Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΙΜΙΟ ΞΥΛΟ

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΙΜΙΟ ΞΥΛΟ


     «Έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε που ο Άγιος Πορφύριος, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι που είχε κάνει στο Άγιον Όρος ή στους Αγίους Τόπους, αυτή τη στιγμή δεν είμαι σε θέση να θυμηθώ, θέλησε να μου δείξει κάτι πολύτιμο που είχε μαζί του.
     Για τον λόγο αυτόν, με κάλεσε μέσα στο Ιερό του Ναού του Αγίου Γερασίμου της Πολυκλινικής Αθηνών και, αφού πρώτα έλεγξε μη μας βλέπει κανείς άλλος, έβγαλε μέσα από την βαθειά τσέπη του μια μεγάλη θήκη. Έκανε τον σταυρό του και ασπάσθηκε αυτήν την θήκη τρεις φορές. Μετά, απευθύνεται σε μένα και, με πολύ σοβαρότητα, με ρώτησε αν γνωρίζω τι κρύβει μέσα αυτή η θήκη. Του απάντησα αρνητικά και τον παρακάλεσα να μου το αποκαλύψει ο ίδιος. Εκείνος, με μεγάλη ευλάβεια σταύρωσε την θήκη που μου έδειξε και στη συνέχεια την άνοιξε. Αμέσως, ο χώρος άρχισε να ευωδιάζει! Μία ευωδία που, εγώ τουλάχιστον, δεν είχα ποτέ ξανααισθανθεί!
     Ανοίγοντας την θήκη, παρατήρησα αμέσως ότι μέσα της περιείχε έναν ωραιότατο, σκαλιστό ξύλινο Σταυρό, μήκους μιας μεγάλης ανδρικής παλάμης και πάχους 2 με 3 εκατοστών. Τόσο ωραίο Σταυρό, δεν ξανάδα στη ζωή μου! Επρόκειτο για ένα κομψοτέχνημα ανυπολόγιστης αξίας! Έμεινα κατάπληκτος και άφωνος! 
     Ο Άγιος Πορφύριος πήρε στα χέρια του τον Σταυρό και σταυρώθηκε τρεις φορές, Τον ασπάσθηκε με πάθος και ευλάβεια και, στη συνέχεια, άρχισε να με σταυρώνει για πολλή ώρα, ενώ τα άγια χείλη του ψέλλιζαν διάφορα τροπάρια. Όταν τελείωσε, μου έδωσε και ασπάσθηκα τον Σταυρό και μου Τον έδωσε να Τον δω. Τον περιεργάστηκα για πολλή ώρα και θαύμαζα την λεπτότητα της τέχνης και την σοφία του καλλιτέχνη και δημιουργού του! Ακόμη, προσπαθούσα να διακρίνω μέσα από τα κενά του γλυπτού ξύλου τι περιείχε αυτός ο Σταυρός και ανέδυε μια τέτοια ευωδία. Δεν μπορούσα όμως να δω τίποτε, μα τίποτε! Από αυτήν, όμως, την περιέργεια θέλησε να με βγάλει ο Άγιος Παππούλης. 


     –Τι κοιτάς; Ξέρεις τι κρατάς τώρα στα χέρια σου;
     –Όχι.
     –Ό,τι και να σου πω, λίγο είναι! Κρατάς το Ξύλο της Ζωής. Κρατάς το Τίμιο Ξύλο! Το Ξύλο, που άγγιξε το ίδιο το Σώμα του Θεού. Το Ξύλο, που είναι ποτισμένο με το Αίμα του Χριστού μας! Το Ξύλο, που ανασταίνει νεκρούς και τρέπει σε φυγή τις λεγεώνες των δαιμόνων! Πώς, λοιπόν, να μην ευωδιάζει; Εσύ, τόση ώρα, περιεργάζεσαι την εξωτερική καλλιτεχνική αξία και παραβλέπεις την ουσία. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, εκείνο που μετράει είναι η ουσία και όχι η εμφάνιση. Πώς σου πέρασε από το μυαλό σου ότι θα σε καλούσα για το δεύτερο; Δηλαδή για την εμφάνιση; Και εάν ήταν μόνο γι’ αυτό, υπήρχε λόγος να λάβω τόσα προφυλακτικά μέτρα για να μη το δει κανείς άλλος; Ασφαλώς, όχι! Είναι πολλοί λίγοι οι τυχεροί που κράτησαν στα χέρια τους αυτό που κρατάς τώρα εσύ. Και, πιο τυχερός απ’ όλους, είμαι εγώ, ο αμαρτωλός. Δεν μπορώ κι εγώ να πιστέψω, πώς ο Κύριος μού έστειλε αυτό το Θείο Δώρο! Ας είναι δοξασμένο τ’ όνομά Του!
     Τώρα, για να διαπιστώσεις τι δύναμη και τι θεία Χάρη έχει το Τίμιο Ξύλο, που βρίσκεται σε όλο το εσωτερικό μέρος του Σταυρού αυτού και καλύπτει πολλά τετραγωνικά εκατοστά σε συμπαγή πλάκα, θα σε παρακαλέσω να κάνεις ακριβώς αυτό που θα σου υποδείξω εγώ τώρα. Θα κρατήσεις τον Σταυρό με τα δυο σου χέρια. Στη συνέχεια, θα Τον φέρεις στο στόμα σου. Εκεί, θα Τον καλύψεις όλον και με τις δυο σου χούφτες, τόσο δυνατά και με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην εισέρχεται από πουθενά αέρας. Μετά, θα προσπαθήσεις να εισπνεύσεις, όσο μπορείς πιο βαθειά από το στόμα σου, που επάνω του θα είναι κολλημένος ο Σταυρός. Θα κρατήσεις την αναπνοή σου, όσο περισσότερο μπορείς και, μετά την εκπνοή του αέρος, θα μου πεις τι αισθάνθηκες. Να, θα κάνεις αυτό ακριβώς, που θα κάνω εγώ πρώτα. Και μου έδειξε και στην πράξη τι ζητούσε από μένα. 


     Την ώρα όμως που εισέπνευσε βαθειά, εγώ έβλεπα έναν Παππούλη, πολύ διαφορετικό. Το πρόσωπό του, έλαμπε! Τα μισόκλειστα μάτια του, άστραπταν! Ο νους του δεν πρέπει να ήταν εκεί. Και ο ίδιος, θαρρώ, πως βρισκόταν σε άλλον κόσμο! Εγώ, όμως, ολιγόπιστος όπως πάντα, δεν ήθελα να πιστέψω ούτε στα ίδια τα μάτια μου. “Αποκυήματα της φαντασίας μου”, σκέφτηκα, “θα είναι!”. Σε λίγο ο Παππούλης, ανανεωμένος, χαρούμενος και ενθουσιασμένος, μου έδωσε τον Σταυρό με το Τίμιο Ξύλο και μου είπε να επαναλάβω ακριβώς το “πείραμα” που μου έδειξε. Πράγματι. Έκανα όπως μου υπέδειξε. Όταν τελείωσα, με ρώτησε: “Τι αισθάνθηκες;”.
     –Τίποτε! ήταν η απάντησή μου.
     Και αυτή ήταν και η πραγματικότητα […].
     –Για ξανακάνε το ίδιο, παιδί μου! μου είπε ο Παππούλης και εγώ υπάκουσα πλήρως. Αλλά δεν αισθάνθηκα τίποτε. Μετά, με υποχρέωσε να το επαναλάβω αρκετές φορές και, αν θυμάμαι καλά, με κλειστά τα μάτια· και πάλι, όμως, χωρίς αποτέλεσμα.
     Στη συνέχεια, έπαιρνε τον Σταυρό ο Παππούλης και μετά Τον ξανάδινε σε μένα. Το αποτέλεσμα ήταν και πάλι αρνητικό. Ύστερα από όλες αυτές τις προσπάθειες, εγώ άρχισα να στεναχωριέμαι πολύ. Ο Άγιος Πατήρ Πορφύριος το κατάλαβε και προσπάθησε με τρόπο να διασκεδάσει την στεναχώρια μου. Όμως, ό,τι και να έκανε και ό,τι και αν μου είπε, δεν το κατόρθωσε. Εγώ εκείνη την ώρα συναισθάνθηκα όλη την γύμνια μου, όλες τις ελλείψεις μου και όλα τα κενά που παρουσίαζα σαν χριστιανός, συγκρινόμενος, ενώπιος ενωπίω, με τον Πνευματικό μου Πατέρα. Γι’ αυτό ακριβώς είχα καταληφθεί από ντροπή και δέος. […]
     Ο Παππούλης, όμως, που πάντα έδειχνε κατανόηση και καλωσύνη και εύρισκε λύσεις και εκεί ακόμη που δεν υπήρχαν για μας […], έσπευσε κοντά μου, χάϊδεψε το κεφάλι μου και μου είπε: 


     –Μη στεναχωριέσαι, παιδί μου. Δεν κάνει. Είσαι κι εσύ ευαίσθητος σαν τον πατέρα σου, τον παπα–Γιάννη. Έχεις καλή ψυχή. Δεν πειράζει. Ό,τι δεν πέτυχες εδώ, θα το πετύχεις στο σπίτι σου. Να, εγώ θα κάνω κάτι που δεν θα έκανα για κανέναν άλλον· θα σου δώσω τον Σταυρό με το Τίμιο Ξύλο να Τον πάρεις στο σπίτι σου και να Τον κρατήσεις, για όσες μέρες θέλεις! Εκεί, θα πετύχεις ό,τι δεν πέτυχες εδώ. Τι, άλλο θέλεις; Μόνο, σε παρακαλώ, να προσέξεις να μη τον χάσεις. Γιατί είναι κάτι που ούτε πουλιέται, αλλά ούτε και αγοράζεται! Όσο αξίζει αυτός ο Σταυρός, δεν αξίζει όλος ο κόσμος! Όμως εγώ, για να δεις πόσο σ’ αγαπώ, θα σου τον δώσω. Και είμαι βέβαιος πως, απόψε κιόλας, θα αισθανθείς ό,τι αισθάνομαι κι εγώ και θα λάβεις τη Χάρη Του!
     Εγώ δεν πίστευα στ’ αυτιά μου! Θα έπαιρνα τον Σταυρό στο σπίτι μου! [...] Τα έχασα! Όταν συνήλθα, έπιασα τα δυο του χέρια σφιχτά και τα φιλούσα κατασυγκινημένος. Τον ευχαρίστησα πολλές φορές, φίλησα το χέρι του, πήρα την ευχή του κι έφυγα τροχάδην για το σπίτι μου. […]
     Πήγα και κλειδώθηκα στο δωμάτιό μου. Τοποθέτησα τον Σταυρό σε όρθια θέση πάνω στο τραπέζι. Γονάτισα και άρχισα να προσεύχομαι θερμά για πολλή ώρα. Το αίτημά μου, ήταν ένα και μοναδικό: να αισθανθώ κι εγώ ό,τι ακριβώς αισθανόταν και ο Παππούλης, όταν αυτός εισέπνευσε μέσα από το Τίμιο Ξύλο. Όταν τελείωσα την προσευχή μου, ήμουν κάτι παραπάνω από βέβαιος ότι το αίτημά μου είχε γίνει αποδεκτό [...]. Σ’ αυτό, οπωσδήποτε, θα είχε συμβάλλει και η προσευχή του Παππούλη. Εξάλλου, μου το προείπε: “Στο σπίτι σου θα πετύχεις ό,τι δεν πέτυχες εδώ!”.
     Βέβαιος για το αποτέλεσμα της προσευχής και για την πρόβλεψη του Αγίου Πορφυρίου, έκανα τον σταυρό μου και κάνω το πρώτο “πείραμα”.
     Και, το  θ α ύ μ α  έγινε! 


     Με την πρώτη εισπνοή που έκανα, αισθάνθηκα να κατεβαίνει από τον λάρυγγα μία ζωογόνα πνοή, να καταλαμβάνει όλη την έκταση των πνευμόνων μου και, στη συνέχεια, να επεκτείνεται σ’ όλα τα σωθικά μου και να μου δημιουργεί μία ευεξία χωρίς προηγούμενο! Γενικά, αισθανόμουν κάτι το υπερφυσικό. Κάτι που δεν είχα αισθανθεί μέχρι την ώρα εκείνη και, ομολογώ, δεν έχω την δυνατότητα να το περιγράψω!
     Γεμάτος από χαρά, ενθουσιασμό, συγκίνηση, φόβο Θεού και ενισχυμένη την Πίστη μου σε μεγάλο βαθμό, επανέλαβα το ίδιο “πείραμα” πάρα πολλές φορές. Και το σπουδαιότερο είναι ότι, κάθε φορά, αισθανόμουν εντονότερα τη Θεία Χάρη! Περιττό να σας πω, ότι, στο τέλος, κοιμήθηκα έχοντας στην αγκαλιά μου τον Σταυρό!  
     Την επομένη, πρωί–πρωί, πήγα και βρήκα τον Άγιο Πατέρα Πορφύριο. Μόλις με είδε, μου είπε: “Είδες ότι άδικα στενοχωρήθηκες; Δεν σου είπα ότι, αυτό που δεν πέτυχες εδώ, θα το πετύχεις στο σπίτι σου; Δεν αισθάνθηκες αυτό και αυτό;”. Και μου περιέγραψε ό,τι ακριβώς είχα αισθανθεί και μου συνέστησε να το επαναλαμβάνω συνεχώς κάθε μέρα. 


     Έκτοτε, ο Σταυρός με συνόδευε παντού. Η Χάρη Του, με βοηθούσε στις εξετάσεις που έδινα στη Σχολή μου, στη διεκπεραίωση των υποθέσεών μου και με προστάτευε από ένα σωρό κινδύνους.
     Κάθε φορά που ο Παππούλης ζητούσε να του Τον επιστρέψω, όλο και κάποια δικαιολογία έβρισκα. Και εκείνος που γνώριζε πόσο ανάγκη Τον είχα, όλο και κάποια παράταση μού έδινε. Έτσι, οι μέρες έγιναν εβδομάδες και οι εβδομάδες μήνες. Και, αν είχα επιμείνει λίγο περισσότερο –ποιος ξέρει;–, ίσως ακόμη να βρισκότανε ο Σταυρός στα χέρια μου!
     Γεγονός πάντως είναι, ότι, από τη μέρα που έφυγε ο Σταυρός από επάνω μου, αισθάνομαι τόσο αδύναμος, όσο και ο αφοπλισμένος στρατιώτης…».

ΑΝΑΡΓΥΡΟΣ ΚΑΛΛΙΑΤΣΟΣ



※
[Ανάργυρου Ι. Καλλιάτσου:
«Ο Πατήρ Πορφύριος,
ο διορατικός, ο προορατικός, ο ιαματικός»,
κεφ. 26ο, σελ. 86–92,
Εκδόσεις «Επτάλοφος», Αθήνα 19963.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

«Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΟΥ ΕΒΑΛΕ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΖΥΜΑΡΙ»

«Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΟΥ ΕΒΑΛΕ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΖΥΜΑΡΙ» 


     Ένας αδελφός από την Μεγάλη Παναγία Χαλκιδικής, μας διηγήθηκε για τον Γέροντα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη (1912–1998), τα εξής:
     «Αν θυμάμαι καλά, ήταν το έτος 1977–1978, και οι αδελφοί της Μονής Σίμωνος Πέτρας μάς ειδοποίησαν να πάμε να φτιάξουμε μία δεξαμενή νερού στον παπα–Εφραίμ, στα Κατουνάκια. Όλη η αγία συμπεριφορά του Γέροντος, μας εντυπωσίασε. Κάθε πρωί, μας ευλογούσε και εμείς με πραγματικό θαυμασμό παίρναμε την ευχή του και αρχίζαμε την δουλειά. 


     Μία ημέρα δεν είχαμε ψωμί και έστειλε τον υποτακτικό του στους γείτονες για να πάρει δανεικό. Δυστυχώς, όμως, και αυτοί δεν είχαν. Τότε λέγει: “Δεν πειράζει· εγώ θα ζυμώσω και το μεσημέρι θα βγάλω ψωμί”. Η ώρα ήταν δώδεκα παρά. Ζύμωσε χωρίς μαγιά. Με την προσευχή του και με τον σταυρό που έβαλε πάνω στο ζυμάρι, το ζυμάρι φούσκωσε λες και είχε μέσα μαγιά! Αμέσως άναψε τον φούρνο και η ώρα μία ήταν το ψωμί στο τραπέζι!
     Πραγματικά, μείναμε όλοι έκπληκτοι…». 



※
[Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού 
(1921–2009):
«Ο χαρισματούχος υποτακτικός,
Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης»,
Κεφ. 5ο, σελ. 183, 
«Ψυχωφελή Βατοαπαιδινά 12»,
Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου,
Άγιον Όρος, Φεβρουάριος 20011.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

«Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ…», ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΜΑΣ!

«Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ…», ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΜΑΣ!


     «Ο Σταυρός είναι η ανάσταση των νεκρών· ο Σταυρός είναι η ελπίδα των χριστιανών· ο Σταυρός είναι η παρηγοριά των φτωχών· ο Σταυρός είναι το χαλινάρι των πλουσίων και το γκρέμισμα των υπερήφανων· ο Σταυρός είναι το τρόπαιο εναντίον των δαιμόνων και ο παιδαγωγός των νέων· ο Σταυρός είναι ο πατέρας των ορφανών και ο σύμβουλος των δικαίων· ο Σταυρός είναι η παρηγοριά των θλιβομένων· ο Σταυρός είναι ο φύλακας των νηπίων, η κεφαλή των ανδρών, το στεφάνι των γερόντων, το φως εκείνων που βρίσκονται στο σκοτάδι· ο Σταυρός είναι το μεγαλείο των βασιλέων και ο εκπολιτισμός των βαρβάρων· ο Σταυρός είναι η ελευθερία των δούλων και η σοφία των αγραμμάτων.«
     »Ο Σταυρός είναι το κήρυγμα των Προφητών, ο συνοδοιπόρος των Αποστόλων, το καύχημα των Μαρτύρων· ο Σταυρός είναι η σωφροσύνη των παρθένων και η χαρά των ιερέων· ο Σταυρός είναι το θεμέλιο της Εκκλησίας και η ασφάλεια της οικουμένης· ο Σταυρός είναι η δύναμη των αδυνάτων και ο γιατρός των αρρώστων· ο Σταυρός είναι το ψωμί των πεινασμένων και η πηγή των διψασμένων· ο Σταυρός είναι η ενθάρρυνση εκείνων που μονάζουν και το σκέπασμα εκείνων που γυμνητεύουν.«
     »Αυτός είναι που στήθηκε στην μέση της οικουμένης και φυτεύτηκε στον Τόπο του Κρανίου και αμέσως βλάστησε τον καρπό της Ζωής. Μ’ αυτό το Άγιο όπλο ο Χριστός ξέσχισε την αχόρταγη κοιλιά του άδη και έφραξε το πανούργο στόμα του διαβόλου. Αυτόν τον Σταυρό όταν τον είδε ο θάνατος, τρόμαξε και έφριξε, και άφησε ελεύθερους όλους όσους είχε στην εξουσία του από τον καιρό του πρωτοπλάστου.« 


     »Αυτόν τον Σταυρό έχοντας ως όπλο οι μακάριοι Απόστολοι περιφρόνησαν όλη την δύναμη του εχθρού. Και αφού προσήλκυσαν όλα τα έθνη, τα οδήγησαν στην προσκύνησή Του. Αυτόν τον Σταυρό φορώντας Τον αντί για θώρακα οι Μάρτυρες και στρατιώτες του Χριστού, περιφρόνησαν όλα τα τεχνάσματα των τυράννων και κήρυξαν με παρρησία. Εκείνοι που σήκωσαν Αυτόν τον Σταυρό και Τον βαστάζουν και που για τον Χριστό απαρνήθηκαν τα πράγματα του κόσμου, κατοικούν με πολλή χαρά στις ερήμους και στα βουνά και στα σπήλαια και στις οπές της γης (πρβλ. Εβρ. ια΄ 38).«
     »Ω, η αμέτρητη και ανέκφραστη αγαθότητα της ευσπλαχνίας του Θεού! Πόσα πολλά αγαθά δώρισε με τον Σταυρό στο ανθρώπινο γένος! Με πόσα κατορθώματα και με πόσα αγαθά γέμισε ολόκληρη την ζωή μας, αυτός ο καλός κυβερνήτης, και την ειρήνευσε και έγινε σ’ εμάς πρόξενος για την μέλλουσα αιώνια ζωή.«
     »Διότι, ο Ίδιος ο Τίμιος Σταυρός πρόκειται να εμφανιστεί ξανά  π ρ ώ τ ο ς  στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, ως τίμιο και ζωοποιό και σεβάσμιο και άγιο σκήπτρο του μεγάλου Βασιλιά Χριστού, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου που είπε, ότι, 
“θα φανεί στον ουρανό το  Σ η μ ε ί ο  του Υιού του ανθρώπου” (Ματθ. κδ΄ 30).«
     »Αυτός λοιπόν ο Σταυρός πρόκειται να φανεί πρώτος στον ουρανό με όλη την στρατιά των Αγγέλων, φωτίζοντας όλη την γη από την μία άκρη ως την άλλη, περισσότερο από την λάμψη του ήλιου, και προμηνύοντας την Παρουσία του Δεσπότη Χριστού…».


※
[Οσίου Εφραίμ του Σύρου: «Έργα»,
Τόμος δ΄, σελ. 134–136,
«Λόγος στον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό…»,
Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», 
Θεσ/νίκη 19921.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.] 
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΣΤΗΝ ΖΩΗ


ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΣΤΗΝ ΖΩΗ

Αφήγηση του παπα–Χαράλαμπου του Διονυσιάτου
για την πικρή αιχμαλωσία και την θαυμαστή του διάσωση 
από τον Άγιο Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο


     Βρισκόμαστε στο 1941. Ζούμε στους χρόνους της μαύρης εποχής του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Η υπόλοιπη Ελλάδα βρίσκεται κάτω από την μπότα των Γερμανών. Ιδιαίτερα η Μακεδονία μας, ζει ζοφερές μέρες· μέρες της πιο στυγνής δουλείας που έχει ποτέ γνωρίσει στο διάβα της ένδοξης ιστορίας της. Κατακτητής εδώ, είναι ο γείτονας ομόδοξος Βούλγαρος λαός. Πολλοί, αιτιάζουν την απηνή σκληρότητα μόνο στους Βούλγαρους. Για χάρη της αλήθειας όμως, οφείλουμε να παραδεχτούμε και να ομολογήσουμε, από παθόντες αυτόπτες μάρτυρες ότι, φοβερά δεινά υπέστησαν οι Μακεδόνες αδελφοί μας και από τους δικούς μας. Από εξωμότες δηλαδή και αρνησιπάτριδες Έλληνες, οι οποίοι κατετάγησαν στο αντίθετο στράτευμα. Αλλά επίσης και από κρυφοβούλγαρους που ζούσαν διάσπαρτοι και εγκαταστημένοι σε Ελληνικά χωριά.


     Ένας απ’ αυτούς, ήταν και ο Θανάσης. Ο οποίος Θανάσης, ήταν υφιστάμενος του τριαντάχρονου τότε Χαράλαμπου Γαλανόπουλου. Του «Χαράλαμπου», ποιού «Χαράλαμπου»; Του μακαριστού Γέροντος παπα–Χαράλαμπου, Προηγουμένου της Μονής Διονυσίου Αγίου Όρους (1910–2001). Του πρώην Μπουραζερίτου. Του διαλεκτού τέκνου του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού και Σπηλαιώτου (1897–1959). Του και συνέκδημου, συνοδοιπόρου και συνασκητού, του Γέροντος Αρσενίου του Σπηλαιώτου (1886–1983). Ο Θανάσης λοιπόν, ήταν υφιστάμενος του νεαρού λαϊκού Χαράλαμπου, όταν ήταν αυτός δεκανέας στον Στρατό. Μάλιστα, πολλές ήταν οι φορές που ο Θανάσης ευεργετήθηκε από τον Χαράλαμπο πριν σπάσει το μέτωπο από τους Γερμανούς.


     Ήταν μια ανοιξιάτικη μέρα του 1941. Ξαφνικά, ακούγονται στα βουνά, στην πόλη, στους δρόμους, κραυγές και πόνος. Τι συμβαίνει; Κατέβηκαν οι Κομιτατζήδες. Αιφνιδιαστικά πετσοκόβουν όσους βρίσκουν μπροστά τους. Το μακελειό, απερίγραπτο. Χιλιάδες οι νεκροί, κατακρεουργημένοι εδώ κι εκεί.
     Την εποχή εκείνη, έλαμπε παντού η φήμη του γνωστού χαρισματούχου Γέροντος της Σίψας και, τώρα πια, Αγίου Γεωργίου Καρσλίδη (1901–1959). Ο Άγιος, πρόλαβε να κρύψει έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων στο Ησυχαστήριό του. Συγχρόνως, για τέσσερις μέρες εξασφάλιζε σ’ αυτούς και το σιτηρέσιο. Μεταξύ αυτών των ανθρώπων, συγκαταλέγεται και ο λαϊκός Χαράλαμπος, μαζί με ένα από τα δίδυμα αδελφάκια του, τον τότε δεκαεξάχρονο περίπου, Δαμιανό Γαλανόπουλο. Μετά από αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα, κόπασαν οι ιαχές των όπλων. «Επιτέλους», λένε, «φύγανε! Καιρός λοιπόν, να πορευθεί ο καθένας στην δουλειά του».
     Παίρνει ο Χαράλαμπος την άμαξα με τα ζώα και βγαίνει στο δάσος για να μαζέψει τα απαραίτητα ξύλα. Το ίδιο έκαναν και πολλοί άλλοι. Κι όμως! Δεν περνά πολλή ώρα και διαπιστώνουν ότι είχανε πέσει θύματα ενέδρας.
     Ακούγεται δυνατά μια φωνή:
     –Αλτ! Ψηλά τα χέρια!
     Σε λίγο, όλοι εκείνοι οι βιοπαλαιστές βρίσκονται αιχμάλωτοι στα χέρια των Κομιτατζήδων.
     –Κακούργοι, σας πιάσαμε! Όλοι κατάσκοποι είσαστε!
     Όποιος τολμούσε να διαμαρτυρηθεί, έπαιρνε σαν απάντηση ένα γερό χτύπημα με το γκλοπ.


     Πολύ γλαφυρά και πολύ παραστατικά, μας διηγείται όλη την αγωνιώδη αλλά ωφέλιμη ιστορία, ο ήδη μακαριστός, σεπτός Γέροντας Χαράλαμπος:
     «Περνά από κοντά μας ο κομιτατζής.
     Μ’ αρχίζει:
     –Κακούργε!... κατάσκοπε!...
     Του λέω:
     –Βρε, κοίταξε μπροστά σου· ο αδελφός μου, ακόμα ανήλικος είναι. “Κατάσκοποι”, είμαστε; Προς Θεού!
     “Φλάπ! – Φλάπ!”, με το γκλοπ.
     Τι, να πω; Αν μπορείς, βρες δίκαιο. Το βούλωσα. Μας οδήγησαν σε στρατόπεδο έξω από την Δράμα. Αφού μας έφεραν στη φυλακή, μας έκλεισαν όλους σε μια μεγάλη αίθουσα, χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, για μια βδομάδα. Κάθε μέρα, πρωί–βράδυ, περνούσαν μερικοί στρατιώτες. Άλλος μας κλωτσούσε με σιδερένιες μπότες, άλλος κτυπούσε με γκλοπ, άλλος μπουνιές, άλλος ξύλο, κλπ. Εν τω μεταξύ, πεινούσαμε κιόλας. Φαγητό, τίποτε! Ένας από την παρέα, φωνάζει απελπισμένος: “Πεινώ!”. Απάντηση: “Φλάπ!”, ξύλο. “Να, φαγητό!”. Άλλος ένας, φωνάζει απελπισμένος: “Νερό, νερό! Καίγομαι!”. Του απαντά ο κομιτατζής: “Νερό, δεν έχει. Έχει όμως ούρο!”. Και ο διψασμένος, καμένος όπως ήταν: “Φέρε· ας είναι και ούρο!”. 


     Για μια στιγμή, σαν ήμουν στη φυλακή, βλέπω έναν στρατιώτη, γνωστό μου. Κοιτάω καλά· ο Θανάσης! Λέω: “Δόξα τω Θεώ! Σωθήκαμε! Φίλος μου, είναι!”. Τον πλησιάζω με θάρρος: “Θανάση, Θανάση! Τι γίνεσαι;”. Με πλησιάζει ο “φίλος” μου ο Θανάσης με το γκλοπ και, σαν απάντηση, “φλάπ! – φλάπ!”, μ’ έκανε σαπούνι! Σε αυτήν την κατάσταση με τα κλωτσοκοπήματα παραμείναμε έξι μέρες. Την έβδομη μέρα, καταφτάνει και το θλιβερότερο μήνυμα: “Καταδίκη σε θάνατο”! Τελειωτικό κλωτσοκόπημα μέχρις εξαντλήσεως. Όλοι, πάγωσαν. Όσο για μένα, τι μεσολάβησε;  


     Τότε ήλθα σε μια πολύ μεγάλη περισυλλογή. Σκέφτηκα μέσα μου: “Αχ, πόσο μάταιη είναι αυτή η ζωή! Ήθελες, Χαράλαμπε, να παντρευτείς για να γίνεις παπάς και να σώσεις τον κόσμο! Σώσε, λοιπόν, τώρα τον εαυτό σου!”. Στη συνέχεια, γονάτισα κάτω και με πύρινα δάκρυα, φώναξα: “Άγιε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, μεγάλε Στρατιώτη του Χριστού, σώσε μας! Και σου υπόσχομαι ν’ αφιερώσω εξ ολοκλήρου τη ζωή μου στον Θεό!”. Μόλις τελειώνω την προσευχή, να και ακούω ένα κρότο από πάνω μας. “Γκλακ! – Γκλακ!”, καλπασμός αλόγου. Στρέφω ψηλά το βλέμμα· ένα άλογο κάλπαζε ψηλά στον αέρα από πάνω μας! Καβαλλάρη, όμως, δεν είδα. Κατάλαβα, όμως. “Βρε”, λέω, “ο Άη–Γιώργης είναι, σίγουρα! Μόνο που είμαι ανάξιος να δω εγώ τον ίδιο. Αλλά, ας είναι και το άλογο. Αυτό σημαίνει ότι μας άκουσε”.
     Από την άλλη παρέα, κανένας δεν είδε τίποτε. Ωστόσο, με υψωμένο το ηθικό, παρηγορούσα όλους τους πονεμένους συντρόφους μου: “Θάρρος, παιδιά! Θα γλιτώσουμε! Ο Άη–Γιώργης θα μας σώσει!”. 


    “Θάρρος”, αλλά, τί “θάρρος”; Η κατάσταση, επιδεινώνεται. Αποκορύφωμα, η τελευταία απόφαση. Ήδη, την έβδομη μέρα, πρωί–πρωί, μπαίνουν μέσα οι δήμιοι να μας αποτελειώσουν. Και να, που δεν προλαβαίνουν να δώσουν τα πρώτα χτυπήματα.
     Ξαφνικά, ανοίγει διάπλατα η πόρτα της φυλακής. Ένας γεροδεμένος, εντελώς άγνωστος σ’ εμάς νέος, μπαίνει μέσα με άγριες φωνές: “Σταματάτε, κακούργοι, αμέσως! Ει δ’ άλλως, θα σας καθαρίσω όλους! Αφήστε τους αθώους αυτούς ανθρώπους να πάνε πίσω στα σπίτια τους!”. Εν ριπή οφθαλμού, άλλαξε το όλο σκηνικό του θανάτου. Το τι έγινε, δεν περιγράφεται! Χαρές, φιλιά, κλάματα, συγκινήσεις.
     Τους είπα:
     –Δεν σας τό ’λεγα ότι θα μας σώσει ο Άη–Γιώργης; Αν θέλετε, να σας πω και τι του έταξα· θα αφιερωθώ στον Θεό.
     Συμπληρώνει μετά και ο έφηβος αδελφός του, ο Δαμιανός:
     –Εγώ έταξα, όσο ζω, το καντήλι του να καίει ακοίμητο στο σπίτι μας.
     Έπειτα, ακούγεται κι ένας ξάδελφος Βασίλης:
     –Κι εγώ έταξα να του αφιερώσω το άλογό μου.


     Ωστόσο, η απορία, θα παραμένει για πάντα απορία: ποιος να ήταν ο άγνωστος ευεργέτης; Ο ένας έλεγε ότι ήταν παλλικάρι. Ο άλλος, ότι ήταν μεσήλικας. Ο άλλος, έλεγε: “άκουσα φωνή, μα πρόσωπο δεν είδα”. Άλλος, αυτή τη φωνή την άκουσε στα ελληνικά, άλλος στα βουλγαρικά.
     Παραμένουμε αιχμάλωτοι με αυτές τις εντυπώσεις. Όμως οι φυλακές, κλεισμένες. Ήδη μερικοί, αρχίζουν πάλι να μεμψιμοιρούν: “Μήπως… Μήπως…”. Αρχίζω ξανά εγώ να τους ενθαρρύνω: “Θάρρος, αδέλφια! Τελειώσαν όλα! Λίγη υπομονή…”.
     Πράγματι, δεν περνά πολλή ώρα, ξανανοίγουν οι πύλες. Επίσημη ανακοίνωση από τον βασιλιά Βόρι (1918–1944): “Επειδή σήμερα η βασίλισσα γέννησε τον διάδοχό μου, απονέμω χάρη σ’ όλους τους αιχμαλώτους· απ’ αυτή τη στιγμή, είσαστε όλοι ελεύθεροι!”.
     Μόλις ανοίγουν οι φυλακές, από τη χαρά μας, παρόλη την πείνα και την εξάντληση που είχαμε, σε λίγη ώρα βρεθήκαμε πίσω στα σπίτια μας.
     Η μόνη απορία που έμεινε στους αιχμαλώτους, ήταν το ποιος να ήταν αυτός ο άγνωστος ευεργέτης μας. Άγγελος; Άγιος; Άνθρωπος; Όπως και νά ’χει, είναι γεγονός ότι ήταν σταλμένος από τον Θεό, την πιο κρίσιμη ώρα. Δηλαδή, στο παρά πέντε. Αλλιώς, μέχρι νά ’φτανε το βασιλικό μήνυμα, θα ήταν πια πολύ αργά. Θα ήμασταν ήδη τελειωμένοι. 



     Μόλις καταφθάσαμε με το αδελφάκι μου (τον Δαμιανό) στο σπίτι, έτρεξα κατευθείαν πρώτα στο μικρό μας εικονοστάσι για να ευχαριστήσω τον Θεό και τον Άη–Γιώργη. Εκείνη τη στιγμή, βλέπω γονατιστό τον πατέρα μου –τον Λεωνίδα Γαλανόπουλο– με βουρκωμένα μάτια.
     –Μπαμπά! Μπαμπά! Γυρίσαμε! Μας έσωσε ο Άη–Γιώργης!
     –Δόξα σοι ο Θεός, παιδί μου!
     Και μας αγκάλιασε.
     –Θέλεις, πατέρα, να σου αναφέρω και κάτι σοβαρό;
     –Ναι, παιδί μου.
     –Υποσχέθηκα στον Άη–Γιώργη, αν μας σώσει, ν’ αφιερωθώ στον Θεό.
     Και ο άγιος εκείνος πατέρας, είπε:
     –Την καλύτερη δουλειά θα κάνεις, παιδί μου! Σου δίνω την ευχή μου, μ’ όλη μου την ψυχή. Αλλά, θέλεις να σου πω κι εγώ κάτι;
     –Ναι, μπαμπά.
     –Την ημέρα που σας πιάσανε, γύρισαν τα άλογα μόνα τους με την άμαξα στο σπίτι. Κατάλαβα. “Πάει! Τους πιάσανε!”, λέω. Από ’κείνη τη μέρα, ούτε έφαγα, ούτε ήπια, ούτε ξεκόλλησα απ’ αυτό το εικονοστάσι, μέχρι αυτή τη στιγμή που με βρήκες. Τώρα, καιρός όλοι να τονωθούμε. Πάμε για φαγητό!...».
     Αυτός, ήταν ο ευλογημένος και άγιος πατέρας του ευλογημένου και αγίου Γέροντα Χαράλαμπου, του Διονυσιάτου Προηγούμενου! 
     «Ἐκ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται!» (Ματθ. ιβ΄ 33). 




ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΜΟΝΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ (1910–2001)


※
[Ιωσήφ Μοναχού Διονυσιάτου:
«Ιερομόναχος Χαράλαμπος Διονυσιάτης
Ο διδάσκαλος της νοεράς προσευχής»,
μέρος 1ο, κεφ. 1ο, σελ. 41–47,
Α΄ έκδοση, 2002.]
※









※
※























Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ ΦΡΟΝΗΜΑΤΟΣ

ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ ΦΡΟΝΗΜΑΤΟΣ

※
※

     Ας έρθουμε στην εποχή μας. Μια εποχή ανερμάτιστη, γεμάτη υποκειμενικές ερμηνείες. Από τη μία, η Εκκλησία του Χριστού, η Κιβωτός της Σωτηρίας. Η διδασκαλία Της, είναι γεμάτη από «μὴ» και «οὐ». Κρατάει μια ψαλίδα και κλαδεύει πάθη. Από την άλλη, ο κόσμος της αμαρτίας με μια άλλη, πιο σύγχρονη ονομασία: «καταναλωτική κοινωνία». Νέα θρησκεία· χωρίς «μὴ» και «οὐ». Χωρίς φραγμούς και κανόνες. Κάνε ό,τι θέλεις, ικανοποίησε τις επιθυμίες σου, ξερίζωσε τις ενοχές σου.
     Και ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο μεγέθη, οι «χλιαροί» (Αποκ. γ΄ 16). Και είναι πολλοί, αυτοί. Και, όσο περνούν τα χρόνια και ψυχραίνει η αγάπη των πολλών, το «ζέον» (το ζεστό, το θερμό, το πύρινο) φρόνημα γίνεται χλιαρό, για να γίνει στο τέλος μπούζι. 
     Είναι πολλοί αυτοί που λένε: «Παραείναι αυστηρή, η Εκκλησία! Όχι τούτο, όχι εκείνο. Όχι στις προγαμιαίες σχέσεις, ασκητική έξω από τον γάμο, ασκητική μέσα στον γάμο, νηστείες μακρινές κι ατελείωτες, ακολουθίες ατέρμονες (μέχρι που κουνάς το ρολόι σου μήπως σταμάτησε!). Βάλτε λίγο νερό στο κρασί! Δεν ακούτε τον Κοραή και τους “διαφωτιστάς” της Δύσεως; Ακόμη στο μεσαίωνα θα ζούμε;!...», και τα εξής. 
     Να την, λοιπόν και η εκκοσμίκευση. 
     Να πάει η Εκκλησία προς τον κόσμο· όχι ο κόσμος προς την Εκκλησία. Να κατεβούμε· όχι, να ανεβούμε. Από κόσμος–στολίδι, να γίνουμε υπόκοσμος–δυσωδία.
     Σκοπός: ν’ ανοίξουν οι πόρτες της Μάνδρας που είναι απάτητη στους λύκους και να μπουν μέσα κάθε είδους θηρία. Μπάτε χίλιοι αλέστε, και αλεστικά μη δώσετε! Κι όποιος γλυτώσει! Αυτά τα σχέδια «αλώσεως» του εκκλησιαστικού φρονήματος και της εκκλησιαστικής ζωής ξεκινούν, βεβαίως, απ’ τον Κοραή και την ανεκδιήγητη θεωρία της «μετακενώσεως», μπαίνουν στον ελληνικό διαφωτισμό (γράφε: «σκοταδισμό»!) και φθάνουν μέχρι τις μέρες μας.
     Κι έχουν πετύχει πολλά. Για τα όσα πέτυχαν στις ενορίες, ας γράψουν άλλοι που είναι περισσότερο ειδικοί από μένα. Εγώ θα γράψω γι’ αυτά που γνωρίζω καλά· για την εκκοσμίκευση του φρονήματος πολλών μοναχών.
     Θα νόμιζε κανείς ότι μέσα σ’ αυτόν τον αναβρασμό, μέσα σ’ αυτό το ανακάτεμα, θα έμεναν τα Μοναστήρια μας ανέπαφα. 
     Δυστυχώς, δεν έμειναν! 


     Ο μοναχός, είναι από τη φύση του συντηρητικός. Πρέπει να είναι. Όχι, φανατικός· συντηρητικός. Και δεν υπάρχει τίποτα το μεμπτό σ’ αυτό. «Συντηρητικός», είναι αυτός που έχει σύνεση. Αυτός που, δέκα φορές μετράει και μία κόβει. Συνεχίζει την ζωή των μαρτύρων, ζει το μαρτύριο της συνειδήσεως, γίνεται μάρτυρας με την προαίρεσή του. Προσπαθεί να ζήσει ζωή αγγελική («φῶς γὰρ μοναχοῖς ἄγγελοι»). Αντιδιαστέλλεται με οξύτητα σε κάθε τι το κοσμικό. Το Μοναστήρι είναι ο κατ’ εξοχήν τόπος προσευχής και άσκησης. Η προσευχή του μοναχού γίνεται μοχλός που ακόμη και την γη μπορεί να κινήσει. Ο Μέγας Αντώνιος, «τὴν οἰκουμένην ἐστήριξεν εὐχαῖς αὐτοῦ». Ακόμη και βασιλείς πίστευαν (και είχαν δίκαιο!) πως οι προσευχές των μοναχών βοηθούν όλο το Κράτος (Ιουστινιανού Νεαρά 135, κεφ. 5). 



     Στα νειάτα μου πήγαινα τακτικά στο Άγιον Όρος. Πήγαινα για να διδαχθώ και πράγματι έμαθα πολλά. Δάσκαλός μου, ήταν ο Γέρων της Αδελφότητας των Δανιηλαίων, στα Κατουνάκια, ο μοναχός Γερόντιος (1891–1973). Σοφός καλόγηρος, με πλατειές αντιλήψεις, χωρίς φανατισμούς και παρωπίδες. Από αυτόν έμαθα να διακρίνω το εκκλησιαστικό από το κοσμικό φρόνημα.
     Αυτός με έμαθε να συντονίζω το βήμα μου με το βήμα της Εκκλησίας, να μετρώ με τα μέτρα της Εκκλησίας, να σταθμίζω τα πράγματα με το νήμα της στάθμης της Εκκλησίας. Αιωνία του η μνήμη! 


     Μου έλεγε, λοιπόν: 
     «Ποτέ, πάτερ μου, μη κατακρίνεις μοναχό ή κληρικό για ηθικά παραπτώματα. Γιατί, την ώρα που εσύ τον κατακρίνεις, αυτός μπορεί να έχει μετανοήσει και να κλαίει για τις αμαρτίες του. Και ενώ αυτός σώζεται, εσύ όμως κατακρίνεσαι. Όμως, να είσαι αυστηρός με κληρικούς ή μοναχούς που «αἴρουν ὅρια αἰώνια, ἃ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν». Αυτοί οι νεωτεριστές με το κοσμικό φρόνημα, κάνουν μεγάλο κακό στην Εκκλησία. Όποιον νεωτερισμό και αν εισάγουν, γίνεται κακή παράδοση και δε διορθώνεται με τίποτα!».
     Μου έλεγε και άλλα πολλά. Ήταν μία ζωντανή ιστορία του Αγίου Όρους. 


     «Το κοσμικό φρόνημα (δηλαδή η εκκοσμίκευση) ήλθε, πάτερ μου, από τους Ρώσους στο Άγιον Όρος. Οι χθεσινοί στρατιώτες του Τσάρου, γίνονται σήμερα καλόγηροι. Ο Τσάρος ήθελε να μεταβάλει το Άγιο Όρος σε προωθημένο φυλάκιο του πανσλαβισμού στο Αιγαίο. Αυτοί έφεραν την πολυτέλεια, τα μεταξωτά ράσα και τα αραχνοΰφαντα κουκούλια και τις σκληρές σκούφιες. Τότε ήλθαν οι συχνές–πυκνές καταλύσεις νηστειών χάριν υποτιθέμενων αργιών. Τότε μοίραζαν τις λίρες με το σακκούλι και το χαβιάρι με το φτυάρι».
     Για όλα αυτά, μου έφερνε και παραδείγματα σοβαρά και φαιδρά, που όμως δεν χωρούν σ’ ένα άρθρο.
     Ευτυχώς που ο Γέρων Γερόντιος εκοιμήθη και δεν βλέπει με τα σωματικά του μάτια αυτά που γίνονται σήμερα.
     Περικοπές ιερών Ακολουθιών, εκκοσμίκευση του Τυπικού, εισαγωγή νέων ύμνων (του τύπου «Αγνή Παρθένε…») είναι πια κάτι το συνηθισμένο. Ακούγονται διαταγές ηγουμένης, σαν και αυτή: «Απόψε θα κάνουμε δύο(!) “Χαιρετισμούς”· έναν στις τέσσερις και έναν στις έξι, γιατί θα έρθουν τέσσερα πούλμαν!». 


     Σε ερώτησή μου σε γυναικείο Μοναστήρι με πάνω από πενήντα καλόγριες, μετά τον Εσπερινό: «γιατί παραλείψατε το Ψαλτήρι;», η απάντηση ήταν ξερή: «γιατί περιμένουμε κόσμο!». Οπότε το Μοναστήρι μεταβάλλεται σε κατάστημα πώλησης εργόχειρων και τα πάντα προσαρμόζονται πάνω στην βάση ενός και μόνου σκοπού: «Να έρχεται κόσμος»! Το Μοναστήρι, τότε, μεταβάλλεται σε ενορία. Πράγμα που, εκκλησιαστικά, είναι ανεπίτρεπτο. Και αυτό επιφέρει μία σύγχυση που δεν είναι καθόλου τυχαία. Και γι’ αυτό υπεύθυνοι είμαστε εμείς οι μοναχοί. Αντί να διδάσκουμε τους χριστιανούς να έχουν ζωντανή σχέση με την ενορία τους, τους διδάσκουμε να έρχονται σ’ εμάς. Γιατί, εδώ σ’ εμάς, υπάρχει «αγιότητα», υπάρχει «κατάνυξη», υπάρχει «μισοσκόταδο». 


     Κι όλα αυτά συμβαίνουν γιατί στις μέρες μας η καλογερική θεωρείται ως η αφρόκρεμα (η «ελίτ») της κοινωνίας. Κατά την διδασκαλία της Εκκλησίας ο μοναχός είναι κάτω απ’ όλους. Γι’ αυτό και σύμφωνα με την αρχαία πράξη ο μοναχός ποτέ δεν αποσχηματιζόταν. Ο,τιδήποτε κι αν διέπραττε.
     Τώρα πια, στον τύπο του σύγχρονου μοναχού δεν ταιριάζει το «πολύθυρον τριβώνιον», το τρύπιο ράσο δηλαδή, ούτε τα χονδροπάπουτσα, ούτε οι «μαλλίνες» (=οι άσπρες μάλλινες φανέλες τις οποίες φορά κατάσαρκα ο υποψήφιος μοναχός καθώς προσάγεται για την μοναχική κουρά του), ούτε τα «τσουράπια» (=άσπρες μάλλινες κάλτσες που πρωτοφοριούνται στην μοναχική κουρά), ούτε ο τορβάς.
     Τώρα τον λόγο τον έχουν τα πτυχία, οι γνώσεις, οι δημόσιες σχέσεις. Και, κυρίως, ο «κοινωνικός μοναχισμός». Λίγη προσευχή (κι αυτή σε ζεστό ή δροσερό περιβάλλον, ανάλογα την εποχή!) και πολύ «δράση». Πολλή φιλοσοφία και ελάχιστη θεολογία, δηλαδή ελάχιστη πνευματική ζωή. Πολλή κριτική εναντίον πάντων και καθόλου αυτοκριτική. Απαντήσεις για όλα τα θέματα (από αντισύλληψη μέχρι σύλληψη!). Και, παρακαλώ, όχι αντιρρήσεις. Ράσο ατσαλάκωτο αρίστης ποιότητος και κουκούλι για νεράιδες. Και, κυρίως, όχι ζόρι. Και έτσι, με την παραχώρηση του Θεού, φθάσαμε σε μοναχούς «ροκάδες» που τραγουδούν λικνιζόμενοι στους αισθησιακούς ρυθμούς της rock μουσικής, παίζοντας ηλεκτρική κιθάρα «για το καλό μας» και για το «καλό» της νεολαίας. Πώς αλλιώς άλλωστε θα γνωρίσει αυτή τον Χριστό; 


     Ήμουν είκοσι ετών. Πριν από 54 χρόνια, όταν ήμουν λαϊκός ακόμη. Ξεκινώ απ’ τη Μονή Καρακάλου για τη Μεγίστη Λαύρα. Σύνολο πεζοπορίας, ώρες πέντε (τώρα, βέβαια, άλλαξαν τα πράγματα!). Κουρασμένος και διψασμένος, σταματώ στο Αγίασμα του Αγίου Αθανασίου, στο μέσον περίπου της πορείας. Πίνω απ’ το Αγίασμα. Βγαίνω έξω και κάθομαι σ’ ένα ξύλινο παγκάκι.
     Ξαφνικά, παρουσιάζεται μπροστά μου ένας καλόγερος. Υπέργηρος, αλλά στητός και γεροδεμένος. Στα λευκά του μαλλιά και στη μακριά του γενειάδα, ζήτημα αν είχε εισχωρήσει χτένα ποτέ. Ήταν μονοχίτων. Φορούσε ένα ξεθωριασμένο, χιλιομπαλωμένο ζωστικό, ακαθορίστου χρώματος. Μια μάλλινη χοντρή σκούφια κάλυπτε το κεφάλι του. Το λάσιον (=τριχωτό) στήθος του στόλιζε ένας παλιός ξύλινος σταυρός. Ήταν ξυπόλητος. Εντυπωσιάστηκα. Είχα ακούσει από διηγήσεις Αγιορειτών ότι υπήρχαν ασκητές μέσα στο δάσος, χωρίς καλύβη, χωρίς μόνιμη κατοικία, οι οποίοι δεν εμφανίζονταν στους ανθρώπους. 


     «Θα είναι ένας απ’ αυτούς!», σκέφτηκα αστραπιαία. Σηκώνομαι αμέσως. Προσπαθώ να του φιλήσω το χέρι. Δεν δέχθηκε. «Δεν είμαι παπάς», λέγει, «καλόγηρος είμαι!». Καθίσαμε. Πιάσαμε κουβέντα.
     –Πόσα χρόνια έχετε στο Όρος; ρωτώ.
     –Ογδόντα, μου απαντά.
     Εκπλήσσομαι.
     –Και πόσο ετών ήσασταν όταν ήρθατε;
     –Δεκαπέντε.
     –Βγήκατε ποτέ έξω; ρωτώ και πάλι.
     –Όχι, ποτέ.
     –Αυτοκίνητο είδατε ποτέ;
     –Όχι, γιατί όταν ήλθα δεν υπήρχαν στον κόσμο.
     Τότε μου ξεφεύγει μια ερώτηση για την οποία ακόμη ντρέπομαι:
     –Θυμάστε πώς είναι οι γυναίκες;
     Δεν θυμώνει. Μου απαντά με πολλή καλοσύνη:
     –Όχι. Βλέπω την Εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου και συμπεραίνω πώς πρέπει να είναι!
     Δεν συνεχίσαμε. Χαιρετισθήκαμε. Εξαφανίσθηκε μέσα στο δάσος, έτσι ξαφνικά όπως και ξαφνικά εμφανίσθηκε. Δεν εξαφανίσθηκε, όμως, ποτέ απ’ τη μνήμη μου. Όσο ζω θα θυμάμαι εκείνη την τραχειά μορφή αλλά και την τόσο ήρεμη, την γνήσια, την ατόφια. Που λες και βγήκε από κάποια τοιχογραφία της πάλαι ποτέ Μονής των Αμαλφηνών.
     Είχα συναντήσει τον ΚΑΛΟΓΗΡΟ!
     Σ’ ευχαριστώ, Κύριέ μου!...


ΑΡΧΙΜ. ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΣ
ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΑΤΑΡΝΗΣ


※
[Συλλογική Έκδοση: «Εκκλησία και Εκκοσμίκευση»,
κεφ. 8ο, σελ. 154–161, Εκδόσεις «Μυριόβιβλος»,
Αθήνα, Νοέμβριος 20031.]
※





※
※