Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

Ο ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΒΕΒΗΛΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ

Ο ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΒΕΒΗΛΟΣ
ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ


     Μετά τα είκοσι χρόνια μου, ήμουν πια ποιητής και γνωστός σε όλη την πατρίδα μου. Συνεργαζόμουν στο ραδιόφωνο, αρθρογραφούσα στα πιο μεγάλα περιοδικά και τις εφημερίδες. Είχα βραβευτεί για κάποια βιβλία μου. Οι μεγάλοι λογοτέχνες της χώρας με επαινούσαν και έλεγαν για μένα τα καλύτερα. Έδειχναν να έχουν πολλές ελπίδες για το ταλέντο μου. Δεν κέρδιζα χρήματα όμως ώστε να βοηθήσω τον πατέρα μου που οι ανάγκες του ήταν επιτακτικές.

     Ο ίδιος αισθανόταν πολύ περήφανος που είχε γιο ποιητή. Πίστευε ότι στον κόσμο το ανθρώπινο μεγαλείο ξεκινά με τους αγίους, τους ποιητές και τους φιλοσόφους. Στην Ορθοδοξία μας η προσευχή και η ποίηση δεν διαχωρίζονται. Και η μια και η άλλη στοχεύουν στο ωραίο, το υπερβατικό, το θεϊκό. Την προσευχή και την ποίηση τις ορίζουν οι νόμοι της ομορφιάς και της αρμονίας και ο άνθρωπος μέσω της ομορφιάς αποτείνεται στο σύμπαν και το αιώνιο. Η κορυφαία θεολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας –η επιτομή της πίστης και της προσευχής– λέγεται «Φιλοκαλία», που σημαίνει «έρως του ωραίου». Ωραίο και θείο είναι ένα και το αυτό· το θείο είναι ωραίο και το ωραίο θείο. Κάθε άγιος, κάθε μοναχός είναι φιλόκαλος, εραστής της ομορφιάς, γιατί ο Θεός είναι η ύψιστη ωραιότητα.


     Οι μοναχοί, οι ερημίτες, οι ασκητές και οι άγιοι ονομάζονται και «καλόγεροι» ή όπως λέγεται στην ελληνοβυζαντινή γλώσσα, εκείνοι που έχουν «καλά γεράματα». Ο ποιητής, ο ζωγράφος, ο καλλιτέχνης πουθενά αλλού δεν βρίσκεται τόσο μέσα στο κλίμα του, στον χώρο του, όσο μέσα στην Εκκλησία και την Ορθοδοξία. Όντας ποιητής, προσεγγίζω τον Θεό περισσότερο από όσο ένας άλλος. Μετά τον ιερέα, ο ποιητής είναι εκείνος που βρίσκεται πλησιέστερα στον Θεό. Ένας σημαντικός ρωμαιοκαθολικός καρδινάλιος του περασμένου αιώνα, ο καρδινάλιος Pitra (1812–1889), υποστήριζε: «Ευφυέστερη και πιο γενναιόδωρη από τον Πλάτωνα, ο οποίος βραβεύει τον ποιητή αλλά από την άλλη τον εξαφανίζει στο περιθώριο, η Ορθοδοξία άνοιξε στον ποιητή τους ναούς της, του πρόσφερε τιμητική θέση στο θυσιαστήριό της, του δάνεισε τις μελωδίες της για να πληρώσει τις πολλές ώρες της προσευχής της, μέρα και νύχτα. Πουθενά αλλού η ποίηση δεν τιμήθηκε τόσο από Εκκλησία όσο από την Ορθοδοξία στην χώρα του Ομήρου» (βλ. Καρδιναλίου Pitra, Hymnographie de l’ Eglise Grecque, Ρώμη 1867, σελ. 23).
     Σπουδαίοι ποιητές, ζωγράφοι, μουσικοί και ρήτορες ανακηρύχθηκαν άγιοι, όπως ο Ρωμανός ο Μελωδός, Ιωσήφ ο Υμνογράφος, ο Ναρσής ο χαριτωμένος, ο Ανδρέας Κρήτης, ο Εφραίμ ο Σύρος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός ή Χρυσορρόας. Όπως και ζωγράφοι ανακηρύχθηκαν άγιοι, και πρώτος ο Αντρέι Ρουμπλιώφ, ο σημαντικότερος Ρώσος ζωγράφος. Ποίηση και προσευχή είναι η προς τον ουρανό κλίμαξ, η σκάλα που ανέρχεται. Και ο πατέρας μου ένιωθε περήφανος για μένα. Δεν είχα γίνει –δυστυχώς- ιερέας, αλλά να που έγινα ποιητής· έτσι, στα σκαλοπάτια που ανεβαίνουν στον ουρανό, βρέθηκα ακριβώς πίσω από τον ιερέα.


     Ένα πρωινό ο πατέρας μου απροειδοποίητα έφτασε στην πρωτεύουσα. Ήταν τεράστια η έκπληξή μου. Γιατί ποτέ του δεν ταξίδευε εδώ εξόν απ’ το φθινόπωρο, να πάει στο ταμείο του Υπουργείου Θρησκευμάτων και να δανειστεί κάτι από τους μισθούς του. Για να είναι σε θέση να στείλει πάλι τα αδέλφια μου στο σχολείο, να τους ψωνίσει βιβλία και υποδήματα.
     Όμως τώρα δεν ήταν φθινόπωρο, κι εκείνος ήταν εδώ! Αυτόματα διαισθάνθηκα πως κάτι σοβαρό συμβαίνει. Πολύ σοβαρό!
     Ο πατέρας μου ήρθε στο μικρό διαμέρισμά μου, κάπου στο κέντρο της πρωτεύουσας, κατά τις πεντέμισι το πρωί. Ώρα που φτάνουν στην πολιτεία τα τραίνα από τις μακρινές επαρχίες μας. Ενοχλήθηκα πολύ που με ξύπνησαν. Χτυπούσε παρατεταμένα το κουδούνι να ανοίξω. Μόλις είχα πέσει στο κρεβάτι. Πεντέμισι το πρωί συνήθιζα να πέφτω για ύπνο. Είχα μεγάλη ανάγκη να δουλεύω σκληρά προκειμένου να πληρώνω στο Πανεπιστήμιο δίδακτρα και μαθήματα. Εργαζόμουν σε εφημερίδες γράφοντας χρονικά πάνω σε διάφορα συμβάντα.
     Το πιο βάρβαρο σε τούτο το επάγγελμα ήταν η αγρύπνια μέχρι τη στιγμή που θα κυκλοφορήσουν οι πρώτες εκδόσεις, στις πέντε περίπου το πρωί. Απαγορεύεται να διαφύγει από τον ρεπόρτερ μια πυρκαγιά, ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, κάποια τραγωδία που γίνεται χαράματα. Και περιέργως, όλα τα ενδιαφέροντα συμβάντα που αναζητούν στις στήλες τους οι εφημερίδες, γίνονται τις πρώτες πρωινές ώρες. Το έχω παρατηρήσει αυτό. Όφειλα λοιπόν να ξενυχτώ κάθε βράδυ δίπλα στο τηλέφωνο πάνω απ’ τη μεγάλη πολιτεία. Μόνο άμα φώτιζε η μέρα πήγαινα να κοιμηθώ.

     Ανοίγοντας την πόρτα και αντικρίζοντας τον πατέρα μου, ένιωσα μεγάλη ευτυχία και μεγάλη νύστα. Για να μην κλείσουν τα μάτια μου, πήγα κι έριξα στο πρόσωπο κρύο νερό. Γύρισα και τον κοίταξα καλά, τον κοίταζα όπως κοιτούν μια εικόνα, όπως τον κοιτούσα την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα. Αλλά όμως, αντί να χαρώ, η καρδιά μου μαύρισε. Ο πατέρας μου ήταν ντυμένος με ρούχα αγίου, με κουρέλια θέλω να πω. Ένα κουρέλι απέγινε το ράσο του, το μοναδικό ράσο που είχε σε όλη του τη ζωή. Φορούσε ένα και μόνο ράσο, έτσι όπως έχουμε ένα και μόνο πρόσωπο. Κάθε τόσο η πρεσβυτέρα το έπλενε νύχτα, το μπάλωνε και το τακτοποιούσε. Όμως τώρα, ύστερα από είκοσι χρόνια ιεροσύνης, το μονάκριβο ράσο του πατέρα μου δεν άντεξε άλλο… Είχε κουρελιαστεί, ήταν ένα κουρέλι που δεν ήταν μαύρο, ούτε μπλε, ούτε μπεζ. Δεν υπήρχε καν χρώμα στα κουρέλια, εδώ κι εκεί σκόρπια μπαλώματα. Το θέαμα τούτου του κουρελιάρη αγίου με πίκρανε τόσο ώστε έσκυψα και κοίταζα το πάτωμα. Η εικόνα του ήταν υπερβολικά πικρή για να την βαστάξω. Μου ξέσκιζε την καρδιά. Ο ιερέας αυτός στο κάτω-κάτω ήταν ο πατέρας μου, ό,τι περισσότερο αγαπούσα, μου ήταν ανυπόφορα όσα έβλεπα. Δεν άντεχα να κοιτώ το μαρτυρικό του πρόσωπο, τα κουρέλια που φορούσε.


     Όμως η πιο μεγάλη θλίψη τώρα άρχιζε. Όπως έπεσε εκεί η ματιά μου πρόσεξα τις μπότες στα πόδια του, κι είδα κάτι πιο φριχτό από το ράσο. Φορούσε τις ίδιες μπότες με τα χοντρά καρφιά που είχε πάντα· αφού ήταν το «άλογο του Χριστού», έπρεπε να είναι σαν άλογο πεταλωμένος. Πάντα πήγαινε με τα πόδια στις υποχρεώσεις του. Γι’ αυτό χρειαζόταν ψηλές μπότες, ήταν το βασικό εργαλείο της ιεροσύνης του πάνω στα πανύψηλα βουνά. Τώρα όμως οι μπότες δεν κρατούσαν παραπάνω. Είχαν τρυπήσει από παντού και φαίνονταν από τις τρύπες οι χοντροκομμένες άβαφες μάλλινες κάλτσες που του έπλεκε η πρεσβυτέρα, η μάνα μου. Φαίνονταν τα δάχτυλα των ποδιών του, παγωμένα, φλογισμένα απ’ τους ρευματισμούς και την κούραση. Έβλεπες μέσα από τις τρύπες τώρα και το γυμνό του δέρμα, ξασπρισμένο σαν την κιμωλία, δέρμα σχεδόν νεκρό.


     Έκλεισα τα μάτια μου. Πίεζα τα βλέφαρά μου να μη μου ξεφύγουν δάκρυα, έτσι όπως σφίγγουμε τα χείλη για να μην ξεφύγει ουρλιαχτό ή κραυγή πόνου. Να απωθήσω δάκρυα και κραυγή βαθιά στην καρδιά μου. Μέχρι τη μέρα που δάκρυα, ουρλιαχτό και κραυγή παθαίνουν έκρηξη, σκάνε όταν πια καταπιεστούν υπερβολικά. Κι όχι μονάχα τα δάκρυα ή οι κραυγές ξεπετιούνται τότε, αλλά και το στήθος, τα πλευρά, το δέρμα, όλα όσα έχει κανείς πάνω του ξεσπούν. Τότε είχα ακόμα τη δύναμη να τα σπρώχνω μέσα μου. Να υπομένω. Έσφιγγα τα δόντια μου, έσφιγγα τα χείλη μου, την καρδιά μου την κρατούσα σφιγμένη. Όλο το σύμπαν έσφιγγε την καρδιά μου.

     Ο πατέρας μου, κοκκίνισε· τράβηξε κι έκρυψε κάτω από τραπέζι γρήγορα-γρήγορα τα πόδια του, ντράπηκε, είχε κοκκινίσει από πόνο και ντροπή που εγώ ο γιος του είχα αντικρίσει τη μεγάλη του εξαθλίωση. Είπε για να δικαιολογηθεί: «Με τον πόλεμο δεν μπορούμε να φτιάξουμε παπούτσια, ούτε μπορούμε να τα επιδιορθώσουμε. Δεν βρίσκουμε πουθενά δέρμα. Σ’ εμάς στην Πετρόνταβα απαγορεύουν την επεξεργασία δέρματος· αν πιάσουν κανέναν να επεξεργάζεται δέρματα, τον πυροβολούν επί τόπου. Χωρίς ανάκριση, χωρίς δίκη, χωρίς μια κουβέντα, απλώς τον τουφεκίζουν. Δεν υπάρχει πια δέρμα σε ολόκληρη την περιοχή μας· κι άμα δεν έχεις δέρμα, δεν γίνεται να φτιάξεις παπούτσια.


     Του είπα:
     –Έχω ένα ζεύγος άρβυλα του σκι. Μου τα δώρισε κάποιος που αγαπάει τα ποιήματά μου… Έχει μεγάλο μαγαζί εδώ στο κέντρο. Πάρε τις.
     Έψαξα και βρήκα τα άρβυλα του σκι, εξέτασα τα πέλματα και τα σύγκρινα με τα τρύπια, σχεδόν εξαφανισμένα πέλματα στις μπότες του πατέρα μου. Φορούσαμε το ίδιο σχεδόν νούμερο και με έκανε περήφανο που είχαμε στα παπούτσια το ίδιο νούμερο. Πολύ περήφανο που κατάφερνα να τον βοηθήσω.
     –Θα τα χρειαστείς τα άρβυλά σου, μου είπε.
     –Όχι. Καθόλου δεν τα χρειάζομαι. Εγώ δεν έχω χρόνο ούτε να κοιμηθώ, όχι να κάνω σκι. Πεθαίνω συνεχώς απ’ τη νύστα. Πάντα μου νυστάζω.
     Ο πατέρας μου έσκυψε και κοίταζε τα άρβυλα έτσι όπως περιεργαζόμαστε ένα θησαυρό. Μέσα τους τα πόδια του θα σώζονταν απ’ το κρύο, τα νερά, τις λάσπες. Φορώντας τα παπούτσια μου θα μετέφερε ευκολότερα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, θα Τα πήγαινε πιο γρήγορα, με λιγότερους πόνους, πιο ξεκούραστα.
     –Μου λες αλήθεια; Δεν σου χρειάζονται;
     –Δεν φορούμε άρβυλα για σκι μέσα στην πόλη. Και για χρόνια δεν πρόκειται να πάρω άδεια, έχω να δουλέψω σκληρά. Δεν υπάρχει περίπτωση να πάω για σκι. Πάρε τα άρβυλα, είναι δικά σου. Ο Θεός μού τα έστειλε για να σου τα δώσω. Πες μου τώρα, γιατί βρίσκεσαι στην πρωτεύουσα;


     Μόλις το άκουσε τούτο, ξέχασε τη χαρά του, το πρόσωπό του σκοτείνιασε, έσφιξε τα χείλη, με ακουμπούσε η στενοχώρια του. Τον πονούσε να μου διηγιέται εκείνο που τον βασάνιζε.
     –Πάω να φτιάξω ένα καφέ, εσύ ξεκουράσου λίγο, βάλε να δοκιμάσεις τα παπούτσια. Εκεί είναι το μπάνιο. Να πιούμε ύστερα τον καφέ και να μιλήσουμε για τον λόγο που ήρθες.
     Βγήκα από το δωμάτιο. Τον άφησα μόνο. Στη μικρή κουζίνα, φτιάχνοντας τον καφέ, δεν κατάφερα να σταματήσω το κλάμα μου. Ήμουν απέραντα λυπημένος για τον πατέρα μου. Απερίγραπτα με πλήγωνε… αυτός και ολόκληρος ο μολδαβικός και ρουμανικός λαός μου. Πονούσα γιατί δεν έβλεπα από πουθενά φως, από πουθενά να μας έρχεται κάποια βοήθεια, κάποια πιθανότητα σωτηρίας – ούτε από αριστερά ούτε από δεξιά. Ο λαός μου πρέπει να υποφέρει. Και η βοήθεια μονάχα από ψηλά μπορούσε να έρθει, από τον Ουρανό. Από πουθενά αλλού δεν υπήρχε ελπίδα. Όπως λέχθηκε: «Πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαίνον, ἐκ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων» (Θεία Λειτουργία, «Οπισθάμβωνα Ευχή»). Σκουπίζω τα μάτια μου και χωρίς ελπίδα από δεξιά ή αριστερά, στέλνω την προσδοκία και του λαού μου, την προσδοκία στον Ουρανό.


     Φέρνοντας μέσα τον καφέ, βρίσκω τον πατέρα μου να χαμογελά. Φορούσε τα άρβυλα και χαμογελούσε. Αισθανόταν τα πόδια του ξεκούραστα.
     –Πες μου, γιατί έφτασες στην πρωτεύουσα, πατέρα;
     Ξέχασε αμέσως τα άρβυλα και ξανάγινε περίλυπος.
     –Με έπαυσαν. Σκοπεύουν να με δικάσουν.
     –Δεν έχεις πια δικαίωμα να τελείς τη θεία Λειτουργία; φώναξα.
     Δεν υπήρχε για μένα μεγαλύτερη συμφορά από όσες μπορούν να συμβούν κάτω από τον ήλιο. Τίποτα δεν συγκρίνεται μ’ αυτό. Αδύνατον να φανταστώ τον πατέρα μου ως κάτι άλλο εξόν από υπηρέτη του Θεού. Μου αρκούσε η απόγνωση που εγώ αποκλείσθηκα από την ιεροσύνη. Τον πατέρα μου όμως αδύνατον να μη τον σκέφτομαι ως ιερέα. Καλύτερα να τον δω νεκρό, παρά μακριά από το Θυσιαστήριο.
     –Δεν έχεις πια δικαίωμα να τελείς τη θεία Λειτουργία; ξαναρώτησα.
     –Έχω ακόμα το δικαίωμα, γιατί δεν υπάρχει άλλος ιερέας να πάρει τη θέση μου. Προσωρινά συνεχίζω να λειτουργώ, διοικητικά όμως έχω παυτεί, δεν πληρώνομαι. Έχω επ’ αόριστον παυτεί. Ετοιμάζονται να με δικάσουν και να με καταδικάσουν, γιατί πρόκειται για πολύ σοβαρή υπόθεση, πολύ βαριά. Γι’ αυτό ήρθα εδώ· βοήθησέ με!
     –Μα, τι έκανες;
     –Με κατηγορούν πως βεβήλωσα το κοιμητήριο.
     –Δεν μπορεί! Είναι συκοφαντία σίγουρα, δεν είναι;
     –Δεν είναι συκοφαντία, αλήθεια είναι.
     –Από καταβολής κόσμου, κανείς δεν είδε ιερέα να βεβηλώνει κοιμητήριο. Ιερείς έχουν διαπράξει απερίγραπτα κρίματα, αλλά κάτι τέτοιο, όχι! Ποτέ! Δεν είναι δυνατόν να βεβηλώνουν κοιμητήριο!
     –Ναι, μου απάντησε. Είμαι ένοχος, πρέπει να με βοηθήσεις. Είμαι βαριά ένοχος, πρέπει να έρθεις μαζί μου. Γιος μου είσαι, έλα να πάμε στο Υπουργείο Θρησκευμάτων. Πάμε μαζί να τους παρακαλέσεις να με λυπηθούν.
     –Αποκλείεται να σε πιστέψω, πατέρα. Σε ξέρω καλά. Αποκλείεται εσύ να έχεις βεβηλώσει το νεκροταφείο. Σε κανέναν ιερέα δεν μπορεί να συμβεί, ειδικά σε σένα. Δεν υπάρχει περίπτωση ποτέ μου να σε πιστέψω. Μα, τι λες πως έκανες;
     –Βεβήλωσα το κοιμητήριό μας.
     –Πώς έκανες κάτι τέτοιο δηλαδή;
     –Αναγκάστηκα να σταματήσω τις αδελφές σου και τον αδελφό σου από το σχολείο. Πρέπει να έρθεις να πάμε στο Υπουργείο, να μου δώσουν τον μισθό μου, δεν έχω άλλο πόρο ζωής. Μικρός μισθός, άθλιος, αλλά τίποτα άλλο δεν έχω. Δεν πρέπει να μου κόψουν την μισθοδοσία, είναι σα να με καταδικάζουν σε θάνατο, κι εμένα και την οικογένειά μας· τη μητέρα σου, τον αδελφό σου, τις αδελφές σου…
     Ο δύστυχος και πάμφτωχος πατέρας μου βρισκόταν σε πανικό. Δεν τον είχα ξαναδεί κατατρομαγμένο. Τρόμαζε για τις τεράστιες στερήσεις, τους αβάσταχτους πόνους που πλησίαζαν.
     –Πώς βεβήλωσες το κοιμητήριο; ξαναρώτησα.
     –Σου είπα, είμαι ένοχος. Είναι δίκαιο να με τιμωρήσουν. Κατά τον νόμο και τους κανονισμούς της αγίας μας Εκκλησίας έχω βεβηλώσει το κοιμητήριο. Όμως, να μη μου κόψουν τον μισθό, ας μου κόψουν καλύτερα το ένα μου πόδι. Δεν είμαι μόνος μου στον κόσμο. Έχω μαζί την ταλαίπωρη μητέρα σου, τις αδελφές σου, τον αδελφό σου. Έξι ψυχές ζούνε απ’ αυτόν τον μισθό. Παραδέχομαι πως έσφαλα, αλλά υπάρχει άνθρωπος σε τούτη τη γη που να μην αμάρτησε ποτέ; Μονάχα ο Δίκαιος Θεός είναι αναμάρτητος. Αχ! Ας με σπλαχνιστούν κι εμένα και τους δικούς μου…
     –Πες μου τι έγινε.


     –Φταίει ο πόλεμος, άρχισε ο πατέρας μου. Ο πόλεμος είναι που με έσυρε να εκτραπώ. Απ’ όταν ξέσπασε τούτος ο πόλεμος, όλο και συναντάς στους δρόμους ψυχές να περιπλανιούνται σαν χαμένα σκυλιά. Δραπέτες, λιποτάκτες, κατάδικους. Κάθε είδους και ποιότητας κυνηγημένους ανθρώπους. Οδοιπορούν και δεν ξέρουν πού πάνε, ανθρώπινα πλάσματα που επιπλέουν στο πέλαγος. Απ’ το χωριό μας ποτέ δεν περνούσαν ξένοι· τώρα, νύχτα και μέρα, εμφανίζονται άνθρωποι που μας έρχονται απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα. Από παντού μας έρχονται. Βαδίζουν μέσα από το χωριό και πάλι φεύγουν, χωρίς να έχουν ιδέα πού πάνε. Βαδίζουν μέσα από το χωριό, πατώντας στα νύχια, καταφοβισμένοι, κάθε λίγο στρέφονται και κοιτούν πίσω τους μήπως τους κυνηγά κανείς. Κάποιοι, κι ας φοβούνται, τολμούν και χτυπούν μια πόρτα, ικετεύουν να τους δώσουν να φάνε, να πιουν. Ανήκουν σ’ όλες τις εθνικότητες, είναι και Ρουμάνοι ανάμεσά τους, λίγοι λιποτάκτες. Οι περισσότεροι όμως είναι ξένοι, δεν ξέρουν ούτε λέξη ρουμάνικα. Κι ύστερα, τι να τις κάνουν τις λέξεις; Υπάρχουν καταστάσεις που ο άνθρωπος δεν έχει τι να κάνει τις λέξεις! Ό,τι έχουν να πουν, είναι ζωγραφισμένο στο πρόσωπό τους, στο περπάτημά τους, στις κινήσεις τους. Κάθε λέξη, κι η ελάχιστη, θα ήταν ρηχή. Όλοι τους λιμοκτονούν, είναι σε πανικό, διψούν, είναι κατάκοποι και απελπισμένοι. Αλλά πάνω από όλα απελπισμένοι, δεν ξέρουν για πού να τραβήξουν.


     Κάποιος απ’ αυτούς τους δυστυχισμένους έπεσε και πέθανε από εξάντληση έξω από το χωριό μας. Τον βρήκαν πρωί στην άκρη του δρόμου, ζαρωμένο και κοκαλωμένο από την παγωνιά. Κανείς δεν τον είχε δει να φτάνει, ούτε καν τα σκυλιά δεν γαύγισαν. Αν είχαν γαυγίσει, οι χωριανοί θα ξυπνούσαν, θα τον έβαζαν σ’ ένα σπίτι, θα του έδιναν να πιει λίγο γάλα, λίγο καλαμπόκι, κρύα πίτα «μαμαλίγκα». Θα του έδιναν μια γωνιά να πέσει, μια κουβέρτα, να συνέλθει μέχρι να ξημερώσει. Έτσι συνηθίζουν να φέρονται οι χωριανοί, όποτε πλάσματα χωρίς πατρίδα, απροστάτευτοι, χαμένοι, φτάνουν στο χωριό. Όμως αυτόν εκεί, αυτόν που βρέθηκε πεθαμένος, κανείς δεν τον πήρε μυρωδιά άμα έφτασε. Ούτε άνθρωπος ούτε σκύλος τον κατάλαβε. Λες κι έπεσε από τον ουρανό. Και πέθανε. Έρημος. Γερμένος στην άκρη του δρόμου, στα αγριόχορτα.
     Κουβάλησαν το πτώμα του στο σπίτι μας. Τον ακούμπησαν στον αυλόγυρο, στο κοιμητήριο, έτσι από παρόρμηση. Γιατί τους νεκρούς τούς φέρνουν στην εκκλησία πάντοτε, το εξήγησα στους αρμόδιους. Το ξέρεις, στα μέρη μας δεν υπάρχει αστυνομία, ούτε χωροφύλακες, ούτε νοσοκομείο ή νεκροτομείο. Τους νεκρούς τούς πάνε στην εκκλησία.
     Ακούμπησαν με σεβασμό το σώμα του στο νεκροταφείο και μετά ήρθαν και με φώναξαν· όλα αυθόρμητα, όλα παρορμητικά, το εξήγησα αυτό στους ανακριτές. Όταν ένα ανθρώπινο πλάσμα πεθαίνει, καλούν πρώτα-πρώτα τον πατέρα τους, τον ιερέα.


     Έτσι έγινε νωρίς το πρωινό εκείνο στο χωριό μας. Τον είδα ακουμπισμένο στα χόρτα, κάτω από το καμπαναριό, στην πύλη του νεκροταφείου, εκεί που τον είχαν τοποθετήσει οι άνθρωποι που τον είχαν βρει. Δεν γινόταν να τον βάλουν μέσα στην εκκλησία, γιατί η εξώπορτά της ήταν σφαλιστή. Ο πεθαμένος ήταν ένα νέο παλικάρι. Έδειχνε να προέρχεται από πολιτεία και φορούσε πουκάμισο και παντελόνι, είχε λευκή επιδερμίδα κι κοκκινωπό, όμορφο γενάκι. Είχε πρόσωπο αδύνατο, οστεώδες, ωχρό, με μια ιδιαίτερη σύσπαση. Έβλεπε κανείς στο πρόσωπό του, σαν σε ανοικτό βιβλίο το «διάβαζε» πως είχε φοβηθεί πολύ την ώρα που πέθαινε, πως είχε παλέψει απελπισμένα με τον χάρο. Έμοιαζε με άρρωστο παιδί. Μας πέρασε από τον νου μήπως είχε δραπετεύσει από νοσοκομείο, ίσως να ήταν αιχμάλωτος. Έχουν ίδια έκφραση οι αιχμάλωτοι και οι άρρωστοι, ίδια ακριβώς! Τα σκεφτόμασταν όλ’ αυτά έτσι όπως τον κοιτάζαμε. Τον πόνεσα. Κι όλοι όσοι τον τριγύριζαν εκεί στο νεκροταφείο, το πονούσαν το νεκρό παλικάρι. Λες και νιώθαμε φταίχτες. Ένα νέο παιδί, ξένο, τυραννισμένο, παρέδωσε ψυχή μέσα στο χωριό μας. Τόσο σιμά μας. Την ώρα που εμείς στα κρεβάτια μας κοιμόμασταν. Δεν τρέξαμε να τον σώσουμε τη στιγμή του θανάτου του. Έτσι συλλογιζόμασταν. Όλοι μας. Γι’ αυτό και αισθανόμασταν κάπως ένοχοι.


     Μεταφέραμε το νεκρό κορμί στην εκκλησία για να μην το κατασπαράξουν τα σκυλιά, οι γάτες, οι μύγες. Αυτό κάναμε πρώτο. Μετά έστειλα στο διπλανό χωριό, στη χωροφυλακή, έναν καβαλάρη να τους ειδοποιήσει. Όπως περιμέναμε τους χωροφύλακες, έβαλα δυο αναμμένα κεριά στο προσκεφάλι του παιδιού. Το φέρετρό του το είχαμε στο κέντρο του ναού. Ύστερα, φόρεσα το επιτραχήλιο και έψαλα την επικήδειο ακολουθία για την ανάπαυση της άγνωστης ψυχής.
     Οι χωροφύλακες κατέφτασαν απόγευμα. Έγδυσαν τον νεκρό, έψαξαν το σώμα του μήπως και ήταν δολοφονημένος. Τον εξέτασαν. Ύστερα, κατέληξαν πως δεν πρόκειται για έγκλημα και έφυγαν. Είπαν πως πέθανε από φυσικό θάνατο και θα συντάσσανε την αναφορά.
     Ρωτήσαμε.
     –Και ο νεκρός; Τι θα κάνουμε με τον νεκρό;
     –Μπορείτε να τον θάψετε, είπαν. Δεν υπάρχει λόγος να μη τον θάψετε. Είναι ένας νεκρός δίχως όνομα, ούτε κανένα χαρτί έχει πάνω του, τίποτα δεν έχει. Θάψτε τον!
     –Νομίζετε ότι είναι χριστιανός; τους ρωτήσαμε.
     –Αφού είναι πεθαμένος, τι σας νοιάζει αν είναι χριστιανός ή ειδωλολάτρης; γέλασαν οι χωροφύλακες.
     –Για να ξέρουμε πού θα τον θάψουμε.
     –Μην παραμπερδεύετε τα πράγματα! Σκάψτε μια τρύπα στο νεκροταφείο και χώστε τον σαν όλους τους πεθαμένους. Κι αν σας κάνει όρεξη, κάντε του και καμιά προσευχή. Δεν θα του κάνει κακό, είναι-δεν είναι χριστιανός. Για καλό είναι. Άντε, γεια σας!


     Όταν απομακρύνθηκαν οι χωροφύλακες, πλύναμε το πεθαμένο αγόρι. Τον ξυρίσαμε, του κόψαμε τα μαλλιά. Του φορέσαμε λευκό καθαρό πουκάμισο όπως είναι η συνήθεια. Μετά τον ενταφιάσαμε.
     –Χριστιανικά; Ήξερα πως η Ορθόδοξη Εκκλησία τελεί επικήδειο ακολουθία στους πιστούς που είναι βαφτισμένοι και πιστεύουν στα ιερά της Μυστήρια.
     –Μάλιστα. Τον κηδεύσαμε με όλες τις τιμές της Εκκλησίας μας για τους νεκρούς χριστιανούς.
     –Σφάλμα, είπα. Λάθεψες κατά τους νόμους και τους ιερούς κανόνες μας.
     –Ξέρω, έκανε ο πατέρας μου. Όμως, όσο του διάβαζα την ευχή για τους νεκρούς, παρασύρθηκα. Θυμάσαι τι λέει; «Ἐγώ εἰμι γῆ καὶ σποδός». Στράφηκα γύρω στα μνήματα με τα γυμνά οστά και είπα: «Ἄρα τίς ἐστι, βασιλεὺς ἢ στρατιώτης… δίκαιος ἢ ἁμαρτωλός;».
     Δεν ήμουν σύμφωνος με αυτά. Η νέα γέννηση του χριστιανού είναι στην όγδοη μέρα, με την Ανάσταση του Χριστού, στο Βάπτισμα δηλαδή, δεν ήθελα όμως να λυπήσω κι άλλο τον πατέρα μου, τον ρώτησα μόνο:
     –Κι ύστερα;
     –Ύστερα, μην ξέροντας τίποτα για το ποιος είναι ο νεκρός νέος, προσευχηθήκαμε όλοι μαζί στον Θεό, να του συγχωρέσει τις αμαρτίες, να τον πάρει κοντά Του στον Παράδεισο με τους αγίους Του.
     –Αυτό μόνο;
     –Έγιναν κι άλλα. Του δώσαμε το όνομα «Θεόγνωστος», αφού δεν ξέραμε το όνομά του, του ψάλαμε όλη την επικήδειο ακολουθία, τοποθετήσαμε στο μνήμα του ένα ξύλινο σταυρό, που γράψαμε πάνω: «Ενθάδε κείται ο Θεόγνωστος ο οποίος απέθανε εις το χωρίον μας».
     Δεν ήταν καθόλου σύμφωνα με τους νόμους όσα έπραξε ο πατέρας μου, αλλά η καρδιά δεν ξέρει να διαβάζει γράμματα, η ανθρώπινη καρδιά πάντα μένει αναλφάβητη. Κι αν κάποιος δεν ξέρει να διαβάζει τους νόμους, είναι σα να μην υπάρχουν γι’ αυτόν. Ο πατέρας μου άκουσε μονάχα την καρδιά του πατέρα, όμως ως ιερέας έκανε τρομερό σφάλμα. Σαν πατέρας στάθηκε θαυμάσιος, πιο πάνω από το γράμμα του νόμου. Ένας πατέρας αγαπά περισσότερο από όσο σέβεται τους νόμους. Πάνω από τους νόμους αγαπά.
     –Έκανα την ταφή του «Θεόγνωστου» και ήμουν φοβερά συγκινημένος, σα να ήταν γνήσιο παιδί μου, κατά σάρκα. Επειδή ήταν ολομόναχος, ανώνυμος, παρατημένος στον κόσμο. Όλο το χωριό μαζεύτηκε και τον έκλαιγε, λες κι ήταν παιδί του καθενός.
     –Για όσα έκανες σου αξίζει μια επίπληξη, είπα. Μια αυστηρή παρατήρηση και μετά να λήξει το ζήτημα.
     –Δεν τελείωσα ακόμα. Ένα μήνα μετά, εμφανίσθηκαν στο πρεσβυτέριο χωροφύλακες και μαζί τους κάποιοι πολίτες. Κρατούσαν μιαν εντολή, να ξεθάψουν το σώμα του «Θεόγνωστου», πράγμα που έκαναν. Οι πολίτες που τους ακολουθούσαν, τον έγδυσαν, έσκυψαν και εξέταζαν πολύ προσεκτικά το πτώμα που ήταν πια σε αποσύνθεση. Τότε είπαν με βεβαιότητα πως ο νεκρός ήταν το παιδί τους. Μας ζήτησαν να τον φυλάξουμε μέσα στον ναό και να μην τον ξαναθάψουμε στον τάφο. Είπαν πως θα έρθουν αύριο να τον παραλάβουν. Και έφυγαν. «Θα τον κηδέψουμε στο ιουδαϊκό νεκροταφείο κατά τη θρησκεία του», είπαν.
     Δεν ήταν πια «Θεόγνωστος» ο Θεόγνωστος, αφού τον αναγνώρισαν οι δικοί του. Ο τάφος του άδειασε, όλοι στενοχωρηθήκαμε. Γιατί τον είχαμε υιοθετήσει για παιδί μας κι όλοι μας τον αγαπήσαμε. Με την κερασιά, τις πασχαλιές και τις τριανταφυλλιές που τις είχαμε φυτέψει, ο τάφος του ήταν ο ομορφότερος στο κοιμητήριο. Ένας-ένας ξεχωριστά οι χωριανοί, χωρίς να έχει υποχρέωση, ένιωθε χρέος του να τον περιποιείται. Μας έλειπε τώρα ο «Θεόγνωστος». Μας πλήγωνε ο άδειος τάφος…


     Ο πατέρας μου συνέχισε:
     –Στο μεταξύ, κάποιος κατέθεσε μήνυση στο Υπουργείο Θρησκευμάτων και στο Πατριαρχείο. Απαιτούσε να με περάσουν από δίκη και να καταδικαστώ για «ιεροσυλία κοιμητηρίου». Είχα, λέει, κηδέψει εκεί μέσα έναν ειδωλολάτρη. Ζητούσαν την απόλυσή μου, γιατί απέδωσα τιμές χριστιανού σε κάποιον που δεν ήταν χριστιανός. Έστειλαν έναν νομαρχιακό υπάλληλο να εξακριβώσει τα συμβάντα και αυτός έκρινε πως η μήνυση ευσταθούσε. Με απέλυσαν, μου έκοψαν τον μισθό. Προς το παρόν, συνεχίζω να τελώ ακολουθίες, γιατί δεν βρίσκουν αντικαταστάτη μου και δεν επιτρέπεται να μείνει το χωριό δίχως ιερέα. Με το που θα διορίσουν όμως νέο ιερέα, εγώ χάνω κάθε δικαίωμα να μπαίνω στην εκκλησία.
     Σπαραγμός συντάραζε τον πατέρα μου.
     –Έλα μαζί μου στο Υπουργείο, σε ικετεύω! Να μιλήσουμε μαζί στον υπουργό, να τον παρακαλέσουμε να με συγχωρέσει. Χωρίς τον μισθό η οικογένειά μας χάνει κάθε ελπίδα. Θα πεθάνουμε της πείνας, σου λέω, χωρίς υπερβολή.


     Πήγαμε μαζί στο Υπουργείο. Ο πατέρας μου περπατούσε δίπλα μου με τα άρβυλα για σκι που του είχα χαρίσει. Πάντοτε του άρεσε πολύ να περπατά στην άσφαλτο. Γιατί, όσο ζούσε, γύριζε σε βουνίσια μονοπάτια πατώντας χαλίκια και λιθάρια, ενώ τώρα η λεία άσφαλτος τού χάιδευε τα πέλματα. Σαν να πατάει πάνω σε βελούδο, μου έλεγε. Τον γέμιζε ευχαρίστηση, έλεγε, που πηγαίνει στην άσφαλτο χωρίς κάθε λεπτό να κοιτάει πού να πατήσει το πόδι του. Συνέχεια κινδυνεύει κανείς στα βουνά, σε κάθε βήμα, να πέσει και να σπάσει τα πόδια του, να βρεθεί γκρεμισμένος σε αβυσσαλέο γκρεμό. Όμως, τούτη τη φορά που βαδίζαμε, δεν την χαιρόταν την άσφαλτο. Πήγαινε σκεφτικός, σκιασμένος, υπέφερε! Υπέφερε που τον παύουν, που σταμάτησαν τον μισθό του, που τον σέρνουν στα δικαστήρια…

     Ο γραμματέας του Υπουργείου Θρησκευμάτων ήταν φίλος μου, υπήρξε κι αυτός δημοσιογράφος, ένας ηλικιωμένος εξαίρετος άνθρωπος. Μας υποδέχτηκε εγκάρδια στο γραφείο του με τις δερμάτινες πολυθρόνες. Ζήτησε τον φάκελο του πατέρα μου με τα στοιχεία «βεβήλωσης» του κοιμητηρίου. Τον κοίταξε και σκοτείνιασε το πρόσωπό του. Μετά, άκουσε προσεχτικά τον πατέρα μου δείχνοντας συμπάθεια και κατανόηση.
     –Πρόκειται για χοντροκομμένη κατηγορία, του είπα. Ένα ψύλλο τον κάνουν ελέφαντα. Παραδέχομαι πως υπάρχει παράβαση ενάντια στους νόμους και τις διατάξεις της Εκκλησίας, αλλά όχι και να φτάνουμε να λέμε για «βεβήλωση κοιμητηρίου»! Να φτάνουν στο σημείο να παύουν τον πατέρα μου, να του αφαιρούν τον μισθό, να τον καταδικάζουν σε θάνατο από πείνα, χωρίς τρόπο πια να επιζήσει, λόγω μιας ηλίθιας μήνυσης.
     –Δεν μιλάμε για απλή μήνυση, έκανε ο υπάλληλος. Πρόκειται για κάτι πιο σοβαρό, πολύ σοβαρό μάλιστα. Και οι δυο πλευρές επιμένουν ότι ο πατέρας σας ο ιερέας γνώριζε απολύτως ότι ήταν εβραίος ο ανώνυμος νεκρός. Διότι τον έγδυσαν για να τον πλύνουν. Τον είδαν εντελώς γυμνό. Το θεωρούν βέβαιο ότι ο πατέρας σας θα είδε την περιτομή του πεθαμένου νέου.
     –Στην περιοχή μας δεν απογυμνώνουν ποτέ εντελώς έναν νεκρό, εξήγησα. Από αιδώ, ποτέ δεν γίνεται αυτό. Δεν φέρονται όπως σε ένα νεκροτομείο ή σε νοσοκομείο. Για την Εκκλησία συνιστά ιερό και θρησκευτικό λουτρό.
     –Έχει κατατεθεί εγγράφως ότι ο νεκρός γυμνώθηκε τελείως, άρα λογικά συνάγεται πως έγινε αντιληπτή η περιτομή του, πως ήταν εβραίος. Και εφόσον ο νεκρός ήταν εβραίος, αποτελεί πράξη βίας ο ενταφιασμός του όπως αν ήταν χριστιανός. Υπέστη βιασμό με την θρησκευτική έννοια της λέξης. Του επέβαλαν μια ξένη θρησκεία ενώ ήταν πεθαμένος. Αυτά υποστηρίζει η οικογένειά του. Παράλληλα, η Εκκλησία κατηγορεί τον πατέρα σας ότι παραβίασε τους κανονισμούς κηδεύοντας εβραίο με τελετουργία που δικαιούται αποκλειστικά ένας χριστιανός. Και τα δυο μέρη κραυγάζουν πως πρόκειται για «βεβήλωση». Και οι δυο πλευρές θίχθηκαν. Και οι δυο απαιτούν, με σφοδρότητα μάλιστα, την τιμωρία του πατέρα σας. Η πράξη του είναι εξόχως βαριά. Κοντεύει να ξεσπάσει θρησκευτικός πόλεμος εκεί στην Πετροντάβα.


     Ο πατέρας μου έγινε κατάχλωμος. Το ίδιο κι εγώ.
     –Η Εκκλησία σάς θεωρεί ένοχο για «ιεροσυλία κοιμητηρίου». Η οικογένεια του νεκρού σάς θεωρεί ένοχο για «βεβήλωση πτώματος». Βρίσκεστε σε ιδιαιτέρως άσχημη θέση. Πολύ άσχημη! Αν το αντιληφθούν το θέμα οι εφημερίδες, θα ζήσουμε πάλι μια υπόθεση Ντρέιφους. Θα ανακατευτούν οι πάντες, άλλοι υπέρ και άλλοι κατά. Ο καθένας σήμερα μετατρέπει την κάθε πράξη σε πολιτική πράξη, όπως στον μύθο του Μίδα που μετέτρεπε σε χρυσό ό,τι έπιανε. Αγγίξατε με τα χέρια σας έναν νεκρό εβραίο και τον ευλογήσατε ως ιερέας χριστιανός. Ενέργεια επαρκής ώστε να διαπραχθούν εγκλήματα, επανάσταση, σφαγές… Οι άνεμοι των καιρών μας μυρίζουν θειάφι, όπως στην κόλαση. Μίσος, παράνοια, πάθη ξεχύνονται από παντού, έτοιμα να κάψουν τα πάντα σαν τις φλόγες της πυρκαγιάς. Η Ευρώπη όλη φλέγεται σήμερα. Πολύ θλίβομαι για τον γιο σας που ξεκινά τη ζωή του μέσα σε τόσο δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα… Πράξατε κάτι αφηρημένο και ευγενές που το μετέτρεψαν σε διπλό ειδεχθές έγκλημα. Πηγαίνετε στην ειρήνη του Θεού! Εγώ κλείνω τον φάκελό σας. Θα σας δοθεί ξανά ο μισθός σας.
     Σηκώθηκε όρθιος. Ο ανώτερος εκείνος υπάλληλος έσκυψε και φίλησε το χέρι του πατέρα μου.
     –Είστε ένας άγιος ιερέας και ένας άγιος άνθρωπος, πάτερ μου!
     Ο πατέρας μου έγινε κατακόκκινος σαν μαθητάκος ή σαν κορίτσι. Τα έχασε και δεν έβρισκε τι να πει.


     Χαρούμενοι που τακτοποιήθηκε επιτέλους η υπόθεση, φύγαμε από το Υπουργείο με έναν ίσκιο στενοχώριας στην καρδιά. Αντιλαμβανόμασταν πια ότι ζούσαμε σε μια ατμόσφαιρα δηλητηριασμένη, νοσηρή και σατανική. Γιατί θα έπρεπε να είσαι δαιμονισμένος για να θεωρήσεις ως κήρυξη πολέμου ανάμεσα σε εβραίους και χριστιανούς εκατέρωθεν, ως βλασφημία της Εκκλησίας, της Συναγωγής, του Χριστού και του Μωυσή, του πατέρα μου την πράξη· πράξη αγαθή, τρυφερή, λιγάκι παιδαριώδη, όπως κάποτε και οι πράξεις των αγίων… Ασύλληπτα ακραίο. Αλλά θα έχω κι εγώ αργότερα την ευκαιρία να νιώσω στο ίδιο το πετσί μου τα δηλητήρια της κόλασης που πνίγουν την ατμόσφαιρα του αιώνα μας. Με το που θα αφηγηθώ ποιος και πώς βεβήλωσε στο Kishinev το παρεκκλήσι της Σχολής μου, όπου πήγαινα και προσευχόμουν κατά τα νεανικά μου χρόνια, με έριξαν στην πυρά και ακόμα με ρίχνουν. Με ηδονή και όλα τα κράτη του Δυτικού κόσμου.
     –Φαίνεται πως πρέπει να συμβαίνει κάποιο σφάλμα για να ξεχωρίσουν οι αθώες καρδιές, έκανα στον πατέρα μου. Γίνονται αγνότεροι κάνοντας σφάλμα όσοι είναι αγνοί σαν εσένα. Και γίνονται αχρειότεροι όσοι είναι αχρείοι και χαμερπείς. Ακόμα κι αν κυκλοφορούν ως νομιμόφρονες και εντός δικαίου.
     Μετά προσκάλεσα τον πατέρα μου να πάμε μαζί σε ένα εστιατόριο. Αρνήθηκε, δεν προλάβαινε να φάει μαζί μου. Έπρεπε να πάρει το μεσημεριανό τραίνο και να επιστρέψει ξανά στην εκκλησία του, στην ενορία του, στη φτώχια του…


     Καθώς καθόμασταν στο σταθμό του Νότου και περιμέναμε το τραίνο, ένιωθα ευτυχισμένος που πάλι καθόμουν δίπλα του. Και ταυτόχρονα πονούσα που δεν είχα λεφτά να του αγοράσω καινούργιο ράσο, που δεν μπορούσα να του φτιάξω τα δόντια, που δεν του αγόρασα δυο πουκάμισα.
     Εκείνος, ανέβηκε σε ένα βαγόνι της τρίτης θέσης που είχε άσπρους πάγκους για καθίσματα. Στάθηκε στο παράθυρο σαν μέσα σε ωραία κορνίζα.
     –Ευλόγησέ με, πατέρα μου! του είπα και φιλούσα το χέρι του.
     Το τραίνο ξεκινούσε.
     –Ο Θεός να σε ευλογεί, γιε μου! Να σε ευλογεί διπλά, γιε μου!
     Και το τραίνο έφευγε παίρνοντας μαζί του στο παράθυρο ενός βαγονιού της τρίτης θέσης την εικόνα του αγίου πατέρα μου, ενώ με ευλογούσε, ενώ ο αέρας ανέμιζε τα κουρέλια του ράσου του…
     Ήταν η τελευταία φορά που τον κοίταζα σε τούτο τον κόσμο. Η τελευταία.

ΒΙΡΓΚΙΛ ΓΚΕΟΡΓΚΙΟΥ
(1916–1992)

※
[Βιργκίλ Γκεοργκίου:
«Από την 25η ώρα
στην αιώνια ώρα»
(Το άγγιγμα της σχέσης
με τον πατέρα)
Εισαγωγή–Απόδοση:
Μάρω Βαμβουνάκη,
κεφ. 15ο, σελ. 163–194,
Εκδόσεις «Αρμός»,
Αθήνα, 2014.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

ΕΧΟΥΜΕ ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ

ΕΧΟΥΜΕ ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ



     Έχουμε μια αγάπη που φτάνει ίσαμε το φευγαλέο και τυπικό «Νά ’σαι καλά!»· έχουμε μια αγάπη που με αρκετή δυσκολία και με ανομολόγητη δυσχέρεια φτάνει μέχρι την ανιδιοτέλεια και την ειλικρίνεια που ποθούν να βρουν άπαντες σ’ αυτή τη γη, σ’ εκείνη τη βαθιά κατανόηση που διψούν όλοι ανεξαιρέτως, μα για τον εαυτό τους όμως· έχουμε μια αγάπη που φαίνεται πως της είναι σχεδόν αδύνατο να προσεγγίσει τον τρόπο της πιο ελάχιστης υπέρβασης και της θυσίας από τη μεριά μας· έχουμε μια αγάπη που μας έμαθε να μεθάμε τρελαμένοι από τον εαυτό μας και να τραυλίζουμε μετά με άφατη οδύνη στην αγκαθερή χώρα της μοναξιάς μας· έχουμε μια αγάπη που σιωπά, που δεν έχει ιδέα και δεν γνωρίζει τίποτα όταν γεμίζουν όλες μας οι φλέβες από τοξικά υγρά της φιλαυτίας μας και είμαστε κατόπιν όλο απαίτηση, άρνηση και απώθηση. Και στο τέλος ή παραπονιούμαστε ή απορούμε ή προσποιούμαστε. Και μη μου πει κανείς ότι δεν ισχύει όλο αυτό!…

π. Δαμιανός





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

ΠΑΠΑ–ΑΝΘΙΜΟΣ Ο «ΤΣΟΥΒΑΛΝΤΗΣ»

ΠΑΠΑ–ΑΝΘΙΜΟΣ Ο «ΤΣΟΥΒΑΛΝΤΗΣ»


     Ο πατήρ Άνθιμος πατρίδα είχε την Σόφια της Βουλγαρίας, όπου και εφημέρευε σαν έγγαμος ιερεύς σε ενορία. Μετά τον θάνατο της πρεσβυτέρας του, γύρω στα 1841, ήρθε στο Περιβόλι της Παναγίας, και φυτεύτηκε εκεί σαν καλός βολβός, όπως θα δούμε πιο κάτω, και άνθισε και ευωδίασε.

     Η πρώτη του μετάνοια ήταν η ιερά Μονή της Σίμωνος Πέτρας, όπου εκάρη μοναχός. Μετά όμως που άρχισε να κάνει τον διά Χριστόν σαλό και να κρύβει τον εσωτερικό του πλούτο, είχε κάνει μετάνοια και όλον τον υπόλοιπο Άθωνα, γιατί συνέχεια γύριζε στην έρημο και έμενε άλλοτε μέσα σε σπηλιές και άλλοτε μέσα σε κουφάλες δέντρων. Κατά καιρούς δε, εμφανιζόταν στην ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος (το λεγόμενο «Ρωσικό»), γιατί εκεί καταλάβαινε τις ακολουθίες που γίνονταν στα Ρωσικά. Συνήθως κρυβόταν στο νάρθηκα του ναού και από εκεί παρακολουθούσε. Όταν, όμως, έβλεπε κανέναν πατέρα να τον παρακολουθεί και να τον προσέχει με ευλάβεια, άρχιζε να κάνει ανοησίες ή να παραμιλάει μόνος του και πολλές φορές να κάνει και αστεία και, έτσι, τους χαλούσε τον λογισμό. Παρέμενε δε στην Μονή ανάλογα, άλλοτε λίγες μέρες και άλλοτε περισσότερες και μετά εξαφανιζόταν πάλι στον Άθωνα, τελείως μόνος του, δύο ή τρεις μήνες, και ξανά εμφανιζόταν στον Άγιο Παντελεήμονα, το Ρωσικό.

     Στην αρχή της θείας τρέλας του, επί πέντε χρόνια, φορούσε ένα παλιό ράσο και μετά μπαλωμένα. Αργότερα κατέληξε να φοράει ένα παλιό τσουβάλι, στο οποίο άνοιγε μια τρύπα στην κορυφή, για να βγάζει το κεφάλι του, και δυο για τα χέρια του και έτσι πια εμφανιζόταν παντού. Γι’ αυτόν τον λόγο και τον ονόμασαν «Τσουβάλντη». Αλλά και αυτό ακόμη το τσουβάλι το προφύλαγε όταν γύριζε μέσα στο δάσος για να μη σχιστεί και έσχιζε το κορμί του στα κλαριά. Όσοι φυσικά δεν είχαν βάθος εσωτερικό, αλλά έκριναν εξωτερικά, τον έλεγαν «παλαβό». Αλλά ο πατήρ Άνθιμος τούς προβλημάτιζε, όταν τους έλεγε τους λογισμούς που είχαν. Έτσι οικοδομούσε πνευματικά αυτούς που είχαν καλή διάθεση, αποκαλύπτοντας τους λογισμούς τους.


     Βλέπει κανείς τους διά Χριστόν σαλούς, επειδή έχουν πολλή ταπείνωση, να έχουν και πολλή καθαρότητα, δηλαδή πνευματική διαύγεια και, έτσι, γνωρίζουν και τις καρδιές των ανθρώπων αλλά ακόμη και τα μυστήρια του Θεού. Έτσι και ο πατήρ Άνθιμος, ο οποίος την δική του καθαρή καρδιά την είχε σκεπασμένη με ένα παλιό τσουβάλι!

     Στο Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος, όταν πήγαινε, δεν έμπαινε μέσα, αλλά έμενε και αυτός όπου έμεναν οι εργάτες της Μονής και συνέχεια στην ίδια τράπεζα των εργατών καθόταν πάντα να φάει. Ο ηγούμενος της Μονής φαίνεται πως κάτι πληροφορήθηκε και είπε στον διακονητή μοναχό να φροντίζει τον Γέροντα ασκητή, τον πατέρα Άνθιμο. Έκτοτε ο διακονητής, ο τραπεζάρης των εργατών, τον είχε σε ευλάβεια και τον βοηθούσε και τον παρακολουθούσε. Έτσι απέκτησε και ιδιαίτερη εμπιστοσύνη και μπορούσε να καταλάβει και ορισμένες απ’ τις κρυφές αρετές του.


     Μια από τις μεγάλες του αρετές ήταν και το χάρισμα που είχε στο θέμα της νηστείας· μπορούσε να νηστεύει πολλές μέρες! Κάποτε είχε πάει στο Ρωσικό Μοναστήρι πριν την νηστεία των Αγίων Αποστόλων, πολύ εξαντλημένος, και ο διακονητής τον δέχθηκε με πολλή χαρά και του ετοίμασε να φάει. Ο Γέροντας άρχισε να τρώει, ενώ ο διακονητής που υπηρετούσε εκεί μπαινοέβγαινε και κοίταζε τον Γέροντα που έτρωγε συνέχεια και τον κατέκρινε: «Τέτοιος ξηραμένος και αδύνατος μοναχός, πώς μπορούσε να φάει τόσο πολύ!». Έτσι συγχυσμένος από αυτούς τους λογισμούς της κατακρίσεως ο τραπεζάρης έφυγε για το κελί του. Ο πατήρ Άνθιμος, αφού τελείωσε το φαγητό του, πήγε και κάθισε στην πόρτα του κελιού του αδελφού. Βλέποντας τον φίλο του πως ήταν συγχυσμένος από αυτούς τους λογισμούς, τον λυπήθηκε και, για να τον βοηθήσει, αναγκάστηκε να του αποκαλύψει την αιτία, ώστε να είναι προσεκτικός για τους άλλους, να μη κατακρίνει, αλλά και εμείς οι άλλοι να ωφεληθούμε από αυτό και να προσέχουμε την κατάκριση. Παίρνοντάς τον, λοιπόν, από το χέρι, τον ρώτησε:
     –Μήπως ξέρεις, αδελφέ μου, τι θα πει ταπεινοφροσύνη;
     Ο αδελφός, από συστολή, του απάντησε:
     –Όχι, δεν ξέρω.
     Τότε ο Γέροντας τού είπε:
     –Η ταπεινοφροσύνη συνίσταται σε τούτο: στο να μην κατακρίνεις κανέναν, αλλά να λογιάζεις τον εαυτό σου χειρότερο από όλους. Να, μόλις τώρα πλανήθηκες και με κατέκρινες, επειδή «έφαγα πολύ». Αλλά δεν ήξερες πόσες μέρες δεν έχω φάει καθόλου. Θυμάσαι, όταν ήμουν εδώ τελευταία και έφαγα;
     Ο αδελφός απάντησε:
     –Θυμάμαι, πάτερ. Εδώ μαζί μας ήσουν την Κυριακή του Θωμά και έφαγες, αλλά από τότε δεν σε είδα.
     Ο Γέροντας τού είπε:
     –Ε, βλέπεις πόσες μέρες δεν έχω φάει; [Δηλαδή είχε να φάει από την Κυριακή του Θωμά μέχρι την νηστεία των Αγίων Αποστόλων!] Εσύ όμως με κατέκρινες, επειδή «έφαγα πολύ»! Αδελφέ μου, τα θεία χαρίσματα είναι διάφορα. Στον καθένα μας κάτι δίνεται από τον Θεό. Να, σ’ εμένα ο Θεός έδωσε την δύναμη να υποφέρω το κρύο και την πείνα. Μήπως θα μπορούσες να βαστάς κι εσύ τόσο; Μπορείς να ταπεινωθείς, να βγάλεις το ζωστικό και να πάμε ως το γειτονικό Μοναστήρι και, μ’ αυτά τα ρούχα, να περάσεις τον χειμώνα στην κορυφή του Άθωνα; Αλλά κι εσύ, σαν ψάλτης, πώς ψάλεις στον Θεό; Οι σκέψεις σου βρίσκονται περισσότερο αλλού, στον περισπασμό, παρά στον Θεό. Άκουσε κι εμένα πώς θα ψάλλω.


     Ο πατήρ Άνθιμος σήκωσε τότε τα χέρια του στον ουρανό και με δυνατούς λυγμούς έψαλε «Αλληλούια» και δάκρυα πολλά έρεαν συνέχεια από τα μάτια του. Ο τραπεζάρης τα έχασε και ένιωσε μεγάλη συντριβή. Έπειτα είπε ο Γέροντας στον μοναχό:
     –Βλέπεις, αδελφέ μου; Να μην κατακρίνεις κανέναν, διότι δεν ξέρεις εσύ σε ποιον δίνεται κάποιο χάρισμα, αλλά πρόσεξε περισσότερο τον εαυτό σου.
     Ο αδελφός έβαλε μετάνοια στον Γέροντα και ζήτησε συγχώρεση θαυμάζοντας την προαίρεση του Γέροντα. Από τότε και μετά ο Γερο-Άνθιμος άρχισε να εμπιστεύεται όλο και περισσότερο τον τραπεζάρη.

     Κάποιος άλλος αδελφός, μια άλλη φορά, γελάστηκε από τα προσχήματα του πατρός Ανθίμου και έλεγε μέσα του: «Τι “προορατικός” είναι αυτός; Μήπως όλοι οι “προορατικοί” τόσο πολύ τρώνε;». Ο Γέροντας, διακρίνοντας τους λογισμούς του, τον κάλεσε κοντά του και του είπε:
     –Συ, αδελφέ, θέλεις μεν να γίνεις μοναχός, οι λογισμοί σου όμως τρέχουν πάντα στη Ρωσία. Λοιπόν, να πας εκεί, να εκπληρώσεις την επιθυμία σου, αλλά θα επανέλθεις πίσω πάλι και τότε θα αξιωθείς να γίνεις μοναχός.
     Τα λόγια του Γέροντα εκπληρώθηκαν με κάθε ακρίβεια. Πράγματι, ο αδελφός αυτός πλανήθηκε από τους λογισμούς και έφυγε από το Μοναστήρι και επέστρεψε στη Ρωσία. Αλλά, μετά από ένα χρόνο, γύρισε πάλι πίσω στο Άγιον Όρος και εκάρη μοναχός στο ίδιο Μοναστήρι.

     Ο τραπεζάρης είχε σε μεγάλη ευλάβεια τον πατέρα Άνθιμο –τον είχε για άγιο– αλλά φοβόταν να του εκφράσει τον θαυμασμό του, ξέροντας ότι δεν του άρεζαν οι έπαινοι. Μια μέρα που ήλθε πάλι ο Γέροντας, ο τραπεζάρης χάρηκε και του ετοίμασε να φάει, αλλά ο ίδιος, από ευλάβεια προς αυτόν, δεν ήθελε να καθίσει μαζί του. Για να μη δώσει όμως αφορμή και το προσέξει αυτό ο Γέροντας, άρχισε να πηγαίνει εδώ κι εκεί στην τράπεζα. Σαν τελείωσε το φαγητό ο πατήρ Άνθιμος, σηκώθηκε από την τράπεζα και είπε:
     –Εντάξει, εντάξει! Στάσου! Ο Θεός να σε ελεήσει και να σε στερεώσει.


     Ένας από τους Ρώσους ιερομονάχους διηγήθηκε στον αδελφό πως, κυριευμένος από την νοσταλγία για την πατρίδα του μια μέρα, έβαλε τον λογισμό να φύγει από το Άγιον Όρος και να επιστρέψει στη Ρωσία. Και, ενώ σκεφτόταν αυτό, ξαφνικά μπήκε μέσα στο κελί του ο πατήρ Άνθιμος -ο οποίος προηγουμένως δεν ήταν εκεί- και του είπε:
     –Η Μητέρα του Θεού με έστειλε να σου πω, παπά, να μην πας στη Ρωσία, γιατί άμα βγεις από την έρημο στον κόσμο, τότε θα πέσεις στην αμαρτία.

     Έναν καιρό ο πατήρ Άνθιμος ησύχασε στα ύψη του Άθωνα για αρκετό χρονικό διάστημα. Ο τραπεζάρης αδελφός πολύ ανησύχησε και προσευχήθηκε στον Θεό να πληροφορήσει τον Γέροντα να έλθει στην Μονή να τον ωφελήσει πνευματικά. Του έλεγε δε ο λογισμός του: «Ίσως τώρα ο Γέροντας εκεί στην έρημο να έχει αποκάμει από τους κόπους του· κι εγώ, αν ήταν εδώ, θα τον οικονομούσα με λίγη τροφή και θα του έκανα ένα τσάι».
     Την άλλη μέρα, το πρωί, ο Γέροντας ήλθε στο Μοναστήρι και είπε στον φίλο του χαριτολογώντας:
     –Ορίστε! Κατά την επιθυμία σου ήλθα από τον Άθωνα κατάκοπος και με πόδια κομμένα από τις πέτρες. Το τσάι σου αξίζει έναν τέτοιον κόπο!
     Ο αδελφός είδε την προόρασή του και του ζήτησε συχώρεση για τον κόπο που του προξένησε.

     Κάποτε ο ίδιος αδελφός είχε μια βαριά λύπη και ακηδία και προσευχήθηκε στον Θεό να στείλει τον φίλο του πατέρα Άνθιμο να τον παρηγορήσει. Δεν πέρασαν λίγες ώρες και φάνηκε μπροστά του ο πατήρ Άνθιμος. Ο θλιμμένος αδελφός βλέποντάς τον, πολύ χάρηκε και ρώτησε:
     –Πώς έγινε, πάτερ, και ήρθες ακριβώς στην ώρα της ανάγκης μου;
     Ο Γέροντας χαμογελώντας τού απάντησε:
     –Εσύ ήθελες να με δεις και παρακάλεσες τον Θεό· γι’ αυτό ήρθα!


     Μια άλλη φορά στον Άγιο Παντελεήμονα, το Ρωσικό, την παραμονή της 1ης Οκτωβρίου, που τελείται ολονύκτια αγρυπνία εις τιμήν της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου, ο πατήρ Άνθιμος, μόλις έφθασε στο Μοναστήρι, παρά λίγο να ξεψυχήσει. Όταν συνάντησε τον γνωστό του αδελφό, του είπε:
     –Αυτή την νύχτα βρισκόμουν κοντά στο Μοναστήρι του Ζωγράφου, στην έρημο, και προσευχόμουν όρθιος, πάνω σε μια πέτρα. Την ώρα της προσευχής είδα την Μητέρα του Θεού να κατεβαίνει από τον ουρανό στο Μοναστήρι σας. Καθώς ήμουν γεμάτος χαρά μέσα σ’ αυτή την οπτασία, βιάστηκα να ’ρθώ, για να Την βρω εδώ, ώστε να σκεπάσει με το μαφόριό Της κι εμένα τον αμαρτωλό μαζί με εκείνους τους δούλους που Την τιμούν. Αλλά, μόλις ξεκίνησα από τον τόπο εκείνο για να τρέξω εδώ, ξαφνικά, φάνηκε ένα φίδι, πετάχτηκε με οργή επάνω μου και με δάγκωσε δυνατά στο πόδι. Εννόησα όμως ότι αυτό το εμπόδιο ήταν από φθόνο του μισόκαλου και δεν έδωσα σημασία στο δάγκωμα, αλλά βιαζόμουν να φθάσω στο Μοναστήρι σας.
     Ο αδελφός κοίταξε το πόδι του και, πράγματι, το τραύμα από το δάγκωμα ήταν σοβαρό. Η μεγάλη αγάπη του Γέροντα για τον Θεό τον είχε κάνει πιο αναίσθητο στα σωματικά παθήματα.


     Το έτος 1862, στον Άθωνα, ο χειμώνας ήταν ψυχρός και χιονώδης. Εκείνον τον καιρό ο πατήρ Άνθιμος ήταν στα ύψη του Άθωνα, στην βαθιά έρημο, και ζούσε στην κουφάλα ενός δένδρου. Πολύ χιόνι έπεσε και τον απέκλεισε εντελώς, τόσο, ώστε ήταν αδύνατο να βγει απ’ εκεί. Σαράντα έξι μέρες πέρασε χωρίς ψωμί. Σχεδόν πάντοτε, πριν την χειμωνιάτικη εποχή, βρισκόταν πιο κοντά στο Μοναστήρι. Οι γέροντες στο Ρωσικό έμαθαν ότι σε τέτοιον ψυχρό και χιονώδη εποχή ο πατήρ Άνθιμος δεν ήταν κοντά τους και άρχισαν να ανησυχούν γι’ αυτόν. Στο τέλος αυτών των σαράντα έξι ημερών ο Γέροντας έφθασε στο Μοναστήρι τελείως εξαντλημένος και ξυλιασμένος. Ο αδελφός, όταν τον είδε ξαφνικά, φώναξε από την χαρά του:
     –Αχ, Πάτερ! Πού είσαι; Κι εμείς απελπιστήκαμε πως δεν θα σε ξαναδούμε πια. Αλλά, πού ήσουν όλον αυτόν τον καιρό;
     –Εε, μέσα σε μια κουφάλα καθόμουν, απάντησε ο Γέροντας με χαμόγελο.
     –Και τι είχε εκεί να φας, Πάτερ; ρώτησε ο αδελφός.
     –Αδελφέ μου, Βίκτωρ, πόσα έπαθα από τους δαίμονες και από το ψύχος! Για όλα αυτά μόνο ο Θεός ξέρει. Αλλά ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής εμφανίστηκε και με έσωσε από τον θάνατο.

     Έναν καιρό ο Γέροντας Άνθιμος για πέντε μήνες δεν είχε έλθει στο Ρωσικό. Οι μοναχοί της Μονής δεν γνώριζαν την αιτία. Ανησυχούσαν και είχαν πολλούς λογισμούς: «Μήπως κάποιος από εμάς τον είχε στενοχωρήσει;» κτλ. Ο πνευματικός της Μονής ήξερε έναν ησυχαστή, προς τον οποίο ο πατήρ Άνθιμος είχε εμπιστοσύνη, και τον παρακάλεσε να μάθει την αιτία. Ο ησυχαστής ρώτησε τον πατέρα Άνθιμο κι εκείνος απάντησε:
     –Όσο θα με επαινούν και θα με τιμούν εκεί σαν άγιο, δεν θα πηγαίνω… Την τελευταία φορά, όταν ήμουν εκεί, ένας από τους ιερομόναχους έπεσε στα πόδια μου και μου είπε: «Προσεύχεσθε, άγιε πάτερ, για μένα τον αμαρτωλό να σωθώ δι’ ευχών σας!…». Βλέπεις; Πώς μπορώ να πάω εκεί, αφού με τιμούν σαν άγιο;
     Μετά από αυτό ο πατήρ Άνθιμος πήγαινε κάπως κρυφά στο Μοναστήρι και εμπιστευόταν στον πατέρα Βίκτωρα μερικά μυστικά γύρω από την ζωή του, επάνω στις συζητήσεις τους.

     Μια φορά πάλι που τον είχε επισκεφθεί και ο πατήρ Βίκτωρ τού ετοίμασε την τράπεζα, του είπε ο Γέροντας:
     –Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων επισκέφθηκε το Μοναστήρι σας εχθές.
     Εκείνη την ημέρα ήταν Κυριακή και, κατά την συνήθεια, ήρθαν ερημίτες, σκητιώτες και αρκετοί λαϊκοί, οι οποίοι έφαγαν στην τράπεζα και μετά τους έδωσαν και ευλογία.


     Ο πατήρ Άνθιμος πουθενά δεν είχε μόνιμη κατοικία, αλλά ολόκληρο το Άγιον Όρος ήταν κατοικία του. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του έμενε κοντά στο Μοναστήρι του Ζωγράφου (το Βουλγαρικό) και πολλές φορές βοηθούσε στο κτίσιμο, σε επιδιορθώσεις της Μονής, κουβαλώντας μάλιστα ο ίδιος πέτρες και νερό.

     Τον Αύγουστο του 1867, ο μεγάλος ασκητής για τελευταία φορά επισκέφθηκε το αγαπητό του Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος, το Ρωσικό. Μπήκε μέσα στην Μονή και πήγε αμέσως στον ξενώνα. Εκεί συνάντησε τον φίλο του πατέρα Βίκτωρα και του μιλούσε για πολλή ώρα, νουθετώντας τον για το πώς να νικήσει τους πονηρούς λογισμούς και τα πάθη. Στο τέλος, του είπε κατ’ ιδίαν:
     –Τώρα δεν θα έλθω πια εδώ, επειδή σύντομα θα πεθάνω.
     Πράγματι, έτσι έγινε. Στο τέλος του Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου ήλθε στην Μονή του Ζωγράφου και εκεί έπεσε άρρωστος. Τον έβαλαν στο νοσοκομείο της Μονής, στο οποίο έμεινε για δώδεκα μέρες. Την 9η Δεκεμβρίου του 1867, ο Πατήρ Άνθιμος άφησε το Περιβόλι της Παναγίας, όπου αγωνίστηκε φιλότιμα, και ανεπαύθη εν Κυρίω. Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)

※
[Μοναχού Παϊσίου Αγιορείτου:
«Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα»,
κεφ. 6ο, σελ. 47–56,
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 19943.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΣΑΡΩΤΙΚΗ ΑΡΧΗ

ΣΑΡΩΤΙΚΗ ΑΡΧΗ


     Αν η αγάπη, που λέμε ότι έχουμε μέσα μας, δεν αγγίζει και δεν πληροφορεί την καρδιά του αδελφού, τότε είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι βρισκόμαστε αγκυλωμένοι στον αστερισμό της πιο στυγνής επιτήδευσης και αυτοδικαίωσης. Γνωρίζει πολύ καλά η καρδιά και η συνείδηση του αδελφού το αν και κατά πόσο αγαπιέται ειλικρινά από τη μεριά μας. Δεν είναι ανάγκη να σκορπάμε τόση «μυθόσκονη» κάθε φορά πάνω στην αλήθεια και την πραγματικότητα ή πάνω στην απουσία και την ανεπάρκεια των βιωμάτων της φιλαδελφίας μας. Γιατί μετά γίνεται αυτό που ξέρουμε όλοι μας για όλους και για τον καθένα ξεχωριστά να γίνεται: γεννιέται η σαρωτική αρχή μιας απόστασης και μιας μοναξιάς, μιας φυγής και μιας απώθησης που δεν κατευνάζεται με τίποτα· μόνο και μόνο για να μας υπενθυμίζει ετούτη η ενδόμυχη ανησυχία ότι εκεί, στην έμπρακτη αγάπη της καρδιάς, βρίσκεται παντοτινά η ανάπαυση και η αποκατάσταση του είναι μας, πέρα μακριά από τα αδιέξοδα, τις περιπλοκές και τα δεινά μας…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ


     Μπορούμε χωρίς υπερβολή να ονομάσουμε τη λειτουργία αυτή, μαζί με τα λειτουργικά χειρόγραφα, «Λειτουργία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής», γιατί πραγματικά αποτελεί την πιο χαρακτηριστική ακολουθία αυτής της ιερής περιόδου. Είναι, δυστυχώς, αλήθεια ότι πολλοί από τους χριστιανούς αγνοούν τελείως την ύπαρξή της ή την ξέρουν μόνο από το όνομα ή και ελάχιστες φορές την έχουν παρακολουθήσει. Δεν πρόκειται να τους μεμφθούμε γι’ αυτό. Η λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται σήμερα στους ναούς μας το πρωί των καθημερινών της Τεσσαρακοστής, ημερών δηλαδή εργάσιμων και, γι’ αυτό, πολύ λίγοι είναι εκείνοι που δεν δεσμεύονται κατά τις ώρες αυτές από τα επαγγέλματα ή την υπηρεσία τους. Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια πολύ επαινετή προσπάθεια αξιοποίησής της. Σε πολλούς ναούς τελείται κάθε Τετάρτη απόγευμα, σε ώρες που πολλοί, αν όχι όλοι οι πιστοί, έχουν τη δυνατότητα να παρευρεθούν στην τέλεσή της.

     Το όνομά της η λειτουργία αυτή το πήρε από την ίδια τη φύση της. Είναι στην κυριολεξία λειτουργία «προηγιασμένων Δώρων». Δεν είναι δηλαδή όπως οι άλλες γνωστές λειτουργίες του Μεγάλου Βασιλείου και του ιερού Χρυσοστόμου, στις οποίες έχουμε προσφορά και καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων. Τα Δώρα εδώ είναι καθαγιασμένα, προηγιασμένα, από άλλη λειτουργία που τελέσθηκε σε μια άλλη ημέρα. Τα προηγιασμένα Δώρα προτίθενται κατά τη λειτουργία των Προηγιασμένων για να κοινωνήσουν απ’ αυτά και να αγιασθούν οι πιστοί. Με άλλα λόγια η λειτουργία των Προηγιασμένων είναι μετάληψη, κοινωνία.


     Για να κατανοήσουμε τη γενεσιουργό αιτία της λειτουργίας των Προηγιασμένων, πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία της. Οι ρίζες της βρίσκονται στην αρχαιότατη πράξη της Εκκλησίας μας. Σήμερα έχουμε τη συνήθεια να κοινωνούμε κατά αραιά διαστήματα. Στους πρώτους, όμως, αιώνες της ζωής της Εκκλησίας οι πιστοί κοινωνούσαν σε κάθε λειτουργία, και μόνο εκείνοι που είχαν υποπέσει σε διάφορα σοβαρά αμαρτήματα αποκλείονταν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα από τη μετάληψη των άγιων Μυστηρίων. Κοινωνούσαν δηλαδή οι πιστοί απαραίτητα κάθε Κυριακή και κάθε Σάββατο και ενδιάμεσα της εβδομάδας όσες φορές τελούνταν η θεία Λειτουργία, τακτικά ή έκτακτα στις εορτές που τύχαινε να συμπέσουν εντός της εβδομάδας. Ο Μέγας Βασίλειος (Επιστολή 93) μαρτυρεί ότι οι χριστιανοί της εποχής του κοινωνούσαν τακτικά τέσσερις φορές την εβδομάδα, δηλαδή την Τετάρτη, Παρασκευή, το Σάββατο και την Κυριακή. Αν πάλι δεν ήταν δυνατό να τελεσθεί ενδιάμεσα της εβδομάδας η θεία Λειτουργία, τότε οι πιστοί κρατούσαν μερίδες από τη θεία Κοινωνία της Κυριακής και κοινωνούσαν μόνοι τους στα μέσα της εβδομάδας. Το έθιμο αυτό το επιδοκιμάζει και ο Μέγας Βασίλειος. Στα μοναστήρια και ιδιαίτερα στα ερημικά μέρη, όπου οι μοναχοί δεν είχαν τη δυνατότητα να παρευρεθούν σε άλλες λειτουργίες εκτός της Κυριακής, έκαναν ό,τι και οι κοσμικοί, οι πιστοί χριστιανοί εν τω κόσμω: κρατούσαν δηλαδή αγιασμένες μερίδες από την Κυριακή ή το Σάββατο και κοινωνούσαν κατ’ ιδίαν. Οι μοναχοί, όμως, αποτελούσαν μικρές ή μεγάλες ομάδες και όλοι έπρεπε να προσέλθουν και να κοινωνήσουν κατά τις ιδιωτικές αυτές κοινωνίες. Έτσι αρχίζει να διαμορφώνεται μια μικρή ακολουθία. Όλοι μαζί προσεύχονταν πριν τη θεία Κοινωνία και όλοι μαζί ευχαριστούσαν τον Θεό που τους αξίωσε να κοινωνήσουν. Αν υπήρχε μεταξύ τους και κάποιος ιερέας, αυτός τους προσέφερε τη θεία Κοινωνία. Αυτό γίνονταν μετά την ακολουθία του Εσπερινού ή της Θ΄ Ώρας (3 μ.μ.), γιατί οι μοναχοί έτρωγαν συνήθως μόνο μια φορά την ημέρα, μετά τον Εσπερινό. Σιγά-σιγά θέλησαν να εντάξουν την κοινωνία τους αυτή στα πλαίσια μιας ακολουθίας που να υπενθυμίζει τη θεία Λειτουργία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκε η ακολουθία των Τυπικών (δηλαδή κατά τον τύπο της θείας Λειτουργίας), προς το τέλος της οποίας κοινωνούσαν. Αυτή είναι και η μητρική μορφή της Προηγιασμένης.


     Ας έρθουμε τώρα στην Τεσσαρακοστή. Η θεία Λειτουργία κατά την περίοδο αυτή τελούνταν μόνο τα Σάββατα και τις Κυριακές. Παλαιό έθιμο, επικυρωμένο από εκκλησιαστικούς κανόνες, απαγόρευε την τέλεση της θείας Λειτουργίας κατά τις ημέρες της εβδομάδας, γιατί αυτές ήταν ημέρες νηστείας και πένθους. Η τέλεση της θείας Λειτουργίας ήταν κάτι το ασυμβίβαστο προς τον χαρακτήρα των ημερών αυτών. Η Λειτουργία είναι πασχάλιο Μυστήριο που έχει έντονο τον πανηγυρικό, τον χαρμόσυνο και επινίκιο χαρακτήρα. Αυτό, όμως, γεννούσε ένα πρόβλημα. Οι χριστιανοί έπρεπε να κοινωνήσουν δύο φορές τουλάχιστον ακόμη κατά την εβδομάδα, το λιγότερο δηλαδή κατά τις δύο ενδιάμεσες ημέρες, την Τετάρτη και την Παρασκευή, που μνημονεύει και ο Μέγας Βασίλειος. Η λύση ήδη υπήρχε: Οι πιστοί θα κοινωνούσαν από προηγιασμένα Άγια. Οι μέρες αυτές ήταν μέρες νηστείας. Νηστεία την εποχή εκείνη σήμαινε πλήρη αποχή από την τροφή μέχρι τη δύση του ήλιου. Η Κοινωνία, λοιπόν, θα έπρεπε να κατακλείσει τη νηστεία, να γίνει δηλαδή μετά την ακολουθία του Εσπερινού.

     Στο σημείο αυτό συνδέεται η ιστορία με τη σημερινή πράξη. Η λειτουργία των Προηγιασμένων είναι σήμερα ακολουθία Εσπερινού, στην οποία προστίθεται η παράθεση των Δώρων, οι προπαρασκευαστικές ευχές, η θεία Κοινωνία και η ευχαριστία ύστερα από αυτή. Η διαμόρφωσή της μέσα στο όλο πλαίσιο της Τεσσαρακοστής τής έδωσε ένα έντονο «πενθηρό», κατά τον άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, χαρακτήρα. Με τον Εσπερινό συμπλέκονται τροπάρια κατανυκτικά, οι ιερείς φέρουν πένθιμα άμφια, η αγία Τράπεζα και τα Τίμια Δώρα είναι σκεπασμένα με μαύρα καλύμματα, οι ευχές είναι γεμάτες ταπείνωση και συντριβή. «Μυστικωτέρα εἰς πᾶν ἡ τελετὴ γίνεται», κατά τον ίδιο Πατέρα.


     Καιρός, όμως, να ρίξουμε μια ματιά σ’ αυτή την ίδια τη λειτουργία των Προηγιασμένων, στη μορφή που, ύστερα από μακρά εξέλιξη αποκρυσταλλώθηκε, και κατά την οποία τελείται σήμερα στους ναούς μας. Ήδη επισημάναμε τα δύο λειτουργικά στοιχεία που την συνθέτουν: Το πρώτο μέρος της αποτελεί ο συνήθης Εσπερινός της Τεσσαρακοστής με μικρές μόνο τροποποιήσεις. Ο ιερεύς κατά τη ψαλμωδία της Θ΄ Ώρας ενδύεται την ιερατική του στολή και θυμιάζει. Η έναρξη γίνεται με το «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» κατά τον τύπο της θείας Λειτουργίας. Αναγινώσκεται ο «Προοιμιακός», ο 103ος δηλαδή ψαλμός που περιγράφει το δημιουργικό έργο του Θεού· «Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον· Κύριε, ὁ Θεός μου, ἐμεγαλύνθης σφόδρα…». Είναι το προοίμιο του Εσπερινού, αλλά και όλης της ακολουθίας του νυχθημέρου που αρχίζει ως γνωστόν κατά τον εβραϊκό τρόπο, από την εσπέρα· πρώτο μέρος του εικοσιτετραώρου θεωρείται η νύχτα. Ύστερα ο διάκονος ή (στην απουσία του) ο ιερεύς, θέτει στο στόμα των πιστών τα αιτήματα της προσευχής· «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν», τα λεγόμενα «Εἰρηνικά». Ακολουθεί η ανάγνωση του ΙΗ΄ Καθίσματος του Ψαλτηρίου· «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα καὶ εἰσήκουσέ μου…» (Ψαλμοί 119–133). Είναι το τμήμα του Ψαλτηρίου που έχει καθιερωθεί να διαβάζεται στους Εσπερινούς της Τεσσαρακοστής. Ο ιερεύς εν τω μεταξύ ετοιμάζει στην Πρόθεση τα προηγιασμένα από τη Λειτουργία του προηγούμενου Σαββάτου ή της Κυριακής Τίμια Δώρα. Αποθέτει τον άγιο Άρτο στο δισκάριο, κάμνει την ένωση του οίνου και του ύδατος στο άγιο Ποτήριο και τα καλύπτει. Ο Εσπερινός συνεχίζεται με τη ψαλμωδία των ψαλμών του «Λυχνικού» και των κατανυκτικών τροπαρίων των εκάστοτε ημερών που παρεμβάλλονται στους τελευταίους στίχους των ψαλμών αυτών και γίνεται η είσοδος. Διαβάζονται δύο αναγνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη, ένα από τη Γένεση και ένα από το βιβλίο των Προφητών. Θα σταθούμε για λίγο στην κατανυκτική ψαλμωδία του «Κατευθυνθήτω», του δεύτερου στίχου του 140ου ψαλμού. Ψάλλεται μετά από τα αναγνώσματα έξι φορές, από τον ιερέα και τους χορούς, ενώ ο ιερεύς θυμιάζει την αγία Τράπεζα:
     «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου
     ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου·
     ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου
     θυσία ἑσπερινή…».

     Κατόπιν, γίνεται η «Ἐκτενής» δέηση υπέρ των τάξεων των μελών της Εκκλησίας, των κατηχουμένων, των ετοιμαζομένων διά το άγιο Βάπτισμα, «τῶν πρὸς τὸ φώτισμα εὐτρεπιζομένων», και των πιστών. Και μετά την απόλυση των κατηχουμένων, έρχεται το δεύτερο μέρος· η κοινωνία των Μυστηρίων.


     Τη μεταφορά των προηγιασμένων Δώρων από την Πρόθεση στο Θυσιαστήριο, που γίνεται με άκρα κατάνυξη, ενώ οι πιστοί προσπίπτουν «μέχρι εδάφους», συνοδεύει η ψαλμωδία του αρχαίου ύμνου «Νῦν αἱ δυνάμεις»:
     «Νῦν αἱ δυνάμεις
     τῶν οὐρανῶν
     σὺν ἡμῖν ἀοράτως
     λατρεύουσιν·
     ἰδοὺ γὰρ εἰσπορεύεται
     ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.
     Ἰδοὺ θυσία μυστικὴ
     τετελειωμένη δορυφορεῖται.
     Πίστει καὶ πόθῳ
     προσέλθωμεν,
     ἵνα μέτοχοι ζωῆς αἰωνίου
     γενώμεθα.
     Ἀλληλούϊα».

     Η προπαρασκευή για τη θεία Κοινωνία περιλαμβάνει την «Κυριακή Προσευχή» (το «Πάτερ ἡμῶν»)· ακολουθεί η κοινωνία και μετά από αυτή η ευχαριστία. Και η λειτουργία κλείνει με την κατανυκτική «Οπισθάμβωνα Ευχή». Είναι δέηση που συνδέει την τέλεση της κατανυκτικής αυτής λειτουργίας προς την όλη περίοδο των Νηστειών. Ο πνευματικός αγώνας της Τεσσαρακοστής είναι σκληρός, αλλά και η νίκη κατά των αόρατων εχθρών είναι βέβαιη γι’ αυτούς που αγωνίζονται τον καλό αγώνα. Η ανάσταση δεν είναι μακριά. Ας διαβάσουμε αυτή την ευχή, είναι από τα ωραιότερα λειτουργικά κείμενα:


     «Δέσποτα Παντοκράτορ, ὁ πᾶσαν τὴν κτίσιν ἐν σοφίᾳ δημιουργήσας, ὁ διὰ τὴν ἄφατόν σου πρόνοιαν καὶ πολλὴν ἀγαθότητα ἀγαγὼν ἡμᾶς εἰς τὰς πανσέπτους ἡμέρας ταύτας, πρὸς καθαρισμὸν ψυχῶν καὶ σωμάτων, πρὸς ἐγκράτειαν παθῶν, πρὸς ἐλπίδα ἀναστάσεως· ὁ διὰ τεσσαράκοντα ἡμερῶν πλάκας χειρίσας τὰ θεοχάρακτα γράμματα τῷ θεράποντί σου Μωσεῖ, παράσχου καὶ ἡμῖν, ἀγαθέ, τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἀγωνίσασθαι, τὸν δρόμον τῆς νηστείας ἐκτελέσαι, τὴν πίστιν ἀδιαίρετον τηρῆσαι, τὰς κεφαλὰς τῶν ἀοράτων δρακόντων συνθλᾶσαι, νικητάς τε τῆς ἁμαρτίας ἀναφανῆναι καὶ ἀκατακρίτους φθάσαι προσκυνῆσαι καὶ τὴν ἁγίαν ἀνάστασιν».

     Η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων είναι μία από τις ωραιότερες και κατανυκτικότερες ακολουθίες της Εκκλησίας μας. Αλλά συγχρόνως και μία διαρκής πρόσκληση για τη συχνή κοινωνία των θείων Μυστηρίων. Μία φωνή από τα βάθη των αιώνων, από την αρχαία ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας· φωνή που λέγει ότι ο πιστός δεν μπορεί να ζει τη ζωή του Χριστού, αν δεν ανανεώνει διαρκώς την ένωσή του με την πηγή της ζωής, το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Διότι ο Χριστός είναι «ἡ ζωὴ ἡμῶν» (Κολασ. 3, 4).

ΙΩΑΝΝΗΣ Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ
(1927–2007)



※
[Ιωάννου Μ. Φουντούλη:
«Λογική Λατρεία»,
κεφ. 6ο, σελ. 49–54.
Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Αθήνα, 19973.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.