Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΠΛΟΥΣ Ο ΔΙΑΚΟΝΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΠΛΟΥΣ Ο ΔΙΑΚΟΝΟΣ
Πρακτικά του Μαρτυρίου του
που παραδόθηκαν από αυτόπτη μάρτυρα


     Κατά την ένατη υπατία του Διοκλητιανού και την όγδοη του Μαξιμιανού, την 3η των καλενδών του Μαΐου (29 Απριλίου 304), ο διάκονος Εύπλους μετέβη στην είσοδο του δικαστηρίου της Κατάνης στην Σικελία και φώναξε: «Είμαι χριστιανός, θέλω να πεθάνω για το Όνομα του Χριστού!». Ο διοικητής Καλβισιανός διέταξε πάραυτα να φέρουν μέσα τον τολμητία που είχε το θράσος να μιλήσει με τον τρόπο αυτό. Ο Εύπλους εισήλθε κρατώντας στο χέρι τα άγια Ευαγγέλια. Ο επιφανέστατος Μάξιμος δήλωσε ότι είχε στην κατοχή του βιβλία απαγορευμένα με διατάγματα του αυτοκράτορα. «Από πού έχεις τα βιβλία αυτά; Από το σπίτι σου;» ρώτησε ο Καλβισιανός. Ο Εύπλους αποκρίθηκε: «Δεν έχω σπίτι· ο Κύριός μου το γνωρίζει καλά». Ο Καλβισιανός τού ζήτησε να διαβάσει από τα βιβλία αυτά. Ο Εύπλους ανέγνωσε: «Μακάριοι είναι αυτοί που διώχνονται για χάρη της δικαιοσύνης, γιατί αυτών είναι η Βασιλεία των Ουρανών» (Ματθ. 5, 10). Και αλλού: «Όποιος δεν βαστάζει τον σταυρό του και δεν έρχεται να Με ακολουθήσει, αυτός δεν μπορεί να είναι μαθητής Μου» (Λουκ. 14, 27). –«Τι πάει να πει αυτό;» ρώτησε ο δικαστής. –«Είναι ο Νόμος του Κυρίου και Θεού μου, όπως μου παρεδόθη». –«Από ποιον;». –«Από τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του ζώντος Θεού».


     Κρίνοντας επαρκείς τις ομολογίες αυτές, ο Καλβισιανός παρέδωσε τον Εύπλου στους δημίους για να υποβληθεί σε ανάκριση. Λίγο αργότερα, την παραμονή των ειδών του Αυγούστου (12 Αυγ. 304), ο άγιος Εύπλους κλήθηκε πάλι στο δικαστήριο. Ο Καλβισιανός τον ρώτησε: «Επιμένεις στα όσα ομολόγησες;». Ο Εύπλους σταύρωσε το μέτωπό του με το ελεύθερο χέρι του και δήλωσε: «Ό,τι ομολόγησα το ομολογώ και πάλι· είμαι χριστιανός και διαβάζω τις θείες Γραφές». –«Κρατάς ακόμα τις γραφές που είναι απαγορευμένες από τον αυτοκράτορα και που όφειλες να παραδώσεις στην δικαιοσύνη;». –«Όντας χριστιανός, δεν μου είναι επιτρεπτό να τις παραδώσω. Προτιμώ να πεθάνω παρά να τις παραδώσω. Περιέχουν την αιώνια ζωή. Αυτός που τις παραδίδει, χάνει την αιώνια ζωή. Γι’ αυτό δίνω και την ζωή μου, για να μην την απολέσω». –«Πού βρίσκονται;». –«Εντός μου!» απάντησε ο άγιος δείχνοντας με μία χειρονομία πως δεν είχε στην κατοχή του πια τα βιβλία, αλλά τα είχε αποστηθίσει. Ο δικαστής έδωσε εντολή να τον βασανίσουν μέχρι να δεχθεί να θυσιάσει στους θεούς. Εν μέσω των μαρτυρίων ο Εύπλους ανέπεμπε ευχαριστίες στον Χριστό που κρίθηκε άξιος να υποφέρει για Εκείνον και έλεγε: «Καιρό τώρα επιθυμώ τα βασανιστήρια αυτά. Κάνετε ό,τι θέλετε, αυξήστε τα μαρτύριά σας. Είμαι χριστιανός!». Μετά από ώρα ο διοικητής πρόσταξε να πάψουν να τον βασανίζουν και πίεσε τον άγιο να προσκυνήσει τους θεούς. Ο Εύπλους απάντησε: «Προσκυνώ Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, την Αγία Τριάδα. Εκτός αυτής δεν υπάρχει Θεός. Να χαθούν τα είδωλα που δεν δημιούργησαν μήτε τον ουρανό μήτε την γη. Είμαι χριστιανός!».


     Καθώς ο δικαστής τού ζητούσε για τελευταία φορά να θυσιάσει, αν ήθελε να σώσει την ζωή του, εκείνος απάντησε: «Ναι, θέλω να θυσιάσω, αλλά εγώ ο ίδιος προσφέρομαι θυσία στον Χριστό Θεό. Οι προσπάθειές σας είναι μάταιες. Είμαι χριστιανός!». Ο διοικητής διέταξε να διπλασιαστούν τα βασανιστήρια. Κι ενώ οι δυνάμεις του μάρτυρα άρχισαν να σώνονται και είχε μείνει σχεδόν άφωνος, τα χείλη του συνέχιζαν να προφέρουν ευχαριστίες. Ο Καλβισιανός τότε υπαγόρευσε την καταδικαστική απόφαση που ένας γραφέας κατέγραψε σε μία πλάκα: «Δεδομένου ότι ο χριστιανός Εύπλους περιφρόνησε τα διατάγματα των αυτοκρατόρων, βλασφήμησε τους θεούς και αρνήθηκε να ανακαλέσει, διατάζω να αποκεφαλισθεί διά ξίφους». Κρέμασαν στον λαιμό του το Ευαγγέλιο που κρατούσε κατά την σύλληψή του και μπροστά του ένας κήρυκας φώναζε: «Εύπλους, χριστιανός, εχθρός των θεών και των αυτοκρατόρων». Ο άγιος, γεμάτος χαρά βάδιζε ζωηρά σαν να πήγαινε να στεφανωθεί, επαναλαμβάνοντας ασταμάτητα: «Δόξα Χριστώ τω Θεώ!». Φθάνοντας στον τόπο της εκτελέσεως, γονάτισε και προσευχήθηκε επί μακρόν ευχαριστώντας τον Θεό. Έπειτα έκλινε ο ίδιος τον αυχένα του στον δήμιο και αποκεφαλίσθηκε. Αργότερα χριστιανοί ήλθαν να σηκώσουν το σώμα του και να το μυρώσουν προτού το ενταφιάσουν.



—Ἀπολυτίκιον.—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ως θεῖος διάκονος, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ,
ὁσίως διήγαγες, τὰ πρὸς Θεὸν καὶ πιστῶς,
καὶ ἤθλησας ἄριστα·
σὺ γὰρ ἐν τῷ πελάγει, τῶν ποικίλων ἀγώνων,
εὔπλοος ἀνεδείχθης, παμμακάριστε Εὖπλε.
Καὶ νῦν ἡμᾶς πρὸς λιμένα, θεῖον κυβέρνησον.
—Κοντάκιον.—
Ἦχος α΄. Χορὸς Ἀγγελικός.
Τοὺς νόμους τοῦ Χριστοῦ, ταῖς χερσὶ περιφέρων,
ἐπέστης ἐκβοῶν, τοῖς ἐχθροῖς ἐν σταδίῳ·
Αὐτόκλητος πάρειμι, ἐναθλήσων στεῤῥότατα·
ὅθεν κλίνας σου, περιχαρῶς τὸν αὐχένα,
ὑποδέδεξαι, τὴν ἐκτομὴν τὴν τοῦ ξίφους,
τελέσας τὸν δρόμον σου.
—Μεγαλυνάριον.—
Αθλους διανύσας μαρτυρικούς,
καὶ λύθροις αἱμάτων,
πορφυρώσας τὴν σὴν στολήν,
τῷ Χριστῷ παρέστης,
ὡς Μάρτυς τροπαιοῦχος,
ὦ Εὖπλε Διακόνων, τὸ ἐγκαλλώπισμα.



[(1) Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
τόμ. 12ος, Αύγουστος, σελ. 98–99,
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ξενοφών Κομνηνός,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Μάρτιος 2009.
(2) Γερασίμου
Μοναχού Μικραγιαννανίτου (†),
Υμνογράφου
της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας:
«Νέος Ενιαύσιος Στέφανος»
σελ. 418–420,
Άγιον Όρος, 20062.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου