Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΥΑΚΙΝΘΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΥΑΚΙΝΘΟΣ


     Ο άγιος μάρτυρας Υάκινθος καταγόταν από την Καππαδοκία και σε ηλικία δεκαοκτώ ετών υπηρετούσε ως θαλαμηπόλος («κουβικουλάριος») στην αυλή του αυτοκράτορα Τραϊανού (96-116). Μια μέρα που ο αυτοκράτορας τελούσε μεγάλη εορτή προς τιμή των ειδώλων, ο άγιος αποσύρθηκε κατά μόνας για να προσευχηθεί. Ένας από τους συναδέλφους του τον πρόσεξε και τον κατήγγειλε αμέσως στον ηγεμόνα. Αυτός που βρισκόταν στο τραπέζι, διέταξε να φέρουν επί τόπου τον απείθαρχο και, προσφέροντάς του ειδωλόθυτα, θέλησε να τον εξαναγκάσει να τα γευτεί μπροστά του. Ο άγιος, οπλισμένος με το σημείο του Σταυρού, αρνήθηκε και προέτρεψε τον αυτοκράτορα να απαρνηθεί τη λατρεία των δαιμόνων και να αναγνωρίσει τον Ιησού Χριστό ως μόνο αληθινό Θεό. Εξοργισμένος από την τόλμη του, ο ηγεμόνας έβαλε να τον κτυπήσουν στο στόμα και τον παρέδωσε στους στρατιώτες, οι οποίοι αφού τον κατακτύπησαν με κλωτσιές, του άνοιξαν το στόμα με τη βία για να τον κάνουν να καταπιεί τα ανόσια εδέσματα. Βλέποντας πως οι υπηρέτες του μάταια κόπιαζαν, ο Τραϊανός εγκατέλειψε έξαλλος το συμπόσιο, δίνοντας εντολή να ρίξουν τον άγιο στη φυλακή, με τα πόδια σφιγμένα στο τιμωρητικό ξύλο.

     Την επαύριο, ο Υάκινθος παρουσιάσθηκε στο αμφιθέατρο και δήλωσε στον αυτοκράτορα ότι κανένα βασανιστήριο δεν θα μπορούσε να τον πείσει να ανταλλάξει την αιώνια ζωή με τις απολαύσεις της παροδικής αυτής ζωής. Οι δήμιοι τον μαστίγωσαν με τέτοια αγριότητα, ώστε τα πρόσωπά τους γέμισαν με το αίμα του και, όταν απόκαμαν, τον κρέμασαν σε ένα ικρίωμα για να του ξεσχίσουν τα πλευρά. Νικώντας τους πόνους του με το υπερεκχείλισμα του πόθου του για τον Κύριο, ο άγιος φώναξε: «Ω, Τραϊανέ! Δίχως να το θέλεις, μου κάνεις τη μεγαλύτερη ευεργεσία μαθαίνοντάς μου να υπομένω τους πόνους του Χριστού. Όσο πιο σκληρά τα βασανιστήρια, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η Πίστη μου!». Υπέμεινε έτσι επτά ώρες το μαρτύριο και οδηγήθηκε πάλι στη φυλακή. Ο αυτοκράτορας πρόσταξε να μη του δίνουν άλλη τροφή εκτός από τα ειδωλόθυτα που παρέθεταν μπροστά του κάθε μέρα. Στρέφοντας με αηδία τα μάτια και τις πλάτες του σε τούτο το απτό σημείο της λατρείας των δαιμόνων, ο ανδρείος αθλητής του Χριστού έμεινε για πολλές μέρες δίχως να φάει ή να πιει, τρεφόμενος αποκλειστικά με την Πίστη του και την Προσευχή. Την τριακοστή όγδοη μέρα, ο αρχιφύλακας που ήλθε να βάλει μπροστά του τα συνηθισμένα εδέσματα, είδε ένα εκτυφλωτικό φως να λάμπει στο κελλί, όπου στεκόταν ο άγιος με την όψη του να αστράφτει ανάμεσα σε δύο αγγέλους που τον συντρόφευαν. Παρατώντας τα φαγητά, έσπευσε να αναφέρει το γεγονός στον αυτοκράτορα, ο οποίος θεωρώντας ότι επρόκειτο για παραίσθηση διέταξε να υποβληθεί ο Υάκινθος σε νέα βασανιστήρια. Την τεσσαρακοστή ημέρα, οι δεσμοφύλακες που ήλθαν να τον πάρουν για να παρουσιασθεί ενώπιον του Τραϊανού, τον βρήκαν νεκρό, περιτριγυρισμένο από αγγέλους με ανθρώπινη μορφή που κρατούσαν λαμπάδες στα χέρια τους. Ο τύραννος, παραμένοντας ασυγκίνητος, είπε να πετάξουν το σώμα του στα αγρίμια, σε κάποιο βουνό.

     Ο ιερέας Τιμόθεος, ένας συγγενής του αγίου, οδηγήθηκε από έναν άγγελο στον τόπο που βρισκόταν το σώμα. Το έθαψε με τιμή και όταν πέθανε άφησε εντολή σε μια ευσεβή χήρα να αγρυπνά στη φύλαξη του τιμίου λειψάνου. Μετά από πολλά χρόνια, ο Υάκινθος φανερώθηκε σε έναν συγκλητικό του τόπου εκείνου που εν τω μεταξύ είχε τυφλωθεί. Τον θεράπευσε και, αφού του αποκάλυψε τον τόπο που φυλασσόταν το σώμα του από τη χήρα, του έδωσε εντολή να το μεταφέρει στη πατρίδα του. Μετά τη θεραπεία του όμως, ο άνθρωπος λησμόνησε την υπόσχεσή του και σύντομα άρχισε να χάνει την όρασή του. Θεραπευμένος πάλι από τον άγιο, υπάκουσε αυτή τη φορά και φρόντισε να μεταφερθεί το σώμα στην Καισάρεια. Φθάνοντας στην είσοδο της πόλης, τα υποζύγια που έσερναν την άμαξα πάνω στην οποία είχε αποτεθεί το μαρτυρικό λείψανο, κατευθύνθηκαν προς το οικογενειακό σπίτι του αγίου, όπου και σταμάτησαν.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
ς λίθος ὑάκινθος, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, ἀστράπτεις τοῖς πέρασι, ταῖς τῶν χαρίτων αὐγαῖς, παμμάκαρ Ὑάκινθε· σὺ γὰρ ὁμολογίᾳ, πυρσωθεὶς εὐσεβείας, ἔλαμψας ἐν ἀθλήσει, τῇ τοῦ Λόγου μιμήσει· ἐντεῦθεν καταφαιδρύνεις, τοὺς σὲ γεραίροντας.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
ς τερπνὸς ὑάκινθος καὶ πανευώδης, διαπνέεις πάντοτε, τῆς ἀληθείας τὴν ὀσμήν, τοῖς ἐκ ψυχῆς ἐκβοῶσί σοι· χαίροις Μαρτύρων, τὸ κλέος Ὑάκινθε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Νεότητος ἄνθει ἀθλητικήν, εὔχροιαν ἀνθήσας, ὑακίνθινον καὶ τερπνήν, ἄνθος θυμηδίας, χαρίτων διαπνοίᾳ, ὤφθης τῇ Ἐκκλησίᾳ, Μάρτυς Ὑάκινθε.



[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος (Ιούνιος),
σελ. 26–28.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήνα, Φεβρουάριος 2008.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου