Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ

ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

     Ο ένδοξος μάρτυς του Χριστού Σεβαστιανός ήταν γόνος επιφανούς ρωμαϊκής οικογενείας· γεννήθηκε στη Ναρβόννη και μεγάλωσε στα Μεδιόλανα (σημ. Μιλάνο). Οι μεγάλες ικανότητες και τα προσόντα του τον έκαναν να κερδίσει την εύνοια του αυτοκράτορα Καρίνου (περί το 283), ο οποίος τον διόρισε στρατηγό της πραιτοριανής φρουράς. Παρά τις τιμές και την ελαφρότητα του βίου στην αυτοκρατορική αυλή, ο Σεβαστιανός ήταν κρυφά οπαδός του Χριστού και επωφελούνταν από τα προνόμιά του για να επισκέπτεται τους χριστιανούς που ήταν κλεισμένοι στις φυλακές, για να τους παρηγορεί και να τους ενθαρρύνει να επιμείνουν έως τέλους στον αγώνα της Πίστεως. Μεγάλος ήταν ο αριθμός των μαρτύρων που δεν ολιγοψύχησαν στα βασανιστήρια χάρις στη βοήθειά του.

     Δύο νεαροί Ρωμαίοι χριστιανοί υψηλής κοινωνικής θέσης, ο Μάρκος και ο Μαρκελλίνος, είχαν συλληφθεί με διαταγή του υπάτου Χρωματίου και είχαν υποβληθεί σε κάθε λογής μαρτύρια, πριν τελικά καταδικασθούν σε θάνατο. Κατά τη διάρκεια όλου του μήνα που προηγήθηκε της θανάτωσης, οι δύο άγιοι αγωνιστές του Χριστού υποβλήθηκαν σε ακόμη φοβερότερη δοκιμασία: τα δάκρυα και τις ικεσίες των νεαρών συζύγων τους και των συγγενών τους, οι οποίοι εκλιπαρούσαν τους μάρτυρες να μην τους εγκαταλείψουν. Λίγο έλειψε η αγάπη για τους συγγενείς και οι δεσμοί της σαρκός να τους κάνουν να ενδώσουν, εκείνοι που τόσο θαρραλέα αντιστάθηκαν στα κολαστήρια. Ευτυχώς ήλθε εγκαίρως ο Σεβαστιανός και τους ενθάρρυνε να υποφέρουν τον στιγμιαίο πόνο για να απολαύσουν την αιώνια δόξα και χαρά στον χορό των αγίων. Κατόρθωσε μάλιστα να φέρει στην Πίστη του Χριστού τους ειδωλολάτρες συγγενείς τους, Τρανκουιλίνο και Μαρκία, θεραπεύοντάς τους από την αρρώστια που τους βασάνιζε. Ο φλογερός λόγος και ο αποστολικός ζήλος του αγίου έφεραν επίσης στην Πίστη τον ανώτερο αξιωματούχο Νικόστρατο και τη σύζυγό του Ζωή, η οποία έπασχε από αλαλία και θεραπεύθηκε όταν ο Σεβαστιανός έκανε το σημείο του Σταυρού πάνω στα χείλη της. Αυτοί, με τη σειρά τους, προσηλύτισαν τον κομενταρήσιο (τον αξιωματούχο της αυλής) Κλαύδιο καθώς και άλλους εθνικούς, που μαζεύονταν στην κατοικία τους για να κατηχηθούν από τον Σεβαστιανό και να λάβουν το άγιο Βάπτισμα από τον ιερέα Πολύκαρπο, συνολικά εξήντα οκτώ άτομα. Όταν ήλθε η μέρα της θανάτωσης του Μάρκου και του Μαρκελλίνου, ο πατέρας τους Τρανκουιλίνος παρουσιάσθηκε ενώπιον του υπάτου, διακήρυξε τη μεταστροφή του και μίλησε τόσο πειστικά ώστε ημέρεψε η καρδιά του σκληρόκαρδου Χρωματίου που τον άκουγε με προσοχή, κι έγινε κι εκείνος χριστιανός. Την επομένη, με πίστη και ζήλο, ο ύπατος κατακρήμνισε όλα τα είδωλα που βρίσκονταν στην κατοικία του. Ο γιος του Τιβούρτιος εξεπλάγη από τη μεταστροφή του πατέρα του, αλλά παρέμεινε αναποφάσιστος, μη τολμώντας ακόμη να αρνηθεί τη δεισιδαιμονία. Πρότεινε στους αγίους μια συμφωνία: τους υποσχέθηκε να τους ακολουθήσει και να καταστρέψει τα είδωλα, αν ο πατέρας του θεραπευόταν από μια ασθένεια που τον έκανε να πρήζεται και τον απειλούσε με ολική παραλυσία. Ο Χρωμάτιος, μη υπολογίζοντας την αρρώστια του, δεν είχε θέσει κανέναν όρο για τη μεταστροφή του και έλεγξε τον Τιβούρτιο θέλοντας να τον εμποδίσει· τον τύλιξε όμως ξαφνικά ουράνιο φως και ακούσθηκε φωνή που έλεγε: «Είσαι μακάριος που πίστευσες στον Χριστό και γι’ αυτό μ’ έστειλε ο Χριστός να σε θεραπεύσω». Ίσως να ήταν η φωνή του αγγέλου του ή κάποιου αγίου. Άναυδος ο Τιβούρτιος μπροστά στη θαυματουργική ίαση, έπεσε στα πόδια των αγίων, ζήτησε συγχώρεση και λίγο αργότερα έλαβε το άγιο Βάπτισμα μαζί με τον πατέρα του και όλο το σπιτικό τους.

     Ο αρχιεπίσκοπος Ρώμης Γάιος (283-296) καταχάρηκε πληροφορούμενος τη μεταστροφή των δύο εθνικών· ήλθε, ασπάσθηκε τους νέους αδελφούς και τους ανήγγειλε ότι σε λίγο θα διοριζόταν νέος ύπατος, ο οποίος θα τους θανάτωνε. Τους συμβούλευσε να χωρισθούν σε δύο ομάδες: η μία με τον Σεβαστιανό επικεφαλής θα έμενε στη Ρώμη για να μαρτυρήσει στο όνομα του Χριστού, η άλλη με επικεφαλής τον Πολύκαρπο θα αναζητούσε καταφύγιο κάπου μακριά. Οι μεν και οι δε συναγωνίζονταν ποιος θα μείνει με τον Σεβαστιανό, πεπεισμένοι ότι το μαρτύριο είναι η βασιλική οδός προς τη Βασιλεία του Θεού· τελικά όμως υπάκουσαν στη συμβουλή του ιεράρχη, με εξαίρεση τον νεαρό Τιβούρτιο, ο οποίος κατόρθωσε να συγκαταλεχθεί μεταξύ εκείνων που έμειναν να μαρτυρήσουν. Ο Μάρκος και ο Μαρκελλίνος χειροτονήθηκαν διάκονοι, ο πατέρας τους Τρανκουιλίνος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και ο Σεβαστιανός ετέθη επικεφαλής αυτής της ιερής ομάδας των μαρτύρων. Έπαυσαν τότε κάθε εγκόσμια δραστηριότητα και ανέμεναν στην πόλη να τους συλλάβουν, νηστεύοντας, προσευχόμενοι ακατάπαυστα και ψάλλοντας ευχαριστήριους ύμνους. Πολύς ήταν ο κόσμος που τους επισκεπτόταν και θεραπευόταν από τα ψυχικά και σωματικά δεινά του.

     Η πρώτη που μαρτύρησε από την ομάδα ήταν η μακαρία Ζωή. Τη συνέλαβαν την ώρα που πήγαινε στον ναό και την κρέμασαν ανάποδα· αναθυμιάσεις και πυκνός καπνός προκάλεσαν τον θάνατο από ασφυξία. Έριξαν κατόπιν το σώμα της στον Τίβερη ποταμό. Ακολούθησε ο Τρανκουιλίνος, ο οποίος ετελειώθη με λιθοβολισμό και το σώμα του το έριξαν επίσης στο ποτάμι. Ο Νικόστρατος και ο Κλαύδιος αναζήτησαν τα τίμια λείψανα των συντρόφων τους· συνελήφθησαν στις όχθες του Τίβερη, παρουσιάσθηκαν ενώπιον του νέου υπάτου και κατόπιν ενώπιον του αυτοκράτορα, που διέταξε να τους θανατώσουν με ραβδισμούς και να πετάξουν τα σώματά τους στον ποταμό. Όσο για τον Τιβούρτιο, τον κατήγγειλε ένας ψευδοχριστιανός, τον ανέκριναν και ομολόγησε ευθαρσώς τον Χριστό· τον έβαλαν πάνω σε πυρωμένα κάρβουνα και ο μάρτυς ετελειώθη με αποκεφαλισμό. Τον Καστούλο, που έκρυβε τους αγίους στην κατοικία του, τον έθαψαν ζωντανό και οι δύο αδελφοί Μάρκος και Μαρκελλίνος, αφού με αγαλλίαση υπέμειναν διάφορα μαρτύρια, ετελειώθησαν με λογχισμό.

     Ο άγιος Σεβαστιανός παρέμεινε ύστατος όλων, ανυπομονώντας να συναντήσει κι εκείνος τον Θεό στη Χώρα των Ζώντων. Παρουσιάσθηκε ενώπιον του αυτοκράτορα, ομολόγησε γαλήνια την αλήθεια και απάντησε στον ηγεμόνα, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι στρεφόταν εναντίον του, ότι πάντα προσευχόταν για τη μακροημέρευση της αυτοκρατορίας. Όταν απαγγέλθηκε η θανατική καταδίκη, έφθασε στον τόπο της εκτέλεσης συνοδευόμενος από πλήθος κόσμου. Τον έδεσαν σε στύλο και τον έβαλαν στόχο οι δήμιοι τοξότες. Τα κοφτερά βέλη έγιναν σύντομα ένα θανατηφόρο νέφος για τον μάρτυρα, κατατρυπώντας φρικτά το αγνό σώμα του. Στο τέλος, εγκατέλειψαν τον άγιο μάρτυρα μέσα σε μια λίμνη αίματος, με τα φονικά βέλη καρφωμένα στο σώμα του «ωσάν τα αγκάθια του ακανθόχοιρου», νομίζοντάς τον νεκρό· όμως μια χριστιανή πήρε το τίμιο σώμα και σύντομα με την πρόνοια του Θεού, ο Σεβαστιανός ιάθηκε τελείως και πολύ γρήγορα παρουσιάσθηκε εκ νέου ενώπιον του τυράννου, ο οποίος βλέποντάς τον εξεπλάγη. Με διαταγή του αυτοκράτορα τον πήγαν τότε στην αρένα, όπου χτυπήθηκε με ρόπαλα και το σώμα του κατασχίστηκε μπροστά στον μαινόμενο όχλο και το πέταξαν κατόπιν στον κοινό βόθρο για να μη το βρουν οι χριστιανοί.

     Το ίδιο βράδυ της θανάτωσης του αγίου Σεβαστιανού, μια ευλαβής χριστιανή της Ρώμης έλαβε σε όραμα την εντολή να πάρει το τίμιο σκήνωμα και να το ενταφιάσει σε μια κρύπτη (κατακόμβη), επάνω από την οποία οικοδομήθηκε ναός αφιερωμένος στην τιμή του, την εποχή της ειρήνης του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Εκεί, επί σειρά αιώνων, επιτελέσθηκαν πολλά θαύματα με την παρέμβαση του αγίου μάρτυρος Σεβαστιανού.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Συγκλήτου σφαλλομένης παριδὼν τὰ συνέδρια, Σεβαστιανὲ πανολβίαν, συνεγείρεις συνέλευσιν, Μαρτύρων ἀληθῶς πανευκλεῶν, σὺν σοὶ καταβαλόντων τὸν ἐχθρόν, μεθ’ ὧν θείας συναυλίας ἀξιωθείς, φαιδρύνεις τοὺς βοῶντάς σοι· δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἱσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τῆς εὐσεβείας διαπρέπων τῷ ζήλῳ, μαρτυρικὸν συνασπισμὸν συναγείρεις, ὧν ἐν τῷ μέσῳ ἤστραψας ὡς ἄστρον φαεινόν· ὅθεν καὶ τοῖς βέλεσιν, οἷς ἐτρώθης τὸ σῶμα, τοῦ ἐχθροῦ κατέτρωσας, τὴν καρδίαν καιρίως, Μεγαλομάρτυς Σεβαστιανέ· ὅθεν Χριστός σε, ἐνθέως ἐδόξασε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Βούλημα τὸ θεῖον ἀποπληρῶν, βουλῆς ἀσεβούντων, ἀπεμάκρυνας σεαυτόν, καὶ σὺν Ἀθλοφόροις, Χριστῷ προσῳκειώθης· ὦ Σεβαστιανέ σε, ὅθεν δοξάζομεν.




[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 4ος (Δεκέμβριος),

σελ. 191–194.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Μάρτιος 20052.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΙΓΙΝΗΣ, Ο ΕΚ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΙΓΙΝΗΣ, Ο ΕΚ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

     Ο άγιος Διονύσιος γεννήθηκε το 1547 στη Ζάκυνθο, σε οικογένεια επιφανή και ευλαβή. Από την παιδική ήδη ηλικία του επέδειξε ζωηρή ευφυΐα και ιδιαίτερη κλήση για την πνευματική ζωή. Σύντομα απέταξε ό,τι του ήταν αγαπητό για να αφοσιωθεί στον αγώνα εναντίον των εγκοσμίων, της σαρκός και του διαβόλου, και εκάρη μοναχός στη μονή των Στροφάδων νήσων, που βρίσκονται λίγα μίλια νοτίως της Ζακύνθου. Παρά το νεαρόν της ηλικίας του, γρήγορα κατέστη υπόδειγμα αρετής και μοναχικής υπακοής ακόμη και για τους έμπειρους συμμοναστές του. Οι νηστείες πλέον, οι καθημερινές σχεδόν ολονύκτιες αγρυπνίες, η προσευχή και η διαρκής περισυλλογή τον ανύψωσαν στο αξίωμα της ιερωσύνης και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον μητροπολίτη Κεφαλονιάς Φιλόθεο (1570).

     Λίγο αργότερα, καθώς αναζητούσε πλοίο για να μεταβεί στους Αγίους Τόπους, πέρασε από την Αθήνα, όπου ο αρχιεπίσκοπος, έχοντας πληροφορηθεί τις λαμπρές αρετές του, τον πίεσε να δεχθεί το αξίωμα του επισκόπου Αιγίνης. Εγκαταλείποντας το σχέδιό του και θυσιάζοντας τον πόθο της ησυχίας του για να υποταγεί στη βούληση του Θεού, ο ταπεινός μοναχός ενθρονίσθηκε επίσκοπος και καθοδήγησε με φρόνηση και πατρική στοργή το πνευματικό ποίμνιό του στις τρίβους της χάριτος. Καθώς με την πάροδο του χρόνου απλωνόταν η φήμη του, αποφάσισε τελικά να παραιτηθεί για να αποφύγει τη μάταιη δόξα και τους περισπασμούς του κόσμου και επέστρεψε στην πατρίδα του το 1579. Κατ’ εντολή του οικουμενικού πατριάρχου Ιερεμίου του Β΄, ανέλαβε για βραχύ χρονικό διάστημα χρέη επισκόπου, όταν πέθανε ο επίσκοπος Ζακύνθου, αλλά μόλις εξελέγη ο διάδοχός του, έσπευσε να αποσυρθεί στα υψώματα του νησιού, στη Μονή της Παναγίας «Αντιφωνήτριας», της οποίας έγινε πνευματικός (1582). Μόνος και πάλι με μόνο τον Θεό, με τον ίδιο ζήλο που επέδειξε στα νιάτα του, επιδόθηκε ξανά στη νηστεία, στην άσκηση και στην προσευχή. Δεν άφηνε κανέναν να εισέλθει στο κελλί του και ο ίδιος έβγαινε μόνο για να μοιράσει ελεημοσύνη στους πτωχούς ή για να μεταδώσει στους μαθητές του τη φωτισμένη διδαχή του.

     Πάνω απ’ όλα διακρινόταν για τη φιλανθρωπία, την πραότητα, την ανεξικακία και τη συγχωρητικότητά του. Μια ημέρα ο δολοφόνος του κατά σάρκα αδελφού του αγίου έφθασε στη μονή κυνηγημένος από τις αρχές και τους συγγενείς του θύματος και ζήτησε καταφύγιο από τον άγιο Διονύσιο, χωρίς όμως να ξέρει για ποιον επρόκειτο. Μαθαίνοντας τον λόγο της καταδίωξης και την ταυτότητα του θύματος, ο άνθρωπος του Θεού συγκράτησε με όλη του τη δύναμη τη φυσιολογική οδύνη για τον χαμό του αδελφού του και τον πειρασμό να εκδικηθεί το έγκλημα φανερώνοντας τον εγκληματία. Κατά μίμηση Χριστού, ο Οποίος συγχώρεσε τους εχθρούς Του και προσευχόταν για τους διώκτες Του, ο άγιος προχώρησε προς τον δολοφόνο με συμπόνια, τον παρηγόρησε, τον στήριξε, τον παρότρυνε να μετανοήσει και τον έκρυψε σε ένα απόμακρο κελλί. Όταν οι διώκτες έφθασαν στη μονή, ανήγγειλαν τη φοβερή είδηση στον άγιο, που για την περίσταση υποκρίθηκε άγνοια του αποτροπιαστικού γεγονότος και προσπάθησε να καθησυχάσει με λόγια ειρηνικά την έξαψη των πνευμάτων και την επιθυμία εκδίκησης που ήταν διάχυτη σε όλους. Μόλις οι διώκτες απομακρύνθηκαν, ο άγιος έβγαλε τον δολοφόνο που εν τω μεταξύ είχε παραλύσει από τρόμο αλλά και έκπληξη μπροστά σε αυτό το ολοζώντανο παράδειγμα υπεράνθρωπης καλωσύνης, και τον άφησε ελεύθερο για να εργασθεί για τη σωτηρία της ψυχής του, αφού πρώτα του έδωσε τα απαραίτητα εφόδια και χρήματα για το ταξίδι.

     Στολισμένος με τόσο υπέροχες αρετές, ο άγιος Διονύσιος έλαβε επίσης παρά Θεού το χάρισμα να επιτελεί θαύματα. Μια ημέρα που έβρεχε καταρρακτωδώς, σταμάτησε τη ροή ενός ποταμού για να τον διασχίσει μαζί με τον μαθητή του. Η σορός μιας γυναίκας παρέμενε άλιωτη, γιατί την είχαν καταραστεί· ο άγιος Διονύσιος έβαλε να ανοίξουν τον τάφο και διάβασε τη συγχωρητική ευχή. Παρευθύς, η σορός έγινε σκόνη όπως επιτάσσει η φύση. Με τη δύναμη της προσευχής του, έδωσε την ευκαιρία σε άτυχους ψαράδες που βλασφημούσαν κατά του Θεού και του δούλου του, να βγάλουν μια θαυμαστή ψαριά και να μετανοήσουν για την ασέβειά τους. Αξιώθηκε, επίσης, να λάβει παρά Θεού το χάρισμα της διοράσεως και το χάρισμα της διάκρισης των λογισμών, και έτσι σε εκείνους που έρχονταν να εξομολογηθούν, υπενθύμιζε αμαρτήματα που παρέλειψαν να πουν ή κρατούσαν εσκεμμένα κρυφά.

     Ο άγιος ιεράρχης έφθασε σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών, διασκορπίζοντας γύρω του θαύματα, χαρά και αγάπη για τον πλησίον. Το σώμα του καταβλήθηκε από μια επώδυνη νόσο και την πολύχρονη άσκηση, και ο άγιος παρέδωσε τη ψυχή του στον Κύριο στις 17 Δεκεμβρίου του 1622, αφού προείπε την ημέρα εκδημίας του στους μαθητές του. Σύμφωνα με την επιθυμία του, η σορός του μεταφέρθηκε αμέσως με τη συνοδεία ύμνων και προσευχών μεγάλου πλήθους λαού, για να ενταφιασθεί στη Μονή των Στροφάδων. Μερικά χρόνια αργότερα, μετά από πολλές εμφανίσεις του αγίου στον ηγούμενο και στους αδελφούς της μονής, έγινε ανακομιδή του λειψάνου. Και –ω, του θαύματος!– βρέθηκε τελείως άφθορο και ανέδιδε ευωδία ζωής αιωνίου. Τοποθέτησαν τη σορό, ενδεδυμένη με τα επισκοπικά άμφια, στον νάρθηκα της εκκλησίας· κατόπιν, το 1717, μετά την καταστροφή της μονής από Τούρκους πειρατές, το τίμιο λείψανο μεταφέρθηκε στον καθεδρικό ναό της Ζακύνθου, όπου ευλαβικά το τιμούν όλοι οι κάτοικοι του νησιού. Με θαύματα, εμφανίσεις και πολλά σημεία, ο άγιος Διονύσιος δείχνει μέχρι τις ημέρες μας ότι παραμένει ζώσα παρουσία της Χάριτος και τιμάται δικαίως και πανδήμως ως κύριος πολιούχος της Ζακύνθου.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.

Τῆς Ζακύνθου τὸν γόνον καὶ Αἰγίνης τὸν πρόεδρον, τὸν φρουρὸν Μονῆς τῶν Στροφάδων, Διονύσιον ἅπαντες, τιμήσωμεν συμφώνως οἱ πιστοί, βοῶντες πρὸς αὐτὸν εἰλικρινῶς· σαῖς λιταῖς τοὺς τὴν σὴν μνήμην ἐπιτελοῦντας, σῶσον καὶ βοῶντάς σοι· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ δωρησαμένῳ σε ἡμῖν, πρέσβυν ἀκοίμητον.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.

ορτάζει σήμερον, τῶν Ζακυνθίων ἡ νῆσος, ἑορτὴν χαρμόσυνον, σὺν τῇ Μονῇ τῶν Στροφάδων, Αἴγιναν, τὴν ἐν Κυκλάσι προσκαλουμένη, ᾄσμασιν, ἀξιοχρέως συνευφημῆσαι, καὶ φαιδρῶς πανηγυρίσαι, τὸ κοινὸν κλέος, νῦν Διονύσιον.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Χαίροις τῆς Ζακύνθου γόνος λαμπρός, πρόεδρος Αἰγίνης, καὶ Στροφάδων μέγας φρουρός· χαίροις Ἐκκλησίας, νέος φωστὴρ τρισμάκαρ, Ἀρχιερέων δόξα, ὦ Διονύσιε.




[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 4ος (Δεκέμβριος),

σελ. 187–189.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Μάρτιος 20052.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2020

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ

     Μια αληθινή μαρτυρία του π.Σ. είναι και η ακόλουθη: «Όταν ήμουν εννέα χρόνων παιδί, στις 29-5-1962, έπαιζα με άλλα παιδιά και ξαφνικά ένα με χτύπησε πολύ δυνατά.

     »Έχασα τη συνείδησή μου. Μετά είδα ότι η ψυχή μου βγήκε από το σώμα και ξεκίνησε να πάει προς μία κατεύθυνση που εκεί ήταν πολύ σκοτάδι. Αιφνιδίως παρουσιάστηκε ένας Άγγελος φωτεινός, με κράτησε στην αγκαλιά του· και έτσι όπως τον κρατούσα και εγώ, ξεκίνησε να πετά προς τα πάνω με μεγάλη ταχύτητα.

     »Στην πορεία μας έβλεπα όλα τα (εναέρια) τελώνια (των δαιμόνων), το ένα πάνω από το άλλο, και τους δαίμονες να κάθονται εκεί, αλλά εμείς περνούσαμε από μακριά και με μεγάλη ταχύτητα.

     »Μας σταμάτησαν στο τελευταίο τελώνιο, γιατί είχα κλέψει το στυλό ενός συμμαθητού μου. Αλλά ο Άγγελος είπε: “Τον πηγαίνω στον Κύριο!” και συνεχίσαμε. Φθάσαμε σ’ ένα μέρος όπου από πάνω ξεχυνόταν πολύ δυνατό φως και μπορούσα να βλέπω μόνο προς τα κάτω. Ο Άγγελος στάθηκε λίγο πιο πάνω και είπε: “Κύριε, αυτός είναι ακόμα πολύ μικρός!”. Τότε άκουσα μια γλυκιά και ωραιότατη φωνή να απαντά στον Άγγελο: “Αυτός θα Με διακονήσει!”.

     »Αμέσως ο Άγγελος με πήρε και αρχίσαμε να πετάμε πάλι προς τα κάτω πολύ γρήγορα. Με πήγε στο νοσοκομείο, όπου βρισκόταν το σώμα μου και το έβλεπα. Ο Άγγελος με άφησε χωρίς να πει τίποτα και έφυγε.

     »Έπειτα συνήλθα και σχεδόν αμέσως ξέχασα το συμβάν. Το θυμήθηκα όμως πολύ καλά όταν έγινα μοναχός το 1995 (μετά από τριάντα τρία χρόνια) και ήμουν έτοιμος να λάβω και την ιερωσύνη.

     »Νομίζω ότι ο Θεός το είχε θάψει στη μνήμη μου για να εκδηλωθεί ελεύθερα η βούληση και η επιλογή στην κλήση μου».

 

[ «Ασκητές μέσα στον κόσμο»,

Τόμ. Α΄, Μέρος Β΄, κεφ. 23ο, 

σελ. 362–363,

Άγιον Όρος 20097.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]





 

Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2020

ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

     Υπάρχουν άνθρωποι, που πας αυθόρμητα και πηγαία να τους αγαπήσεις και –άγνωστο γιατί– βλέπεις να πλήττουν, να μαραζώνουν και ν’ αρρωσταίνουν! Αρχίζουν να αρνούνται και να απωθούν αυτή την αγάπη που τους προσφέρεται άδολα και ειλικρινά· τη δοκιμάζουν και την αποδοκιμάζουν με τις υποψίες, τις υπόνοιες, τις αντιρρήσεις, την αντιδραστικότητα, τα ανώφελα ερωτηματικά, τη γκρίνια, την ακύρωση, με τον εγωισμό που δεν τους αφήνει να δοθούν και να παραδοθούν σε αυτή την αγάπη, είτε αυτή η αγάπη είναι απευθείας του Θεού είτε των εκ του Θεού ανθρώπων. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους η μοναξιά είναι πλέον επιλογή· δυστυχώς, μια θλιβερή και αποκαρδιωτική επιλογή, μέσα από την οποία αντιστρέφουν και απομακρύνουν κάθε καλό στη ζωή τους.

     Αντίθετα, υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, οι εντελώς άλλοι άνθρωποι, που εμπνέουν και αξίζουν κάθε αγάπη, που συμβάλλουν και συνεισφέρουν πρακτικά στην πραγμάτωση και το μεγαλείο της, αλλά για κάποιο λόγο φαίνεται να έχουν σχεδόν εξαντληθεί στο στίβο του καθημερινού τους αγώνα με την καρτερία και την υπομονή σε όλα· μένουν όμως απτόητοι παρόλο που γεύτηκαν κάθε πόνο, εγκατάλειψη και προδοσία, κάθε απόρριψη και πίκρα, κάθε εναντίωση και υποκρισία. Δεν είναι φυσικά οι μελογραφικοί «καρπαζοεισπράκτορες» των αμέτρητων ιστοριών των ανθρώπινων σχέσεων, αλλά είναι οι μαρτυρικοί φορείς και αναμεταδότες της θείας αγάπης στη ζωή τους, για τη ζωή των πολλών κατ’ επέκταση.

     Πολύ λογικά και δικαιολογημένα, έχουν ή θα μπορούσαν να έχουν κάθε λόγο να μη χαίρονται και να μην αγαπούν ή έστω να αγαπούν με τις αυστηρές προϋποθέσεις που ορίζει το πληγωμένο τους εγώ. Κι όμως! Η αγάπη που εμπνέουν αντιεγωικά, μοναδικά και απίστευτα, αποτελεί τον θαυμασμό, το καύχημα και το παράδειγμα που εξυγιαίνει τις καλοπροαίρετες καρδιές που τους προσεγγίζουν, το μυστικό αποκούμπι τόσων συνανθρώπων τους. Ας μη τους καταλάβει, ας μη τους νιώσει, ας μη τους αναγνωρίσει κι ας μη τους εκτιμήσει κανείς. Αυτοί έγιναν προ πολλού πραγματικά χαλκέντεροι με τις τόσες σπουδαίες υπερβάσεις τους. Η μοίρα τους δεν είναι ποτέ ταυτόσημη ή παράλληλη με τη μοίρα των πολλών, γιατί η αγάπη του Θεού που βιώνουν εσωτερικά μέσα τους, τους έκανε αξιωματικά μετάρσιους, υπόπτερους και εποπτικούς. Η αγάπη που εμπνέουν δυναμικά και πέρα από κάθε λόγο περιγραφής είναι ο Θεός που ενοικεί αμάρτυρα στο κέντρο της καρδιάς τους.

     Η θεία Χάρη τούς έκαμε ευαίσθητους, προσεκτικούς, ακλόνητους, ανενδεείς, γλυκούς, ευγενείς και απαθείς. Με τη θεία ταπείνωση πραγματικά δεν έχουν ανάγκη κανέναν, παρά μόνο να αγαπούν και να βοηθούν κάθε έναν που βυθίζεται στις ανάγκες του. Κι αν τους πεταχτεί κανένα παραπέτασμα μοναξιάς, αυτοί χαίρονται γιατί στο τέλος γιγαντώνονται μέσα από την Προσευχή και τη Θεοκοινωνία που αποτρυγούν στην ησυχία του περιθωρίου που τους αφήνει ειρωνικά ο ανίδεος και απελπισμένος κόσμος. Όλα τα μετατρέπουν σε χάρη, γιατί εντός τους κάθε είδωλο του κόσμου σωριάστηκε με πάταγο· γιατί η χάρη της ελεύθερης εν Χριστώ αγάπης είναι μαζί τους και μέσα τους.

     Αυτούς τους ανθρώπους λοιπόν αξίζει πέρα ως πέρα να αγωνιστούμε να βρούμε και να βρίσκουμε, να ακούμε και να προσέχουμε· αυτούς τους ανθρώπους να μοιάζουμε κατά τη δύναμή του ο καθένας…

 

π. Δαμιανός








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΕΟΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΕΟΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, 

Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

     Ο άγιος πατήρ ημών Γρηγόριος γεννήθηκε περί το 214, στους κόλπους επιφανούς οικογενείας εθνικών στη Νεοκαισάρεια του Πόντου. Η μητέρα του, έχοντας επωμισθεί μόνη της την ευθύνη για τη μόρφωση των τριών παιδιών της, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, φρόντισε να τους προσφέρει μια εκλεπτυσμένη παιδεία. Ο Γρηγόριος, που τότε ονομαζόταν Θεόδωρος, επέδειξε όχι μόνον σπουδαία προσόντα στη μελέτη, και ιδιαιτέρως στη ρητορική, αλλά και μια βαθειά σοφία, όπως και μεγάλη πραότητα. Από ηλικία δεκατεσσάρων χρόνων απομακρύνθηκε από τα θορυβώδη παιγνίδια των συνομηλίκων του, για να επιδοθεί στη μελέτη της αρμονίας της κτίσεως και να αντλήσει από αυτή κάποια σχετική και ικανοποιητική ιδέα του μόνου Δημιουργού. Η Χριστιανική Πίστη ήταν στην πράξη σχεδόν άγνωστη σε εκείνη την περιοχή: όλοι κι όλοι στην περιοχή της Νεοκαισάρειας ήταν δεκαεπτά τον αριθμό!!

     Οι σύντροφοι του νέου, από φθόνο που τον έβλεπαν να διάγει τόσο σώφρονα και αγνό βίο, πλήρωσαν μια μέρα κάποια πόρνη, για να δημοσιοποιήσει αναίσχυντα παντού ότι ο Θεόδωρος είχε παραδοθεί μαζί της στην ακολασία. Ακούγοντας τις διαβολές αυτές, ο αγαθός νεανίας δεν ζήτησε να βρει το δίκιο του, μήτε εξοργίσθηκε με τους υπεύθυνους γι’ αυτές, αλλά αρκέσθηκε μόνον να αποπέμψει την εταίρα δίνοντάς της τόσα χρήματα, όσα είχε λάβει για να διαδώσει τα ψέματα εκείνα, με σκοπό να τον αφήσει ήσυχο. Αλλά μόλις πήρε στα χέρια της τα χρήματα, η γυναίκα έπεσε στο έδαφος ευρισκόμενη σε τρομερή ταραχή που της προκάλεσε ο δαίμονας, και βρήκε την ειρήνη μόλις ο άγιος προσευχήθηκε υπέρ αυτής.

     Η μητέρα του Θεοδώρου και του αδελφού του Αθηνοδώρου, είχε αποφασίσει να στείλει τους δύο γιους της να συνεχίσουν τις νομικές σπουδές τους στην περίφημη σχολή της Βηρυτού, αλλά τους ζήτησε να συνοδεύσουν πρώτα την αδελφή τους στην Καισάρεια της Παλαιστίνης για να συναντήσει εκεί τον σύζυγό της. Εκεί λοιπόν οι δύο νέοι έκαναν τη γνωριμία του μεγάλου Ωριγένους (185-251/254) και, εγκαταλείποντας κάθε άλλο σχέδιο σπουδών, παρακολούθησαν με μεγάλη δίψα τα μαθήματά του για περίπου πέντε χρόνια (233-238). Ο μεγάλος αλεξανδρινός δάσκαλος τούς εισήγαγε στη Χριστιανική Πίστη και Θεολογία, αλλά διατήρησαν αρκούντως τη διάκριση να μην πέσουν σε ορισμένα σφάλματά του που οφείλονταν σε υπερβολικά τολμηρές εικοτολογίες για τα θεία Μυστήρια. Ας σημειωθεί ότι στον «Προσφωνητικὸν Λόγον εἰς Ὠριγένην» (PG 10, 1068), ο άγιος Γρηγόριος περιγράφει γλαφυρά την κοινή ζωή των μαθητών γύρω από τον μεγάλο αυτόν δάσκαλο.

     Επιστρέφοντας στην πατρίδα του, πολλοί ευγενείς κατέκλυσαν τον Γρηγόριο με συμφέρουσες προτάσεις για να γίνει ο ίδιος παιδαγωγός των παιδιών τους. Ο νέος όμως απέρριψε τα απατηλά αυτά θέλγητρα του κόσμου και αναχώρησε στην έρημο, για να ζήσει μόνος ενώπιον του Θεού με άσκηση και προσευχή. Ο αρχιεπίσκοπος της Αμασείας, Φαίδιμος, ακούγοντας να γίνεται λόγος για τις αρετές του Γρηγορίου και τα χαρίσματά του στη ρητορική τέχνη, προσπάθησε να τον πείσει να έλθει στη μητρόπολη, για να χειροτονηθεί επίσκοπος Νεοκαισαρείας. Καθώς ο Γρηγόριος αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ασκητήριό του για να επιστρέψει στην τύρβη του μάταιου κόσμου, ο Φαίδιμος έπραξε κάτι εντελώς ασυνήθιστο και πρωτόγνωρο για τα εκκλησιαστικά ειωθότα· χειροτόνησε τον Γρηγόριο εξ αποστάσεως, δίχως άμεση επίθεση των επισκοπικών χειρών επί της κεφαλής του χειροτονούμενου, και του έστειλε μία επιστολή που βεβαίωνε ότι εκών-άκων ήταν εφεξής επίσκοπος της πατρίδας του!! Ο Γρηγόριος, ηλικίας τότε περίπου τριάντα χρόνων, όφειλε να υπακούσει στο θέλημα του Θεού, αλλά δεν άφησε την ησυχία, παρά μόνον αφού πέρασε πολλές ημέρες και νύκτες προσευχόμενος για να τον ενδυναμώσει ο Θεός στο ποιμαντικό του έργο.

     Μία νύκτα, η Υπεραγία Θεοτόκος και ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος [26 Σεπ.· 8 Μαΐου], του φανερώθηκαν και του αποκάλυψαν με υπέρλογη σαφήνεια το ανεξιχνίαστο μυστήριο της ενότητας της θείας Φύσεως και της διακρίσεως των τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος με αυτά τα υψήγορα λόγια:

     «Εἷς Θεός, Πατὴρ Λόγου ζῶντος, Σοφίας ὑφεστώσης καὶ δυνάμεως καὶ χαρακτῆρος ἀϊδίου. Τέλειος τελείου γεννήτωρ, Πατὴρ Υἱοῦ μονογενοῦς. Εἷς Κύριος, μόνος ἐκ μόνου, Θεὸς ἐκ Θεοῦ· χαρακτὴρ καὶ εἰκὼν τῆς Θεότητος, λόγος ἐνεργός· σοφία τῆς τῶν ὅλων συστάσεως περιεκτικὴ καὶ δύναμις τῆς ὅλης κτίσεως ποιητική. Υἱὸς ἀληθινός, ἀληθινοῦ Πατρός, ἀόρατος ἀοράτου· καὶ ἄφθαρτος ἀφθάρτου· καὶ ἀθάνατος ἀθανάτου, καὶ ἀΐδιος ἀϊδίου. Καὶ ἓν Πνεῦμα Ἅγιον ἐκ Θεοῦ τὴν ὕπαρξιν ἔχον· καὶ διὰ Υἱοῦ πεφηνός, δηλαδὴ τοῖς ἀνθρώποις, εἰκὼν τοῦ Υἱοῦ, τελείου τελεία· ζωή, ζώντων αἰτία· πηγὴ ἁγία· ἁγιότης, ἁγιασμοῦ χορηγός. Ἐν ᾧ φανεροῦται Θεὸς ὁ Πατήρ, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ ἐπὶ πᾶσι· καὶ Θεὸς ὁ Υἱὸς ὁ διὰ πάντων. Τριὰς τελεία, δόξῃ καὶ ἀϊδιότητι καὶ βασιλείᾳ, μὴ μεριζομένη, μηδὲ ἀπαλλοτριουμένη. Οὔτε κτιστόν τι, ἢ δούλον ἐν τῇ Τριάδι, οὔτε ἐπείσακτον, ὡς πρότερον μὲν οὐχ ὑπάρχον, ὕστερον δὲ ἐπεισελθόν. Οὔτε, οὖν, ἐνέλιπε ποτὲ Υἱὸς Πατρί, οὔτε Υἱῷ τὸ Πνεῦμα· ἀλλ’ ἄτρεπτος καὶ ἀναλλοίωτος ἡ αὐτὴ Τριὰς ἀεί» (Άγιος Γρηγόριος Θαυματουργός· «Ἔκθεσις Πίστεως» (PG 10, 983-988).

     Με άλλα λόγια:

     «Ένας ο Θεός, ο Πατήρ του ζωντανού Λόγου, που έχει τη σοφία, τη δύναμη και τον χαρακτήρα παντοτινά, του Υιού που είναι τέλειος του τέλειου Γεννήτορα· ο Πατήρ του μονογενούς Υιού. Ένας ο Κύριος, μόνος από τον μόνο, Θεός από τον Θεό· που είναι ο χαρακτήρας και η εικόνα της Θεότητας και ενεργός λόγος· η σοφία που εμπεριέχει τη σύσταση των πάντων και που έχει την δημιουργική δύναμη όλης της κτίσης· Υιός αληθινός του αληθινού Πατρός, αόρατος του αόρατου, όπως και άφθαρτος του άφθαρτου, αθάνατος του αθάνατου και παντοτινός του παντοτινού. Ένα και το Πνεύμα το Άγιο που έχει την ύπαρξη από τον Θεό· που φανερώθηκε μέσω του Υιού στους ανθρώπους, που είναι η τέλεια εικόνα του τέλειου Υιού, που είναι η ζωή και η αιτία όλων αυτών που ζουν, που είναι αγία πηγή των αγαθών, η αγιότητα και ο χορηγός του αγιασμού· σε Αυτό φανερώνεται ότι Θεός ο Πατήρ, που είναι πάνω από όλους και από όλα· Θεός και ο Υιός, που είναι παντού. Τριάδα τέλεια, μέσα στη δόξα, την αιωνιότητα και τη βασιλεία, που δεν κομματιάζεται και που δεν χάνει την κυριότητα ποτέ. Και δεν βρίσκεται κάτι κτιστό ή κατώτερο μέσα στην Τριάδα, ούτε κάτι που να ήρθε έξω από Αυτήν, κάτι που να υπήρχε πρωτύτερα ή σαν να εμφανίστηκε ύστερα σε Αυτήν. Και ούτε άφησε ποτέ ο Υιός τον Πατέρα, ούτε το Άγιο Πνεύμα τον Υιό, αλλά πάντοτε παραμένει ίδια, άτρεπτη και αναλλοίωτη η Τριάδα».

     Ενδυναμωμένος από το Άγιο Πνεύμα και έχοντας γίνει άξιος να δεχθεί, όπως πάλαι ο Μωυσής, την αποκάλυψη των θείων Μυστηρίων κατευθείαν από τον Θεό, ο Γρηγόριος αποδείχθηκε ένας ακάματος απόστολος της αληθινής Πίστεως σε όλη την περιοχή της Νεοκαισάρειας. Μετέστρεφε τους ανθρώπους τόσο με τον λόγο του όσο και με το πλήθος των θαυμάτων του: περίτρανες ήταν οι αποδείξεις ότι η δύναμη του Θεού ήταν πάντα μαζί του και όχι με το μέρος των ανίσχυρων δαιμόνων των ειδωλολατρών· γι’ αυτό σύντομα και ορθότατα τον ονόμασαν «Θαυματουργό». Ο Μέγας Βασίλειος [1 Ιαν.], του οποίου η μάμμη, Μακρίνα, ήταν μαθήτρια του αγίου Γρηγορίου, τον εγκωμιάζει σε πολλές επιστολές του (ιδιαίτατα στο «Περὶ Ἁγίου Πνεύματος Β΄» 19, ΕΠΕ, 10, 483)

     Έτσι, λοιπόν, με αυτή την άνωθεν εξαίρετη χάρη της θαυματουργίας, εξεδίωξε τον δαίμονα ενός ειδωλολατρικού ναού· αποξήρανε μια λίμνη που ήταν αιτία διαμάχης μεταξύ δύο αδελφών· σταμάτησε μια πλημμύρα του ποταμού Λύκου· παιδαγώγησε δύο Εβραίους που προσπαθούσαν να τον εξαπατήσουν· ελευθέρωσε έναν δαιμονισμένο νέο· με δική του θεϊκή προσευχή διάλεξε τον Αλέξανδρο για επίσκοπο Κομάνων [12 Αυγ.].

     Το 250, κατά τον σκληρό και βίαιο διωγμό του Δεκίου (201-251), ο Γρηγόριος και πλήθος πιστών προτίμησαν να διαφύγουν στα βουνά που βρίσκονται κοντά στη Νεοκαισάρεια, παρά να εκτεθούν στον θάνατο ανωφελώς. Στην πραγματικότητα, όσον αφορούσε εκείνον, ήταν ήδη νεκρός για τον κόσμο προ πολλού ήδη, και το να εγκαταλείψει αυτή την τωρινή πλην πρόσκαιρη ζωή με σκοπό «σὺν Χριστῷ εἶναι», ήταν γι’ αυτόν, όπως και για τον Απόστολο Παύλο (Φιλιπ. 1, 23-24), ό,τι το καλύτερο· η αγάπη, ωστόσο, των πιστών και η φροντίδα να διατηρηθεί η Εκκλησία ενδυναμώνοντας την πίστη των ασθενεστέρων, τον έπεισαν να προτιμήσει τη φυγή. Από το καταφύγιό του προσευχόταν με θέρμη για τους μάρτυρες που προσέφεραν το αίμα τους και περιέγραφε στους συντρόφους του, σαν να τους είχε μπροστά στα μάτια του.

     Μια μέρα, στρατιώτες που είχαν ανακαλύψει το καταφύγιό τους, ετοιμάζονταν να τους συλλάβουν, αλλά με την προσευχή του αγίου, ο Θεός τούς έκανε κυριολεκτικά αόρατους· στα μάτια της διωκτικής σπείρας, τόσο ο άγιος Γρηγόριος όσο και ο διάκονός του, είχαν διά της χάριτος μεταμορφωθεί σε δύο δέντρα, που τα υψιτενή κλαδιά τους ήταν τα υψωμένα και ακίνητα χέρια των διωκομένων που είχαν αφοσιωθεί εξ ολοκλήρου στη θερμή προσευχή. Μετά από αυτό οι στρατιώτες επέστρεψαν απογοητευμένοι και άπρακτοι στη βάση τους («Ευεργετινός», τόμ. Δ΄, υπόθ. Θ΄, §Β΄).

     Όταν έληξε ο διωγμός, φρόντισε για την περισυλλογή των τιμίων λειψάνων των μαρτύρων και για την τέλεση μεγάλων εορτών προς τιμήν τους, τις ίδιες μάλιστα ημέρες κατά τις οποίες οι ειδωλολάτρες συνήθιζαν να κάνουν τις δικές τους τελετές, έτσι ώστε όλη η περιοχή εκχριστιανίσθηκε βαθειά και τα πλέον ειδωλολατρικά τους ήθη μεταμορφώθηκαν σύντομα σε ευλογημένες πνευματικές χαρές. Γύρω στο 254, η περιοχή λεηλατήθηκε από τους Γότθους και τους Βοράδες, και ο άγιος επίσκοπος έγινε «τὰ πάντα τοῖς πᾶσι» (Α΄ Κορ. 9, 19) για να στηρίξει το δοκιμασμένο ποίμνιό του. Το 264 (ή 265), μαζί με τον αδελφό του Αθηνόδωρο, που ήταν επίσκοπος μια άλλης πόλεως της περιοχής, συμμετείχε στην πρώτη Σύνοδο της Αντιοχείας, που συγκροτήθηκε κατά του Παύλου του Σαμοσατέα (200-275), εχθρού του δόγματος της Αγίας Τριάδος. Αυτός ο αιρετικός υποστηριζόταν από τη Ζηνοβία, τη βασίλισσα της Παλμύρας (240-274), και καταδικάσθηκε οριστικά από τη Β΄ Σύνοδο της Αντιοχείας (268).

     Ο άγιος Γρηγόριος συνέχισε να διαλάμπει με τα θαύματά του και το κήρυγμα της Ορθοδόξου Πίστεως για πολλά χρόνια. Κατά το 275, λίγες ημέρες πριν εκδημήσει για τις αιώνιες μονές, ρώτησε τους κοντινούς του ανθρώπους, πόσοι ειδωλολάτρες παρέμειναν στην επισκοπή του. Τον πληροφόρησαν ότι αυτοί δεν ήταν περισσότεροι από δεκαεπτά: ο ίδιος αριθμός με εκείνον των χριστιανών, όταν ανέλαβε το αξίωμά του!! Έτσι, εκοιμήθη με την ειρήνη και χαρά του πιστού δούλου εκείνου που, σύμφωνα με το ιερό Ευαγγέλιο, εκπλήρωσε θεάρεστα το καθήκον που του ανέθεσε ο πανάγαθος Κύριός του (βλ. Ματθ. 24, 45-47 και 25, 21· Λουκ. 19, 12-19).

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. δ΄.

ν προσευχαῖς γρηγορῶν, ταῖς τῶν θαυμάτων ἐνεργείαις ἐγκαρτερῶν, ἐπωνυμίαν ἐκτήσω τὰ κατορθώματα. Ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, φωτίσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν, μήποτε ὑπνώσωμεν ἐν ἁμαρτίαις εἰς θάνατον.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Θαυμάτων πολλῶν, δεξάμενος ἐνέργειαν, σημείοις φρικτοῖς, τοὺς δαίμονας ἐπτόησας, καὶ τὰς νόσους ἤλασας, τῶν ἀνθρώπων πάνσοφε Γρηγόριε· διὸ καλῇ θαυματουργός, τὴν κλήσιν ἐξ ἔργων κομισάμενος.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.

ς εὐσεβείας ὑποφήτην καὶ διδάσκαλον, καὶ τῶν θαυμάτων ποταμόν σε ἀνεξάντλητον, μακαρίζομεν οἱ δοῦλοί σου Ἱεράρχα. Ἀλλ’ ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον, ἐκ παντοίων ἀπολύτρωσαι κακώσεων, τοὺς βοῶντάς σοι· χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Τῇ φιλοσοφίᾳ πρὸς ἀληθῆ, γνῶσιν κεχρημένος, οἷα κλίμακα νοητῇ, πρὸς θεολογίας, ἀνέδραμες τὸ ὕψος, Γρηγόριε θαυμάτων, καινῶν διάκονε.




[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας,

Τόμος 3ος (Νοέμβριος),

σελ. 170–174.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Ξενοφών Κομνηνός.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Απρίλιος 20122.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.