα του δοθεί μεγάλη γενειάδα, για την οποία βεβαίως δεν πρέπει να υπερηφανεύεται, επειδή και αυτή θα του αφαιρεθεί. Από τότε η γενειάδα του μάκρυνε πολύ και πάντα την είχε δεμένη. Την έδειχνε μόνο σε όσους επιθυμούσαν να την δουν.
Περνούσε κάποτε ο σουλτάνος Μαχμούτ δίπλα στο πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως και τον κατέλαβε η περιέργεια να ρίξει μια ματιά στον χριστιανικό ναό. Εκεί, τον υποδέχτηκε ο ίδιος ο πατριάρχης και, για αρκετή ώρα, περιεργαζόταν την εκκλησία. Ξαφνικά, είδε τις μορφές των οσίων Πέτρου του Αθωνίτου και Ονουφρίου του Αιγυπτίου, και είπε:
–Εε! Σ’ αυτό, τώρα, ψεύδεστε (εσείς, οι χριστιανοί)! Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει ποτέ τέτοια γενειάδα;
Ο πατριάρχης, του απάντησε ταπεινά ότι δεν είναι ψέμα, αλλά καθαρή αλήθεια και ότι και στην σημερινή εποχή υπάρχει κάποιος Αγιορείτης μοναχός που έχει τόσο μακριά γενειάδα.
Θέλοντας ο σουλτάνος να δει τον συγκεκριμένο μοναχό, έστειλε άνθρωπο στο Άγιον Όρος για να τον φέρει στην Πόλη. Ο μοναχός πράγματι ήρθε, παρουσιάστηκε στον σουλτάνο και μετά από εντολή στάθηκε επάνω στο ντιβάνι και άφησε ελεύθερη την γενειάδα. Ο Τούρκος εξεπλάγη, επειδή η γενειάδα του ήταν ακόμη μακρύτερη και από εκείνες που είχε δει στις εικόνες. Για να διαπιστώσει όμως αν είναι αληθινή, πήρε μία τρίχα από την ρίζα της και, περνώντάς την ανάμεσα στα δάκτυλά του, την περιεργάστηκε ως την άκρη. Δοκίμασε τρεις τρίχες. Μετά, κοιτάζοντας την γενειάδα, είπε:
–Όλα όσα είναι γραμμένα για τους χριστιανούς είναι απολύτως αληθινά!
Και στον μοναχό εξέδωσε το εξής φιρμάνι: να μην πληρώνουν φόρο αυτός και ο μαθητής του, ώσπου να πεθάνουν.
Ο Γέροντας αυτός, ο οποίος, λεγόταν Μεθόδιος ο «Μακρυγένης» από την Καλύβη του Αγίου Μεθοδίου της Σκήτης των Καυσοκαλυβίων, εκοιμήθη το έτος 1835.
[(1) Ιερομονάχου Αντωνίου: «Βίοι Αθωνιτών του ιθ΄ αιώνος», τόμ. β΄, κεφ. 19ο, σελ. 268–269, έκδοσις Ιερού Μετοχίου Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, Ορμύλια 1995.
(2) Ιερομονάχου Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου: «Ασκητικές μορφές και διηγήσεις από τον Άθω», σελ. 80, έκδοσις (α΄) Ιεράς Καλύβης Αγίου Παντελεήμονος, Άγιον Όρος 1999.
(3) Το ωραίο φιλοτέχνημα της διήγησης, είναι του περίφημου αγιογράφου Δημήτριου Τσιάντα, από το παραπάνω βιβλίο, σελ. 81.]](https://fbcdn-sphotos-g-a.akamaihd.net/hphotos-ak-prn2/p480x480/1381179_243962195755483_1218202012_n.jpg)



![Φωτογραφία: «ΠΟΙΟΣ ΑΞΙΖΕΙ ΑΥΤΑ
ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ;…»
[Τα περιστατικό που ακολουθεί, είναι πέρα για πέρα αληθινό. Είναι παρμένο από το θαυμάσιο βιβλίο «Ταξιδεύοντας στα τείχη της πόλης». Πρόκειται για ένα πανέμορφο και γλαφυρό ημερολόγιο περιστατικών, συμβάντων και διαλόγων από την εργασιακή καθημερινότητα της Ράνιας Υδραίου, η οποία, εργάστηκε για μία δεκαετία (1997–2007) σαν οδηγός ταξί. Η Ράνια, είναι πια Μοναχή με το όνομα «Πορφυρία». Οι αναμνήσεις της, έτσι όπως αυτές καταγράφονται από την δεκάχρονη εμπειρία της στον χώρο των οδηγών ταξί, είναι πηγαίες, άμεσες, αυθόρμητες, συγκινητικές, συγκλονιστικές. Αγγίζουν πραγματικά την καρδιά, δίνοντας έντονο γλυκασμό παρηγοριάς στην ψυχή όλων όσων θα θελήσουν να διαβάσουν το πρωτότυπο αυτό ημερολόγιό της, ολοκληρωτικά γραμμένο με Χάρη του Θεού και με αγάπη για τον συνάνθρωπο. Η τότε Ράνια, –σύμφωνα με τα λεγόμενα ενός απλού και αληθινού ανθρώπου της λαχαναγοράς (προλογικό σημείωμα του βιβλίου, σελ. 14)–, όλ’ αυτά τα χρόνια, στάθηκε στον χώρο και τον κλάδο των οδηγών ταξί, μοιάζοντας «σαν Παναγιά, σ’ ένα τεκέ, να ψάχνει του κόσμου τον λεκέ, για να τον καθαρίσει…» (στίχοι από τραγούδι του αλησμόνητου Δ.Μητροπάνου με τίτλο: «Το ζεϊμπέκικο του Αρχαγγέλου», σε στίχους του Φίλιππου Γράψα και μουσική του Μάριου Τόκα, από τον δίσκο: «Παρέα μ’ έναν ήλιο», που κυκλοφόρησε το 1994 – http://www.youtube.com/watch?v=a-BnpIfrFQQ). Πιστεύουμε, ότι το μοναδικό πέρασμά της από αυτήν την εργασία, αν μη τι άλλο, θα έμεινε τουλάχιστον βαθειά ανεξίτηλο στις καρδιές των συναδέλφων της, όπως και των επιβατών που συνάντησε μέσα στο ταξί που οδηγούσε! Ας δούμε, όμως, τί θυμάται και τί μας διηγείται η ίδια…]
Κλήση από το Ράδιο Ταξί για Αεροδρόμιο. Η ώρα είναι πέντε το πρωΐ, μόλις ξεκινάει η βάρδιά μου. Στο ταξί, επιβιβάζεται μια ηλικιωμένη κυρία· «Αεροδρόμιο», μου λέει. Ακόμη δεν έχω ξυπνήσει καλά και σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής παραμείναμε σιωπηλές. Φτάσαμε στον προορισμό μας κι έπειτα μπήκα στη σειρά των ταξί, που περιμένουν για επιβίβαση.
Ήρθε η σειρά μου· ένας κύριος με μια βαλίτσα και μια τεράστια ανθοδέσμη από ορχιδέες, με πλησίασε. Έβαλα τη βαλίτσα στο πορτ–μπαγκάζ και την ανθοδέσμη στο πίσω κάθισμα. Εκείνος, κάθισε δίπλα μου.
–Καλημέρα, πού πάμε;
Μου είπε τον προορισμό και ξεκίνησα. Η διαδρομή ήταν μεγάλη και, ως συνήθως, άρχισα την κουβέντα.
–Εκεί, μένετε;
–Μμ!... Όχι, εκεί μένει μια φίλη μου…, μου λέει διστακτικά.
–Η φίλη σας ή η κοπέλα σας;
Με κοίταξε και χαμογέλασε. Με θάρρος εγώ συνεχίζω:
–Τα λουλούδια αυτά, από πού τα φέρατε;
–Από Σιγκαπούρη! μου απαντά.
–Αα! Από ’κει έρχεστε;
–Ναι. Είμαι καπετάνιος και λείπω από την Ελλάδα οκτώ μήνες.
–Φαντάζομαι την χαρά της τώρα που θα σας δει!
Και πάλι χαμογελάει.
Γύρισα και τον κοίταξα. Η ματιά μου έπεσε στα χέρια του και είδα πως φορούσε βέρα.
–Είστε παντρεμένος;
–Ναι! απαντά κοφτά.
–Έχετε παιδιά;
–Έχω δύο.
–Έχετε και ερωμένη;
–Έχω κι απ’ αυτό.
–Δεν τα πάτε καλά με την γυναίκα σας;
–Καλά, τα πάμε. Άψογα.
–Τότε, τί την θέλετε την ερωμένη;
–Εε! Το ξένο, είναι αλλιώς! απαντά χαζογελώντας.
–Εκείνη; Παντρεμένη;
–Ναι.
–Αα, πολύ ωραία! Λοιπόν, έχετε δυο παιδιά, η γυναίκα σας είναι άψογη, καλή μητέρα, καλή σύζυγος, κι όμως κάτι σας λείπει για να έχετε παράλληλη σχέση.
–Όχι, δεν μου λείπει τίποτε.
–Τότε γιατί το κάνετε;
–Δεν ξέρω!
–Μήπως είστε τρελλός;
–Όχι! μου απαντάει γελώντας.
–Τέλος πάντων, πάμε πάρα κάτω. Λοιπόν, η γυναίκα σας, σας προσφέρει όλ’ αυτά, που ο ίδιος παραδέχεστε. Εσείς, τί της προσφέρετε;
–Αυτό που πρέπει: το χρήμα! Τίποτα δεν της λείπει!
–Και νομίζετε πως αυτό αρκεί; Πως τα πάντα καλύπτονται από το χρήμα; Καλύπτει το χρήμα την απουσία σας; Το τρυφερό αγκάλιασμα, το χάδι, το φιλί, την παρέα τις νύχτες, που δεν μπορεί να κοιμηθεί γιατί κάποιο παιδί σας θα είναι άρρωστο; Κάποια γλυκιά βραδυά που θα σας ήθελε κοντά της; Καλύπτονται όλ’ αυτά με το χρήμα; Τελικά, τόσα πολλά καλύπτει αυτό το χρήμα και δεν το είχα καταλάβει τόσα χρόνια;!
Ο κύριος, δεν μιλάει. Κι εγώ συνεχίζω.
–Να σας ρωτήσω κάτι;
–Ρωτήστε με ό,τι θέλετε.
–Στα χρόνια που είστε παντρεμένος, πόσες φορές την πήρατε από το χέρι να πάτε ένα ρομαντικό περίπατο, να την πάτε σ’ ένα ωραίο πιάνο μπαρ, να της κρατήσετε τα χέρια, να την κοιτάξετε στα μάτια, να της πείτε πόσο πολύ την αγαπάτε, να την ευχαριστήσετε για τα δυο αγγελούδια που σας χάρισε, να της πείτε πόσο σας λείπει όταν είστε μακρυά της; Πόσα χρόνια, έχετε να της τα πείτε όλ’ αυτά;
Με κοιτούσε σαν χαμένος. Είπαμε ακόμη πολλά. Κάποια στιγμή, τον ρώτησα:
–Έχετε αρρωστήσει ποτέ;
–Ναι…
–Ποιός ήταν δίπλα σας, όταν αρρωστήσατε;
–Η γυναίκα μου, απαντά σκεφτικός.
–Λοιπόν! Για σκεφτείτε: Ποιός αξίζει αυτά τα λουλούδια;
–Σας παρακαλώ, σταματήστε δεξιά.
Έκανα δεξιά και σταμάτησα. Σκέφτηκα: «ο κύριος θύμωσε και θα κατέβει!». Όμως έκανα λάθος. Ο κύριος, μου απάντησε:
–Ξέρετε κάτι; Με προβληματίσατε πάρα πολύ. Σας ακούω και μου μιλάτε τόση ώρα για τα λάθη μου με πολλή γλυκύτητα, που με κάνατε να νιώσω πολλές τύψεις. Ναι! Έχετε δίκιο! Τα στέρησα απ’ την γυναίκα μου όλ’ αυτά. Κι όμως! Τ’ αξίζει!
Το βλέμμα του, δεν ήταν σε μένα. Ήταν στο κενό, έξω απ’ τ’ αυτοκίνητο, σαν νά ’ψαχνε κάτι που είχε χαμένο. Τον άφησα να ονειροπολεί. Ξαφνικά, μου λέει:
–Σας παρακαλώ, γυρίστε πίσω!
«Είμαι ηλίθιος!... Ηλίθιος!...», μονολογούσε.
Έκανα όπως μου είπε.
–Μπορώ ν’ ανάψω ένα τσιγάρο;
–Μπορείτε ν’ ανάψετε δυο! του λέω χαμογελώντας.
Στον γυρισμό, δεν μιλήσαμε καθόλου. Εκείνος, κάπνιζε συνέχεια. Φτάνοντας στο σπίτι του, μ’ ευχαρίστησε πολύ γι’ αυτήν την συζήτηση. Από τα μάτια του, είδα που έτρεξε ένα δάκρυ. Κατεβαίνοντας, μου λέει:
–Περιμένετε μισό λεπτό!
Κατέβηκε και χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού του. Βγήκε στην πόρτα μια όμορφη κυρία, αριστοκρατική και πολύ απλή. Εκείνος, την αγκάλιασε τρυφερά, την φίλησε και της πρόσφερε τα λουλούδια.
Όταν με πλησίασε για να με πληρώσει, μου είπε:
–Αυτήν την μεγάλη χαρά την χρωστάω σε σένα! Μ’ έσωσες! Σ’ ευχαριστώ!...
Έφυγα συγκινημένη. Η καρδιά μου, είχε ξεχειλίσει από ευτυχία!...
–«Θεέ μου!... Σ’ ευχαριστώ!...», ψιθύρισα.
[Πορφυρία Μοναχή: «Ταξιδεύοντας στα τείχη της πόλης», σελ. 139–143. Αθήνα 2010.]](https://fbcdn-sphotos-a-a.akamaihd.net/hphotos-ak-prn2/p480x480/1375030_239368952881474_1621113543_n.jpg)





![Φωτογραφία: ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΧΑΡΗ
Ένας αδελφός ρώτησε κάποιον Γέροντα: «Πώς συμβαίνει και τώρα, ενώ μερικοί αδελφοί κοπιάζουν κάνοντας πολλή άσκηση, όμως δεν παίρνουν Χάρη όπως οι παλαιοί;». Και του απαντά ο Γέροντας: «Τότε υπήρχε αγάπη· και ο καθένας τραβούσε τον πλησίον προς τα πάνω. Τώρα, ‘‘πάγωσε’’ η αγάπη και ο καθένας σέρνει προς τα κάτω τον πλησίον. Γι’ αυτό και δεν παίρνουμε Χάρη».
Επ’ αυτού, έλεγαν οι Γέροντες: «Ο καθένας οφείλει τα προβλήματα του πλησίον να τα κάνει δικά του και σε όλα να συμπάσχει με αυτόν. Και να χαίρεται και να κλαίει μαζί με αυτόν και, με τέτοια διάθεση να στέκεται απέναντί του, σαν να ‘‘φοράει’’ το σώμα του πλησίον του και σαν να πρόκειται για τον εαυτό του, εάν ποτέ συμβεί κάτι κακό σε εκείνον.
Όλα αυτά, είναι σύμφωνα με την Γραφή που λέει: ‘‘Χάρη στον Χριστό όλοι είμαστε ένα σώμα’’ (Ρωμ. ιβ΄ 5)· και: ‘‘Όλοι όσοι πίστευσαν στον Χριστό, είχαν μια καρδιά και μια ψυχή’’ (Πραξ. δ΄ 32)».
ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ
[«Το Μέγα Γεροντικόν», τόμ. δ΄, κεφ. ιζ΄, §42 και §52, σελ. 274–275 και 282–283, έκδοση α΄, Ιερού Ησυχαστηρίου «Το Γενέσιον της Θεοτόκου», Πανόραμα Θεσ/νίκης, Μάρτιος 1999.]](https://fbcdn-sphotos-e-a.akamaihd.net/hphotos-ak-ash3/p480x480/537251_238798752938494_1990062196_n.jpg)