Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

«ΠΟΙΟΣ ΑΞΙΖΕΙ ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ;…»

«ΠΟΙΟΣ ΑΞΙΖΕΙ ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ;…»

Φωτογραφία: «ΠΟΙΟΣ ΑΞΙΖΕΙ ΑΥΤΑ
ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ;…»
[Τα περιστατικό που ακολουθεί, είναι πέρα για πέρα αληθινό. Είναι παρμένο από το θαυμάσιο βιβλίο «Ταξιδεύοντας στα τείχη της πόλης». Πρόκειται για ένα πανέμορφο και γλαφυρό ημερολόγιο περιστατικών, συμβάντων και διαλόγων από την εργασιακή καθημερινότητα της Ράνιας Υδραίου, η οποία, εργάστηκε για μία δεκαετία (1997–2007) σαν οδηγός ταξί. Η Ράνια, είναι πια Μοναχή με το όνομα «Πορφυρία». Οι αναμνήσεις της, έτσι όπως αυτές καταγράφονται από την δεκάχρονη εμπειρία της στον χώρο των οδηγών ταξί, είναι πηγαίες, άμεσες, αυθόρμητες, συγκινητικές, συγκλονιστικές. Αγγίζουν πραγματικά την καρδιά, δίνοντας έντονο γλυκασμό παρηγοριάς στην ψυχή όλων όσων θα θελήσουν να διαβάσουν το πρωτότυπο αυτό ημερολόγιό της, ολοκληρωτικά γραμμένο με Χάρη του Θεού και με αγάπη για τον συνάνθρωπο. Η τότε Ράνια, –σύμφωνα με τα λεγόμενα ενός απλού και αληθινού ανθρώπου της λαχαναγοράς (προλογικό σημείωμα του βιβλίου, σελ. 14)–, όλ’ αυτά τα χρόνια, στάθηκε στον χώρο και τον κλάδο των οδηγών ταξί, μοιάζοντας «σαν Παναγιά, σ’ ένα τεκέ, να ψάχνει του κόσμου τον λεκέ, για να τον καθαρίσει…» (στίχοι από τραγούδι του αλησμόνητου Δ.Μητροπάνου με τίτλο: «Το ζεϊμπέκικο του Αρχαγγέλου», σε στίχους του Φίλιππου Γράψα και μουσική του Μάριου Τόκα, από τον δίσκο: «Παρέα μ’ έναν ήλιο», που κυκλοφόρησε το 1994 – http://www.youtube.com/watch?v=a-BnpIfrFQQ). Πιστεύουμε, ότι το μοναδικό πέρασμά της από αυτήν την εργασία, αν μη τι άλλο, θα έμεινε τουλάχιστον βαθειά ανεξίτηλο στις καρδιές των συναδέλφων της, όπως και των επιβατών που συνάντησε μέσα στο ταξί που οδηγούσε! Ας δούμε, όμως, τί θυμάται και τί μας διηγείται η ίδια…]

       Κλήση από το Ράδιο Ταξί για Αεροδρόμιο. Η ώρα είναι πέντε το πρωΐ, μόλις ξεκινάει η βάρδιά μου. Στο ταξί, επιβιβάζεται μια ηλικιωμένη κυρία· «Αεροδρόμιο», μου λέει. Ακόμη δεν έχω ξυπνήσει καλά και σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής παραμείναμε σιωπηλές. Φτάσαμε στον προορισμό μας κι έπειτα μπήκα στη σειρά των ταξί, που περιμένουν για επιβίβαση.
       Ήρθε η σειρά μου· ένας κύριος με μια βαλίτσα και μια τεράστια ανθοδέσμη από ορχιδέες, με πλησίασε. Έβαλα τη βαλίτσα στο πορτ–μπαγκάζ και την ανθοδέσμη στο πίσω κάθισμα. Εκείνος, κάθισε δίπλα μου.
       –Καλημέρα, πού πάμε;
       Μου είπε τον προορισμό και ξεκίνησα. Η διαδρομή ήταν μεγάλη και, ως συνήθως, άρχισα την κουβέντα.
       –Εκεί, μένετε;
       –Μμ!... Όχι, εκεί μένει μια φίλη μου…, μου λέει διστακτικά.
       –Η φίλη σας ή η κοπέλα σας;
       Με κοίταξε και χαμογέλασε. Με θάρρος εγώ συνεχίζω:
       –Τα λουλούδια αυτά, από πού τα φέρατε;
       –Από Σιγκαπούρη! μου απαντά.
       –Αα! Από ’κει έρχεστε;
       –Ναι. Είμαι καπετάνιος και λείπω από την Ελλάδα οκτώ μήνες.
       –Φαντάζομαι την χαρά της τώρα που θα σας δει!
       Και πάλι χαμογελάει.
       Γύρισα και τον κοίταξα. Η ματιά μου έπεσε στα χέρια του και είδα πως φορούσε βέρα.
       –Είστε παντρεμένος;
       –Ναι! απαντά κοφτά.
       –Έχετε παιδιά;
       –Έχω δύο.
       –Έχετε και ερωμένη;
       –Έχω κι απ’ αυτό.
       –Δεν τα πάτε καλά με την γυναίκα σας;
       –Καλά, τα πάμε. Άψογα.
       –Τότε, τί την θέλετε την ερωμένη;
       –Εε! Το ξένο, είναι αλλιώς! απαντά χαζογελώντας.
       –Εκείνη; Παντρεμένη;
       –Ναι.
       –Αα, πολύ ωραία! Λοιπόν, έχετε δυο παιδιά, η γυναίκα σας είναι άψογη, καλή μητέρα, καλή σύζυγος, κι όμως κάτι σας λείπει για να έχετε παράλληλη σχέση.
       –Όχι, δεν μου λείπει τίποτε.
       –Τότε γιατί το κάνετε;
       –Δεν ξέρω!
       –Μήπως είστε τρελλός;
       –Όχι! μου απαντάει γελώντας.
       –Τέλος πάντων, πάμε πάρα κάτω. Λοιπόν, η γυναίκα σας, σας προσφέρει όλ’ αυτά, που ο ίδιος παραδέχεστε. Εσείς, τί της προσφέρετε;
       –Αυτό που πρέπει: το χρήμα! Τίποτα δεν της λείπει!
       –Και νομίζετε πως αυτό αρκεί; Πως τα πάντα καλύπτονται από το χρήμα; Καλύπτει το χρήμα την απουσία σας; Το τρυφερό αγκάλιασμα, το χάδι, το φιλί, την παρέα τις νύχτες, που δεν μπορεί να κοιμηθεί γιατί κάποιο παιδί σας θα είναι άρρωστο; Κάποια γλυκιά βραδυά που θα σας ήθελε κοντά της; Καλύπτονται όλ’ αυτά με το χρήμα; Τελικά, τόσα πολλά καλύπτει αυτό το χρήμα και δεν το είχα καταλάβει τόσα χρόνια;!
       Ο κύριος, δεν μιλάει. Κι εγώ συνεχίζω.
       –Να σας ρωτήσω κάτι;
       –Ρωτήστε με ό,τι θέλετε.
       –Στα χρόνια που είστε παντρεμένος, πόσες φορές την πήρατε από το χέρι να πάτε ένα ρομαντικό περίπατο, να την πάτε σ’ ένα ωραίο πιάνο μπαρ, να της κρατήσετε τα χέρια, να την κοιτάξετε στα μάτια, να της πείτε πόσο πολύ την αγαπάτε, να την ευχαριστήσετε για τα δυο αγγελούδια που σας χάρισε, να της πείτε πόσο σας λείπει όταν είστε μακρυά της; Πόσα χρόνια, έχετε να της τα πείτε όλ’ αυτά;
       Με κοιτούσε σαν χαμένος. Είπαμε ακόμη πολλά. Κάποια στιγμή, τον ρώτησα:
       –Έχετε αρρωστήσει ποτέ;
       –Ναι…
       –Ποιός ήταν δίπλα σας, όταν αρρωστήσατε;
       –Η γυναίκα μου, απαντά σκεφτικός.
       –Λοιπόν! Για σκεφτείτε: Ποιός αξίζει αυτά τα λουλούδια;
       –Σας παρακαλώ, σταματήστε δεξιά.
       Έκανα δεξιά και σταμάτησα. Σκέφτηκα: «ο κύριος θύμωσε και θα κατέβει!». Όμως έκανα λάθος. Ο κύριος, μου απάντησε:
       –Ξέρετε κάτι; Με προβληματίσατε πάρα πολύ. Σας ακούω και μου μιλάτε τόση ώρα για τα λάθη μου με πολλή γλυκύτητα, που με κάνατε να νιώσω πολλές τύψεις. Ναι! Έχετε δίκιο! Τα στέρησα απ’ την γυναίκα μου όλ’ αυτά. Κι όμως! Τ’ αξίζει!
       Το βλέμμα του, δεν ήταν σε μένα. Ήταν στο κενό, έξω απ’ τ’ αυτοκίνητο, σαν νά ’ψαχνε κάτι που είχε χαμένο. Τον άφησα να ονειροπολεί. Ξαφνικά, μου λέει:
       –Σας παρακαλώ, γυρίστε πίσω!
       «Είμαι ηλίθιος!... Ηλίθιος!...», μονολογούσε.
       Έκανα όπως μου είπε.
       –Μπορώ ν’ ανάψω ένα τσιγάρο;
       –Μπορείτε ν’ ανάψετε δυο! του λέω χαμογελώντας.
       Στον γυρισμό, δεν μιλήσαμε καθόλου. Εκείνος, κάπνιζε συνέχεια. Φτάνοντας στο σπίτι του, μ’ ευχαρίστησε πολύ γι’ αυτήν την συζήτηση. Από τα μάτια του, είδα που έτρεξε ένα δάκρυ. Κατεβαίνοντας, μου λέει:
       –Περιμένετε μισό λεπτό!
       Κατέβηκε και χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού του. Βγήκε στην πόρτα μια όμορφη κυρία, αριστοκρατική και πολύ απλή. Εκείνος, την αγκάλιασε τρυφερά, την φίλησε και της πρόσφερε τα λουλούδια.
       Όταν με πλησίασε για να με πληρώσει, μου είπε:
       –Αυτήν την μεγάλη χαρά την χρωστάω σε σένα! Μ’ έσωσες! Σ’ ευχαριστώ!...
       Έφυγα συγκινημένη. Η καρδιά μου, είχε ξεχειλίσει από ευτυχία!...
       –«Θεέ μου!... Σ’ ευχαριστώ!...», ψιθύρισα.


[Πορφυρία Μοναχή: «Ταξιδεύοντας στα τείχη της πόλης», σελ. 139–143. Αθήνα 2010.]

[Το περιστατικό που ακολουθεί, είναι πέρα για πέρα αληθινό. Είναι πνευματικό δάνειο και εύρημα ωφελείας από το θαυμάσιο βιβλίο «Ταξιδεύοντας στα τείχη της πόλης». Πρόκειται για ένα πανέμορφο και γλαφυρό ημερολόγιο περιστατικών, πράξεων, συναντήσεων, συμβάντων και διαλόγων από την εργασιακή καθημερινότητα της Ράνιας Υδραίου, η οποία, εργάστηκε για μία δεκαετία (1997–2007) σαν οδηγός ταξί. Η Ράνια, είναι πια Μοναχή με το όνομα Πορφυρία.
     Οι αναμνήσεις της, έτσι όπως αυτές καταγράφονται από την δεκάχρονη εμπειρία της στον χώρο των οδηγών ταξί, είναι πηγαίες, άμεσες, αυθόρμητες, συγκινητικές, συγκλονιστικές. Αγγίζουν πραγματικά την καρδιά, δίνοντας έντονο γλυκασμό παρηγοριάς στην ψυχή όλων όσων θα θελήσουν να διαβάσουν το πρωτότυπο αυτό ημερολόγιό της, ολοκληρωτικά γραμμένο με Χάρη του Θεού και με αγάπη για τον συνάνθρωπο.
     Η τότε Ράνια, –σύμφωνα με τα λεγόμενα ενός απλού και αληθινού ανθρώπου της λαχαναγοράς (βλ. προλογικό σημείωμα του βιβλίου, σελ. 14), όλ’ αυτά τα χρόνια, στάθηκε στον χώρο και τον κλάδο των οδηγών ταξί, μοιάζοντας «σαν Παναγιά, σ’ ένα τεκέ, να ψάχνει του κόσμου τον λεκέ, για να τον καθαρίσει…»*
     Πιστεύουμε, ότι το μοναδικό και ακίβδηλο πέρασμά της από αυτήν την εργασία, αν μη τι άλλο, θα έμεινε τουλάχιστον βαθειά ανεξίτηλο στις καρδιές των συναδέλφων της όπως και των επιβατών που συνάντησε μέσα στο ταξί που οδηγούσε, ως επί το πλείστον «ταξιδεύοντας στα τείχη της «(μεγαλού–)πολης» που λέγεται «Αθήνα» και μέσα από τα νοερά «τείχη» των μυστικών «πόλεων» των καρδιών που την εμπιστεύονταν.
     Ας δούμε, όμως, τί θυμάται και τί μας διηγείται η ίδια…] 


     Κλήση από το Ράδιο Ταξί για Αεροδρόμιο. Η ώρα είναι πέντε το πρωΐ, μόλις ξεκινάει η βάρδιά μου. Στο ταξί, επιβιβάζεται μια ηλικιωμένη κυρία· «Αεροδρόμιο», μου λέει. Ακόμη δεν έχω ξυπνήσει καλά και σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής παραμείναμε σιωπηλές. Φτάσαμε στον προορισμό μας κι έπειτα μπήκα στη σειρά των ταξί, που περιμένουν για επιβίβαση.
     Ήρθε η σειρά μου· ένας κύριος με μια βαλίτσα και μια τεράστια ανθοδέσμη από ορχιδέες, με πλησίασε. Έβαλα τη βαλίτσα στο πορτ–μπαγκάζ και την ανθοδέσμη στο πίσω κάθισμα. Εκείνος, κάθισε δίπλα μου.
     –Καλημέρα, πού πάμε;
     Μου είπε τον προορισμό και ξεκίνησα.
     Η διαδρομή ήταν μεγάλη και, ως συνήθως, άρχισα την κουβέντα.
     –Εκεί, μένετε;
     –Μμ!... Όχι, εκεί μένει μια φίλη μου…, μου λέει διστακτικά.
     –Η φίλη σας ή η κοπέλα σας;
     Με κοίταξε και χαμογέλασε. Με θάρρος εγώ συνεχίζω:
     –Τα λουλούδια αυτά, από πού τα φέρατε;
     –Από Σιγκαπούρη! μου απαντά.
     –Αα! Από ’κει έρχεστε;
     –Ναι. Είμαι καπετάνιος και λείπω από την Ελλάδα οκτώ μήνες.
     –Φαντάζομαι την χαρά της τώρα που θα σας δει!
     Και πάλι χαμογελάει.
     Γύρισα και τον κοίταξα. Η ματιά μου έπεσε στα χέρια του και είδα πως φορούσε βέρα.
     –Είστε παντρεμένος;
     –Ναι! απαντά κοφτά.
     –Έχετε παιδιά;
     –Έχω δύο.
     –Έχετε και ερωμένη;
     –Έχω κι απ’ αυτό.
     –Δεν τα πάτε καλά με την γυναίκα σας;
     –Καλά, τα πάμε. Άψογα.
     –Τότε, τί την θέλετε την ερωμένη;
     –Εε! Το ξένο, είναι αλλιώς! απαντά χαζογελώντας.
     –Εκείνη; Παντρεμένη;
     –Ναι.
     –Αα, πολύ ωραία! Λοιπόν, έχετε δυο παιδιά, η γυναίκα σας είναι άψογη, καλή μητέρα, καλή σύζυγος, κι όμως κάτι σας λείπει για να έχετε παράλληλη σχέση.
     –Όχι, δεν μου λείπει τίποτε.
     –Τότε γιατί το κάνετε;
     –Δεν ξέρω!
     –Μήπως είστε τρελλός;
     –Όχι! μου απαντάει γελώντας.
     –Τέλος πάντων, πάμε πάρα κάτω. Λοιπόν, η γυναίκα σας, σας προσφέρει όλ’ αυτά, που ο ίδιος παραδέχεστε. Εσείς, τί της προσφέρετε;
     –Αυτό που πρέπει: το χρήμα! Τίποτα δεν της λείπει!
     –Και νομίζετε πως αυτό αρκεί; Πως τα πάντα καλύπτονται από το χρήμα; Καλύπτει το χρήμα την απουσία σας; Το τρυφερό αγκάλιασμα, το χάδι, το φιλί, την παρέα τις νύχτες, που δεν μπορεί να κοιμηθεί γιατί κάποιο παιδί σας θα είναι άρρωστο; Κάποια γλυκιά βραδυά που θα σας ήθελε κοντά της; Καλύπτονται όλ’ αυτά με το χρήμα; Τελικά, τόσα πολλά καλύπτει αυτό το χρήμα και δεν το είχα καταλάβει τόσα χρόνια;!
     Ο κύριος, δεν μιλάει. Κι εγώ συνεχίζω.
     –Να σας ρωτήσω κάτι;
     –Ρωτήστε με ό,τι θέλετε.
     –Στα χρόνια που είστε παντρεμένος, πόσες φορές την πήρατε από το χέρι να πάτε ένα ρομαντικό περίπατο, να την πάτε σ’ ένα ωραίο πιάνο μπαρ, να της κρατήσετε τα χέρια, να την κοιτάξετε στα μάτια, να της πείτε πόσο πολύ την αγαπάτε, να την ευχαριστήσετε για τα δυο αγγελούδια που σας χάρισε, να της πείτε πόσο σας λείπει όταν είστε μακρυά της; Πόσα χρόνια, έχετε να της τα πείτε όλ’ αυτά;
     Με κοιτούσε σαν χαμένος.
     Είπαμε ακόμη πολλά.
     Κάποια στιγμή, τον ρώτησα:
     –Έχετε αρρωστήσει ποτέ;
     –Ναι…
     –Ποιός ήταν δίπλα σας, όταν αρρωστήσατε;
     –Η γυναίκα μου, απαντά σκεφτικός.
     –Λοιπόν! Για σκεφτείτε:
     Ποιός αξίζει αυτά τα λουλούδια;
    
–Σας παρακαλώ, σταματήστε δεξιά.
     Έκανα δεξιά και σταμάτησα. Σκέφτηκα: «ο κύριος θύμωσε και θα κατέβει!». Όμως έκανα λάθος. Ο κύριος, μου απάντησε:
     –Ξέρετε κάτι; Με προβληματίσατε πάρα πολύ. Σας ακούω και μου μιλάτε τόση ώρα για τα λάθη μου με πολλή γλυκύτητα, που με κάνατε να νιώσω πολλές τύψεις. Ναι! Έχετε δίκιο! Τα στέρησα απ’ την γυναίκα μου όλ’ αυτά. Κι όμως! Τ’ αξίζει!
Το βλέμμα του, δεν ήταν σε μένα. Ήταν στο κενό, έξω απ’ τ’ αυτοκίνητο, σαν νά ’ψαχνε κάτι που είχε χαμένο. Τον άφησα να ονειροπολεί.
     Ξαφνικά, μου λέει:
     –Σας παρακαλώ, γυρίστε πίσω!
     «Είμαι ηλίθιος!... Ηλίθιος!...», μονολογούσε.
     Έκανα όπως μου είπε.
     –Μπορώ ν’ ανάψω ένα τσιγάρο;
     –Μπορείτε ν’ ανάψετε δυο! του λέω χαμογελώντας.
     Στον γυρισμό, δεν μιλήσαμε καθόλου. Εκείνος, κάπνιζε συνέχεια. Φτάνοντας στο σπίτι του, μ’ ευχαρίστησε πολύ γι’ αυτήν την συζήτηση. Από τα μάτια του, είδα που έτρεξε ένα δάκρυ.
     Κατεβαίνοντας, μου λέει:
     –Περιμένετε μισό λεπτό!
     Κατέβηκε και χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού του. Βγήκε στην πόρτα μια όμορφη κυρία, αριστοκρατική και πολύ απλή. Εκείνος, την αγκάλιασε τρυφερά, την φίλησε και της πρόσφερε τα λουλούδια.
     Όταν με πλησίασε για να με πληρώσει, μου είπε:
     –Αυτήν την μεγάλη χαρά την χρωστάω σε σένα! Μ’ έσωσες! Σ’ ευχαριστώ!...
     Έφυγα συγκινημένη.
     Η καρδιά μου, είχε ξεχειλίσει από ευτυχία!...
     –«Θεέ μου!... Σ’ ευχαριστώ!...», ψιθύρισα. 


[Πορφυρία Μοναχή: «Ταξιδεύοντας στα τείχη της πόλης», σελ. 139–143. Αθήνα 2010. * Οι στίχοι, από το γνωστό τραγούδι του αλησμόνητου Δημήτρη Μητροπάνου (1948–2012) με τίτλο: «Το ζεϊμπέκικο του Αρχαγγέλου», σε στίχους του Φίλιππου Γράψα και μουσική του Μάριου Τόκα (1954–2008), από τον δίσκο: «Παρέα μ’ έναν ήλιο», που κυκλοφόρησε το 1994 (http://www.youtube.com/watch?v=a-BnpIfrFQQ).]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου