Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ


     Ο όσιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός έζησε στα χρόνια της βασιλείας του Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου (717–741), καθώς και του διαδόχου του, Κωνσταντίνου του Κοπρώνυμου.
     Πατρίδα του ήταν η Δαμασκός της Συρίας, έδρα τότε του αραβικού χαλιφάτου. Οι γονείς του, επιφανείς ελληνοσύριοι, συγκαταλέγονταν στους ελάχιστους χριστιανούς της πόλεως. Ο πατέρας του, Σέργιος, ήταν υπουργός στην κυβέρνηση του χαλίφη, υπεύθυνος για τις υποθέσεις των χριστιανών.
     Σύμφωνα με την παράδοση, ο όσιος ακολούθησε τις εγκύκλιες σπουδές κοντά στον σοφό δάσκαλο Κοσμά, αιχμάλωτο έλληνα μοναχό από την Ιταλία. Με την οξύνοια και την επιμέλειά του απέκτησε σύντομα άρτια παιδεία, όπως φαίνεται και από τα συγγράμματά του.


     Μετά τον θάνατο του πατέρα του, μπαίνει κι αυτός στην υπηρεσία του χαλιφάτου σαν πρωτοσύμβουλος. Με την κήρυξη της εικονομαχίας από τον Λέοντα τον Ίσαυρο, ο Ιωάννης επιδίδεται με την πέννα του στον αγώνα υπέρ των ιερών εικόνων. Με τη «μάχαιρα του Πνεύματος» στηλιτεύει το δόγμα του Λέοντος. Τεκμηριώνει τις θέσεις του με θεολογικές αποδείξεις, ιστορικά στοιχεία και αγιολογικά παραδείγματα, αποκαλώντας τους εικονομάχους αιρετικούς και αντίθεους.
     Ο Λέων θέλησε να τον εκδικηθεί. Πλαστογραφεί λοιπόν μια επιστολή του Ιωάννη και τη στέλνει στον χαλίφη της Δαμασκού. Μ’ αυτή την επιστολή ζητούσε τάχα ο όσιος από τον βασιλιά να τον γλυτώσει από τα χέρια του χαλίφη.
     Ο άρχοντας οργισμένος, καλεί τον Ιωάννη και, χωρίς να του επιτρέψει ν’ απολογηθεί, διατάζει να του κόψουν το δεξί χέρι. Σε λίγο, το ιερό εκείνο χέρι που στηλίτευε τους εικονομάχους κόπηκε και, βαμμένο στο αίμα του, κρεμάστηκε στην αγορά σε δημόσια θέα.


     Το βράδυ ο όσιος στέλνει μεσίτες και ζητά το χέρι του να το ενταφιάσει. Μόλις το φέρνουν, το παίρνει και κατευθύνεται στο εκκλησάκι που είχε στο σπίτι του. Πλησιάζει στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, πέφτει με το πρόσωπο καταγής, τοποθετεί το κομμένο χέρι στη θέση του και παρακαλεί και θρηνεί και στενάζει:
    «Δέσποινα πάναγνη, Μητέρα του Θεού μου,
     η δεξιά μου κόπηκε για τις σεπτές εικόνες.
     Δεν αγνοείς την αφορμή π’ οργίστηκε ο Λέων.
     Πρόφθασε γρήγορα, λοιπόν, και γιάτρεψε το χέρι.
     Η δεξιά του Ποιητού, που ειν’ εκ της σαρκός σου,
     πολλές δυνάμεις ενεργεί με την παράκλησή σου.
     Τώρα, λοιπόν, το δεξιό θεράπευσέ μου χέρι,
     για να συγγράφει με ρυθμό και αρμονία ύμνους,
     όσους μου δώσεις να ποιώ για σε και τον Υιό σου
     και για την υπεράσπιση πίστεως ορθοδόξου·
     όσα ζητήσεις δύνασαι, ως του Θεού Μητέρα!».
     
     Αυτά είπε με δάκρυα ο όσιος κι αποκοιμήθηκε. Βλέπει τότε τη Θεομήτορα στην εικόνα της, να τον κοιτάζει με ιλαρότητα και πονετικά να του λέει:
     –Για κοίτα! Το χέρι σου θεραπεύτηκε. Κάνε το όμως, καθώς μου υποσχέθηκες· «κάλαμον γραμματέως οξυγράφου».
     Ξυπνά ο Ιωάννης και βλέπει κατάπληκτος το χέρι του θεραπευμένο και συγκολλημένο. Ήταν τόση η χαρά του, ώστε όλη εκείνη τη νύχτα έψαλλε εγκώμια και ευχαριστίες στην Παναγία.


     Η θαυμαστή αυτή θεραπεία τον έχει συγκλονίσει βαθιά και τον οδηγεί σε μία μεγάλη απόφαση. Ελευθερώνει τους δούλους του, μοιράζει την περιουσία του και, ελεύθερος από κάθε βιοτική μέριμνα, ξεκινά για τη Μονή του αγίου Σάββα με σκοπό να μονάσει.
     Εκεί, δείχνει απαράμιλλη υπακοή και ταπείνωση προς τον γέροντά του. Δεν κάνει τίποτε χωρίς την ευλογία του. Κάποτε, όμως, ο γείτονάς του μοναχός τον πίεσε να γράψει ένα νεκρώσιμο ύμνο. Εκείνος συνέθεσε το γνωστό σε μας τροπάριο «Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα…» και το έψαλλε κατανυκτικά στο κελί του.
     Ο γέροντας τυχαία τον άκουσε. Κι επειδή του είχε απαγορεύσει να συγγράφει και να ψάλλει, τον κανόνισε με το επιτίμιο να καθαρίσει όλα τα αποχωρητήρια της μονής. Ο Ιωάννης υπάκουσε πρόθυμα, αρχίζοντας από το αποχωρητήριο του μοναχού που έμενε στο διπλανό κελί.


     Ύστερα από λίγες μέρες, παρουσιάζεται η Υπεραγία Θεοτόκος στον γέροντα, την ώρα που αυτός κοιμόταν, και του λέει:
     –Γιατί έφραξες τέτοια πηγή, που αναβλύζει ουράνιο νέκταρ; Άφησέ την να τρέξει, για να ποτίσει ολόκληρη την οικουμένη. Ο Ιωάννης θα υπερβεί τη λύρα του Δαβίδ, θα συνθέσει ύμνους καλύτερους κι από την ωδή του Μωυσή και θα μελωδήσει πιο τεχνικά κι από τον Ορφέα ακόμη· θα στηλιτεύσει με το λόγο του τις αιρέσεις και θα ορθοτομήσει τα δόγματα της πίστεως.
     Από τότε ο όσιος, με την ευλογία του γέροντά του, σαν άλλος χείμαρρος πνευματικός, άρχισε να ψάλλει, να στιχουργεί, να μελοποιεί και να συγγράφει προς δόξαν Θεού, της Παναγίας Μητέρας Του και των Αγίων.
     Και όταν τελείωσε το έργο που του έδωσε ο Θεός να κάνει, μετοίκησε στον Ουρανό, για ν’ απολαύσει εκεί πολλαπλάσια την αμοιβή των κόπων του…


[«Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας»,
κεφ. β΄, §1, σελ. 101–104,
Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής 19968.]







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου