Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Η ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

Η ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ


     Νίκαια, 829 μ.Χ.
     Η διαταγή ήταν ξεκάθαρη. Την ήξεραν όλοι. Πώς όχι; Άλλωστε τη διαλαλούσε συχνά ο ντελάλης στους δρόμους και τις πλατείες.
     Ο κραταιός αυτοκράτορας, ο μεγάλος Θεόφιλος, τους ξαναθύμισε τη βασιλική διαταγή:
     «Όποιος εξακολουθούσε να έχει στο σπίτι του εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων της Εκκλησίας και να προσκυνά τα μπογιατισμένα ξύλα σαν τους ειδωλολάτρες, να συλλαμβάνεται, να φυλακίζεται, να δημεύεται η περιουσία του και να εξορίζεται. Κι αν δεν μετανιώνει, να θανατώνεται χωρίς έλεος».
     Το νόμο του αυτοκράτορα τον γνώριζαν πόσο σκληρός ήταν, μα της καρδιάς και της πίστης το νόμο δε γνώρισε ο αυτοκράτορας πόσο ήταν και είναι δυνατός.


     Είχε νυχτώσει για τα καλά στη Νίκαια, την ένδοξη πόλη της μεγάλης αυτοκρατορίας. Με το σκοτάδι σιγά-σιγά χάνονταν οι θόρυβοι του κόσμου και της βιοπάλης. Τρεμόσβηναν τα φώτα, κι ο ύπνος ερχόταν να παραλάβει τις κουρασμένες ψυχές, να τις αναπαύσει για λίγο. Μα αυτοί αντιστέκονταν στον ύπνο. Κάθε βράδυ, μόλις το σκοτάδι έπεφτε για τα καλά, ξεκινούσαν. Ήταν δύο. Μία γυναικεία φιγούρα μαυροντυμένη, με κατεβασμένο χαμηλά το μαντήλι, κι ένα παλικάρι. Οι δυο σκιές γλιστρούσαν βιαστικά στο σοκάκι και έμπαιναν με προφύλαξη μέσα σ’ ένα μικρό χτίσμα. Αναζητούσαν μεσ’ το σκοτάδι το μεγάλο Θησαυρό τους. Μια γλυκύτατη και θαυματουργική εικόνα της μεγάλης Μάνας, της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο νέος άναψε ένα κερί. Σεβαστικά πλησίασαν και οι δύο. Το γλυκύτατο πρόσωπο φωτίστηκε. Ξεπρόβαλαν τα μεγάλα μάτια με τη χαρμολύπη στις κόγχες τους, το πάνσεπτο μικρό στόμα, το ποθεινότατο πρόσωπο του Υιού της.
     Η χήρα μάνα γονάτισε. Από πίσω κι ο γιος. «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθησέ μας!». Είπαν κι άλλα. Είπαν πολλά με την καρδιά και τα χείλη. Σ’ Εκείνη και τον γλυκύτατο Υιό της είχαν αποθέσει όλη τους τη μέριμνα και την ελπίδα. Εκεί έρχονταν κάθε βράδυ αψηφώντας τη διαταγή. Μόνο εκεί, μόνοι, με το Θεό μόνο, ένοιωθαν ότι ζούσαν πραγματικά.


     Δεν έμειναν όμως για πάντα αόρατοι. Οι άνθρωποι του αυτοκράτορα έκαναν καλά τη δουλειά τους. Τους είδαν; Τους πρόδωσαν; Πάντως την άλλη μέρα ήρθε διαταγή να παρουσιαστούν.
     Σπάραξε η καρδιά της μάνας. Όχι για κείνη. Μα για την εικόνα και για το παιδί της. Η ίδια ήταν αποφασισμένη. Μεσολαβούσε μια νύχτα ακόμη. Ίσως η τελευταία σωτήρια νύχτα. Έπρεπε να παρθούν σκληρές, μα δυναμικές αποφάσεις. Γονάτισε. Έκαμε την προσευχή της. Ο αέρας σφύριζε δυνατά. Πέρα μακριά το κύμα ξεσπούσε αγριεμένο. Ήταν σαν να την παρακαλούσε. Η μεγάλη απόφαση πάρθηκε.
     –«Πάμε», είπε στο γιο της. «Πάμε ν’ αποχαιρετίσουμε την Παναγία».
     Γλίστρησαν ξανά και χώθηκαν στα σκοτάδια. Μετά από πολλή ώρα, τρεις σκιές στέκονταν στην παραλία. Η μία ήταν η Παναγία. Αγκάλιασαν την εικόνα. Την ασπάστηκαν. Την αποχαιρέτησαν χύνοντας δάκρυα πικρά. Ύστερα τη σήκωσε στην αγκαλιά της η μάνα. Έβαλε όση της απέμεινε δύναμη, ανέβηκε σε μια πέτρα και πέταξε την εικόνα στο κύμα.
     –«Συγχώρα με, Παναγία μου! Όσο μπόρεσα σε φύλαξα. Τώρα φυλάξου μόνη σου!...».


     Βαρύς ακούστηκε ο παφλασμός στα νερά. Η μεγάλη εικόνα στροβιλίστηκε δυο-τρεις φορές και ύστερα σηκώθηκε ορθή. Ήταν σαν να περπατούσε στα κύματα γυρισμένη προς το μέρος τους. Φαινόταν καθαρά στο σκοτάδι, σα φωτεινή στήλη. Έφυγε προς τα δυτικά. Έμειναν ακίνητοι με θολωμένα από τα δάκρυα μάτια να τη βλέπουν ν’ αρμενίζει και να μακραίνει. Κι όταν στο τέλος έμεινε μια φωτεινή κουκίδα, ένα πολύ μικρό αστεράκι και χάθηκε στο βάθος του ορίζοντα, «στο καλό, Παναγιά μου!», σιγομουρμούρισαν κάνοντας το σταυρό τους και κοιτάχτηκαν μάνα και γιος στο πρόσωπο.
     Και τώρα; Τι θα γινόταν τώρα; Πρώτη έλυσε η μάνα τη σιωπή.
     –«Φύγε, παιδί μου! Φύγε να σωθείς. Δεν υπάρχει τόπος εδώ για μας. Εγώ θα μείνω να μαρτυρήσω την πίστη στο Χριστό. Εσύ όμως είσαι νέος. Πρέπει να ζήσεις. Φύγε. Από χωριό σε χωριό κι από βουνό σε βουνό. Η Παναγία θα σου δείξει τόπο να σταθείς».
     Στανικώς και με παρακάλια έκαμε το παιδί της να φύγει. Η μάνα έμεινε να κοιτάζει μια τη στράτα που χάθηκε ο γιος, μια τα κύματα πού ’κρυψαν την εικόνα.
     «Παναγία μου! Φύλαξέ τον και φυλάξου!», ήταν ο τελευταίος της λόγος. Ύστερα πήρε τον δρόμο για τον κριτή.


     Ο γιος σώθηκε. Πέρασε τόπους πολλούς, χωριά και πολιτείες. Πουθενά δεν αναπαύτηκε. Ήθελε να ριζώσει κάπου με ξάγναντο τη θάλασσα, ν’ αντικρίζει απέναντι την πατρίδα, να αναζητεί στα κύματα την Παναγία, που πίστευε πως θα ’ρχόταν κάποτε από το πέλαγος.
     Έφτασε στο Άγιον Όρος. Έγινε μοναχός και ηγούμενος στη Μονή Ιβήρων. Μεγάλωσε, άσπρισαν τα μαλλιά και τα γένια του και η Παναγία δεν είχε ακόμη φανεί. Έκλεισε μια μέρα τα μάτια του μ’ αυτή τη λαχτάρα και την προσμονή.
     Οι πατέρες στη Μονή των Ιβήρων ήταν προϊδεασμένοι. Γνώριζαν για το μεγάλο Θησαυρό που είχε πέσει στη θάλασσα. Δεν ήξεραν όμως πού βρήκε αραξοβόλι. Ώσπου κάποιο βράδυ, το έτος 1004, ημέρα Τρίτη της Διακαινησίμου, παρουσιάστηκε στη θάλασσα ένα εξαιρετικό φαινόμενο. Οι μοναχοί πλησίασαν στην παραλία και έβλεπαν καθαρά ένα πύρινο στύλο να στέκεται πάνω σε μια εικόνα της Παναγίας.
     Θερμά παρακαλούσαν την Παναγία να τους χαρίσει την αγία εικόνα της. Μα όσο πλησίαζαν με τα πλοιάρια, τόσο εκείνη απομακρυνόταν.


     Ο Γέροντας Γαβριήλ ήταν Ιβηρίτης. Αυτόν διάλεξε η Παναγία. Εμφανίστηκε σε όραμα λέγοντάς του:
     –«Γαβριήλ, πιστὲ δοῦλε τοῦ ἠγαπημένου Υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου, κοινοποίησον τῷ προεστῶτι καὶ τοῖς ἀδελφοῖς ὅτι βούλομαι νὰ δώσω αὐτοῖς τὴν εἰκόνα μου, ὅπως σκέπῃ καὶ βοηθῇ αὐτοῖς. Εἴσελθε εἰς τὴν θάλασσαν καὶ περιπάτησον ἐπὶ τῶν κυμάτων, ἐπεὶ φέρεις τὸ ὄνομα τοῦ νυμφαγωγοῦ μου Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, καὶ τότε γνωρίσουσι πάντες τὴν ἐμὴν θέλησιν καὶ εὐδοκίαν πρὸς τὸ μοναστήρι σας».


     Κόντευε να ξημερώσει. Αγνάντεψε κατά τη θάλασσα. Ένα φως ακίνητο έφεγγε στα νερά της. Γρήγορα πήρε τον κατήφορο. Δεν κατάλαβε πότε έφτασε στην παραλία. Περπάτησε πάνω στα κύματα και γονυπετής παρέλαβε τον ανεκτίμητο Θησαυρό.
     Στο μεταξύ είχαν κατέβει και οι άλλοι πατέρες. Όλη η συνοδεία, με τα εξαπτέρυγα και τα θυμιατά. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα. Τέτοια χαρά δεν είχε ξαναγίνει στην Ιβήρων. Την απέθεσαν στην εκκλησία. Γύρω της όλα λαμποκοπούσαν. Οι μοναχοί και οι ιερομόναχοι. Οι άγιοι απ’ τις τοιχογραφίες. Τα έμψυχα και τα άψυχα. Όλα τραγουδούσαν: «Καλώς ώρισες, Κυρά, στο σπίτι το δικό σου!».
     Μα η χαρά τους δοκιμάστηκε πολύ, όταν την άλλη μέρα δεν βρήκαν την εικόνα στη θέση της. Έψαξαν με πόνο κι αγωνία, ώσπου τη βρήκαν στα τείχη της Μονής, πάνω από την πόρτα. Τη μετέφεραν και πάλι στο ναό. Μα Εκείνη επέστρεψε ξανά στα τείχη.
     Την απορία τους την έλυσε η ίδια η Παναγία σε όραμα του οσίου Γέροντα Γαβριήλ.
     –«Εἰπέ τοῖς ἀδελφοῖς ἵνα μή μὲ ἐνοχλοῦν τοῦ λοιποῦ, καθότι ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ φυλάττωμαι ἀπὸ ὑμᾶς, ἀλλ’ ἵνα ἐγὼ φυλάττω ὑμᾶς, οὐ μόνον εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν καὶ νὰ ἐλπίζωσιν εἰς τὴν εὐσπλαγχνίαν τοῦ Υἱοῦ μου καὶ Δεσπότου ἅπαντες οἱ ἐν τῷ ὄρει τούτῳ ἐναρέτως μετ’ εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ ζῶντες μοναχοί».
     Γέμισαν οι πατέρες από ανεκλάλητη χαρά και ψυχική αγαλλίαση, σαν άκουσαν το λόγο αυτό.


     Έκτισαν παρεκκλήσιο δίπλα στην πύλη της Μονής και τοποθέτησαν εκεί, σε ιδιαίτερο λαμπρό προσκυνητάρι, τη θαυματουργική εικόνα της Παναγίας της Πορταΐτισσας.
     Και από τότε, όποιος Αγιορείτης ή προσκυνητής περνάει την πόρτα της Μονής των Ιβήρων σταματά με σέβας και ευγνωμοσύνη μπροστά στην Υπεραγία Θεοτόκο χαιρετίζοντάς την αγαπητικά:
     «Χαῖρε Πύλη ἀδιόδευτε
     »Χαῖρε ἡ Θύρα τοῦ Παραδείσου
     »Χαῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε».


[Ορθόδοξο μηνιαίο Περιοδικό
φοιτητών και επιστημόνων
«Η δράσις μας»,
Έτος Μα΄, Τεύχ. 400, σελ. 222–223,
Ιούλιος–Αύγουστος 2002,
Ομότιτλο άρθρο που σαν υπογραφή
φέρει το μονόγραμμα «Ι».
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου