Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Η ΧΗΡΑ ΤΗΣ ΝΑΪΝ ΚΑΙ ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ

Η ΧΗΡΑ ΤΗΣ ΝΑΪΝ
ΚΑΙ ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ


      Η ψυχή και η καρδιά μας, ολόκληρη η ύπαρξή μας, λες και μοιάζει με τη σημερινή χήρα του ιερού Ευαγγελίου, τη χήρα της Ναΐν. Μοιάζουμε, λίγο έως πολύ, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, μ’ αυτή τη μόνη, την τσακισμένη και απροστάτευτη, την πλέον άζυγη και άκαρπη, την τόσο βαθιά απαρηγόρητη μητρική φιγούρα, την αξιοδάκρυτη ύπαρξη, που ήταν τόσο ανείπωτα ριγμένη και χαμένη μέσα στον άφατο και τραχύ πόνο της.

      Γεννάμε και φέρουμε πασίχαρεις έργα που μας τ’ αρπάζει η φθορά και ο θάνατος, η πνευματική ακύρωση της αμαρτίας μας. Επενδύουμε σ’ αυτά χωρίς να φροντίζουμε ποτέ να έχουν θεμέλιο και προοπτική τον Θεό. Παράλληλα, βαυκαλιζόμαστε και ζούμε την απολυτοποίησή τους σαν την μόνη καταξίωση ή την πληρότητα της καρδιάς μας. Και ξαφνικά χηρεύουμε. Και ξαφνικά μένουμε άτεκνοι, άπαιδες. Όλα τα επαινετά επιτεύγματά μας, οι μοναδικές και αξιοζήλευτες πράξεις μας, όλα τα αξιοθαύμαστα έργα της ζωής και πορείας μας, ήταν για μας μοναδικά, μονάκριβα, λατρεμένα κεφάλαια. Το δίχως άλλο, συγκέντρωναν όλη μας την ενέργεια, την έγνοια, τη μέριμνα και τη φροντίδα· φύλαγαν μέσα τους όλο μας τον κόπο, τη θυσία, το δόσιμο και τη λατρεία του είναι μας. Επιπλέον, φαίνεται ότι στηριζόμασταν απερίγραπτα τόσο πολύ σε αυτά, ήταν για μας το μεγάλο αποκούμπι, το στήριγμα, η θαλπωρή, η ενίσχυση, η βακτηρία, κι αν θέλετε ακόμη, το μοναδικό τεκμήριο της αξίας μας, της αξίας μας σε επιτυχία, σε δύναμη, σε ικανότητα, σε σεβασμό, σε εξουσία, σε επιρροή. Χορός αθέατων ειδώλων τριγύριζαν την ακύμαντη ευτυχία μας.


      Τώρα, κάτι παράδοξο έγινε, κάτι ξαφνικό, κάτι που κυριολεκτικά δεν το χωράει ο νους κι η λογική μας, και όλα τα πολύτιμα έργα, όλα τ’ αποκούμπια της ζήσης μας, μας αφήνουν και μας αποχαιρετούν και μας αναγκάζουν, θέλουμε-δε θέλουμε, μπορούμε-δε μπορούμε, συμφωνούμε-δε συμφωνούμε, να τα προπέμψουμε και να βιώσουμε στο έπακρον μέσα μας το βίαιο χωρισμό μας απ’ αυτά. Τι συμβαίνει; Είναι αλήθεια αυτό που συμβαίνει; Κι αν είναι αλήθεια, γιατί να συμβαίνει; Κι αν συμβαίνει στ’ αλήθεια, τότε γιατί να συμβαίνει αυτό σε μας; Παρέα με τα πυκνά και αιχμηρά «Γιατί», είμαστε πιο πνιγηρά μόνοι στο υπέρτατο αυτοδράμα μας. Αιφνίδιος ο πόνος, ήρθε και χάλασε το γλέντι μας. Το πένθος ήρθε, χωρίς να μας ρωτήσει, και τσαλαπάτησε το αμέριμνο της σιγουριάς και της αυτοπεποίθησης μας.

      Ήμασταν τόσο απίστευτα δυνατοί και ακμαίοι. Τίποτα δεν μας άγγιζε, τίποτε δεν μας χαλούσε και τίποτε δεν μας αφορούσε. Ζούσαμε την ειρήνη των θηρίων και την απάθεια των βολεμένων. Μια ζωή ζούσαμε απροβλημάτιστα και ανένοχα την αναλγησία της υπέροχης δύναμής μας. Η αυτοδιαπιστωμένη υπεροχή μας ήταν η αιτία της τόσης ευωχίας μας. Τώρα, η κατάρρευσή μας γίνεται δημόσιο θέαμα και γεγονός. Μια ολόκληρη πόλη, μια κοινωνία, οι τόσες ή έστω κάποιες σχέσεις που είχαμε και μας είχαν, λαλούν και διαλαλούν τούτο το χαμό που ζούμε κατάμονοι. Μας συνοδεύει, όσο (μπορεί να) μας συνοδεύει, θρηνητικά όλη η τυπική συμπάθεια των φίλων και των γνωστών, όλες μας οι συντυχίες, οι συντροφιές, οι γνωριμίες και οι παρέες μας, αυτοί οι γνωστοί δορυφόροι της απατηλής και πρόσκαιρης αίγλης μας. Πάμε τώρα, όλοι μαζί αλλά κανένας μαζί, να κηδεύσουμε ό,τι προηγουμένως μας έδινε δύναμη, ό,τι μας έδινε χαρά και παλμό, ό,τι για μας σήμαινε ζωή, ουσία και νόημα ζωής. Η αδύναμη λογική μας παλεύει μάταια να βρει μιαν άκρη μέσα από τον αναπόδραστο ρεαλισμό τής πικρής και θλιβερής πραγματικότητας που αναγκαζόμαστε να ζήσουμε, αθέλητα, βουβά και σπαραξικάρδια. Οι μονάκριβες αγάπες μας, οι μέσα μας πολυκαιρισμένες ποικίλες λατρείες, μας εγκαταλείπουν· κι εμείς «πρέπει» να είμαστε εκεί, εκεί στο κέντρο του όλου σκηνικού, να ζήσουμε εφιαλτικά αυτό που μας χωρίζει στα δύο, αυτό που μας σπαθίζει την ελπίδα, αυτό που μας κεντά τη χαρά, αυτό που αφανίζει το σκοπό της ταπεινής αλλά συνάμα και υπερήφανης ζωής μας.

      Στο τσάκισμα του πόνου, στο λύγισμα της οδύνης, εκεί στη βαριά ακρότητα των βιωμάτων της θλίψης και της ερημιάς, «εκεί» όπου χρεοκοπεί κάθε ελπίδα, τόσο από τη μεριά του εαυτού μας, όσο και από τη μεριά όλων των συνανθρώπων μας, συναντιόμαστε με Αυτόν. Ποιος είναι Αυτός, καλά-καλά εμείς δεν γνωρίζουμε. Ο πόνος μας δεν μας επιτρέπει να έχουμε διάθεση να θέλουμε πια να γνωρίσουμε κανέναν. Εμείς, το μόνο που γνωρίζουμε είναι το τσάκισμά μας. Εκεί, στο σκηνικό του δράματος που ζούμε, προσωπικά και εσωτερικά, έρχεται Αυτός. Έρχεται και τα σταματάει όλα. Δεν ξέρουμε πώς, αλλά βλέπουμε, έκπληκτοι και απορημένοι, ότι Αυτός έχει τη δύναμη και σταματάει κάθε πράξη, κάθε σκηνικό, κάθε κηδεία που γίνεται, μέσα μας και έξω μας, επίσημα και ανεπίσημα, ανομολόγητα ή παραδεχτά. Μέσα στη βουβαμάρα του θρήνου μας ή μέσα στον αχό των σπαραγμών, έρχεται και απευθύνεται με θεοπρεπή ειρήνη, μονάχα με δυο κοφτές λέξεις, που γίνονται για μας στη στιγμή αέναες πηγές χαράς: «Μη κλαις!».


      Μα, για σταθείτε! Τούτο το θεσπέσιο λόγο δεν μας τον είπε κανείς μέχρι τώρα! Κανένας φίλος, κανένας σύντροφος, κανένας γνωστός και συμπολίτης μας. Όλοι τους, κι αν ακόμη θεωρητικά δεν θέλανε εμείς να κλαίμε, ωστόσο, πρακτικά δεν έκαναν τίποτα για να μην κλαίμε και να μην πάσχουμε. Αυτός είναι κάτι άλλο. Δεν είναι καν ένας Άλλος. Είναι ο Μόνος Άλλος, που έχει μιαν άλλη δύναμη, τη μόνη δύναμη. Δύναμη όχι εξουσίας και καταδυνάστευσης, αλλά μια ευεργετική δύναμη ανατροπής του πόνου και της οδύνης μας, δύναμη που θεραπεύει στοργικά και παντέλεια το σπαραγμό μας. Και η πρωτόγνωρη χαρά που δίνει απλόχερα μέσα στην καρδιά μας, λες και κηδεύει δια παντός τη λύπη, την ασθένεια της λύπης μας· λες και εξοδιάζει και θάβει κάθε λογική, αιτία, αφορμή και γεγονός παντός πόνου. «Μη κλαις!», μας λέει, και μέσα μας αρχίζει να μας συνεπαίρνει, να μας μεθάει και να μας καταπίνει ζωογόνα η χαρά του ελέους Του, η κραταίωση που μοιράζουν οι οικτιρμοί Του, η αγαλλίαση που σκορπά η θεία αγάπη Του.

      Όλος ο πόνος συντρίβεται στο τίποτα των επιγείων· χάνεται στο χάρτινο των πειρασμών. Γιατί όλος ο πόνος μας ήταν, τελικά, μια προσωπική λυτρωτική ευκαιρία, ένα μυστικό και θεόσδοτο δώρο. Για να βρούμε, επιτέλους, την ταπείνωση της καρδιάς, ώστε εξαιτίας της εμείς να Τον συναντήσουμε και να Τον δούμε στο πικραμένο μας διάβα, να Τον αισθανθούμε εκεί στην ερημιά των δοκιμασιών μας, να Τον ακούσουμε μέσα από τη μεγάλη συντριβή μας να μας λέει το: «Μη κλαις!». Και η παραδείσια χαρά του προσώπου Του να κάνει, μετά, όλες τις κηδείες μας, φοβερές αναστάσεις, καινούργιες ζωές και πανηγύρια χωρίς τελειωμό…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

1 σχόλιο:

  1. ....Πραγματικά, ο πόνος είναι προσωπική λυτρωτική ευκαιρία.....για να φτάσουμε στο κλάμα....και στην πολύπόθητη απάντηση: Μην κλαις.....

    ΑπάντησηΔιαγραφή