Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

«ΠΑΝΑΓΙΑ, ΠΑΝΑΓΙΑ!... ΠΟΥ ΥΠΑΓΕΙΣ;…»

«ΠΑΝΑΓΙΑ, ΠΑΝΑΓΙΑ!... ΠΟΥ ΥΠΑΓΕΙΣ;…»


     «Ἡ ζωὴ τῆς Παναγίας καλύπτεται ἀπὸ ἁγία σιγή», ἀναφέρει ὁ ἅγιος Σιλουανὸς στοὺς ἐξαίσιους λόγους του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅλες γενικὰ οἱ πληροφορίες γιὰ τὸν ἐπίγειο βίο τῆς Θεοτόκου εἶναι ὀλιγοστές, σύντομες καὶ περιεκτικές. Μικρὲς ἢ ἔμμεσες ἀναφορὲς ποὺ προέρχονται κυρίως ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ἀπὸ τὴν ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία διασώθηκε ἀκέραιη καὶ ἀλώβητη ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς ἀκόμη χρόνους. Ἡ Κυρία Θεοτόκος μέχρι τὴ σεπτὴ Κοίμησή της παρέμενε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἦταν σεβάσμιο καὶ πάντιμο μέλος τῆς πρώτης Ἐκκλησίας· ἦταν τὸ πάνσεπτο καὶ πολύτιμο πρόσωπο ποὺ τροφοδοτοῦσε μὲ χάρη, ἔμπνευση, φωτισμὸ καὶ δύναμη τοὺς Ἀποστόλους· ὁ μυστικὸς θεόσταλτος πυρῆνας τοῦ ἀποστολικοῦ ἔργου τους. Τὴ φροντίδα της τὴν εἶχε ἀναλάβει, ἤδη ἀπὸ τὸ Πάθος τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἀγαπημένος καὶ ἐπιστήθιος Μαθητὴς τοῦ Κυρίου, ὁ Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος.


     Οἱ τελευταῖες στιγμὲς τῆς ἐπίγειας ζωῆς της ἦταν πραγματικὰ θαυμαστὲς καὶ συγκινητικές. Κοντά της βρέθηκαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι κατέφθασαν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης στὰ Ἱεροσόλυμα μὲ τρόπο θαυμαστό· «ἐπὶ νεφελῶν». Καὶ τότε ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, «ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου», ἐμφανίστηκε θριαμβευτικὰ καὶ ἐπινίκια «ἐν δόξῃ» μὲ τὴ συνοδεία πλήθους δορυφορούντων καὶ προσκυνητῶν ἀγγέλων, προκειμένου νὰ ὑποδεχτεῖ καὶ νὰ παραλάβει τὴν άχραντη ψυχὴ τῆς πανυπεραγαπημένης Του Μητέρας. Ἡ Θεοτόκος προσευχήθηκε στὸν Υἱό της, παρηγόρησε τοὺς Ἀποστόλους καί, ἀφοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ εἶναι πάντα κοντὰ στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ μεσιτεύει ἀδιάκοπα γιὰ τοὺς πιστοὺς καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο πρὸς τὸν Υἱό της, παρέδωσε τὴν πανάμωμη καὶ πανακήρατη ψυχή της στὸν Υἱό της καὶ Κύριο.


     Οἱ Ἀπόστολοι ἐναπόθεσαν τὴν ἁγία σορὸ (=τὸ σκήνωμα, τὸ σῶμα) τῆς Κυρίας Θεοτόκου σὲ ἕνα «καινὸν μνημεῖον» στὴ Γεθσημανῆ. Ἐκεῖ ἀργότερα ἡ ἁγία Ἑλένη ἔκτισε καὶ ἕνα περικαλλῆ ναὸ τῆς Κοιμήσεως. Τρεῖς μέρες μετὰ τὴν Κοίμηση τῆς Παναγίας κατέβηκε πάλι ὁ Κύριος μὲ τὴ συνοδεία τῶν ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ, καθὼς καὶ μὲ πλήθος στρατιᾶς ἀγγέλων. Ἄγγελοι, μὲ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, παρέλαβαν τὴν ἁγία σορὸ τῆς Θεοτόκου καί, ὅλοι μαζί, ἀνῆλθαν πρὸς τοὺς οὐρανούς. Ἡ θαυμαστὴ Μετάσταση τῆς Θεομήτορος εἶχε ἤδη συντελεστεῖ. Τὸ πανίερο σῶμα της ἑνώθηκε πάλι μὲ τὴν πάναγνη ψυχή της, γιὰ νὰ παρίσταται ὅλη, ἀκέραιη καὶ ἄφθαρτη ὡς Παντοβασίλισσα καὶ Μητέρα στὰ δεξιὰ τῆς μεγαλωσύνης τοῦ Παμβασιλέως Χριστοῦ, κοντὰ στὸν Υἱό της, αἰώνια καὶ ἀτελεύτητα στὴν ἀνέσπερη Βασιλεία Του...


     Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς –σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τῆς Παράδοσης– ἦταν ὁ μόνος ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ποὺ δὲν ἦταν παρὼν στὴν ἐξόδιο τῆς Θεομήτορος, ὡστόσο εἶδε ἰδίοις ὄμμασι καὶ ἔδωσε τὴν προσωπική του ἀποστολικὴ μαρτυρία γιὰ τὴ θαυμαστὴ Μετάστασή της. Κατὰ θεία οἰκονομία, ἅδεται ὑπερφυὴς λόγος γι’ αὐτὸν ὅτι ἦταν ὄντως μέσα στὴ μεγάλη εὐδοκία καὶ κρίση τοῦ Ἁγίου Θεοῦ νὰ μὴν παρευρεθεῖ στὴν κηδεία της, κατακρατούμενος μακρυὰ στὶς Ἰνδίες, ὅπου ἀναλισκόταν γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐκεῖ, τρεῖς μέρες μετὰ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, «ἠρπάγη» αἰφνίδια καὶ βρέθηκε στὴ Γεθσημανῆ γιὰ νὰ εἶναι ὁ μόνος που θα ἐπιμαρτυροῦσε γιὰ ὅλα ὅσα ἐξαίσια θὰ συνέβαιναν. Τότε, λοιπόν, κατὰ τὴν ἐναέρια καὶ ὑπέργεια ὁδό του, φερόμενος ὑπὸ θεόσταλτης νεφέλης, ψηλὰ ἐπάνω ἀπὸ τὸν κενὸ θεομητερικὸ τάφο, συνάντησε τὴν ἴδια τὴν Κυρία τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων. Βλέποντας αὑτὸς ἔκθαμβος τὴν ὁλόσωμη Μετάσταση καὶ τὴν ἔνδοξη ἄνοδο τῆς Παναγίας πρὸς τοὺς οὐρανούς, φώναξε ἔκπληκτος, μὲ ἱερὸ ἄλγος καὶ ἀκράτητο πόθο πρὸς Αὐτήν: «Παναγία, Παναγία!... Ποῦ ὑπάγεις;…». Καὶ ἡ Παναγία, καθὼς ἀνέβαινε στοὺς οὐρανούς, λίγο πρὶν χαθεῖ ἀπὸ τὰ ἔκπληκτα μάτια τοῦ ἐνεοῦ Ἀποστόλου, τοῦ εἶπε: «Δέξου αὐτό, ἀγαπητέ μου!». Καὶ ἀμέσως ἀπεζώσθηκε τὴ Ζώνη της καὶ τὴν ἔδωσε στὰ χέρια τοῦ ἀργοπορημένου Ἀποστόλου, νὰ τὴν ἔχει σὰν μιὰ πανίερη καὶ ἐξαίσια «εὐλογία» καὶ σὰν ἕνα ἐσαεὶ πάνσεπτο κτῆμα καὶ κειμήλιο ἡ Ἐκκλησία, γεμάτο ἀπερίγραπτη χάρη καὶ πάντερπνη εὐωδία.


     Μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κάθε θεῖο γεγονὸς συνιστᾶ ἑορτή· καὶ κάθε ἑορτή, βίωμα· τὸ δὲ βίωμα, λαμβάνει ἰσχυρὸ τρόπο ἔκφρασης· καὶ ἡ ἔκφραση μεταγίνεται λειτουργικὸ γεγονός, λατρεία ἀκόρεστη ποὺ ἀναδύει ἀκατάπαυστα ἐμπνευστικὲς ἐκφράσεις καὶ πηγαῖες καταθέσεις ὁλόκληρου τοῦ θεοδιψαλέου εἶναι τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ ἀπερινόητο μυστήριο τοῦ Ἁγίου Θεοῦ· τὸ μυστήριο τῆς θείας ἀγάπης καὶ σωτηρίας. Καὶ τούτη ἡ ἐνδόμυχη πεποίθηση γιὰ ὅλα τὰ ἱερὰ γεγονότα καὶ περιστατικὰ τῆς Πίστεως εἶναι, πιά, κάτι παραπάνω ἀπὸ ἀκλόνητη, βέβαιη καὶ σωτήρια.


     Ἀσφαλῶς εἶναι ἡ ἴδια ἐκείνη ἐμβιωματικὴ πεποίθηση ποὺ βγαίνει μέσα ἀπὸ τὰ παναγιόφιλα στήθη τῶν πιστῶν γιὰ τὴν ἁγία Κοίμηση καὶ τὴν πανάφθορο Ζώνη τῆς Θεοτόκου:
     «Ἐπὶ τῆς γῆς τὸν Κύριον
     ἱερῶς ἐσωμάτωσας,
     καὶ χερσὶν ἁγίαις
     ἀληθῶς διέζωσας,
     τὸν περιζωννύοντα
     τοὺς εὐσεβοῦντας δύναμιν·
     νῦν δὲ ἀναβᾶσα οὐρανῶν ὑπεράνω,
     κατέλοιπες ἀνθρώποις
     τὴν Τιμίαν σου Ζώνην,
     Παρθένε Θεοτόκε,
     κραταίωμα καὶ σκέπην».

     (Μὲ ἁπλᾶ λόγια:
     «Μὲ ἱερὸ καὶ μυστικὸ τρόπο,
     Παρθένε Θεοτόκε,
     ἔδωσες σῶμα στὸν Κύριο,
     ὅταν Αὐτὸς ἦρθε
     καὶ ἐνανθρωπίστηκε στὴ γῆ·
     καὶ μὲ τ’ ἅγια χέρια σου
     Τὸν τύλιγες στὴ μητρικὴ ἀγκαλιά σου,
     Αὐτὸν ποὺ τυλίγει μὲ δύναμη
     τοὺς εὐσεβεῖς χριστιανούς·
     καὶ τώρα ποὺ ἀνέβηκες
     ἀκόμη καὶ πιὸ πάνω
     ἀπὸ τοὺς οὐρανούς,
     ἄφησες στοὺς ἀνθρώπους
     τὴν τίμια Ζώνη Σου,
     γιὰ νὰ τοὺς δυναμώνει
      καὶ γιὰ νὰ τοὺς σκεπάζει»).

     Ὅπως ἐπίσης ψάλλουμε καὶ στὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῆς Καταθέσεως τῆς τιμίας Ζώνης:
     «Πρὸς δόξαν ἀκήρατον,
     ἀνερχομένη Ἁγνή·
     χειρί Σου δεδώρησαι
     τῷ ἀποστόλῳ Θωμᾶ,
     τὴν πάνσεπτον ζώνην Σου».

     (Δηλαδή:
     «Ὅταν ἀνέβαινες
     πρὸς τὴν ἄφθορη δόξα
     τοῦ Παραδείσου,
     ἔδωσες μὲ τὰ χέρια σου
     στὸν Ἀπόστολο Θωμᾶ
     τὴν πανσεβάσμια Ζώνη Σου»).


     Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς στὴ συνέχεια πῆγε καὶ βρῆκε τοὺς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους, πληροφορῶντάς τους γιὰ τὸ ὑπερθαύμαστο αὐτὸ γεγονός. Μάλιστα γιὰ ἀψευδὲς τεκμήριο ὅλων τῶν λεγομένων του, τοὺς ἐπέδειξε τὴν ἁγία Ζώνη τῆς Παναγίας, τὴν ὁποία ἀξιώθηκε νὰ παραλάβει ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ θεομητερικὰ χέρια. Ἐκεῖνοι ἀπὸ τὴν πολλὴ ἀγάπη, τὸν πόθο καὶ τὴν προσήλωση ποὺ ἔτρεφαν πρὸς τὴν Παναγία, ἦταν ἐπὶ τρεῖς συνεχεῖς μέρες συναγμένοι γύρω ἀπὸ τὸν χαριτόβρυτο τάφο τῆς Θεοτόκου, ἀναπέμποντας ἐπιτάφιες δεήσεις καὶ προσευχές. Μαθαίνοντας γι’ αὐτὴ τὴ θεοδώρητη ἐμπειρία τοῦ συναποστόλου τους, δοξολόγησαν τὸν Θεὸ καὶ τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς εὐλογήσει μὲ τὴ Ζώνη τῆς Παναγίας, καθὼς ἦταν ὁ μόνος ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἀξιώθηκε μιᾶς τέτοιας μεγάλης καὶ ἐξαίρετης τιμῆς: νὰ δεῖ καὶ νὰ θεωρήσει τὴν ἔνδοξη καὶ ὑπερφυῆ Μετάσταση τῆς Θεοτόκου καὶ τὴν ὑπὸ νεφελῶν θαυμαστὴ ἀνάβασή της πρὸς τοὺς οὐρανοὺς· γιὰ τὴν ἀκρίβεια δέ, ἀπερίγραπτα πολὺ πιὸ πάνω καὶ πέρα ἀπὸ αὐτούς καὶ ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο: «ἐκεῖ» ὅπου βρίσκεται αἰώνια ὁ ἀγαπημένος της Υἱὸς καὶ Κύριος.


     Οἱ ἱεροὶ Εὐαγγελιστὲς ὑπογραμμίζουν ὅτι ἡ Κυρία Θεοτόκος καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς της ἄκουγε μετὰ μεγάλης προσοχῆς ὅσα ὁ Θεὸς διὰ τῶν ἁγίων ἀγγέλων ἀπεκάλυπτε σ’ αὐτὴ περὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ὅσα κατόπιν ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος τῆς ἔλεγε. Καί, ὄχι μόνο ἄκουγε, ἀλλὰ καὶ μελετοῦσε τοὺς λόγους καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου καὶ μὲ ἱερὸ ζῆλο φύλαγε τοὺς λόγους αὐτοὺς μέσα στὴν παρθενικὴ καρδιά της: «Ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου διατηροῦσε καὶ φύλαγε ὅλα τὰ ῥήματα τοῦ Υἱοῦ της μέσα στὴν καρδιά της», γράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς (βλ. Λουκ. 2, 51). Ἡ ζωὴ τῆς Παναγίας ἦταν μιὰ διαρκὴς ἔμπρακτη ἐργασία καὶ βαθιὰ ἐμβίωση τῶν θείων ἐντολῶν. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς βεβαίωσε καὶ ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς ὅταν, σὲ μιὰ περίπτωση, μιλώντας μπροστὰ στὴν Παναγία Μητέρα Του, εἶπε μὲ ἔμφαση: «Μητέρα Μου καὶ ἀδελφοί Μου εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀκοῦνε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἐφαρμόζουν στὴ ζωή τους» (βλ. Λουκ. 8, 21). Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Κυρίου εἶναι ἀπόδειξη ὅτι ἡ Κυρία Θεοτόκος εἶχε ξεπεράσει κάθε κορυφὴ ἁγιότητος. Καὶ μᾶς ἀποκαλύπτει ταυτόχρονα ὅτι κάθε πιστός μπορεῖ νὰ γίνει –κατὰ Χάρη– καὶ «μητέρα» καὶ «ἀδελφός» καὶ «συγγενής» πραγματικὰ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἐάν, βέβαια, μέσα στὴ δική του ζωή ἀγαπᾶ μὲ τὴν καρδιά του νὰ πράττει, νὰ ἐφαρμόζει καὶ νὰ βιώνει τὸ σωτήριο λόγο τοῦ Θεοῦ.



[(1) «Συναξαριστὴς» ἁγίου Νικοδήμου,
Τόμ. γ΄, ἐκδόσεις «Δόμος», σελ. 472.
(2) Θ.Η.Ε., Τόμος 7ος,
«Ἡ κοίμησις τῆς Θεοτόκου»,
σελ. 706–714.
(3) Ἱερομονάχου Γρηγορίου·
«Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος», σελ. 40–41,
Ἱερὸν Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον
«Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος»,
Ἅγιον Ὄρος, 19941.
(4) «Μέγας Συναξαριστὴς»
Ματθαίου Λαγγῆ,
«Μὴν» Αὔγουστος,
σελ. 242,
Ἀθῆναι, 19995.
(5) «Θησαυρὸς Δαμασκηνοῦ»
(«τοῦ Ὑποδιακόνου καὶ Στουδῖτου,
τοῦ καὶ Θεσσαλονικέως»),
Λόγος ΙΒ΄:
«Εἰς τὴν κοίμησιν τῆς Θεοτόκου»,
σελ. 193,
ἐκδόσεις «Βασ.Ρηγοπούλου»,
Θεσ/νίκη 1997.
(6) Μηναῖον Αὐγούστου,
Ὄρθρος τῇ ΛΑ΄ τοῦ αὐτοῦ μηνὸς (31ης),
Β΄ κανὼν τῆς Η΄ ᾠδῆς,
Β΄τροπάριο, σελ. 306,
ἐκδόσεις «Φῶς»,
Ἀθήνα, Αὔγουστος 1970.
(7) Ἀρχιμανδρῖτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ):
«Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης»,
Μέρος Β΄, Λόγος ΙΑ΄
(«Γιὰ τὴν Θεομήτορα»),
σελ. 472,
Ἱερὰ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου,
Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 200310.
(8) Ἱστότοπος Ναοῦ Ἁγίας Ζώνης Πατησίων, 
«Ἱστορία τῆς Ἁγίας Ζώνης»·
ἄρθρο τοῦ Σύγγελη Κων/νου.
(9) Α΄ δημοσίευση:
Παρασκευὴ 16 Αὐγούστου 2013.
Ἐπιμέλεια ἀνάρτησης,
ἐπιλογὴ θέματος καὶ φωτογραφιῶν,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση
τῶν ἀναρτήσεων ἀπὸ τὸ «Εἰλητάριον»,
ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρεται ἀπαραίτητα
ὡς πηγὴ προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου