Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ Ζ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ 
ΤΗΣ Ζ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ


     Κατά την 11η του μηνός Οκτωβρίου ή την πρώτη Κυριακή αμέσως μετά από αυτή την ημέρα, επιτελούμε την μνήμη των αγίων και θεοφόρων Πατέρων που συγκρότησαν στην Νίκαια την Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο. Όταν η αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία [7 Αυγ.] ανέλαβε την αντιβασιλεία του γιου της Κωνσταντίνου ΣΤ΄, η πρώτη της μέριμνα ήταν να θέσει τέλος στον διωγμό κατά των αγίων εικόνων που είχε αρχίσει ο Λέων ο Ίσαυρος (717-741), τον οποίο συνέχισε με περισσότερη ωμότητα ο Κωνσταντίνος ο Ε΄ ο Κοπρώνυμος. Για να εφαρμόσει το σχέδιό της, ανέβασε στον πατριαρχικό θρόνο τον σύμβουλό της άγιο Ταράσιο [25 Φεβρ.], ζητώντας του να ετοιμάσει για τον Αύγουστο του 786 μία μεγάλη σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη που θα αποφάσιζε για την Πίστη της Εκκλησίας στο θέμα αυτό. Αλλά οι ταραχές που προκάλεσαν οι εικονομάχοι ανάγκασαν τον πατριάρχη να μεταθέσει την σύγκληση της αγίας Συνόδου στο επόμενο έτος.

     Η Σύνοδος μεταφέρθηκε τελικά στην Νίκαια, στην βασιλική της Αγίας Σοφίας, εκεί όπου είχε συνέλθει η αγία Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος (325), και έλαβε χώρα από τις 24 Σεπτεμβρίου έως και τις 13 Οκτωβρίου του 787. Υπό την προεδρία του αγίου Ταρασίου συγκεντρώθηκαν τριακόσιοι πενήντα ορθόδοξοι επίσκοποι και σ’ αυτούς προστέθηκαν άλλοι δεκαεπτά ιεράρχες, οι οποίοι απέρριψαν την εικονομαχική αίρεση. Δίπλα στους αντιπροσώπους του πάπα Ρώμης και των πατριαρχών Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, δυναμική παρουσία αποτελούσαν οι μοναχοί, οι οποίοι υπέφεραν φοβερούς διωγμούς επί της βασιλείας των εικονομάχων αυτοκρατόρων Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου (717-741) και Κωνσταντίνου του Ε΄ του Κοπρώνυμου (741-775) και οποίοι ήταν περίπου εκατόν τριάντα έξι.


     Οι Πατέρες της Συνόδου προετοιμάστηκαν καταλλήλως και, αφού ανέγνωσαν πολλές πατερικές μαρτυρίες αναφερόμενες στην τιμή των εικόνων, αναθεμάτισαν τους αιρετικούς, οι οποίοι για περισσότερα από πενήντα χρόνια απαγόρευαν στους ορθοδόξους να τιμούν τις σεπτές εικόνες του Χριστού και των Αγίων Του, διότι αυτό αποτελούσε δήθεν ειδωλολατρία. Έτσι, έθεσαν τέρμα στην πρώτη περίοδο της εικονομαχίας, η οποία όμως ξέσπασε λίγα χρόνια αργότερα επί Λέοντος Ε΄ του Αρμενίου (813-820) και δεν σταμάτησε οριστικά παρά το 843, χάρη στην αυτοκράτειρα Θεοδώρα [11 Φεβρ.] και στον πατριάρχη άγιο Μεθόδιο [14 Ιουν.]. Οι άγιοι Πατέρες αναθεμάτισαν τους αιρετικούς πατριάρχες Αναστάσιο, Κωνσταντίνο και Νικήτα, τους μητροπολίτες Θεοδόσιο Εφέσου, Ιωάννη Νικομηδείας και Κωνσταντίνο Νακωλείας, καθώς και όλους τους οπαδούς τους. Επίσης, αποκήρυξαν την δήθεν οικουμενική σύνοδο που συνεκλήθη στο ανάκτορο της Ιερείας με πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου του Ε΄ το 754, και κήρυξαν αιώνια την μνήμη των αγίων υπέρμαχων της Ορθοδοξίας: του πατριάρχου αγίου Γερμανού (715-730) [12 Μαΐου], του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού (676-749) [4 Δεκ.], του Γεωργίου Κύπρου (πρόκειται πιθανόν για τον άγιο Γεώργιο τον εκ Μυτιλήνης) [7 Απρ.] και όλων όσοι είχαν υποστεί βάσανα και εξορίες ως υπέρμαχοι των αγίων εικόνων.

     Στον Όρο της Πίστεως που αναγνώσθηκε κατά την έβδομη και τελευταία συνεδρία της Συνόδου, οι Πατέρες διακήρυξαν: «Ορίζουμε, με κάθε ακρίβεια και ευταξία, παραπλήσια με τον τύπο του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, να τοποθετούνται οι ιερές και άγιες εικόνες –αυτές που είναι κατασκευασμένες με χρώματα, ψηφίδες και άλλα κατάλληλα υλικά– στις άγιες εκκλησίες του Θεού, σε ιερά σκεύη και ενδύματα, σε τοίχους και σανίδες, σε σπίτια και σε δρόμους· η εικόνα δηλαδή του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού και της άχραντης Δέσποινάς μας Κυρίας Θεοτόκου, των τιμίων Αγγέλων και όλων των Αγίων και των Οσίων. Διότι, όσο τα πρόσωπα αυτά ορώνται επάνω σε ζωγραφισμένες εικόνες, τόσο αυτοί που τα βλέπουν ενισχύονται στο να τα θυμούνται και να τα επιποθούν. Επίσης, να αποδίδεται στις εικόνες ασπασμός και τιμητική προσκύνηση –και όχι η αληθινή λατρεία, η οποία αρμόζει μόνο στην θεία φύση– με τον τρόπο που αποδίδεται και στον τύπο του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, στα άγια Ευαγγέλια και στα υπόλοιπα ιερά αφιερώματα· επιπλέον, να προσφέρονται προς τιμήν τους θυμιάματα και φώτα, όπως άλλωστε υπήρχε ευλαβική συνήθεια και στους παλαιούς. Διότι η τιμή της εικόνας μεταβαίνει στο πρωτότυπο· και όποιος προσκυνά την εικόνα, προσκυνά την υπόσταση του εικονιζόμενου προσώπου. Έτσι στερεώνεται η διδασκαλία των αγίων Πατέρων μας, δηλαδή η Παράδοση της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία έχει δεχθεί το Ευαγγέλιο από το ένα άκρο της γης ως το άλλο» (βλ. Ι. Καρμίρη: «Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», σελ. 204, Αθήναι 1952).


     Ως εκ τούτου, οι άγιοι Πατέρες αποδείχθηκαν υπερασπιστές και υπέρμαχοι όχι μόνο των αγίων εικόνων, αλλά στην ουσία του ίδιου του μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού: «Παλιά καθόλου δεν εικονιζόταν ο ασώματος και ασχημάτιστος Θεός. Τώρα, όμως, που ο Θεός έλαβε σάρκα και έγινε ορατός μέσα σε αυτή και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους, μπορώ και εικονίζω την μορφή του Θεού. Δεν προσκυνώ βέβαια την ύλη, αλλά Αυτόν τον Δημιουργό της ύλης· Αυτόν που έγινε για μένα ύλη και καταδέχθηκε να κατοικήσει μέσα στην ύλη και κατεργάσθηκε την σωτηρία μου διά της ύλης. Έτσι, λοιπόν, δεν θα παύσω να σέβομαι την ύλη, διά της οποίας έχει απεργασθεί όλη η σωτηρία μου» (βλ. Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού: «Α΄ Λόγος περί των αγίων Εικόνων» 16, PG 94, 1245).

     Προσλαμβάνοντας ο Λόγος του Θεού την ανθρώπινη φύση, την θέωσε χωρίς εκείνη να χάσει κανένα από τα ιδιώματά της. Γι’ αυτό τον λόγο, ενώ μέσα στην θεία δόξα Του η ανθρώπινη φύση του Σωτήρος Χριστού είναι ακατάληπτη από τις αισθήσεις μας, ωστόσο δύναται αυτή να αποτυπωθεί, να εικονισθεί, να ιστορηθεί. Επομένως, η εικόνα του Χριστού –της οποίας την πιστότητα φυλάσσει η Παράδοση της Εκκλησίας– καθίσταται αληθής παρουσία και σωτήρια υπόμνηση του Θεανθρώπινου Προσώπου και αποτελεί αγωγός Χάριτος και αγιασμού σε όσους με πίστη τής απονέμουν τιμητική και ευλαβική προσκύνηση.

     Η δεύτερη Σύνοδος που έγινε στην Νίκαια είναι η έβδομη και τελευταία Οικουμενική Σύνοδος που αναγνωρίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να συγκληθούν και στο μέλλον άλλες Οικουμενικές Σύνοδοι, αλλά ότι, ως έβδομη που είναι η Σύνοδος της Νικαίας, συμπληρώνει τον αριθμό που μέσα στην Αγία Γραφή αντιπροσωπεύει και εκφράζει την τελειότητα και την ολοκλήρωση (π.χ. Γεν. 2, 1-3)· σφραγίζει δηλαδή το πέρας της περιόδου των δογματικών συγκρούσεων που επέτρεψαν σθεναρά στην Εκκλησία να διευκρινίσει με σαφείς και ακριβείς θεολογικούς ορισμούς τα αμετάθετα όρια της Ορθόδοξης Πίστης. Στο εξής, κάθε αίρεση δύναται και θα δύναται να αναχθεί σε μία από τις πλάνες που αποκήρυξε και αναθεμάτισε η αγία μας Εκκλησία στις Οικουμενικές Συνόδους της, από την Πρώτη (325) έως και την Έβδομη (787) που έγινε στην Νίκαια.



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄.
περδεδοξασμένος εἶ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ φωστῆρας ἐπὶ γῆς, τοὺς Πατέρας ἡμῶν θεμελιώσας, καὶ δι’ αὐτῶν, πρὸς τὴν ἀληθινὴν πίστιν πάντας ἡμᾶς ὁδηγήσας· Πολυεύσπλαγχνε δόξα σοι.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ταῖς θείαις τοῦ Πνεύματος, καὶ ἑπταρίθμοις αὐγαῖς, Πατέρες οἱ ἔνθεοι, καταυγασθέντες τὸν νοῦν, Ἑβδόμην συνέλευσιν, ἤθροισαν ἐκ περάτων, ἐν Νικαίᾳ τῇ πόλει, ἱδρύσαντες θεοφρόνως, τὰς πανσέπτους Εἰκόνας, Αὐτῶν μετ’ εὐφροσύνης, τῇ μνήμῃ ᾄσωμεν.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Ἑβδόμης Συνόδου τοὺς Πατέρας ὑμνήσωμεν, ὡς τῆς Ἐκκλησίας φωστῆρας καὶ θερμοὺς ἀντιλήπτορας· Εἰκόνα γὰρ τὴν θείαν τοῦ Χριστοῦ, ἐκήρυξαν τιμᾶσθαι εὐσεβῶς, καθελόντες τῶν αἱρέσεων τὴν ὀφρύν, καὶ πρὸς αὐτοὺς βοήσωμεν· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ βεβαιοῦντι δι’ ὑμῶν, Πίστιν τὴν Ὀρθόδοξον.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. β΄. Χειρόγραφον εἰκόνα.
ἐκ Πατρὸς ἐκλάμψας, Υἱὸς ἀρρήτως, ἐκ γυναικὸς ἐτέχθη διπλοῦς τῇ φύσει· Ὃν εἰδότες οὐκ ἀρνούμεθα, τῆς μορφῆς τὸ ἐκτύπωμα· αὐτὸ δὲ εὐσεβῶς ἀνιστοροῦντες, σέβομεν πιστῶς· καὶ διὰ τοῦτο, τὴν ἀληθινὴν πίστιν κρατοῦσα, ἡ Ἐκκλησία ἀσπάζεται, τὴν εἰκόνα τῆς Χριστοῦ ἐνανθρωπήσεως.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ
πὶ τὸ πρωτότυπον ἡ τιμή, τῶν σεπτῶν Εἰκόνων, διαβαίνει ὡς ἀληθῶς, ὥσπερ οἱ Πατέρες, Συνόδου τῆς Ἑβδόμης, ἐτράνωσαν πανσόφως· οὓς μεγαλύνωμεν.





[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 2ος (Οκτώβριος),
σελ. 141–145.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ιερό Κοινόβιο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Οκτώβριος 20092.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ, ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΟΥΣ


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ,
ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΟΥΣ


     Ο άγιος Φίλιππος είχε πατρίδα του την Καισάρεια της Παλαιστίνης. Από τον γάμο του απέκτησε τέσσερις θυγατέρες, εκ των οποίων μνημονεύονται μόνο δύο, η Ερμιόνη και η Ευτυχία [4 Σεπτ.], για τις οποίες λέγεται ότι έλαβαν το προφητικό χάρισμα (Πράξ. 21, 8).
     Χειροτονήθηκε διάκονος από τους Αποστόλους μαζί με τον άγιο Στέφανο τον Πρωτομάρτυρα (Πράξ. 6, 1-6), για να διακονεί στα γεύματα αγάπης και στα φιλανθρωπικά έργα.
     Όταν οι Απόστολοι διασκορπίσθηκαν για να κηρύξουν τον λόγο του Θεού, ο Φίλιππος κήρυξε το Ευαγγέλιο της Σωτηρίας σε όλη την Σαμάρεια και βάπτισε τον Σίμωνα τον μάγο, που υποκρίθηκε ότι μεταστράφηκε, ελπίζοντας με δολιότητα ότι θα κερδίσει χρήματα από τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος (Πράξ. 8, 4-24). Επίσης τον Φίλιππο έστειλε ο Κύριος στον δρόμο από τα Ιεροσόλυμα προς την Γάζα, για να ερμηνεύσει στον ευνούχο, υπουργό της βασίλισσας Κανδάκης της Αιθιοπίας, το μυστήριο της προφητείας του Ησαΐα για τον Μεσσία (Ησ. 53, 7). Αλλά τι ακριβώς είχε συμβεί;


     Ένας άγγελος Κυρίου είπε στον Φίλιππο: «Σήκω και πήγαινε κατά τον νότο, στον δρόμο που κατεβαίνει από την Ιερουσαλήμ στην Γάζα». Ο δρόμος αυτός είναι ερημικός. Ο Φίλιππος σηκώθηκε και πήγε. Συγχρόνως, ένας Αιθίοπας ευνούχος, αξιωματικός στην υπηρεσία της Κανδάκης –δηλαδή της βασίλισσας των Αιθιόπων– και διοικητής των οικονομικών της, που είχε έρθει να προσκυνήσει στην Ιερουσαλήμ, γύριζε τώρα στην πατρίδα του. Καθότανε στο αμάξι του και διάβαζε τον προφήτη Ησαΐα. Το Άγιο Πνεύμα είπε στον Φίλιππο: «Πλησίασε και περπάτα κοντά στο αμάξι αυτό». 

     Ο Φίλιππος έτρεξε κοντά και άκουσε τον Αιθίοπα να διαβάζει τον προφήτη Ησαΐα. Τότε του είπε: «Άραγε, καταλαβαίνεις αυτά που διαβάζεις;». Εκείνος απάντησε: «Πώς θα μπορούσα να καταλάβω, αν δεν με οδηγήσει κάποιος;». Και παρακάλεσε τον Φίλιππο να ανέβει στο αμάξι του και να καθίσει μαζί του. Η περικοπή της Γραφής που διάβαζε ήταν η εξής: «Σαν πρόβατο οδηγήθηκε στην σφαγή και σαν το αρνί που παραμένει άφωνο μπροστά σ’ αυτόν που το κουρεύει, έτσι κι Αυτός δεν ανοίγει το στόμα Του. Καταδικάστηκε σε ταπεινωτικό θάνατο και Του αρνήθηκαν μια δίκαιη κρίση. Εξάλειψαν την ζωή Του από το πρόσωπο της γης· και ποιος μπορεί να μετρήσει τους απογόνους Του;» (Ησ. 53, 7).


     Ο ευνούχος είπε στον Φίλιππο: «Πες μου, σε παρακαλώ, για ποιον το λέει αυτό ο προφήτης; Για τον εαυτό του ή για κανέναν άλλον;». Τότε ο Φίλιππος, παίρνοντας ευκαιρία από το κομμάτι αυτό της Γραφής, άρχισε να του κηρύττει το χαρμόσυνο μήνυμα για τον Ιησού Χριστό. Και καθώς προχωρούσαν στον δρόμο, έφθασαν σ’ έναν τόπο όπου υπήρχε νερό. Τότε ο ευνούχος λέει: «Να, νερό! Τι με εμποδίζει από το να βαπτισθώ;». Και ο Φίλιππος απάντησε: «Αν πιστεύεις με όλη την καρδιά σου, τότε μπορείς να βαπτισθείς!». Ο ευνούχος αποκρίθηκε: «Πιστεύω ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού!» Και αμέσως διέταξε να σταματήσει το αμάξι· κατέβηκαν και οι δύο στο νερό, ο Φίλιππος και ο ευνούχος, και ο Φίλιππος τον βάπτισε.

     Κι όταν βγήκαν έξω από το νερό, το Πνεύμα του Κυρίου άρπαξε τον Φίλιππο και δεν τον ξαναείδε πια ο ευνούχος, ο οποίος συνέχισε το ταξίδι του γεμάτος χαρά.


     Ο Φίλιππος βρέθηκε στην Άζωτο. Από εκεί, και ώσπου να φθάσει στην Καισάρεια, κήρυττε το Ευαγγέλιο σε όλες τις πόλεις απ’ όπου περνούσε (Πράξ. 8, 26-39) και κατόπιν πήγε στην Μικρά Ασία, στην πόλη των Τράλλεων. Εκεί οδήγησε πολλούς εθνικούς προς την θεογνωσία· συν τοις άλλοις, ανήγειρε έναν ναό και εκοιμήθη εν ειρήνη.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείας χάριτος, πλήρης ὑπάρχων, διηκόνησας τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὡς Διάκονος τοῦ Λόγου Ἀπόστολε· θεοσημείαις δὲ θείαις χρησάμενος, τῆς Σαμαρείας τὰ πλήθη κατηύγασας. Μάκαρ Φίλιππε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Φωτισθεὶς ἐν Πνεύματι τῷ Παναγίῳ, τὰ τῆς γῆς πληρώματα, ταῖς σαῖς φωτίζεις διδαχαῖς, καὶ τῶν θαυμάτων λαμπρότησι, ἱερομύστα Ἀπόστολε Φίλιππε.


—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Μιμητὴς γενόμενος, τοῦ Διδασκάλου, δι’ αὐτὸν Ἀπόστολε, ταῖς τῶν Ἁγίων τῶν αὐτοῦ, χρείαις πιστῶς διηκόνησας· ὅθεν σε πάντες, πιστοὶ μακαρίζωμεν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Πίστεως τὸ πλήρωμα γεωργῶν, ἐξ αὐτοῦ παρέχεις, τῷ πληρώματι τῶν πιστῶν, ὡς ἐκλελεγμένος, διακονεῖν ἁγίοις· ἐξ οὗ ἡμῖν μετάδος, Φίλιππε ἔνδοξε.



[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
σελ. 109.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Οκτώβριος 20092.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΓΡΑΠΤΟΣ


ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΓΡΑΠΤΟΣ


     Ο όσιος Θεοφάνης γεννήθηκε στην Παλαιστίνη το 778. Οι γονείς του ήταν ευλαβείς και ιδιαίτερα φιλόξενοι. Οι ίδιοι δίδαξαν στα παιδιά τους ό,τι γνώριζαν από την ιερά και θύραθεν σοφία και μετά τα έστειλαν στην Μονή του Αγίου Σάββα (800). Σε αυτήν την ίδια Μονή αργότερα ο πατέρας τους εκάρη μοναχός ονομασθείς Ιωνάς, του οποίου η μνήμη τιμάται στις 21 Σεπτεμβρίου. Εκεί λοιπόν εμπιστεύθηκαν τα δύο αδέλφια στον άγιο Γέροντα Μιχαήλ [18 Δεκ.], ο οποίος τους δίδαξε την γραμματική, την φιλοσοφία και την ποιητική τέχνη, αλλά κυρίως τους μύησε στην επιστήμη των επιστημών και στην τέχνη των τεχνών, την μοναστική ζωή.

     Ο Θεοφάνης ακολούθησε σε όλα το παράδειγμα του πρωτότοκου αδελφού του Θεόδωρου [27 Δεκ.] και διέπρεψε εξίσου στην ταπείνωση και στην υπακοή, όπως και στην γνώση και στο χάρισμα της υμνογραφίας. Όταν ο Γέροντας Μιχαήλ ορίσθηκε σύγκελλος του πατριάρχη Ιεροσολύμων, εγκαταστάθηκε με τους μαθητές του στην Μονή των Σπουδαίων, δίπλα από την βασιλική της Αναστάσεως (811). Σε μικρό χρονικό διάστημα ο πατριάρχης Θωμάς χειροτόνησε τους δύο αδελφούς ιερείς και τους έστειλε μαζί με τον Γέροντα Μιχαήλ και τον μοναχό Ιώβ, πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη και στην Ρώμη για την στερέωση της Ορθοδόξου Πίστεως και για την στήριξη της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, που βρισκόταν υπό την συνεχή απειλή των αραβικών εισβολών.

     Όταν οι πρέσβεις έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη, εγκαταστάθηκαν στην Μονή της Χώρας, το σύνηθες κατάλυμα των μοναχών της Παλαιστίνης. Κατά την εποχή όμως αυτή πέθανε ο Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβές και τον διαδέχθηκε ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος (813-820), ο οποίος γρήγορα εξαπέλυσε νέο κύμα διωγμών κατά των αγίων εικόνων (815). Το πρώτο βέβαια διάταγμα του τυράννου στρεφόταν μόνο κατά των ορθοδόξων επισκόπων, αλλά στην συνέχεια ο Λέων διέταξε να εξαφανισθούν όλες οι εικόνες και να επικαλυφθούν οι τοιχογραφίες των ναών. Τότε παρουσιάσθηκαν ενώπιόν του ο άγιος Μιχαήλ και οι μαθητές του, τον έλεγξαν δριμύτατα και τον νουθέτησαν να επιστρέψει στην ορθή Πίστη. Αντί απαντήσεως όμως, ο αυτοκράτορας διέταξε να μαστιγώσουν τους τέσσερις μοναχούς και να τους κλείσουν στην φυλακή, την λεγόμενη «Φιάλη», όπου οι άγιοι ομολογητές αρνήθηκαν να λάβουν τροφή από τα χέρια των αιρετικών. Και, αφού απέκρουσαν θαρραλέα τις προσπάθειες του μελλοντικού αιρετικού πατριάρχου Ιωάννου του Γραμματικού να τους προσηλυτίσει, τους χώρισαν. Ο άγιος Μιχαήλ έμεινε μαζί με τον Ιώβ στην Φιάλη, ενώ οι δύο αδελφοί εξορίσθηκαν σε ένα φρούριο στον Βόσπορο. Εκεί ο διοικητής είχε λάβει διαταγή να τους στερήσει και τα πλέον αναγκαία.

     Μετά την δολοφονία του Λέοντος, ανήλθε στον θρόνο ο Μιχαήλ Β΄ (820-829) και σταμάτησαν οι διωγμοί κατά των ορθοδόξων. Τότε οι Θεόδωρος και Θεοφάνης απελευθερώθηκαν μαζί με άλλους ομολογητές και εγκαταστάθηκαν στην Μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Σωσθενίου, στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου. Εκεί μπόρεσαν να συνεχίσουν την ασκητική τους ζωή και να στείλουν πολλές επιστολές για την στερέωση της Ορθοδόξου Πίστεως. Μόλις όμως ο Θεόφιλος διαδέχθηκε τον πατέρα του στον θρόνο (829), οι διωγμοί ξανάρχισαν με έκταση και αγριότητα άνευ προηγουμένου. Ο αυτοκράτορας κάλεσε τον Θεόδωρο και τον Θεοφάνη στην πρωτεύουσα για ανάκριση και οι δύο αδελφοί υποβλήθηκαν και πάλι σε σκληρά βασανιστήρια, πριν εξορισθούν στην νήσο Αφουσία, όπως πολλοί άλλοι ομολογητές (834).

     Πέρασαν εν τω μεταξύ δύο χρόνια και τους κάλεσαν ξανά στην Κωνσταντινούπολη για νέα ανάκριση ενώπιον του αυτοκράτορος στην επίσημη αίθουσα του Χρυσοτρικλίνου (14 Ιουλίου 836). Τότε με ηρεμία και θάρρος οι άγιοι απέδειξαν ότι τα κείμενα που χρησιμοποίησαν οι θεολόγοι της αυλής ήταν νόθα και ότι η προσκύνηση των αγίων εικόνων είναι μία αληθινή ομολογία της ενανθρωπήσεως του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Μόλις τους άκουσε ο Θεόφιλος, έξαλλος διέταξε να τους βασανίσουν ενώπιόν του. Οι άγιοι υπέμειναν με αδάμαστη καρτερία τα βασανιστήρια επί τέσσερεις ημέρες, οπότε ο τύραννος διέταξε να τους χαράξουν στα μέτωπα με πυρωμένο σίδερο δώδεκα ιαμβικούς στίχους που δήλωναν την αιτία της καταδίκης τους και εξ αυτού του γεγονότος έλαβαν την προσωνυμία «Γραπτοί».


     Έλεγαν αυτοί οι τιμωρητικοί στίχοι τα εξής:
   «Πάντων ποθούντων προστρέχειν πρὸς τὴν πόλιν
   Ὅπου πάναγνοι τοῦ Θεοῦ Λόγου πόδες
   Ἔστησαν εἰς σύστασιν τῆς οἰκουμένης,
   Ὤφθησαν δὲ οὗτοι τῷ σεβασμίῳ τόπῳ
   Σκεύη πονηρὰ δεισιδαίμονος πλάνης
   Ἐκεῖσε πολλὰ λοιπὸν ἐξ ἀπιστίας
   Πράξαντες δεινὰ αἰσχρὰ δυσσεβοφρόνως,
   Ἐκεῖθεν ἠλάθησαν ὡς ἀποστάται.
   Πρὸς τὴν πόλιν δὲ τοῦ κράτους πεφευγότες
   Οὐκ ἐξαφῆκαν τὰς ἀθέσμους μωρίας.
   Ὅθεν γραφέντες ὡς κακοῦργοι τὴν θέαν
   Κατακρίνονται καὶ διώκονται πάλιν».

     Με απλά λόγια:
   «Επειδή όλοι ποθούν να πάνε στην πόλη,
   όπου στάθηκαν τα πάναγνα πόδια του Θεού Λόγου
   με σκοπό να συνενωθεί η οικουμένη,
   παρουσιάσθηκαν στον σεβάσμιο αυτόν τόπο
   και τα πονηρά αυτά δοχεία της δεισιδαίμονος πλάνης.
   Εκεί λοιπόν, αφού έπραξαν λόγω της απιστίας τους
   πολλά και φοβερά αίσχη με φρόνημα μισητό στον Θεό,
   εκδιώχθηκαν από εκεί σαν αποστάτες.
   Και όταν κατέφυγαν στην πόλη του κράτους,
   δεν εγκατέλειψαν τις παράνομες ανοησίες τους.
   Γι’ αυτό, αφού καταγράφηκαν σαν κακούργοι στα μέτωπά τους
   κατακρίνονται και διώχνονται πάλι».

     Κατόπιν έριξαν τους δύο αιμόφυρτους ομολογητές στην φυλακή του Πραιτωρίου, όπου έλαβαν επιστολές παρηγορίας από τον Γέροντά τους, τον άγιο Μιχαήλ, και από τον άγιο Μεθόδιο [14 Ιουν.]. Έπειτα εξορίσθηκαν στην Απάμεια της Βιθυνίας (σημ. Μουδανιά)· οι κάτοικοί της τους θαύμασαν για την ακεραιότητά τους στην Ορθόδοξη Πίστη, την άσκηση και την πληρότητα της αγάπης τους. Εκεί ο Θεόδωρος, εξαντλημένος από τις κακουχίες και από την προχωρημένη του ηλικία, παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο (841). Παρά τις διαταγές του αυτοκράτορος να αφήσουν τα σώματα των ομολογητών άταφα, ο όσιος Θεοφάνης προέβη στην ταφή του αδελφού του και συνέθεσε προς τιμήν του έναν ποιητικό κανόνα.

     Μόνος πλέον ο Θεοφάνης, λίγο μετά τον θάνατο του Θεοφίλου εξορίσθηκε στην Θεσσαλονίκη, όπου έλαμψε με την διδασκαλία του. Όταν η ευσεβής αυτοκράτορα Θεοδώρα και ο γιος της Μιχαήλ αναστήλωσαν το 842 τις άγιες εικόνες, ο Θεοφάνης ανακλήθηκε από την εξορία μαζί με άλλους ομολογητές, ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Μεθόδιος τον χειροτόνησε μητροπολίτη Νικαίας. Στην πόλη αυτή πέρασε ο άγιος τα τελευταία έτη του βίου του, ποιμαίνοντας με σοφία και σύνεση το πνευματικό του ποίμνιο και συνθέτοντας σημαντικό αριθμό ύμνων και κανόνων, οι οποίοι ψάλλονται ακόμη και σήμερα σε δεσποτικές εορτές και σε εορτές αγίων. Και αφού κατέστησε τον εαυτό του διά των θλίψεων ζωντανή εικόνα του Σωτήρος Χριστού, εγκατέλειψε τα επίγεια και συγκαταλέχθηκε στον χορό των αγίων την 11η Οκτωβρίου του 845.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
   Μυηθεὶς τῶν Ἀγγέλων Πάτερ τὸ σύντονον, θεοφανείας ἀρρήτου ἐδείχθης σάλπιγξ χρυσῆ, περιούσιον λαὸν τρέφων τοῖς λόγοις σου· τῶν γὰρ πανσόφων σου ᾠδῶν, ἡ πανεύσημος μολπή, εὐφραίνει τὴν Ἐκκλησίαν, δι’ ἣν λαμπρῶς ἠγωνίσω, θεομακάριστε Θεόφανες.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
   νεφάνης Ὅσιε τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὥσπερ ἄλλος ἥλιος, ταύτην φωτίζων ἀστραπαῖς, τῶν σῶν δογμάτων Θεόφανες, ὡς θυηπόλος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
   ργανον τοῦ Πνεύματος ἐμμελές, λιγυρὰ κινύρα, ἐξαγγέλλουσα τοῖς ἐν τῇ γῇ, τῶν ἐπουρανίων, ᾀσμάτων τὰς ὑψώσεις, ὑπάρχεις Ἱεράρχα, Πάτερ Θεόφανες.



[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
σελ. 110–113.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Οκτώβριος 20092.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018

«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΖΩΗ!»


«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΖΩΗ!»


     Μόνο μαζί Του ζεις, τελικά. Το πιστεύεις γιατί το βιώνεις. Και τα δύο –πίστη και βίωμα– είναι δώρα και χαρίσματα δικά Του, θεόσδοτες ενέργειες, δυνατότητες, δυνάμεις και εμπειρίες. Η ζωή είναι πάντα μόνο με Αυτόν και Αυτός είναι πάντα η μόνη και η όντως Ζωή. Δεν χρειάζεται να σου το πει, να σου το επιβάλλει, να σου το αναπτύξει ή να σου το υποστηρίξει κανείς αυτό. Το βλέπεις κι εσύ εάν και όσο το βλέπεις ότι μόνο εξαιτίας Του ζεις μοναδικά. Μέσω Αυτού μπορείς πια μόνο να ζεις, να ζεις αυθεντικά. Επάνω Του φυλλορροεί όλο το επηρμένο σύστημα του πλάνου κόσμου με την υπερηφάνεια, την αλαζονεία και την κενοδοξία του, με το ψεύδος, την υποκρισία, την αναλήθεια και την αγαπολογία του, με το μίσος, τη μισοθεΐα και τη μισανθρωπία του. Και εάν, κάποτε, μια φορά ή πολλές φορές πριν, πέρα και αλάργα από Αυτόν– ήθελες, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, να μη ζεις και ήθελες επίσης να πεθάνεις εσπευσμένα από αδυναμία, από τρέλα, από ανοησία, από πίκρα και από κάθε λυσιτελή και ψυχοφθόρα απόγνωση, τώρα πλέον καταλαβαίνεις βαθειά και αισθάνεσαι καλά ότι δεν μπορείς με τίποτα να πεθάνεις, όπως τόσο ασύνετα ήθελες, επιθυμούσες και ορεγόσουν πριν. Αυτός, με τον ταπεινό και μεγαλειώδη ερχομό Του σε σένα, θανατώνει ακαριαία κάθε θάνατο, ως Ζωοδότης, Ζωοπάροχος και Αυτοζωή. Και, παρά τον φιλαμαρτήμονα θάνατο και τη θανατηφόρα αμαρτωλότητα της ύπαρξής σου, πίσω από κάθε απροσδόκητη στροφή των πολυδαίδαλων και εξουθενωτικών επιγείων, Αυτός επιθυμεί διακαώς και θέλει ακόρεστα να σου δίνει αδιάκοπα τη ζωή Του για να ζήσεις· η ζωή σου στην ουσία είναι και γίνεται ο προσφερόμενος Εαυτός Του. Και τόσο πολύ ζεις μετά από «αυτό», ώστε μόνο τότε αρχίζεις πραγματικά να ζεις. Και τόσο πολύ ανείπωτα η ζωή σου βρίσκει μυστικά τη ζωή της κοντά Του, που μπορείς πια να ζεις ακόμη και πεθαίνοντας. Και αν συμβεί ποτέ να πεθάνεις κατά τη βιολογία της φύσης σου ή όσο σου επιτραπεί να πεθαίνεις πολυποίκιλα μέσα στην ασήμαντη χωροχρονικότητα των προσκαίρων, τόσο πιο πολύ, τόσο πιο βαθειά και πιο ελευθέρα διαπιστώνεις ότι όντως απαρακώλυτα ζεις. «Εγώ είμαι η ζωή!» (Ιωάν. 14, 6), είχε πει κάποτε· το ίδιο συνεχίζει και λέει συνέχεια μέσα στο παρόν και ατελεύτητα μέσα στο μέλλον σου· αλλά το ίδιο ακριβώς λέει και αποκαλύπτει βαθύστοργα πλάι σου, μα πιο πολύ εντός σου!…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018

ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΘΕΟΣ


ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΘΕΟΣ


     Τι μυστικός ο πανάγαθος Θεός μας! Που και τις νύχτες μας ακόμη γυρεύει για ν’ αποθέσει το ευήκοο αυτί Του και τα ειρηνόσοφα χείλη Του επάνω σε καμιά άγρυπνη και ανύστακτη καρδιά ενός ανθρώπου που να διψά, να ποθεί, να πάσχει και να μαθαίνει εκ των εγκάτων του τα θεία...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΤΟ ΜΕΛΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ


ΤΟ ΜΕΛΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ


«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με!»
«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς!»
«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον τους δούλους σου!»
     Όσο πιο πολύ θυμάται κανείς και επικαλείται στη ζωή του με καρδιακή πίστη την Παναγία μας, τόσο πιο πολύ γεύεται ενδόμυχα μέσα του το γλυκό μέλι της σωτηρίας που χαρίζει αέναα προς όλους τους παναγιόφιλους ο Υιός Της, ο γλυκύτατος Χριστός.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018

ΑΓΚΑΛΗ Η ΚΑΘΕ ΠΡΟΣΕΥΧΗ


ΑΓΚΑΛΗ Η ΚΑΘΕ ΠΡΟΣΕΥΧΗ


     «Δε ξέρω, αλλά όταν μου λείπουν πολύ οι άνθρωποι που αγαπώ, σπεύδω και τους αγκαλιάζω με τη δύναμη της Προσευχής, στέλνοντας μυστικά προς αυτούς την πιο εγκάρδια και ταπεινή Προσευχή μου και, έτσι, κάθε αίσθημα οχληρής απουσίας και μοναξιάς εξαφανίζεται διά μιάς σαν την ανίσχυρη και φευγαλέα σκόνη...», θυμάμαι να μου είχε πει κάποτε ένας σεβάσμιος αθωνίτης καλογερόπαπας «σπάζοντας» κατά τ’ άλλα την ασκητική σιωπή του, που λες και ήταν κι αυτή μια άλλη κατάσταση και έκφραση χριστοκοινωνίας, που πληροφορούσε παραμυθητικά την καρδιά...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.