Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

«ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΟΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΠΝΕΕΙ»

«ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΟΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΠΝΕΕΙ»


       Συνηθίσαμε να αναφερόμαστε με μια μακάρια αυτοπεποίθηση και υπεργνωσία για το Πνεύμα του Θεού και να γινόμαστε, το δίχως άλλο, οξειδωμένα βαριά κύμβαλα που αλαλάζουν για μυστήρια, από τα οποία μας χωρίζει ένα μέγα χάσμα αβιωματικότητας. Και γνωρίζουμε πως όταν λείπει το βίωμα και η εμπειρία, αναγκαστικά, σβήνει η ιερή φλόγα του λυχναριού της εύθραυστης πνευματικότητας· γιατί βρέχει με κρότο παντού λέξεις, αράδες, γραφές, στοχασμούς, εγκεφαλικές κρίσεις και άψογες εξυπνάδες. Για δε τη σιωπή, τη «γλώσσα του μέλλοντος αιώνος» (αββάς Ισαάκ ο Σύρος), ούτε λόγος να γίνεται! Εθιστήκαμε να μιλάμε για το Θείο Πνεύμα, με τόση πυκνότητα και με τέτοια συνέχεια, που μοιάζουμε τελικά σα νά ’χουμε πάρει εργολαβικά το ρόλο του υπασπιστή Του, σα νά ’μαστε εμείς ο πλανερά απλανής εξηγητής Του ή ο ανεπίσημα επίσημος φορέας Του...


       Κι όμως! Αυτό το Πνεύμα, είναι το μόνο που μας λείπει, απόλυτα βαθιά και απόλυτα αθεράπευτα! Για Πνεύμα μιλάμε, Πνεύμα δε βλέπουμε, Πνεύμα δεν ακούμε και Πνεύμα δεν αισθανόμαστε· ούτε σ’ εμάς ούτε και σ’ άλλους. Όλη η φαρσοκωμωδία της αβαθούς θρησκευτικότητάς μας που, αν της αφαιρέσεις την αυτοδικαιωτική ηθική της κρούστα, χάνει πλήρως το έδαφος της σοβαρότητας κάτω από τα πόδια της. Και ο ουρανός, παρά το μυστικό του θεολογικό νόστο, τελευταία, μάς πέφτει πολύ μακριά· για να εισέλθει κανείς στη δική του εμβέλεια, θέλει κότσια αγιότητας. «Αγιότητα»: ειδικά σήμερα, η πιο αόριστη, η πιο ανεξήγητη, η πιο ασαφής, «σχετική» και «υποκειμενική» κατάσταση πνευματικότητας, το πιο «δύσκολο» κι «ανέφικτο» πράγμα στο σύγχρονο άθεο και εναγή κόσμο!...


       Εδώ, στη γη τι γίνεται! Αυτό, είναι το «θέμα»! Θα γίνουν επιτέλους τα φλέγοντα γήινα ζητήματά μας, «επουράνια»; Ή, θ’ αρχίσουμε να «επιγειοποιούμε» σαρωτικά κάθε ουράνιο, από το πολύ το στεναγμό και το μαράζι μας; Απνευματέμφορες οι υπάρξεις και απαράκλητες οι σχέσεις, πλέκουν εκτονωτικά υψηλές δοκησισοφίες ή απαξιωτικές θεωρίες για τον Πανάγιο Παράκλητο, ο οποίος, πέρα από κάθε λόγο και κάθε νόημα, αποτελεί μόνιμα και σταθερά την πιο κραυγαλέα απουσία από τα δώματα της καρδιάς· αλλά και τον πιο ανεξάλειπτο, τον πιο ισχυρό, τον πιο ασίγαστο ενδόστερνο πόθο μας...


       Αν δεν έχεις Πνεύμα Θεού μέσα στα υπαρκτικά σου σπλάχνα, απλά πάσχεις εις το αμβλύ και διηνεκές τετράγωνο της αιωνιότητας. Όχι βέβαια γιατί η ίδια η αιωνιότητα τραυματίζει, αλλά γιατί πεθαίνει κανείς συνεχώς, με αιωνιοποιημένη την απαρακλησιά της αμαρτίας μέσα του. Και η παρηγοριά του Παρηγορητή, είναι το ένα και μοναδικό βάλσαμο, η μία και μοναδική θεραπεία, η μόνη αποκατάσταση, το υπέρτατο στοίχημα της ψυχής και της ζωής, όλων των ανθρώπων, όλων των εποχών και όλων των αιώνων. Επίσης, άμα παρακληθείς από τον Παράκλητο, τότε είναι που αντλείς πραγματική δύναμη, ανίστασαι και προχωράς· γιατί μέσα σου βιώνεται το άφραστο και ανεκδιήγητο μπόλιασμα της Ζωής στη ζωή σου· ο χαριτωμένος εγκαινισμός μέσα στα έκπληκτα φυλλοκάρδια σου· η εσώτατη καινότητα του είναι, που μεταφράζεται σε παραδείσια χαρμονή· η πρωτόφαντη αλλοίωση και ανανέωση όλων των ψυχοσωματικών κυττάρων που, όχι μόνο απλά υπερβαίνουν την πρόσκαιρη ύλη, αλλά τη μεταμορφώνουν με τη δύναμη του κάλλους της εν Πνεύματι ζωής· μέσα μας λαβαίνει απίστευτα χώρα εκείνη η θεανθρωποπρεπής κάθοδος μαζί με την επινίκια ανάβαση του Χριστού· το ανείπωτο φτερούγισμα της πριν άπτερης και σφόδρα λυπημένης μας καρδιάς. Και τούτο το πέταγμα, τούτη η ανύψωση της καρδιάς του ανθρώπου, είναι η πολύτιμη και ουσιαστική εμπειρία που μας χαρίζει η κατά Θεόν ελευθερία, είναι το περίτρανο τεκμήριο εκείνης της εξαίσιας θείας δύναμης που πήραμε από Αυτόν, παρά την αναξιότητά μας...


       Όντας τεράστιο πνευματικό έλλειμμα από τη ζωή μας –η ελευθερία και η δύναμη του Παρακλήτου– καταλήγει αναπόδραστα σε καθημερινή αλγηδόνα, σε δριμύ πόνο που τίκτουν ακατάπαυστα οι στιγμές του επίμοχθου αγώνα και της εναγώνιας ζήσης μας. Επιπλέον, αν τολμήσεις να διαπιστώσεις, φανερά και ανεπιτήδευτα, αθόλωτα και ρεαλιστικά, αυτή την απουσία του Παρακλήτου μέσα σου, δέχεσαι μετά και τις καυστικές επικρίσεις των ευλογημένων «ειδικών» από την όποια αλάθητη «συναγωγή»: είναι όντως διττό «πρόβλημα» και δυσάρεστο «θέμα» αυτή η απουσία Του, μαζί με τη διαπίστωσή της. Συμφέρει κοσμικά να υποκρινόμαστε την ενδημία και γεύση του Παράκλητου, παρά να ομολογούμε την παντελή απουσία και απειρία Του από μέρους μας. Το πρώτο, οπωσδήποτε δε χαλάει τη σαγηνευτική μας προς τα έξω εικόνα, για την οποία καταβάλλονται πολλές κενόδοξες προσπάθειες εκ μέρους πολλών. Το δεύτερο, κομίζει μεν αφύπνιση και προβληματισμό, αλλά απομυθοποιεί και συντρίβει κάθε απατηλή εικονική πνευματικότητα και θρησκευτική φαντασία. Ο ευρύς ο κόσμος, ο μέσος άνθρωπος και ο κοινός συμπολίτης, είναι βέβαιο ότι θα προτιμήσουν το πρώτο: την άτρωτη και ατσαλάκωτη εικόνα που δεν έχει Πνεύμα και που δεν πρόκειται να έχει ποτέ. Έτσι, η ελευθερία και η ειλικρίνεια όλη, στέκονται βουβές στο απόσπασμα της ηθικής των «καθαρών» και των «πνευματικών». Μένουν, έπειτα, οι αμάρτυροι πόθοι, που δε μπορεί να κρίνει και να αποδοκιμάσει κανείς, να προσμένουν συρρικνωμένοι και ν’ αγναντεύουν σιωπηλά έναν Ερχομό μιας άλλης Παράκλησης, για την οποία δεν παύει ποτέ να εκλιπαρεί η καρδιά και δεν παραβλέπει ποτέ ο Τριαδικός μας Θεός, ο Χριστός, ο Παράκλητος.


       Παρ’ όλ’ αυτά, το Παράκλητο Πνεύμα, παντού και πάντοτε, «στενάζει μέσα μας, μας βοηθά και στηρίζει τις αδυναμίες μας και μεσιτεύει για μας εμπνέοντας μέσα στην καρδιά μας ιερούς αλάλητους στεναγμούς» (βλ. Ρωμ. 8:26)· είναι μαζί μας, δίπλα μας, πλάι μας και υπερασπίζεται, μυστικά αλλά και τόσο αισθαντικά, την ανημποριά, την ευτέλεια και την εσχατιά μας· και, ασφαλώς, σαν ένας άλλος άνεμος, «πνέει όπου Αυτό θέλει» (Ιωάν. 3:8), δυναμικά, φιλάνθρωπα και φιλόψυχα. Και πιο πολύ, προς εκείνη την καρδιά που, μέσα από την αψυχότροπη συντριβή και θεία ταπείνωση, προσεγγίζει τα σύνορα της ειρηνικής χώρας του αχωρήτου Θεού. Σ’ αυτή την παράδοξη χώρα, δεν ισχύουν τα συνηθισμένα, τα κοσμικά πασαπόρτια της δύναμης, της εξουσίας, της αλαζονείας, της κενοδοξίας και της φιλαυτίας. Στα αδαμάντινα προπύλαια αυτής της χώρας, πρωτοαντικρίζει κανείς την ταπείνωση· και στη θαυμαστή ενδοχώρα της, την αγάπη. Η αγάπη· η μόνη λέξη για την παρηγοριά, την παράκληση, το στηριγμό και τη βακτηρία που φέρνει ο Παράκλητος ο Μυστικός, Αυτός ο Μόνος που δίνει βέβαιη και ακατάλυτη αξία και νόημα, λόγο και ουσία στη ζωή, τη ψυχή, το σύμπαν και την αιωνιότητα όλη…

π. Δαμιανός












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου