Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Ο ΑΘΕΩΡΗΤΟΣ ΒΥΘΟΣ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΓΝΩΣΕΩΣ

Ο ΑΘΕΩΡΗΤΟΣ ΒΥΘΟΣ
ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΓΝΩΣΕΩΣ
Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης


     Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, «ὁ μετὰ τοὺς θεσπεσίους Ἀποστόλους ἐξοχώτατος ἐν θεολόγοις», κατά τη γνώμη του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (βλ. «Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ἠθικά τε καὶ πρακτικά», κεφ. πε΄), «ὁ ἀθεώρητος βυθὸς τῆς οὐρανίου γνώσεως», κατά την έκφραση του ιερού υμνογράφου του, ο πρώτος θεμελιωτής της μυστικής θεολογίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας, πολεμήθηκε από τον Σατανά και από τις σκοτεινές δυνάμεις που τον υπηρετούν, όσο λίγοι άγιοι της Εκκλησίας μας. Και πολεμήθηκε –και στη ζωή του και μετά το μαρτυρικό τέλος του, στα θεία συγγράμματά του– γιατί, αν έπεφτε το γερό αυτό αγκωνάρι της Εκκλησίας, ο εχθρός της θα πανηγύριζε και την πτώση της υψηλής θεολογίας μας, η οποία στο πρόσωπο του αγίου Διονυσίου βρήκε τον ισχυρότερο θεμέλιο λίθο της, την αρχή της θεωρητικής της βάσεως και τον βαθύτατο ερμηνευτή της. Σήμερα, δεν μπορεί κανείς να πλησιάσει την ωραία μορφή του αγίου Διονυσίου, γιατί τον περικυκλώνουν –σαν ένα δάσος από αγκαθωτά δέντρα– οι πιο αντιφατικές γνώμες παλαιών και νέων, δικών μας και ξένων, επιστημόνων. Εμείς, αφήνοντας γι’ άλλους τις τραγικές αυτές φιλοδοξίες της επιστημονικής έρευνας (πέστε καλύτερα: της αναλύσεως και της διαλύσεως) του προσώπου και του έργου του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, θα προσπαθήσουμε να δούμε, όσο το επιτρέπουν οι ασθενικές δυνάμεις μας, το άγιο πρόσωπο και το υψηλό έργο του, έχοντας οδηγό την Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Όσο κι αν στραβώσουνε τα χείλη τους ειρωνικά μερικοί σύγχρονοι επιστήμονες, για μας είναι χίλιες φορές προτιμότερο ν’ ακολουθούμε την Παράδοση της Εκκλησίας (κι ας μας ειρωνεύονται γι’ αυτό), παρά ν’ αγοράζουμε τίτλους επιστημοσύνης στο νεφελώδες οικουμενι[στι]κό στερέωμα της άχρωμης θεολογικής πανσπερμίας, ονομάζοντας έναν άγιο που είναι ιδρυτής, θεμελιωτής και διαμορφωτής της ορθοδόξου μυστικής θεολογίας, «Ψευδοδιονύσιο»(!!), όπως τον ονομάζουν οι πιο πολλοί ξένοι επιστήμονες και κάμποσοι δικοί μας που τους ακολουθούν.


     Ο ουρανομύστης άγιος Διονύσιος, τον οποίο η αγία μας Εκκλησία τιμά στις 3 Οκτωβρίου, έζησε τον καιρό του Χριστού και των αγίων Αποστόλων στην πολυθρύλητη πολιτεία των Αθηνών. Γεννημένος από αρχοντικούς και πλούσιους γονείς, έγινε ένας από τους εννέα βουλευτές του περίφημου Αρείου Πάγου, όπου –καθώς ιστορεί ο «Λουκᾶς ὁ ἀγαπητὸς» στις «Πράξεις των Αποστόλων»– ανέβηκε, με πρόσκληση των Αθηναίων, ο απόστολος Παύλος και κήρυξε τον «Ἄγνωστο Θεό»Η δόξα και η σοφία του Διονυσίου δεν εμπόδισαν τη σύνεσή του ν’ αρνηθεί την ειδωλολατρία και να πιστέψει στη νέα διδαχή του αποστόλου Παύλου μαζί με τη Δάμαρη (βλ. Πράξ. 17, 34). Ακούγοντας τους λόγους του μεγάλου Αποστόλου, θυμήθηκε ο άγιος εκείνο που του συνέβη στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου, όταν, νέος ακόμη, γύριζε τις φιλοσοφικές σχολές του τότε γνωστού κόσμου. Τότε, είχε δει εκείνη την παράδοξη έκλειψη ηλίου, μέρα μεσημέρι, σε καιρό που ήταν ανεξήγητη στους σοφούς της εποχής, και είπε στους σοφούς συντρόφους του: «Ἄγνωστος ἐν σαρκὶ πάσχει Θεός, δι’ Ὃν τόδε τὸ πᾶν ἐζόφωταί τε καὶ σεσάλευται». Τώρα, ο «Άγνωστος» εκείνος Θεός κηρύττεται μπροστά του απ’ τον θείο Παύλο και γνωρίζει πως εκείνη η έκλειψη του ηλίου η ανεξήγητη, ήταν την ώρα που ο Χριστός για χάρη μας έπασχε και σταυρωνόταν πάνω στον Γολγοθά. Ο Διονύσιος πίστεψε βαθιά στον Χριστό και βαπτίσθηκε και, μαζί του, ύστερα από λίγο καιρό, κι άλλος κόσμος που είδε την πίστη του μεγάλου άρχοντα των Αθηνών. Η παράδοση λέγει πως έγινε επίσκοπος στην Αθήνα ύστερα από τον άγιο Ιερόθεο, απ’ τον οποίον έμαθε πολλά, πάνω στα θεία μυστήρια, που του δίδαξε πρώτος ο απόστολος Παύλος.


     Ακούγοντας ο άγιος Διονύσιος πως ζει ακόμα η Παναγία Μητέρα του Χριστού, πηγαίνει να την επισκεφτεί ευλαβικά στα Ιεροσόλυμα, όπου τη γνωρίζει απ’ τους θαυμαστούς χαρακτήρες και το υπέρκαλλο είδος του πάναγνου προσώπου της. Εκεί ξαναπήγε και αργότερα, στην Κοίμηση της Παρθένου, όταν «νεφέλαι τοὺς Ἀποστόλους αἰθερίους διήρπαζον». Μετά κάμποσα χρόνια, ο άγιος Διονύσιος, που είχε γίνει από αγριέλαιος καλλιέλαιος (πρβλ. Ρωμ. 11, 17-24) –δηλ., από τις φιλοσοφίες των Στωικών, των Νεοπλατωνικών και των άλλων δασκάλων της «κενῆς ἀπάτης», τώρα έφτασε, με τη χάρη του Θεού, στην πραγματική Φιλοσοφία, που ξανοίγεται φωτεινή και σωτήρια σ’ όποιον πιστέψει ειλικρινά στον Χριστό– πήρε τον άγιο δρόμο του ευαγγελισμού του κόσμου. Την Ρώμη την ήξερε καλά, όχι από τις σπουδές του μοναχά, μα γιατί παραβρέθηκε στο μαρτύριο του αποστόλου Παύλου, όπως αναφέρει στην επιστολή του προς τον άγιο Τιμόθεο. Ξαναπηγαίνει τώρα με διάθεση να κηρύξει το λόγο του Θεού και να επιστρέψει στην ορθή πίστη τους ειδωλολάτρες. Ο επίσκοπος άγιος Κλήμης [24 Νοεμ.] τον παρακαλεί να πάει στη Δυτική Γαλατία, δηλ. τη Γαλλία, και να κηρύξει κι εκεί την πίστη του Χριστού. Σ’ αυτή την περιοδεία είχε ως συνεργούς και δύο μαθητές του, τον Ρουστικό και Ελευθέριο. Περιοδεύοντας και κηρύττοντας, έφτασε και στην «Παρησίαν, ἤτοι εἰς τὸ Παρίσιον, τὴν πρωτεύουσαν πόλιν τῆς Φράνσας». Εκεί, έχτισε μια εκκλησία και δίδασκε τον λαό και τον οδηγούσε στη σωτήρια πίστη του Χριστού, με λόγια, με έργα και με πολλά θαύματα. Η γλυκύτητα και η ιλαρότητα της ψυχής του και η θεία δύναμη των λόγων του, τράβηξε κοντά του όλους τους επιφανείς και σπουδαίους ανθρώπους, που είχε το Παρίσι της εποχής εκείνης. Αλλά τράβηξε μαζί και την οργή του αυτοκράτορα Δομετιανού. Το έργο και η φήμη του αγίου, που ξαπλώθηκε προς την Ισπανία και προς τη Βρετανία, ήταν σοβαρός κίνδυνος για τον ειδωλολάτρη αυτοκράτορα, γι’ αυτό και θέλησε ν’ απαλλαγεί απ’ αυτόν το συντομότερο. 


     Έστειλε λοιπόν έναν επίτροπό του να εξετάσει τη διδασκαλία του αγίου και ν’ αποφασίσει ή για την απαλλαγή του ή για το θάνατό του. Μετά τις συνηθισμένες προτάσεις ν’ αρνηθεί την πίστη του Χριστού για να γλυτώσει τη ζωή του και ν’ απολαύσει τιμές βασιλικές και δόξες, ο άγιος Διονύσιος δέχεται (το 96 μ.Χ.) το μαρτύριο του αποκεφαλισμού. Κι επειδή ο άγιος αρνήθηκε τις δόξες του κόσμου, ο Θεός τον δόξασε κι έδειξε και κατά την ώρα του μαρτυρίου του ένα εξαίσιο θαύμα: όταν ο δήμιος τον αποκεφάλισε, ο άγιος πήρε την αγία κεφαλή στα χέρια του και περπάτησε ένα δρόμο γύρω στα δύο μίλια, ώσπου βρήκε μια καλή χριστιανή ονομαζόμενη Κατούλα, και την απόθεσε στα χέρια της, σαν ένα θησαυρό πολύτιμο. Μαζί με τον άγιο Διονύσιο μαρτύρησαν «τελειωθέντες διὰ ξίφους» και οι δύο μαθητές του Ρουστικός και Ελευθέριος. Τα λείψανα των αγίων τα έριξαν να τα φάνε τα θηρία και τα όρνια. Μα οι χριστιανοί τα πήραν και τα έκρυψαν. Και σαν έφυγαν μακριά οι στρατιώτες, η Κατούλα, μαζί με άλλους πιστούς, πήρε και ενταφίασε τα άγια λείψανα. Σ’ αυτό τον τόπο έχτισαν αργότερα μεγαλοπρεπή ναό οι χριστιανοί. Αργότερα, η κάρα του αγίου είχε περιπέτειες. Με τους εμφυλίους πολέμους, ο ένας την έδινε στον άλλον, με διάφορες συμφωνίες. Σήμερα, η χαριτόβρυτος κάρα του αγίου Διονυσίου σώζεται στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου του Αγίου Όρους, όπου την αφιέρωσε με βασιλικό χρυσόβουλο ο βασιλιάς Αλέξιος ο Κομνηνός. Το θαύμα που αναφέραμε προηγουμένως στην τελετή του αγίου υπαινίσσεται και ο συναξαριστής στο προτασσόμενο δίστιχο:
     «Τέμνη κεφαλήν·
     καὶ τὸ λοιπὸν ὡς μέγα!
     Ἄρας γὰρ αὐτήν,
     Διονύσιε, τρέχεις».

     Και ως προς τον χαρακτήρα του σώματος ήταν ο άγιος Διονύσιος μέτριος στο μέγεθος, λεπτός, άσπρος κατά το χρώμα και λίγο κίτρινος, επίσης λίγο κοντός στη μύτη, δασύφρυδος, έχοντας βαθουλωτούς τους οφθαλμούς του, μεγάλα αυτιά, άσπρα και μακριά τα μαλλιά του. Παρόμοια και τα γένια του, τα είχε κάπως μακριά, όμως αραιά. Ήταν λίγο προκοίλης και μακροδάκτυλος στα χέρια. Αυτόν τον άγιο Διονύσιο τον διαδέχθηκε, ή τότε ή μετά από λίγα χρόνια, ο Πούπλιος Αθηνών, ο οποίος εορτάζεται κατά την 13η Μαρτίου. Τελείται δε η Σύναξή του στην αγιώτατη Μεγάλη Εκκλησία. Τον αναλυτικότερο βίο του βλέπε στον «Νέο Παράδεισο». Παρόμοια βλέπε και στη «Σάλπιγγα» τον ελληνικό λόγο που έχει εκεί ο Γεώργιος ο Κρης προς τον άγιο. Το σεπτό μαρτύριο του αγίου Διονυσίου συνέγραψε ο Μεταφραστής (Συμεών), ο οποίος σώζεται στη Μεγίστη Λαύρα καθώς και στη Μονή των Ιβήρων και έχει σαν αρχή «Πάλαι μὲν ἐν τύποις…».


     Ο άγιος Διονύσιος, φεύγοντας για την άνω Ιερουσαλήμ, μας άφησε σπουδαιότατα θεολογικά συγγράμματα. Μέχρι σήμερα σώζονται και είναι δημοσιευμένα τα εξής: α) «Περὶ τῆς Οὐράνιας Ἱεραρχίας», β) «Περὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας», γ) «Περὶ τῶν θείων ὀνομάτων», δ) «Περὶ μυστικῆς Θεολογίας», και, ε) Δέκα σύντομες Ἐπιστολές, που απευθύνονται σε πρόσωπα της εποχής του. Στα σωζόμενα, όμως, έργα του αναφέρονται και άλλα συγγράμματα που χάθηκαν, δυστυχώς. Πολύ σπουδαία πρέπει να ήταν η «Συμβολικὴ Θεολογία» του αγίου Διονυσίου, που αναφέρει στο ΙΕ΄ κεφάλαιο του «Περὶ Οὐράνιας Ἱεραρχίας».

     Όλα μαζί τα έργα του αγίου Διονυσίου, τα οποία έγιναν γνωστά τον ε΄ αιώνα, περιέχουν ένα μοναδικό σύστημα μυστικής θεολογίας. Όπως είναι γνωστό, ο μυστικισμός, αποκλείοντας το νου (δηλ. τη διάνοια), προσπαθεί να γνωρίσει και να ενωθεί με τον Θεό διά της οδού του συναισθήματος (δηλ. του ιερού πάθους, της μέθεξης). Γι’ αυτό και η μυστική θεολογία δεν απαιτεί τόσο δυνατή σκέψη και ισχυρό νου, όσο εξαγιασμένη και καθαρή καρδιά. Δεν μπορούμε, βέβαια, να πούμε πως ο μυστικισμός του αγίου Διονυσίου είναι κάτι εντελώς καινούργιο για τη θρησκευτική ζωή του ανθρώπου. Πριν από αυτόν ο Πλάτων δίδαξε τον «καθαρό μυστικισμό» (δηλ. δίχως μυστήρια)· και –επηρεασμένος από τα Ορφικά μυστήρια– τον «μυστηριακό μυστικισμό» ο Πυθαγόρας, τον οποίο οι νεοπλατωνικοί θεωρούν προφήτη του μυστικισμού. Αν και δεν προλαβαίνει κανείς εδώ να επεκταθεί σε λεπτομέρειες, πρέπει ν’ αναφέρει ωστόσο, τον σημαίνοντα νεοπλατωνικό Πλωτίνο με τις «Εννεάδες» του· τον Φίλωνα, τον πρώτο μυστικό της μονοθεϊστικής θρησκευτικότητας, που επέδρασε πολύ στους κατοπινούς χριστιανούς θεολόγους, και τον στωικό Ποσειδώνιο, που με τον πλατωνίζοντα μυστικισμό του επηρέασε κατά πολύ την Αλεξανδρινή, την Ιουδαϊκή και τη Χριστιανική φιλοσοφία. Ο Ποσειδώνιος έκανε πιο πλατωνική, δηλ. πιο θεολογική τη φιλοσοφία των Στωικών, κι αυτό ήταν μια καλή υπηρεσία. Αυτές οι μορφές του μυστικισμού προσπαθούσαν να προσεγγίσουν το Θεό με την έκσταση, την οποία άλλοι έβλεπαν ως μια υπερένταση των νοητικών δυνάμεων, με σύγχρονη απόσπαση από τα γήινα πράγματα (Ποσειδώνιος, Φίλων)· και άλλοι (Πλωτίνος κ.λ.π.), όχι σαν μια ενέργεια του νου, αλλά του συναισθήματος (διαίσθηση, εμπειρία). 


     Πάνω όμως απ’ αυτούς τους φιλοσοφικούς μυστικισμούς, έρχεται να σταθεί ο θρησκευτικός μυστικισμός [σημ.: ο πνευματικός, ο απλανής ορθόδοξος μυστικισμός], που με την εσωτερική προσευχή, την πίστη και τη θεία Χάρη των αγίων Μυστηρίων, ανεβάζει τον άνθρωπο διά της καθάρσεως στην έλλαμψη και στη θέωση. Αυτή η νέα έκσταση [σημ.: η εν χάριτι κατάσταση του ανθρώπου γεμάτη με ιερή μέθεξη], που είναι ντυμένη με την πορφύρα του εσωτερικού μαρτυρίου της άσκησης και της τελειότητας, δίνει μια υπερφυή και άρρητη ηδονή στον πνευματικό άνθρωπο που πάσχει την ενυπόστατη έλλαμψη κι έρχεται να εισέλθει στον υπέρφωτο γνόφο, όπου ό,τι αγνώστως γνωρίζει είναι αδύνατον να το εκφράσει με λόγια –«ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β΄ Κορ. 12, 4), λέγει ο Απόστολος Παύλος σε μια ανάλογη περίπτωση.

     Εδώ, ίσως πρέπει να πούμε δυο λόγια για την αποδεικτική ή την καταφατική και την αποφατική θεολογία, που χρησιμοποιούν οι Μυστικοί της Ορθοδοξίας μας. Η αποδεικτική ή καταφατική θεολογία προσπαθεί να φτάσει στη θεία γνώση με τον ανθρώπινο λόγο, ο οποίος βλέπει την θεία ουσία μέσα στην εκ της δημιουργίας αποκάλυψη – και ανάλογα καταφάσκει, ή αποφάσκει και αρνείται: τις τελειότητες ή ατέλειες του απόλυτου Θεού. Η αποφατική θεολογία τονίζει ιδιαίτερα την υπερβατικότητα της θείας ουσίας, «καὶ τὴν παντελῆ ἀδυναμίαν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὅπως, ἰδίαις δυνάμεσιν, ἀναχθῇ πρὸς τὸ θεῖον καὶ τὴν γνῶσιν αὐτοῦ» (βλ. Α. Θεοδώρου: «Η περί θεώσεως του ανθρώπου διδασκαλία των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας», Αθήναι 1956, σελ. 32). Ο γυμνός και πεπερασμένος λόγος του ανθρώπου αδυνατεί να προσεγγίσει τον ενυπόστατο θείο Λόγο. Γιατί απ’ τον Θεό, κατά την έκφραση του αγίου Κλήμεντος του Αλεξανδρέως, ό,τι μπορούμε να γνωρίζουμε δεν είναι «ὅ,τι Οὗτος ἐστιν, ἀλλ’ ὅ,τι Οὗτος οὐκ ἔστι». Η αρνητική όμως αυτή γνώση είναι μια άμεση αποκάλυψη (Α. Θεοδώρου, όπ. π.). Η αποφατική θεολογία θεωρεί αυτή την αρνητική γνώση και θεωρία του Θεού σαν ένα θείο δώρο προς τους κεκαθαρμένους και τελείους. Αυτή όμως η γνώση και η θεωρία του Θεού είναι παντελώς «μυστική» και έγκειται ακριβώς εις το «μὴ ἰδεῖν Αὐτόν», όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: «Ἐν τούτῳ γὰρ ἡ ἀληθής ἐστιν εἴδησις τοῦ ζητουμένου, τὸ ἐν τούτῳ τῷ ἰδεῖν, ἐν τῷ μὴ ἰδεῖν· ὅτι ὑπέρκειται πάσης εἰδήσεως τὸ ζητούμενον, οἷόν τινι γνόφῳ τῇ ἀκαταληψίᾳ διειλημμένον». Αν με την έλλαμψη και τον φωτισμό, λέει ο άγιος Διονύσιος, δεν εισχωρήσει ο καθαρός στον θείο γνόφο της αγνωσίας του Θεού, δεν θ’ αποχτήσει καμιά γνώση Του. Και αυτό είναι το μυστήριο της «γνώσεως δι’ ἀγνωσίας»Ιδού οι λόγοι με την υποβλητική και μυστηριώδη επιγραμματικότητά τους: «Κατὰ τοῦτον ἡμεῖς γενέσθαι τὸν ὑπέρφωτον εὐχόμεθα γνόφον, καὶ δι’ ἀβλεψίας καὶ ἀγνωσίας ἰδεῖν καὶ γνῶναι τὸν ὑπὲρ θέαν καὶ γνῶσιν, αὐτὸ τὸ μὴ ἰδεῖν, μηδὲ γνῶναι· τοῦτο γὰρ ἐστι τὸ ὄντως ἰδεῖν καὶ γνῶναι καὶ τὸν ὑπερούσιον ὑπερουσίως ὑμνῆσαι, διὰ τῆς πάντων τῶν ὄντων ἀφαιρέσεως». Αλλού μας εξηγεί ο ίδιος τι είναι ο θείος γνόφος: «Ὁ θεῖος γνόφος ἐστι, τὸ ἀπρόσιτον φῶς· ἐν ᾧ κατοικεῖν ὁ Θεὸς λέγεται· καὶ ἀοράτῳ γε ὄντι, διὰ τὴν ὑπερέχουσαν φανότητα· καὶ ἀπροσίτῳ τῷ αὐτῷ, δι’ ὑπερβολὴν ὑπερουσίου φωτοχυσίας. Ἐν τούτῳ γίνεται πᾶς ὁ Θεὸς γνῶναι καὶ ἰδεῖν ἀξιούμενος, αὐτῷ τῷ μὴ ὁρᾶν, μηδὲ γινώσκειν, ἀληθῶς, ἐν τῷ ὑπὲρ ὅρασιν καὶ γνῶσιν γιγνόμενος, τοῦτο αὐτὸ γινώσκων, ὅτι μετὰ πάντα ἐστί τὰ ἀσθητὰ καὶ τὰ νοητά». Αξίζει τον κόπο να σκύψει πολύ κανείς πάνω στα μυστικά συγγράμματα του αγίου Διονυσίου, τα οποία, όταν ο χριστιανός ζει μια αγία ζωή, παρ’ όλες τις δυσκολίες τους, μπορούν να τον βοηθήσουν να προχωρήσει στη μυστική οδό της σωτηρίας, διά των αγίων μυστηρίων και της θείας εκστάσεως, που μας εισάγει στον θείο γνόφο.


     Δυο λέξεις ακόμη για τα έργα του αγίου, τα οποία, η μεν Παράδοση της Εκκλησίας τα αποδίδει ομόφωνα στο «πετεινὸν τοῦ Οὐρανοῦ», τον ιερό Διονύσιο, ενώ πολλοί επιστήμονες τα θεωρούν «νόθα» και έργα άλλου –αγνώστου– συγγραφέως, που τους έδωσε το όνομά του μόνο και μόνο για να προσεχθούν και να διαβαστούν. Οι αμφιβολίες και οι υποβολιμαίες αμφισβητήσεις της γνησιότητας των έργων του αγίου άρχισαν από τη Δύση, όπου και οι Παπικοί –που δεν συμφωνούν, ως γνωστόν, με τον μυστικισμό του– και οι Διαμαρτυρόμενοι και οι Προτεστάντες –που δεν συμφωνούν κι αυτοί με τη διδασκαλία του περί Ουράνιας και Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας– προσπαθούν να γκρεμίσουν το οικοδόμημα της Μυστικής Θεολογίας, κλονίζοντας ένα από τα δυνατότερα θεμέλιά του. Και, βέβαια, φέρνουν αρκετά επιχειρήματα οι αρνητές της γνησιότητας των έργων του. Όσα όμως επιχειρήματα κι αν προσκομίσουν, τα προβλήματα που γεννιόνται στον ευσεβή χριστιανό με την άρνηση της γνησιότητας των συγγραμμάτων αυτών, είναι πολύ δυσκολότερο να λυθούν. Συγγράμματα που διδάσκουν την ένωση με τον Θεό, δύσκολο ή και αδύνατο, να πιστέψει κανείς πως τά ’γραψε ένας «ψεύτης» –συγχώρεσέ μας, Κύριε! Συγγράμματα, που τα έχουν ως πηγή και παραπέμπουν σ’ αυτά συχνότατα οι άγιοι Πατέρες (ιδιαίτερα ο άγιος Μάξιμος, ο άγιος Πέτρος ο Δαμασκηνός και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς) με το όνομα του Διονυσίου, με το οποίο τα συνδέουν και Οικουμενικές ακόμα Σύνοδοι, είναι απίστευτο να είναι νόθα.


     Όμως, επειδή το θέμα φεύγει από τα όρια, ας το κλείσουμε πρόχειρα με τη γνώμη του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, ο οποίος λέγει τα ακόλουθα για τα συγγράμματα αυτά, αλλά και για εκείνους που αρνούνται ότι προέρχονται από τον άγιο Διονύσιο:
     «Και αν δεν ευλαβήθηκε (εκείνος που αρνήθηκε τη γνησιότητά τους) τους Μάξιμους, Σωφρόνιους, Ανδρέους, Δαμασκηνούς, Σουΐδες, Συγγέλους, Αγάθωνες Πάπας και άλλους πολλούς συγκεκριμένους Πατέρες, που δέχονται σαν γνήσια τα αναφερθέντα συγγράμματα του θείου Διονυσίου, τουλάχιστον θα έπρεπε, αυτός ο ευλογημένος, να ευλαβηθεί δύο Οικουμενικές Συνόδους: αναφέρομαι στην Έκτη (Στ΄), η οποία αναφέρει ολόκληρο ρητό από αυτόν κατά την στ΄ Πράξη της, καθώς και την Εβδόμη (Ζ΄) Οικουμενική Σύνοδο, η οποία στον β΄ και δ΄ Κανόνα της αναφέρει ολόκληρα ρητά του αγίου Διονυσίου και αυτόν τον Διονύσιο τον ονομάζει “Μέγα”. Παρόμοια και μία τοπική Σύνοδο που έγινε στη Ρώμη επί Μαρτίνου κατά των Μονοθελητών. Διότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι είναι αλάνθαστες και αληθινές, επειδή δεν μπορούν ποτέ να σφάλλουν, ενώ κάθε μεμονωμένος άνθρωπος (μπορεί κάλλιστα να) είναι ψεύτης, επειδή έχει (τούτη) τη δυνατότητα (από την ανθρώπινη πεπτωκυία φύση του) να σφάλει, ακόμα κι αν χιλιάδες φορές αυτός καλείται (από πολλούς) “σοφός” και “φιλόσοφος”. (Ανέτρεξε και την υποσημείωση του β΄ Κανόνα της Ζ΄ Οικουμενικής στο “Πηδάλιο” της δικής μας έκδοσης)».

     Αυτή είναι και η θέση του ορθόδοξου θεολόγου και του ορθόδοξου χριστιανού, που βλέπει στο πρόσωπο του μεγάλου αγίου Διονυσίου και στα μυστικά του συγγράμματα έναν μυστικό και πολύ δύσκολο, αλλά ασφαλή τρόπο της λύτρωσής του και της σωτηρίας της ψυχής του.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
γρευθεὶς τῷ τοῦ Παύλου
Πάτερ κηρύγματι,
ὑφηγητὴς ἀνεδείχθης
τῷν ὑπὲρ νοῦν δωρεῶν,
διανοίᾳ ὑψηλῇ καλλωπιζόμενος·
τῶν γὰρ ἀΰλων οὐσιῶν,
τὰς ἀρχὰς μυσταγωγεῖς,
ὡς μύστης τῶν ἀποῤῥήτων,
καὶ τῆς σοφίας ἐκφάντωρ,
Ἱερομάρτυς Διονύσιε.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄.
Χρηστότητα ἐκδιδαχθείς,
καὶ νήφων ἐν πᾶσιν,
ἀγαθὴν συνείδησιν
ἱεροπρεπῶς ἐνδυσάμενος,
ἤντλησας ἐκ τοῦ Σκεύους
τῆς ἐκλογῆς τὰ ἀπόῤῥητα,
καὶ τὴν Πίστιν τηρήσας,
τὸν ἴσον δρόμον τετέλεκας,
Ἱερομάρτυς Διονύσιε·
πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ,
σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὰς οὐρανίους διαβὰς
πύλας ἐν πνεύματι,
ὡς μαθητὴς τοῦ ὑπὲρ τρεῖς
οὐρανοὺς φθάσαντος
Ἀποστόλου Διονύσιε
τῶν ἀῤῥήτων,
ἐπλουτίσθης πᾶσαν γνῶσιν
καὶ κατηύγασας,
τοὺς ἐν σκότει τῆς ἀγνοίας
πρὶν καθεύδοντας.
Διὸ κράζομεν·
Χαίροις Πάτερ παγκόσμιε.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
ς τῶν ἀῤῥήτων μυητὴν
καὶ ὑφηγήτορα,
καὶ τῶν ἀΰλων οὐσιῶν
ἱεροφάντορα,
ἀνυμνοῦμέν σε ἀξίως
Ἱερομάρτυς.
Ἀλλ’ ὡς πλήρης
τῆς τοῦ Πνεύματος ἐλλάμψεως,
τῆς σῆς χάριτος μετάδος
ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν,
τῶν βοώντων σοι·
Χαίροις Πάτερ Διονύσιε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Τῶν ὑπερκοσμίων θεωριῶν,
γεγονὼς ἐπόπτης,
καὶ ἐκφάντωρ θεοειδής,
θεαρχικωτάτων,
ἐλλάμψεων τὸ κάλλος,
πανσόφως διαγράφεις,
ὦ Διονύσιε.



[(1) Παντελή Β. Πάσχου:
«Έρως Ορθοδοξίας»,
μέρος Γ΄, κεφ. 10, σελ. 301–309,
Εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας»,
Αθήνα 19874.
(2) Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου:
«Συναξαριστής
(μαζί με το “Νέο Μαρτυρολόγιο”
και το “Νέο Εκλόγιο”)»
–Απόδοση στη Νεοελληνική–
Τόμ. Α΄ (Σεπτ.–Οκτ.),
σελ. 265–269,
Έκδοσις 
Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου,
Ιερά Καλύβη
«Άγιος Σπυρίδων Α΄»,
Νέα Σκήτη – Άγιον Όρος,
Απρίλιος 2011.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου