Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

ΣΤΗΝ ΣΠΗΛΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

ΣΤΗΝ ΣΠΗΛΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ


     Η Λαμπρινή Βέτσιου (1918–2002), από το χωριό Αγία Παρασκευή Άρτας, ήταν μια μεγάλη σύγχρονη ασκήτρια του Πνεύματος. Αν και ζούσε μέσα στον κόσμο, όλη της η ζωή ήταν συνυφασμένη με την αγάπη προς τον Θεό και προς τον άνθρωπο, με το καρδιακό δόσιμο στη λατρεία του Χριστού, με την αδιάλειπτη προσευχή, την μεγάλη νηστεία, καθώς και με πρωτόφαντες εμπειρίες και γεγονότα της θείας Χάριτος που θα ζήλευαν πολλοί προχωρημένοι ασκητές στην βαθιά έρημο. Από τον ωραιότατο βίο της, επιλέγουμε αποσπασματικά ένα θείο και συγκλονιστικό γεγονός που έζησε η ίδια μέσα σε μια απόκοσμη σπηλιά, όταν η ίδια η Παναγία την έλκυσε προς την χάρη της, αποκαλύπτοντάς της ζωντανές φάσεις από την άλλη ζωή, την ζωή που απλώνεται ατελεύτητα και αιώνια πέραν του σιωπηλού τάφου αλλά και του φθαρτού τούτου κόσμου, μεταφέροντάς την μια στην κόλαση και μια στον παράδεισο των ψυχών. Η εκπληκτική μαρτυρία της Λαμπρινής Βέτσιου, έκτοτε, είναι κάτι παραπάνω από ψυχωφελής· είναι λόγος άκρως αφυπνιστικός και σωτήριος…



     Άλλη φορά, διηγήθηκε η Λαμπρινή Βέτσιου πως η Παναγία τής έδειξε την κόλαση και τον Παράδεισο. Η αφήγησή της, έχει ως εξής:
     «Το 1982 ήμουν στην σπηλιά της Αγίας Παρασκευής στου Χανόπουλου. Προσευχόμουν μέσα στην σπηλιά με άλλες γυναίκες και σκέφτηκα: “Αχ, σπηλιά, πού να σ’ εύρισκα, νά ’ναι δική μου αυτή η σπηλιά!”.
     –Όχι, όχι! μου είπε μια φωνή. Η σπηλιά η δική σου είναι της Παρθένος (της Παναγίας δηλαδή).
     –Πού είναι αυτή η σπηλιά;
     –Θα σου την βρω εγώ, αλλά μετά από καιρό...


     »Πέρασαν πέντε χρόνια για νά ’ρθει ο καιρός. Εγώ στο διάστημα αυτό έψαχνα. Άκουγα για σπηλιά και έπαιρνα καμιά γυναίκα για παρέα και πήγαινα. Το βράδυ που γύριζα στο σπίτι και έκανα προσευχή άκουγα φωνή: “Όχι αυτού, παιδί μου! Άδικα κουράστηκες!”.
     »Μια μέρα, με κάλεσε η ξαδέλφη μου στην Άρτα για δουλειά. Εκεί, μίλησε για μια σπηλιά που θα πήγαινε την άλλη μέρα με άλλες γυναίκες. Αποφάσισα να πάω. Ξεκινήσαμε το πρωί στις πέντε με τα πόδια.
     »Μόλις φθάσαμε, η σπηλιά δεν φαινόταν εξωτερικά παρά μόνο δυο τρύπες που χωρούσες σφηνωτά. Κοντά στην είσοδο της σπηλιάς είχε και Εκκλησάκι. Είχα πάρει μαζί μου λαμπάδες και κεριά. Αναρωτήθηκα: “Είναι άραγε αυτή η σπηλιά;”. Και άκουσα φωνή: “Εδώ μέσα είμαι! Κράτησε μια λαμπάδα για να μπεις στην σπηλιά”.
     »Για να ξεφύγω τις γυναίκες είπα ότι είμαι κουρασμένη και θα καθίσω λίγο να ξεκουραστώ. Μόλις αυτές μπήκαν στο Εκκλησάκι, άναψα την λαμπάδα και μπήκα μέσα στην σπηλιά. Ήταν μεγάλη η σπηλιά. Μέσα είδα την Παναγία καθαρά, έσκυψα και την προσκύνησα. Τότε ξέχασα τα πάντα, ήθελα να μείνω για πάντα εκεί σ’ όλη μου την ζωή. Προσκυνούσα συνέχεια την Παναγία και μου είπε:


     »Φθάνει. Θα δεις πολλά εδώ μέσα, θα δεις τον άλλο κόσμο. Αυτά που θα δεις εσύ, να τα ομολογήσεις σε πρόσωπα που τα αγαπάνε αυτά. Άμα βλέπεις αδιαφορία, δεν θα λες τίποτε. Και στις γυναίκες έξω, αδιαφορία θα δείξεις άμα βγεις. Αν σε ρωτήσουν, θα πεις πήγα να προσευχηθώ μέσα στην σπηλιά. Τώρα όμως βγες έξω γιατί σε ζητάνε. Μετά απόφευγέ τις με τρόπο και ξαναμπές να συνεχίσουμε. Θα τις ετοιμάσω και εγώ εσωτερικά να δεχθούν ό,τι τις πεις”.
     »Βγήκα έξω και τις καθησύχασα διότι με ψάχνανε και φωνάζανε. Είχε αλλοιωθεί το πρόσωπό μου από την συνάντηση με την Παναγία. Το κατάλαβαν και μου έλεγαν: “Γιατί είσαι έτσι; Τι έπαθες;”. Εγώ δικαιολογήθηκα ότι φοβήθηκα λίγο στο σκοτάδι της σπηλιάς και χλώμιασα. Τις είπα θα ξαναμπώ στην σπηλιά να προσευχηθώ και αυτές το δέχθηκαν. Άναψα την λαμπάδα και ξαναμπήκα. Η Παναγία με περίμενε και μου είπε: “Μη φοβάσαι τώρα. Οι γυναίκες θα σε περιμένουν και μόλις σε δουν θα πουν: ‘Δόξα σοι ο Θεός’…”.


     »Με πήρε ύστερα η Παναγία σ’ έναν κάμπο μεγάλο όσο είναι η Άρτα. Έφθασα σε δυο δρόμους και ρώτησα ποιον να διαλέξω. “Όποιον θέλεις εσύ”, είπε η Παναγία. Εγώ πήρα τον ένα δρόμο.
     »Καθώς προχωρούσα έβλεπα γλέντια, γάμους, ανδρόγυνα αγαπημένα, παιδιά, και έλεγα: “Τι ωραίος κόσμος είναι εδώ!”. “Αχ!”, έκανε η Παναγία, “Έτσι γελιέται ο λαός στον κάτω κόσμο, τον πονηρό!”. Άμα άκουσα αυτό, δεν ήθελα να προχωρήσω αλλά η Παναγία είπε: “Θα προχωρήσουμε και μη φοβάσαι”. Έτσι πήρα θάρρος και προχώρησα.


     »Συναντήσαμε ένα ποτάμι πύρινο, που τα κύματά του έπεφταν σε τρεις ανθρώπους δικούς μου και φώναζαν. Η Παναγία μού είπε: “Μην στενοχωριέσαι. Αυτά εργάσθηκαν στην γη, αυτά απολαμβάνουν. Σε άκουσαν όταν τους έλεγες κάτι εσύ; Εγώ τους κάνω το καλό κάθε χρόνο και τους βγάζω από ’κει, από την Ανάσταση μέχρι την Πεντηκοστή”.
     »Πιο πέρα, είδα ένα ποτάμι με πίσσα που κόχλαζε. Και ’κει έμπαιναν και έβγαιναν κεκοιμημένοι. Όμως τα ρούχα τους ήταν καθαρά, δεν λερώνονταν, παρ’ ότι κυλιόνταν μέσα στις πίσσες. Αλλά τι το θες; Καίγονται μέσα στις πίσσες. Δεν αντέχουν το κάψιμο.

     »Έπειτα, βρέθηκα σ’ ένα μεγάλο βαρέλι και με φώναξε με τ’ όνομά μου μια ψυχή από μέσα που βασανιζόταν. Προσπαθούσε να βγει και με παρακαλούσε να βρέξω το δαχτυλάκι μου να δροσιστεί λίγο το στόμα του. Τον γνώρισα από την φωνή και του είπα:


     –Αυτού μέσα είσαι, ωρέ; Αυτά εργάσθηκες στην ζωή; Δεν θυμάσαι εκεί έξω από την Παρηγορήτρα στην Άρτα, εσύ γύριζες από την λαϊκή και εγώ από την Εκκλησία μου και με κορόιδευες γιατί πιστεύω σ’ αυτά, στην κόλαση και στον παράδεισο, και έλεγες ότι άμα πεθάνει ο άνθρωπος, πάει όπως το πρόβατο, χάνεται; Και άλλα πολλά σου έλεγα για την κόλαση και τον παράδεισο, δεν τα θυμάσαι;
     –Τα θυμάμαι, αλλά τώρα είναι αργά. Φώναξε, όσο μπορείς, όσο ζεις να έρθει κανείς κοντά σου, να αποφύγει αυτήν εδώ την κόλαση.
     –Τι να κάνει κοντά μου αφού και ’γω δεν ξέρω. Εσύ, πόσες φορές με κόλαζες όταν σε συναντούσα;
     –Όχι, εσύ δεν έφαγες, δεν άλλαξες, δεν ντύθηκες, αγωνίστηκες και ξέρεις.


     »Εγώ, μετ’ απ’ αυτά, τον πόνεσε η ψυχή μου. Ήμουν ευαίσθητη στον πόνο των άλλων και, αν άκουγα ότι κάποιος πονάει, δεν έτρωγα και εγώ και αν μπορούσα του πήγαινα φαγητό. Τώρα όμως σκεφτόμουν “να του δώσω λίγο νερό με το δάχτυλό μου ή όχι;”. Η Παναγία μού είπε ότι, αν δώσω, θα με κάψει την μισή πλευρά του χεριού μέχρι πάνω στον ώμο. Μόλις τ’ άκουσα αυτό κοντοστάθηκα, όμως τον λυπόμουν τον άνθρωπο εκεί μέσα. Παρακάλεσα τότε την Παναγία να το βρέξω και να το δώσω λίγο. “Τι να σου πω; Θα καεί το χέρι σου. Αφού το θέλεις τόσο πολύ, βάλτο λίγο, όμως και εγώ θά ’μαι στο πλευρό σου”. “Ναι, το θέλω· ψυχή είναι κι αυτή. Μπορεί και εγώ να πάθω τα ίδια”. “Μη γένοιτο!”, μου είπε.
     »Τό ’βαλα τότε και κάηκε το χέρι μου. Με πονούσε, το φυσούσα, αλλά τίποτε. Από τότε το δάχτυλο δεν το δουλεύω, είναι σκληρό. Και να το κόψεις, δεν το νοιώθω.

     »“Αυτά που είδες εδώ, δεν πρέπει να σε αναλώσουν σε στενοχώρια, αλλά να βάλεις όλη την δύναμή σου να τα πεις σε άλλους ζώντες και να βοηθήσεις ψυχές που ποθούν τον ουρανό”.
     »Φεύγοντας, είπε η Παναγία: “Ευλογημένοι να είστε μέχρι την Δευτέρα Παρουσία που θά ’ρθει ο Υιός μου” και φύγαμε.


     »Μετά, πήγαμε στον καλό τον κόσμο. Εκεί, χαιρόσουν να βρίσκεσαι. Γνώρισα πολλούς απ’ αυτούς. Συνάντησα πολλά ζευγάρια που έζησαν αγαπημένα. Ήθελε να μου δείξει και άλλους, αλλά της είπα “όχι νέους, γιατί στενοχωριέμαι που πεθαίνουν νέοι”. Η Παναγία μού είπε “όχι νέους, γέρους, διότι οι καλοί άνθρωποι πεθαίνουν γέροι. Τους άλλους τους παίρνουμε νέους για να γλυτώσουν από τις αμαρτίες που θα πέσουν”.

     »Συναντήσαμε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Μου είπε η Παναγία: “Τώρα έρχεται και ο γιος τους, ταξιδεύει”. Μόλις είχε πεθάνει και ανέβαινε η ψυχή του. Σηκώθηκε τότε ο γέρος και προσευχήθηκε στον Εσταυρωμένο που δέσποζε πιο πέρα και είπε: “Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που πήρες τον γιο μου σε ώριμη ηλικία και τον φέρνεις εδώ”. Τον ευχαρίστησε και η γριά. “Αμήν”, ακούστηκε από τον Σταυρό.


     »Ο γέρος και η γριά ξανακάθισαν στις πολυθρόνες τους που ήταν χρυσαφένιες, όλες ήταν χρυσαφένιες. Μπροστά τους, σ’ ένα τραπεζάκι είχε ο καθένας τους μια πιατέλα που έτρωγαν. Εγώ σκέφτηκα “τι τρώνε;” και μου απάντησαν: “Εκείνο που μας φέρνετε εσείς στην Προσκομιδή, τρώμε”. Η τροφή τους, ήταν ένα σαν το αντίδωρο και το κρασί. Τα κρεβάτια τους, ήταν ολόχρυσα, ωραιότατα.

     »Για τις παρθένες υπήρχε άλλος ξεχωριστός τόπος, το παρθενικό σπίτι. Εκεί είδα και γνωστές μου, αλλά δεν μου μίλησαν.

     »Ύστερα, η Παναγία μού είπε: “Θα φύγουμε τώρα και θα περάσουμε να δούμε έναν άνθρωπο που ήρθε εδώ μετά από πολυχρόνιο ασθένεια. Αυτός ήταν πάρα πολύ αμαρτωλός, αλλά ξεπλύθηκε από την ασθένειά του. Υπέμεινε αγόγγυστα την αρρώστια του. Το κρεβάτι του, βέβαια, δεν ήταν όμοιο με των άλλων, αλλά κοπιασμένο από τους κόπους που υπέμεινε”.
     Μου είπε τότε αυτός: “Ναι, έτσι είναι, όπως τα λέει η Μάννα μας (η Παναγία). Έλιωσα στο κρεβάτι μου, έχυσα όλο το αίμα μου σ’ αυτό το κρεβάτι. Αυτά που πέρασα, μόνο το κρεβάτι αυτό τα γνωρίζει και η μητέρα μου που με φύλαγε και στεκόταν στο προσκέφαλό μου”.


     »Ύστερα η Παναγία συνέχισε: “Όλοι οι άνθρωποι να ’ρθούν εδώ. Ας πονέσουν λίγο στην γη. Στην γη υπάρχουν πολλοί πειρασμοί. Μόνο την ψυχή σας να φυλάξετε από αμαρτίες. Όποιος θυσιαστεί για τον Υιό μου, θα απολαύσει όλα αυτά τα αγαθά. Όσοι εργασθούν για μένα κάτω στην γη, θα ’ρθούν στον παράδεισο. Αυτά τα αγαθά, χαρά σ’ όποιον τ’ απολαύσει. Όμως τώρα, λίγοι έρχονται. Χάλασε ο κόσμος…”».


     Κάποτε, συνέβη το εξής, όπως η ίδια μας το διηγήθηκε:
     «Ήταν η τριακοστή μέρα από την κοίμηση ενός γνωστού μου επτάχρονου κοριτσιού. Το βραδάκι, ως συνήθως, πήρα να διαβάσω ένα πνευματικό βιβλίο και καθόμουν στο κρεβάτι, ενώ δίπλα μου ο άνδρας μου είχε ήδη κοιμηθεί. Τότε απ’ το παράθυρο μπήκε ένας Άγγελος και έφερε το γνωστό μου κοριτσάκι νυμφοστολισμένο. Το ρώτησα τι ήθελε στον αμαρτωλό αυτόν κόσμο και μου απάντησε: “Ήρθα για σένα. Δεν μπόρεσα να βρω άνθρωπο να πω το παράπονό μου. Οι γονείς μου με ζόριζαν να τρώω για να γίνω καλά, ενώ δεν μου έλειπε το φαγητό. Ο Θεός ήθελε να με πάρει. Τώρα όμως που πέθανα, έπρεπε να πάω στον παράδεισο, αλλά έχω εμπόδια. Ένα οφείλεται στους γονείς μου και ένα σε μένα. Τώρα που πέθανα, ακόμη δεν σαράντισα και η μητέρα μου έμεινε έγκυος. Αυτό δεν έπρεπε να γίνει. 


     Ακόμη στον δρόμο είναι η ψυχή μου, δεν πέρασα όλα τα τελώνια. Ξέρω ότι με έκλαψαν πολύ, αλλά δεν έπρεπε να γίνει. Νομίζουν ότι τρόπον τινά θα με αναστήσουν, αλλά πες τους ότι αγοράκι θα κάνουν, όχι κορίτσι, όπως νομίζουν. Αυτή τους η πράξη δυσκολεύει την ψυχή μου. Όσο για μένα, την τελευταία φορά που πήγα στο σχολείο πριν πεθάνω, δεν είχα μολύβι και πλάκα για να γράψω. Μια συμμαθήτριά μου, όμως, μου έδωσε καινούργια πλάκα και μολύβι, τα οποία δεν επέστρεψα. Πες την μάννα μου να αγοράσει καινούργια και να τα επιστρέψει. Για το μεγάλο καλό που θα κάνεις στην ψυχή μου, θα σε πάρω τώρα μαζί μου να δεις τον θάλαμο που έχει έτοιμο ο Κύριος για ’μας τις παρθένες. Εμείς νυμφευθήκαμε τον Χριστό”.


     »Βγήκαμε από το παράθυρο και ανεβαίναμε. Μας συνόδευε και ο Άγγελος κρατώντας από το χέρι την κόρη. Φθάσαμε στον Παράδεισο και τον βλέπαμε. Ήταν σπίτια πολλά αλλά πολύ ωραία. Φθάσαμε στο παρθενικό σπίτι, αλλά δεν μ’ άφησε να μπω μέσα. Αυτή μπήκε και μου είπε: “Εσύ είσαι ακόμα στην γη· δεν μπορείς να μπεις εδώ”. Είδα όμως από το παράθυρο τις παρθένες, άλλες μικρές στην ηλικία και άλλες μεγάλες. Φορούσαν ρούχα που έλαμπαν. Μου είπαν: “Εμείς εδώ δεν έχουμε ποτέ χειμώνα, ποτέ νύχτα, ποτέ βροχή. Είμαστε πάντα στο άνθος”. Μετά σήμανε ένα σήμαντρο και ήταν η ώρα για προσευχή και έπρεπε να φύγουμε. Ήθελα να μείνω και εγώ να μάθω πώς προσεύχονται και μου είπε: “Εσείς έχετε τους παπάδες, τους Πνευματικούς και σας τα λένε όλα”.


     »Ο Άγγελος με γύρισε πίσω χωρίς να μου μιλήσει. Έβλεπα το σώμα μου να βρίσκεται στο κρεβάτι δίπλα στον άνδρα μου, ανέπνεε λίγο, ίσα–ίσα που ζούσε. Μπήκα ξανά στο σώμα μου, άφησα το βιβλίο στο τραπέζι και κοιμήθηκα. Το πρωί θα πηγαίναμε στο χωράφι να δουλέψω στο βαμβάκι, αλλά δεν μπόρεσα να πάω. Για τρεις μέρες αισθανόμουν πολύ κουρασμένη και ήμουν χλωμή.

     »Όταν είχα ρωτήσει το κοριτσάκι: “Καλά, για μια πλάκα και ένα μολύβι έχεις τόσες δυσκολίες; Μ’ εμάς, που έχουμε κάνει τόσα, τι θα γίνει;”. Μου απάντησε: “Αυτή η πλάκα και το μολύβι, είναι σαν βάρος εκατό κιλών, καθώς με δυσκολεύει και η αμαρτία των γονέων μου. Γι’ αυτό δεν πρέπει να χρωστάμε δανεικό σε τούτη την ζωή, αν θέλουμε να απολαύσουμε τα αγαθά του παραδείσου”».


     Στην Θεία Λειτουργία, η Λαμπρινή Βέτσιου, και όταν κοινωνούσε είχε θείες εμπειρίες και κάποιες από αυτές τις εκμυστηρεύθηκε ως εξής:
     «Όλα αυτά που προσφέρουμε στην Προσκομιδή (κρασιά, κεριά και τα ονόματα), τα παίρνουν Άγγελοι και τα πααίνουν απάνω.
     »Μια φορά είχα πάει στην Αγία Αικατερίνη. Είχαν μνήμη (εορτή αγίου) εκεί και έδωκα το χαρτάκι μου με τα ονόματα. Το πρωί, ύστερα που είχε τελειώσει η Θεία Λειτουργία, είδα κατά γης το χαρτάκι στο Ιερό μπροστά. Στενοχωρήθηκα και είπα: “Αχ, Θεέ μου! Αγία Αικατερίνη! Ήρθα εδώ και δεν διαβάστηκαν τα ονόματά μου!”.
     »Την νύχτα στον ύπνο μου, ήρθε μια νέα ωραία (η Αγία Αικατερίνη) και μου είπε: “Φοβήθηκες, παιδί μου, μήπως δεν διαβάστηκαν τα ονόματα; Τα διάβασα εγώ, ας μην τα διάβασε ο παπάς”.
     »Στα χέρια της κρατούσε ένα χαρτί. Μου το έδειξε. Είδα ότι ήταν το χαρτί που είχα γράψει τα ονόματα και το είχα δώσει στον παπά για να μνημονεύσει στην Προσκομιδή.


     »Όταν ξεκινάει το πρωί η Λειτουργία μας, εκεί όλα είναι πολύ ωραία. Όταν όμως έρχεται η ώρα της Μεταδόσεως, τότε, είναι όλη η Εκκλησία γεμάτη από τα αγγελικά τάγματα. Τώρα τα βλέπω, έτσι, σαν αστραπή. Περνάνε Άγγελοι με τα φτερά τους, όμορφα τα πρόσωπά τους, όπως είμαστε οι άνθρωποι. Αυτοί είναι ψηλά και ’μεις χαμηλά. Φωνάζει ο παπάς από ’δω, ο ψάλτης από ’κει, βγαίνουν όλοι εκεί και κουλουριάζουν (περικυκλώνουν) τον παπά γύρω–γύρω.
     »Μετά βγαίνει η Μετάδοση, βλέπεις στην Ωραία Πύλη ακέραιος ο Χριστός, βλέπεις που λέει ο παπάς “Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε...”. Αυτός (ο Χριστός) λέει: “Εδώ είμαι” και δείχνει το Άγιο Ποτήριο, ότι δηλαδή είναι μέσα.


     »Παίρνουμε τότε πραγματικά κρέας από το Σώμα του Κυρίου. Μέσα στο Άγιο Ποτήριο είναι αλήθεια Αυτός (ο Χριστός). Γίνεται Όλος τόσο δα παιδάκι μικρό–μικρό με κεφαλάκι, χεράκια, ποδαράκια, ακέραιος Χριστός, άνθρωπος δηλαδή, και το δίνει (το Σώμα Του) σ’ εμένα, το δίνει σ’ εσένα και στον άλλον, με το κουταλάκι (την Αγία Λαβίδα). Το κουταλάκι μέσα έχει ένα ανθρωπάκι.
     »Πώς να πάρεις αυτό το πράγμα; Και το παίρνουμε κάτι αμαρτωλοί, κακομαγαρισμένοι, καταπονηρεμένοι, κακός κόσμος, φονιάδες, σκοτώνουν τον άλλον και τον θάβουν.
     »Όταν πηγαίνεις να μεταλάβεις, θα πηγαίνεις με το κεφάλι σκυφτό και θα σκέφτεσαι Ποιον θα βρεις μπροστά σου. Ποιον θα ιδείς τώρα εσύ. Μην κοιτάς τον έναν και τον άλλον και τι κάνει αυτός και εκείνος.
     »Θα τηράξεις (θα προσέξεις) μόνο το Άγιο Ποτήριο. Ποιος είναι μέσα στο Άγιο Ποτήριο. Εκεί είναι ο ίδιος ο Χριστός, που στο δείχνει· αυτού δεν είναι ο παπάς, αυτό το τόσο δα πραγματάκι το δίνει ο Χριστός. Αυτός παρατηράει ποιος είναι ικανός να το πάρει. Όποιος δεν είναι άξιος σ’ Αυτόν, δεν το δίνει. Νομίζεις πως παίρνουν όλοι Μετάδοση εκείνη την ώρα; Δεν παίρνουν. Παίρνει εκείνος που είναι ετοιμασμένος. Και ’κείνη την ώρα που πας να μεταλάβεις, πρέπει να δεις τον Χριστό. Δεν είναι ανάγκη να Τον δεις πραγματικά, αλλά βάλτον με τον νου σου. Μετά, έρχεται το “Δι’ εὐχῶν” και βλέπεις φεύγουν όλοι πριν το “Δι’ εὐχῶν” από την Εκκλησία. Κάτσε λίγο να πάρεις την ευχή (την Χάρη). Μετά, δεν κάνει να γυρίσεις (να επισκεφθείς) σπίτι ξένο, γιατί θα χάσεις την ευχή (την Χάρη). Δεν είναι καλά να βγεις έξω, να πας, ξέρω ’γω, στην αγορά, και αν είναι μεγάλη ανάγκη πες σε κάποιον που πάει στην αγορά να σε ψωνίσει. Και αν βγεις, σκύψε το κεφαλάκι σου, κάνε την δουλειά σου και γύρισε σπίτι.


     »Για να κοινωνήσουμε πρέπει να προετοιμαστούμε καμιά βδομάδα από νηστεία και από άλλα πράγματα…».


ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΒΕΤΣΙΟΥ
(1918–2002)





[«Ασκητές μέσα στον κόσμο» – Α΄,
μέρος α΄, κεφ. ιθ΄, σελ. 248–259,
(Ιερόν Ησυχαστήριον
Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος,
Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής),
Άγιον Όρος 20084.]














Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου