Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ

ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ


     Την 1η Ιανουαρίου η Εκκλησία μας εορτάζει την Περιτομή του Χριστού και την μνήμη του αγίου Βασιλείου του Μεγάλου. Το διπλό αυτό εορτολογικό περιεχόμενο έχει μια λαμπρή εκπροσώπηση στην ακολουθία της ημέρας. Και δικαίως· γιατί η μεν Περιτομή και η Ονοματοδοσία του Χριστού κατά την όγδοη ημέρα από την γέννησή Του αποτελεί την βεβαίωση της σάρκωσης και της πρόσληψης αναλλοίωτα από τον Λόγο του Θεού της τέλειας ανθρώπινης μορφής και της εισόδου Του στον λαό του Θεού. Ο δε Μέγας Βασίλειος είναι ο αληθινά μέγας ιεράρχης που, με την αγιότητα του βίου του, τα σοφά του συγγράμματα και την έξοχη δράση του, ανεδείχθη Πατέρας και Φωστήρας της Εκκλησίας του Χριστού, εφάμιλλο του οποίου δεν γνώρισε ίσως άλλον ο χριστιανικός κόσμος. Και η δεσποτική εορτή της Περιτομής και η μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου, περιττό να πούμε, ότι δεν έχουν καμιά σχέση προς την έναρξη του έτους, την πρωτοχρονιά. Η Περιτομή ετέθη την 1η Ιανουαρίου, γιατί αυτή είναι η όγδοη ημέρα από τα Χριστούγεννα. Η μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου, γιατί κατά την 1η Ιανουαρίου του έτους 379 συνέβη ο θάνατος, η κοίμηση επί το χριστιανικώτερο, του αγίου Πατρός. Η σύνδεση του δευτέρου προς την πρωτοχρονιά, τα δώρα, τα γλυκίσματα κλπ., έχει καθαρά λαογραφικό χαρακτήρα.


     Η Εκκλησία επίσημα φαίνεται σαν να αγνοεί την αλλαγή του έτους, τα πανηγύρια και τις εκδηλώσεις που την συνοδεύουν και σαν να ζει σ’ ένα άλλο δικό της κόσμο, που δεν επηρεάζεται από την αλλοίωση των φθαρτών και ρεόντων χρονικών συστημάτων του πρόσκαιρου αυτού κόσμου. Ομολογουμένως αυτό δεν θα ήταν ασύμφωνο προς τον υπερκόσμιο χαρακτήρα της λατρείας μας. Για τον άναρχο, αιώνιο, ατελεύτητο Θεό, ημέρες, μήνες και έτη «δεν υπάρχουν». Χίλια έτη για Εκείνον «είναι σαν την χθεσινή ημέρα που πέρασε και σαν ένα τρίωρο νυκτερινής φρουράς», κατά τον Ψαλμωδό (Ψαλμ. 89, 4). Ή, όπως συμπληρώνει ο απόστολος Πέτρος, «μια ημέρα για τον Κύριο είναι σαν χίλια έτη και χίλια έτη σαν μια ημέρα» (Β΄ Πέτρ. 3, 8). Αυτήν ακριβώς την προσήλωση και την δουλική προσκόλληση στα «ασθενή και πτωχά στοιχεία» των κοσμικών υπολογισμών καταδικάζει και ο απόστολος Παύλος γράφοντας προς τους Γαλάτες: «Δίνετε σημασία και προσοχή σε ορισμένους μήνες, σε κάποιες εποχές και χρόνους. Φοβάμαι πως μάταια κοπίασα για σας» (Γαλ. 4, 10).


     Χωρίς όμως η Εκκλησία να αρνηθεί τον υπερκόσμιο χαρακτήρα της λατρείας της και χωρίς να (υπο-)δουλωθεί στους καιρούς του κόσμου τούτου, ήταν επόμενο και να μην μπορεί να παραβλέψει την διάκριση καιρών και ενιαυτών. Δεν είναι αυτή μόνο θείος οργανισμός, αλλά και ανθρώπινος· δεν είναι μόνο υπερκόσμιος, αλλά και εγκόσμιος. Εκφράζει πάντα έναν τέλειο τύπο συγκερασμού των δύο αυτών στοιχείων που της εδόθη από τον Ενανθρωπήσαντα Θεό. Όταν Εκείνος ήταν (αλλά και είναι) «τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος», «ὁμοούσιος τῷ Πατρὶ κατὰ τὴν Θεότητα καὶ ὁμοούσιος ἡμῖν κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα», όπως οι δύο φύσεις ενώθηκαν στον Θεάνθρωπο Χριστό αρμονικά και αχώριστα, έτσι ακριβώς και η Εκκλησία, κατά το πρότυπο της Κεφαλής της (του Κυρίου Ιησού Χριστού), διαμορφώθηκε σε θεανθρώπινο οργανισμό. Και η λατρεία της ακριβώς συγκέρασε το θείο και το ανθρώπινο άτρεπτα και αχώριστα. Και όπως η ακριβώς η θεία φύση στον Χριστό προσέλαβε και θέωσε και την ανθρώπινη, έτσι και η λατρεία της Εκκλησίας προσέλαβε και εξαγίασε τα σχήματα του κόσμου τούτου. Τα εκχριστιάνισε, τα θέωσε. Δεν τα απέρριψε ούτε τα συνέτριψε, όπως ο Χριστός δεν απέρριψε ούτε κατέκαυσε με το Πυρ της Θεότητας το οστράκινο σκεύος της ανθρώπινης σάρκας που ο Ίδιος περιεβλήθη.


     Την εφαρμογή των ανωτέρω βρίσκουμε και στο εορτολόγιο της Εκκλησίας. Όταν ακούστηκε στον κόσμο το Ευαγγέλιο της σωτηρίας και συγκροτήθηκε η Εκκλησία, δεν φρόντισε αυτή να εφεύρει κανένα νέο ημερολόγιο, ούτε να επινοήσει νέες υπερκόσμιες χρονικές υποδιαιρέσεις. Στα μέρη όπου αυτό διαδόθηκε βρήκε πολλά συστήματα καταμέτρησης του χρόνου, διάφορα ημερολόγια. Τα υιοθέτησε και τα εκχριστιάνισε. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αναφέρουμε τις ιερές ημέρες των ημερολογίων των Εβραίων ή των ειδωλολατρών που δεν τις κατάργησε· τις βάπτισε εις Χριστόν και τις ενέδυσε τον Χριστόν, όπως και τους Εβραίους και τους ειδωλολάτρες. Η 14η του Νισάν, το Πάσχα των Εβραίων, η ανάμνηση της διάβασης στην Ερυθρά Θάλασσα, έγινε Πάσχα Κυρίου, διάβαση του Χριστού και όλων μας μαζί Του από τον θάνατο στην ζωή. Η εορτή της παραδόσεως του Νόμου και του θερισμού, η Πεντηκοστή, έγινε η εορτή της Καθόδου του Αγίου Πνεύματος και της έναρξης του πνευματικού θερισμού. Το Σάββατο, η εβδομαδιαία εορτή της κατάπαυσης των έργων, έγινε η Κυριακή, η εβδομαδιαία εορτή της Ανάστασης. Η 25η Δεκεμβρίου, η ειδωλολατρική εορτή της γέννησης του ήλιου, έγινε εορτή της Γέννησης του Ήλιου της Δικαιοσύνης, του Χριστού, κ.ο.κ.


     Και η πρώτη του έτους; Εδώ τα πράγματα είναι περισσότερο περίπλοκα, γι’ αυτό και η ιστορία του εκχριστιανισμού της πρωτοχρονιάς είναι μακρά και ανώμαλη. Ίσως όμως γι’ αυτό να έχει και περισσότερο ενδιαφέρον. Δεν θα παρακολουθήσουμε όλον αυτόν τον λαβύρινθο. Και μόνο μια ματιά στο πλήθος και την ποικιλία των ημερολογίων που βρήκε ο Χριστιανισμός κατά την πρώτη περίοδο της ζωής του, είναι ικανή να μας δημιουργήσει την εντύπωση μιας βιβλικής βαβέλ. Σχεδόν κάθε πόλη και περιοχή είχε το δικό της ημερολόγιο που, πολλές φορές, και αυτό διακρινόταν σε «παλαιό» και σε «νέο». Αυτό κυρίως οφειλόταν στην έλλειψη σταθερού κριτηρίου για την μέτρηση του χρόνου και φυσικά στην διάσπαση των λαών της γης. Ο ήλιος, η σελήνη και τα φυσικά φαινόμενα έδιναν σε όλους του λαούς τα μέτρα της διαίρεσης του χρόνου. Το γράφει άλλωστε και η Γένεση: «Να γίνουν φωτεινά σώματα στο στερέωμα του ουρανού, για να χωρίζουν την ημέρα από την νύχτα, για να είναι σημάδια για τις εποχές, τις ημέρες και τα έτη» (Γέν. 1, 14). Αλλά απ’ αυτό το σημείο μέχρι το να υπάρξει κοινός τρόπος καταμέτρησης του χρόνου η απόσταση είναι μεγάλη. Το ηλιακό και σεληνιακό έτος, η εναλλαγή των εποχών του έτους και των φάσεων της σελήνης, δεν μας δίνουν το ίδιο μέτρο. Ούτε ήταν εύκολος, ιδίως με τις αστρονομικές γνώσεις της εποχής, ο υπολογισμός με απόλυτη ακρίβεια της διάρκειας των περιόδων αυτών. Ας προστεθεί σ’ αυτά και η παράλογη πολλές φορές, ιδίως σε τέτοιου είδους θέματα, συντηρητικότητα των ανθρώπων, που προτιμούν να παραμένουν προσκολλημένοι σε μια παλαιά, αποδεδειγμένα εσφαλμένη μορφή, από φόβο προς κάθε τι το νέο και το άγνωστο. Ειδικότερα για την εκλογή της ημέρας της έναρξης του έτους το κριτήριο ήταν ακόμη περισσότερο ασταθές, ανάλογα με τις προϋποθέσεις που επικρατούσαν. Αν δηλαδή θα λαμβάνονταν ως αρχή το ηλιοστάσιο και, ποιο από τα δύο, το θερινό ή το χειμερινό· αν η ισημερία και, ποια από τις δύο, η εαρινή ή η φθινοπωρινή· αν οι εποχές του έτους και, ποια από τις τέσσερις· αν καμιά θρησκευτική εορτή ή κάποιο σημαντικό πολιτικό γεγονός. Όλοι αυτοί οι σταθμοί χρησιμοποιούνται σαν αφετηρία του έτους στα επί μέρους τοπικά ημερολόγια. Πολλές φορές έχουμε μέσα στο ίδιο ημερολόγιο διάφορες πρωτοχρονιές, παλαιά και νεώτερη, θρησκευτική και πολιτική κ.λπ.


     Έτσι στην Ρώμη, κατά το παλαιό ημερολόγιο του Νουμά Πομπηλίου, η αρχή του έτους ήταν η 1η Μαρτίου, του πρώτου μήνα της άνοιξης. Από αυτό το ημερολόγιο διατηρούνται ακόμη τα σημερινά ονόματα του έβδομου, όγδοου, ένατου και δέκατου μήνα (Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος και Δεκέμβριος), καίτοι κατά το νεότερο ημερολόγιο η αρίθμησή τους είναι διαφορετική. Ο Ιούλιος Καίσαρ(ας) μεταρρύθμισε το ημερολόγιο του Νουμά το έτος 45 π.Χ. (Ιουλιανό ημερολόγιο) και πρώτη του έτους καθορίστηκε η 1η Ιανουαρίου. Η ημέρα αυτή εορταζόταν από τους εθνικούς με μεγάλη επισημότητα, με θυσίες, μεταμφιέσεις, τυχερά παιγνίδια, μεθύσια και όργια. Μερικά από τα έθιμα αυτά επιβίωσαν και στις χριστιανικές κοινωνίες, παρά την αντίδραση των Πατέρων και τις απαγορεύσεις των Συνόδων. Η 1η Ιανουαρίου παρέμεινε ως η πρώτη του έτους στην Δύση και μετά την πλήρη επικράτηση του Χριστιανισμού, αν και σε ορισμένα μέρη της ως πρώτη του έτους θεωρούνταν η 1η Μαρτίου, η παλαιά πρωτοχρονιά, τα Χριστούγεννα, ο Ευαγγελισμός ή το Πάσχα.


     Στην Ανατολή πάλι υπήρχαν περισσότερα ημερολόγια και περισσότερες πρωτοχρονιές. Οι Εβραίοι ως πρώτο μήνα θεωρούσαν τον σεληνιακό μήνα Νισάν, τον πρώτο της άνοιξης, κατά την πανσέληνο του οποίου (14 Νισάν) εόρταζαν το Πάσχα τους. Αργότερα, ως πρώτο μήνα όρισαν τον Τισρί, τον πρώτο σεληνιακό μήνα του φθινόπωρου. Επί μακρό πάντως διάστημα συνυπήρχαν και οι δύο πρωτοχρονιές, η 1η του Νισάν και 1η του Τισρί.


     Τα περισσότερα τοπικά προχριστιανικά ημερολόγια της Ανατολής, όπως της Μικράς Ασίας και της Εφέσου, της Κρήτης, της Κύπρου, της Βιθυνίας και της Ηλιούπολης της Συρίας είχαν ως πρωτοχρονιά την ημέρα της φθινοπωρινής ισημερίας, την 24η Σεπτεμβρίου, ή την πλησιέστερη προς αυτήν αρχή του νέου μήνα, δηλαδή την 1η Οκτωβρίου, όπως τα ημερολόγια της Αντιόχειας και της Σελεύκειας της Συρίας. Η 23η Σεπτεμβρίου, εν τω μεταξύ, έγινε η εθνική εορτή του ρωμαϊκού κράτους γιατί ήταν η γενέθλια ημέρα του Οκταβιανού Αυγούστου. Στην 23η λοιπόν του Σεπτεμβρίου μετατέθηκε από την 24η η πρώτη του έτους. Η 23η Σεπτεμβρίου ορίστηκε το 312 μ.Χ. ως αρχή της Ινδίκτου ή της Ινδικτιώνος, δηλαδή της περιόδου του περί φόρου ρωμαϊκού διατάγματος που ίσχυε για 15 έτη. Ίνδικτος, βραδύτερα, κατέληξε να σημαίνει και την περίοδο ενός έτους και αρχή της Ινδίκτου την πρωτοχρονιά. Αυτή την πρωτοχρονιά της 23ης Σεπτεμβρίου δέχθηκε κατά πρώτον και εκχριστιάνισε η Εκκλησία της Ανατολής. Σ’ αυτή τέθηκε το πρώτο γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας: η σύλληψη του Βαπτιστού. Από αυτή ή, την μετά από αυτή Δευτέρα, άρχιζε η κατά συνέχεια ανάγνωση του Ευαγγελίου από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο που, εκτός από την σύλληψη του Βαπτιστού, μας αφηγείται και άλλα γεγονότα της αρχής της ιστορίας της Καινής Διαθήκης που δεν μας διέσωσαν οι άλλοι Ευαγγελιστές, όπως τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, την επίσκεψη της Παναγίας στην Ελισάβετ και την γέννηση του Τιμίου Προδρόμου. Το έτος 462 μ.Χ. μετατέθηκε η πρώτη του έτους στην 1η Σεπτεμβρίου για πρακτικούς λόγους, αλλά και για να συμπίπτει η πρώτη του έτους και η πρώτη του μήνα. Η ημέρα αυτή ήταν στο εξής η αρχή της Ινδίκτου, η πρωτοχρονιά, καθ’ όλη την βυζαντινή περίοδο. Και αυτή καθαγιάσθηκε από την Εκκλησία.


     Η ακολουθία της 1ης Σεπτεμβρίου που περιέχεται σήμερα στα λειτουργικά μας βιβλία αναφέρεται κατά μέγα μέρος στην πρώτη του έτους. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της λειτουργίας ελήφθη πάλι από τον Ευαγγελιστή Λουκά, που περιγράφει την πρώτη δημόσια εμφάνιση του Κυρίου στην συναγωγή της Ναζαρέτ και το πρώτο Του κήρυγμα για «την χρονιά που γίνεται δεκτή από τον Κύριο» (Λουκ. 4, 16 εξ.). Το Τυπικό της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως του Ι΄ αι. προβλέπει λιτανεία «εἰς τὸν φόρον» και το Τυπικό της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης του ΙΕ΄ αι. λιτανεία ανά την πόλη και αγιασμό υδάτων. Το τελευταίο αυτό μας διασώζει και τις αιτήσεις της Εκτενούς που λέγονταν από τον αρχιερέα στο τέλος αυτής της πρωτοχρονιάτικης λιτανείας: «Ὑπὲρ τῆς οἰκουμενικῆς καταστάσεως καὶ εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως…». «Ὑπὲρ τῆς ἀπολυτρώσεως τῶν ψυχῶν ἡμῶν καὶ ὑπὲρ τοῦ συντριβῆναι τὸν Σατανᾶν ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν καὶ ὑπὲρ τοῦ ἄσειστον καὶ ἄφλεκτον καὶ ἀναίμακτον διαφυλαχθῆναι τὴν πόλιν ταύτην καὶ πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν…».


     Όταν, κατά τους νεότερους χρόνους, η ρωμαϊκή πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου ήλθε και στην Ανατολή, η Εκκλησία για διάφορους λόγους δεν είχε πια την δύναμη να την αφομοιώσει και να την εκχριστιανίσει. Έμεινε προσκολλημένη στην μεσαιωνική της πρωτοχρονιά, στην αρχή της Ινδίκτου, την 1η Σεπτεμβρίου, σε μια ημέρα που δεν ήταν πια «πρωτοχρονιά». Κατά την 1η Ιανουαρίου ακούγονται σήμερα στους ναούς μας διάφοροι λόγοι για την πρώτη του έτους κατά το κήρυγμα –είναι και αυτό μέρος της θείας λατρείας– και στο τέλος της λειτουργίας γίνεται μια δοξολογία ανάμικτη με δέηση για την ευλογία του νέου χρόνου που έχει εισαχθεί κάπως εμβληματικά στο κατά τα άλλα άσχετο προς την πρώτη του έτους λειτουργικό περιεχόμενο της ημέρας. Όμως ένα υμνογραφικό υλικό απαράμιλλου κάλλους μένει ανεκμετάλλευτο, καταχωνιασμένο κάτω από τα ερείπια της παλαιάς πρωτοχρονιάς, της 1ης Σεπτεμβρίου. Όλα τα τροπάρια της ημέρας εκείνης είναι γεμάτα εμπιστοσύνη προς τον Θεό, τον Δημιουργό και Προνοητή του παντός· στα χέρια Του αφήνουν τους πόθους και τους φόβους του λαού Του· ζητούν να χαρίσει ο Θεός στον κόσμο Του την ειρήνη, να κατευθύνει τα έργα των χειρών των δούλων Του, να δώσει άφεση αμαρτιών και ευκαιρίες δοξολογίας του ονόματός Του και να ευλογήσει «τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός» Του. Τι άλλα καλύτερα και πληρέστερα αιτήματα θα μπρορούσε να απευθύνει ο άνθρωπος στον Θεό κατά την ανατολή του νέου έτους;


     «Θεὲ θεῶν
     καὶ Κύριε,
     τρισυπόστατε φύσις,
     ἀπρόσιτε, ἀΐδιε,
     ἄκτιστε
     καὶ τῶν ὅλων 
     δημιουργέ,
     παντοκράτορ,
     σοὶ προσπίπτομεν 
     πάντες
     καὶ σὲ καθικετεύομεν·
     Τὸ παρὸν 
     ἔτος τοῦτο,
     ὡς ἀγαθός,
     εὐλογήσας
     φύλαττε 
     ἐν εἰρήνῃ
     τοὺς βασιλεῖς
     καὶ ἅπαντα
     τὸν λαόν σου,
     οἰκτίρμον».

     «Ἡ βασιλεία σου,
     Χριστὲ ὁ Θεός,
     βασιλεία
     πάντων τῶν αἰώνων
     καὶ ἡ δεσποτεία σου
     ἐν πάσῃ 
     γενεᾷ καὶ γενεᾷ·
     πάντα γὰρ
     ἐν σοφίᾳ ἐποίησας,
     καιροὺς ἡμῖν
     καὶ χρόνους 
     προθέμενος·
     διὸ εὐχαριστοῦντες
     κατὰ πάντα
     καὶ διὰ πάντα
     βοῶμεν·
     Εὐλόγησον
     τὸν στέφανον
     τοῦ ἐνιαυτοῦ
     τῆς χρηστότητός σου
     καὶ καταξίωσον ἡμᾶς
     ἀκατακρίτους 
     βοᾶν σοι·
     Κύριε, δόξα σοι».

ΙΩΑΝΝΗΣ Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ
(1927–2007)


[Ιωάννου Μ. Φουντούλη:
«Λογική Λατρεία»,
κεφ. 46ο, σελ. 344–353.
Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Αθήνα, 19973.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.


Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ


     Η χρονολογία που καθορίζει ο Διονύσιος ο Μικρός (†545) για την Γέννηση του Χριστού (έτος 753 από κτίσεως Ρώμης) είναι τουλάχιστον κατά τέσσερα χρόνια μεταγενέστερη της πραγματικής. Έτσι, ο Σωτήρ ημών, κατά πάσα πιθανότητα γεννήθηκε μεταξύ των ετών 8 και 4 πριν την αρχή της χριστιανικής εποχής. Όταν, στο απόγειο της δόξας του, ο Καίσαρ Αύγουστος (30 π.Χ.–περί το 14 π.Χ.), ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας, αφού πρώτα υπέταξε τους λαούς τού γνωστού τότε κόσμου στην μονοκρατορία του και αποφάσισε να προβεί σε απογραφή των υπηκόων του, κατέστη ακουσίως όργανο της υλοποίησης του σωτηριώδους σχεδίου του Θεού.


     Πράγματι, επιβάλλοντας ενότητα και αρμονία στους τόσους και τόσους λαούς της απέραντης αυτοκρατορίας του, λαούς με τόσα ποικίλα ήθη και με γλώσσες τόσο διαφορετικές, τους προετοίμασε ώστε να δεχθούν την αποκάλυψη του Ενός και Τρισυπόστατου Θεού, ανοίγοντας με αυτόν τον τρόπο τον δρόμο στην παγκόσμια εξαγγελία του Ευαγγελίου, σύμφωνα με την θεία επαγγελία: «Θα Σου δώσω τα έθνη για κληρονομιά Σου» (βλ. Ψαλμ. 2, 7)· σε βαθμό που η πρώτη αυτή απογραφή κατέστη η προφητική εξαγγελία της εγγραφής των εκλεκτών στην Βίβλο της Ζωής (βλ. Φιλ. 4, 3· Αποκ. 21, 27).


     Εξάλλου, το αυτοκρατορικό διάταγμα το οποίο έφθασε στην Παλαιστίνη την εποχή που διοικητής της Συρίας ήταν ο Κυρήνιος, επαλήθευσε την προφητεία, σύμφωνα με την οποία ο Μεσσίας επρόκειτο να γεννηθεί από την φυλή του Ιούδα, στην Βηθλεέμ, γενέτειρα του βασιλέα Δαβίδ (βλ. Μιχ. 5, 1). Διότι ο Ιωσήφ που βρισκόταν τότε με την Μαρία στην Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, αναγκάσθηκε να ξεκινήσει και να πάει στην γενέτειρα των πατέρων του, την Βηθλεέμ, παρά το προχωρημένο στάδιο εκείνης, που ο κόσμος εκλάμβανε ως σύζυγό του.


     Φθάνοντας στον προορισμό τους, ήταν τόσο το πλήθος όλων εκείνων που είχαν έλθει από μακριά, ώστε ο Ιωσήφ δεν μπόρεσε να βρει κατάλυμα στο πανδοχείο και αναγκάσθηκαν να καταφύγουν και να διανυκτερεύσουν λίγο έξω από την πόλη, σε σπήλαιο που χρησιμοποιούνταν σαν στάβλος για τα ζώα. Η Μαρία ένιωσε ανωδύνως τότε πως έχει έλθει η ώρα της. Ο Ιωσήφ την έβαλε πάνω στα άχυρα, όπως μπορούσε, κοντά στον όνο και το βόδι που βρίσκονταν εκεί, και έφυγε τρέχοντας να βρει μαία. Στον δρόμο του παρατήρησε ότι, αίφνης η φύση έμεινε ασάλευτη και ακίνητη, σαν να καταλήφθηκε από δέος: τα πετεινά του ουρανού έμειναν ακίνητα, μετέωρα στον ουρανό, άνθρωποι και ζώα πάγωσαν στην θέση τους, η ροή των υδάτων διεκόπη. Η αδιάκοπη κίνηση που φέρει το κάθε τι από την γέννηση στον θάνατο και το περιβάλλει με ματαιότητα (βλ. Ψαλμ. 38, 6-7· 102, 15· Εκκλησ. 1, 2 κ.ε.· Ησ. 40, 6· κ.α.), αιφνίδια ανεστάλη, διότι την στιγμή εκείνη το Αιώνιο εισέδυε στην καρδιά του χρόνου. Ο προ αιώνων Θεός κατέστη Παιδίον Νέον, εγκαινιάζοντας νέα διάσταση του χρόνου και της ιστορίας.


     Μετά την στιγμιαία αυτή διακοπή του χρόνου, τα πάντα επανήλθαν στην φυσιολογική τους κατάσταση, ο Ιωσήφ βρήκε μια μαία που ερχόταν από το βουνό και πηγαίνοντάς την στο σπήλαιο τής είπε ποια ήταν εκείνη που επρόκειτο να γεννήσει. Φθάνοντας όμως στο σπήλαιο, δεν μπόρεσαν να εισέλθουν, γιατί πυκνή νεφέλη το κάλυπτε και εμπόδιζε την είσοδο, όπως τότε στο όρος Σινά, όταν ο Θεός παρουσιάσθηκε στον Μωυσή (Εξ. 19, 16). Η μαία έπεσε με το πρόσωπο στην γη και φώναξε: «Μεγαλυνθήτω η ψυχή μου σήμερον, ότι οι οφθαλμοί μου είδον θαύμα μέγα· εγεννήθη Σωτήρ τω Ισραήλ!». Η νεφέλη υψώθηκε δίνοντας την θέση της σε απαστράπτον φως, που σιγά-σιγά καταλάγιασε επιτρέποντάς τους να εισέλθουν και να δουν την Παναγία καθισμένη δίπλα στην φάτνη, όπου είχε τοποθετήσει το Βρέφος, αφού προηγουμένως το σπαργάνωσε. Ειδοποιημένος εκ των προτέρων από Άγγελο Κυρίου ότι η Αγία Παρθένος συνέλαβε τον Σωτήρα διά της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος (βλ. Ματθ. 1, 21), ο Ιωσήφ θεωρούσε το θαύμα και, με σιωπή, προσκυνούσε το Βρέφος που κοιμόταν πάνω στο άχυρο της φάτνης ως τον Μεσσία τον προσδοκώμενο, τον οποίο προεπαγγέλλονταν οι προπάτορές Του επί γενεές γενεών.


     Μια γυναίκα της περιοχής, η Σαλώμη, περνούσε από εκεί και πληροφορήθηκε από την μαία τα γεγονότα, δίχως όμως να δείξει την ανάλογη πίστη. «Αδύνατον», έλεγε, «παρθένος να τεκνοποιήσει και επιπλέον να παραμείνει παρθένος μετά τον τοκετό!». Μέσα στην απιστία της, όπως αργότερα και ο άγιος Απόστολος Θωμάς (βλ. Ιω. 20, 27), πλησίασε και τόλμησε να απλώσει το ανόσιο χέρι της και να αγγίξει το άμωμο σώμα της Παναγίας. Ευθύς το χέρι της ξεράθηκε και η Σαλώμη φώναξε: «Αλοίμονο την ασέβεια και την απιστία μου! Επείραξα τον Θεόν τον ζώντα! Ιδού, η χειρ μου, ως εκ πυρός εξηράνθη και αποκόπτεται!». Πέφτοντας στα γόνατα με δάκρυα ικέτευσε τον Κύριο να την ελεήσει. Με παρέμβαση αγγέλου πήρε το θείο Βρέφος στην αγκαλιά της και ανήγγειλε με φωνή ειλικρινή και πλήρη φόβου: «Προσκυνώ Αυτόν, ότι μέγας βασιλεύς εγεννήθη εν οίκω Ισραήλ!». Παρευθύς, θεραπεύθηκε, αλλά ο άγγελος την συμβούλευσε να κρατήσει μυστικά όλα εκείνα τα θαυμάσια, μέχρις ότου ο Κύριος εμφανισθεί στον Ισραήλ.


     Κοντά στο σπήλαιο όπου συντελέσθηκε το ακατάληπτο θαύμα της Ενανθρωπήσεως, στις παρυφές της ερήμου της Ιουδαίας, βρίσκονταν κάποιοι βοσκοί, άνθρωποι απλοί, πτωχοί και καταφρονεμένοι, που φύλαγαν τα ποίμνιά τους με βάρδιες όλη την νύχτα (βλ. Λουκ. 2, 8). Ήλθε τότε Άγγελος και τους περιέβαλε η δόξα του Κυρίου με φως εκθαμβωτικό, προκαλώντας τους φόβο μέγα· ο Άγγελος όμως τους καθησύχασε και τους πληροφόρησε ότι το βρέφος που θα έβλεπαν στην φάτνη ήταν ο Μεσσίας, ο Καλός Ποιμήν που ήλθε να συγκεντρώσει το σκορπισμένο ποίμνιό Του, ότι ο Κύριος της Δόξης συγκατέβη στην γη για να αναζητήσει το απολωλός (βλ. Ματθ. 18, 12). Τους είπε να πάνε να προσκυνήσουν, τους είπε πώς θα αναγνωρίσουν το βρέφος και χάθηκε, αφήνοντας στην θέση του πλήθος επουρανίων δυνάμεων που δοξολογούσαν τον Κύριο και καλούσαν όλες τις τάξεις της δημιουργίας να ψάλουν χαρμόσυνα: «Ὡσσανὰ ἐν τοῖς Ὑψίστοις, ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία!» (βλ. Λουκ. 2, 14).


     Μαζί με τους Αγγέλους, όλη η Κτίσις αντηχεί σήμερα έναν και μόνο χαρμόσυνο ύμνο· τα επουράνια (δηλ. οι Άγγελοι), τα επίγεια (δηλ. οι άνθρωποι) και τα καταχθόνια (όχι ασφαλώς οι δαίμονες, αλλά οι νεκροί που περιμένουν την ανάσταση), όλοι μαζί προσκυνούν το Όνομα του Χριστού. «Κάθε γλώσσα ομολογεί και παραδέχεται ότι ο Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός, για να δοξάζεται έτσι ο Θεός Πατέρας» (βλ. Φιλ. 2, 11). Όταν έφυγαν οι Άγγελοι, οι Ποιμένες αμέσως ξεκίνησαν, πήγαν στο σπήλαιο και πρόσφεραν από την καρδιά τους τα ταπεινά δώρα τους στον Κύριο. Επέστρεψαν κατόπιν, και στον δρόμο διακήρυτταν, ως πρόδρομοι των Αποστόλων, τα θαυμάσια των οποίων έγιναν μάρτυρες.


     Στο μεταξύ έφθασαν στα Ιεροσόλυμα τρεις Μάγοι από την μακρινή Ανατολή, με την μεγαλοπρεπή συνοδεία τους, και ζήτησαν να δουν τον βασιλέα που μόλις γεννήθηκε για να τον προσκυνήσουν. Ήταν ιερείς και μάντεις των ειδωλολατρών, που λάτρευαν τον ήλιο και τα άστρα, είχαν ωστόσο εντιμότητα και σοφία· ερευνούσαν τα ουράνια σώματα, όχι για να προλέγουν το μέλλον, αλλά για να διακρίνουν τις οδούς της θείας Προνοίας, και μελετούσαν τα μυστικά της φύσης για να φθάσουν στην γνώση της Αλήθειας. Πλήρεις καλής προαίρεσης, είδαν μια ημέρα ένα άστρο να εμφανίζεται ξαφνικά στο στερέωμα, να πλησιάζει την γη και να λάμπει ζωηρά, σε βαθμό που επισκίαζε όλα τ’ άλλα αστέρια κι έκανε την νύχτα φωτεινή σαν ημέρα.


     Γνωρίζοντας τις προφητείες των παλαιών προφητών, οι Μάγοι ενθυμήθηκαν τον χρησμό που είχε διατυπώσει σχετικά με τον Ισραήλ ο μάντης Βαλαάμ, που ήλθε από την Μεσοποταμία μετά από πρόσκληση του βασιλέα Βαλάκ των Μωαβιτών: «Τον βλέπω, αλλά όχι τώρα· τον ατενίζω, μα όχι από κοντά. Ένα αστέρι θ’ ανατείλει από τον Ιακώβ κι ένας άνθρωπος Ηγεμόνας θα υψωθεί από τον Ισραήλ» (βλ. Αριθμ. 24, 17). Ο βασιλέας αυτός που επρόκειτο να υποτάξει τα έθνη, ο Μεσσίας που προσδοκούσε το Ισραήλ, είχε λοιπόν φθάσει, συμπέραναν. Αποτελούσαν την ευλογημένη «Απαρχή των εθνών», προαναγγέλλοντας τον μελλοντικό εκχριστιανισμό λαών που ήταν μακριά από την αποκάλυψη, και η οποία έλαβε χώρα στο Ισραήλ, έσπευσαν τώρα να έλθουν να Τον προσκυνήσουν, πολύ πριν από τους σκληρόκαρδους Εβραίους, έχοντας για οδηγό το άστρο.


     Ξένο και παράδοξο το άστρο αυτό, δεν ήταν φυσικό ουράνιο σώμα, αλλά θεία δύναμη· άγγελος, που πήρε μορφή άστρου, για να προσαρμοσθεί στις προσληπτικές ικανότητες των Μάγων, σ’ εκείνο που τους ήταν πιο οικείο και τους βοηθούσε να προσεγγίσουν την γνώση του Θεού. Λαμπρότερο από τον ήλιο το άστρο αυτό, άλλοτε κινείτο κι άλλοτε έμενε ακίνητο· αντίθετα από τους πλανήτες που φαίνονται να κινούνται από τ’ ανατολικά προς τα δυτικά, το άστρο αυτό κινούνταν από Βορρά (από την Περσία) προς Νότο (προς τα Ιεροσόλυμα)· άλλες φορές εμφανιζόταν μπροστά τους για να τους δείξει τον δρόμο κι άλλες φορές χανόταν, όπως όταν έφθασαν στα Ιεροσόλυμα. Έλαμπε μπροστά στους Μάγους, όπως παλαιότερα ο πύρινος στύλος μπροστά από τον λαό του Ισραήλ στην έρημο (βλ. Εξ. 13, 21), και κατέβαινε τόσο κοντά στην γη ώστε οι Μάγοι μπόρεσαν μέσα στην λάμψη του να διακρίνουν το σπήλαιο όπου βρισκόταν ο Κύριος. Γεγονότα αδιανόητα και άγνωστα στους αστρολόγους, χάρη στα οποία, διώχνοντας κάθε αμφιβολία και υποψία από την διάνοιά τους, οι Μάγοι μεταστράφηκαν από την λατρεία των άστρων και ήλθαν να προσκυνήσουν τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, που ήλθε στον κόσμο αυτό για να φωτίσει τους ανθρώπους με το φως της αληθούς Θεογνωσίας.


     Όταν έφθασαν στα Ιεροσόλυμα, το άστρο χάθηκε· μη ξέροντας όμως πού να κατευθυνθούν και, πιστεύοντας ότι οι Εβραίοι θα είχαν σπεύσει να αναγνωρίσουν τον Βασιλέα τους που ήλθε εξ Ουρανών, οι Μάγοι πήγαν στο παλάτι του Ηρώδη, βασιλέα της Ιουδαίας, ανθρώπου σκληρού και ακόλαστου που δίχως ενδοιασμούς θανάτωνε όποιον έκανε πως αντιτίθεται στην εξουσία του. Πληροφορούμενος τον σκοπό της επίσκεψης των Μάγων, ο Ηρώδης, κάλεσε αμέσως τους γραμματείς και τους νομοδιδασκάλους για να μάθει ό,τι ήταν γνωστό για τον βασιλέα αυτόν που προεξήγγειλαν οι προφήτες. Οι σοφοί τού επιβεβαίωσαν ότι πράγματι ο Μεσσίας, ο Λυτρωτής του Ισραήλ, αναμενόταν στην Βηθλεέμ, και ζήτησε όταν επιστρέψουν να του πουν πού βρισκόταν αυτός ο νεογέννητος «βασιλέας», ώστε «να πάει κι αυτός να τον προσκυνήσει», όπως τους είπε χαρακτηριστικά – στην πραγματικότητα, η πρόθεσή του ήταν να τον θανατώσει.


     Μόλις βγήκαν από τα Ιεροσόλυμα, εμφανίστηκε πάλι το άστρο και τους οδήγησε μέχρι το σπήλαιο. Έμπλεοι χαράς και ένθεου φόβου, οι πλούσιοι και ευγενείς Μάγοι εισήλθαν στον ταπεινό στάβλο ωσάν στο Παλάτιο του Βασιλέως των βασιλέων και προσκύνησαν το Βρέφος που αναπαυόταν στην φάτνη ωσάν πάνω σε θρόνο και, ανοίγοντας τους θησαυρούς της καρδιάς τους, Του πρόσφεραν τα πολύτιμα και σπάνια δώρα τους: χρυσό, για να Τον τιμήσουν ως Βασιλέα· λίβανο, όπως αρμόζει σε Θεό· σμύρνα –αρωματικό έλαιο που χρησιμοποιούσαν για την ταφή των νεκρών–, όπως αρμόζει στον Αθάνατο, που σύντομα επρόκειτο να υποστεί τον θάνατο για την Σωτηρία ημών. Για κάποιους άλλους, ο χρυσός, ο λίβανος και η σμύρνα συμβολίζουν την προσκύνηση των αγγέλων, των ανθρώπων και των έγκλειστων ψυχών στα καταχθόνια· ή την πίστη, την αγάπη και την ελπίδα που κάθε πιστός θα έπρεπε να προσφέρει δώρο στον Χριστό. Στο τέλος, οι Μάγοι ειδοποιήθηκαν σε ενύπνιο για τα άτιμα σχέδια του Ηρώδη και επέστρεψαν στην χώρα τους από άλλο δρόμομ διδάσκοντας με αυτόν τον τρόπο σε όσους πλησιάζουν τον Χριστό, να μην επιστρέψουν στην οδό της ασέβειας.


     Μετά την αναχώρηση των Μάγων, Άγγελος εμφανίσθηκε εκ νέου στον άγιο Ιωσήφ τον Μνήστορα· του αποκάλυψε ότι ο βασιλέας Ηρώδης επρόκειτο σύντομα να στείλει στρατιώτες στην περιοχή για να βρουν και να θανατώσουν το Βρέφος και τον συμβούλευσε να σπεύσει να φύγει (βλ. Ματθ. 2, 13). Δίχως να χάσει καιρό, ο Ιωσήφ μάζεψε τα λιγοστά τους υπάρχοντα, κάθισε την Παναγία και το Βρέφος στην ράχη όνου, και μέσα στην νύχτα η Αγία Οικογένεια ξεκίνησε ένα μακρύ και κοπιαστικό ταξίδι προς την Αίγυπτο, η οποία παλαιόθεν αποτελούσε καταφύγιο των Εβραίων που διώκονταν. Το επεισόδιο αυτό, το οποίο ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει ότι συνέβη αμέσως μετά την Γέννηση και την Προσκύνηση των Μάγων, θα πρέπει να έλαβε χώρα τουλάχιστον σαράντα ημέρες αργότερα, μετά την Υπαπαντή, όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (βλ. Λουκ. 2, 22-38).


     Βεβαίως, ως Θεός, ο Σωτήρ ημών, δεν φοβόταν ούτε τους στρατιώτες του Ηρώδη ούτε καμία άλλη δύναμη του κόσμου τούτου· έχοντας όμως ενδυθεί με την Ενανθρώπησή Του την ανθρώπινη φύση μας, την ασθενή και θνητή, επιθυμούσε να κρατήσει κρυφή και αφανή την κυρίαρχο εξουσία Του μέχρι να αρχίσει να κηρύττει στον λαό, την ημέρα του βαπτίσματός Του από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Πρότυπο ταπείνωσης και αποταγής, ο Ποιητής ουρανού και γης, ο υπηρετούμενος από πάσες τις στρατιές των Επουρανίων Δυνάμεων, στην αγκαλιά της Παναγίας, αναγκάζεται να φύγει ενώπιον του κινδύνου, να υποστεί την ζέστη και την κούραση του ταξιδιού, για να καταδείξει σε όλους ότι είναι αληθώς άνθρωπος και όχι κατά φαντασίαν όπως ισχυρίζονται οι αιρετικοί (δοκητές). Ήδη από την αρχή του επίγειου βίου Του, ο Χριστός δέχεται να υποστεί όχι μόνο την πείνα, την δίψα, το κρύο και τα άλλα δεινά της ανθρώπινης φύσης μας (τα αδιάβλητα πάθη), αλλά υπομένει εξορία και διωγμό, ώστε να καταστεί πρότυπο στους μέλλοντες μαθητές Του, διδάσκοντάς τους να αντιμετωπίζουν με χαρά τις θλίψεις που θα συναντούν στον δρόμο τους.


     Επιπλέον, σύμφωνα με την συνήθη πατερική ερμηνεία της Εξόδου, επέλεξε ο Χριστός ως καταφύγιο την Αίγυπτο, σύμβολο των παθών και της αμαρτίας· πατρίδα του Φαραώ, της εικόνας του δαίμονα· λίκνο δεισιδαιμονίας και ειδωλολατρίας. Για να εκπληρωθεί η προφητεία που έλεγε: «Από την Αίγυπτο κάλεσα τον Υιό Μου» (βλ. Ωσ. 11, 1), προαναγγέλλοντας με τρόπο έμμεσο ότι ήλθε στον κόσμο για να θέσει τέλος στην ειδωλολατρία και να φέρει τους ανθρώπους σε επίγνωση της Αληθείας.


     Μια παράδοση αναφέρει ότι στον δρόμο που πήγαινε το Βρέφος στην Αίγυπτο, η άλογη φύση αναγνώρισε Εκείνον που οι άνθρωποι τυφλωμένοι από τα πάθη τους δεν στάθηκαν ικανοί να αναγνωρίσουν, και λάτρευσε τον Θεό που είχε λάβει ανθρώπου μορφή. Διηγούνται μάλιστα ότι την Αγία Οικογένεια συνόδευαν λιοντάρια, που είχαν γίνει πιο ήρεμα και από αρνάκια, και χοροπηδούσαν γύρω τους παίζοντας με τα υποζύγια και τα κατοικίδια ζώα, επαληθεύοντας την προφητεία: «Τότε οι λύκοι και τ’ αρνιά θα βόσκουν μαζί και το λιοντάρι και το βόδι θα τρώνε τ’ άχυρα μαζί» (βλ. Ησ. 65, 25). Μια ημέρα το θείο Βρέφος πρόσταξε μια φοινικιά να σκύψει στην γη για να προσφέρει τους καρπούς στην Θεομήτορα, και μετά, αφού ορθώθηκε ξανά με εντολή του Χριστού, έκανε να αναβλύσει στην ρίζα της πηγή καθάριου νερού για να ξεδιψάσουν. Γύρω τους δηλαδή, η κτίση όλη περιερχόταν ξανά στην κατάσταση του επίγειου Παραδείσου, όπως μετά από μια νέα δημιουργία.


     Όταν έφθασαν στην περιοχή της Ερμοπόλεως, σε τόπο λεγόμενο «Σατίν», ο Χριστός με την Παναγία και τον Ιωσήφ εισήλθαν σ’ έναν πελώριο ναό των ειδωλολατρών που είχε 365 είδωλα, ένα για κάθε ημέρα του χρόνου. Μόλις εμφανίσθηκε η Θεοτόκος έχοντας αγκαλιά τον Θεό, που είναι η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή, όλα τα είδωλα κατακρημνίσθηκαν και συνετρίβησαν, επαληθεύοντας την προφητεία που έλεγε: «Να, κάθεται ο Κύριος πάνω σε γρήγορο νέφος και καταφθάνει στην Αίγυπτο· τα είδωλά της τρέμουνε μπροστά Του και λιώνει η καρδιά τους στον ερχομό Του» (βλ. Ησ. 19, 1).


     Η παραμονή της Αγίας Οικογένειας στην Αίγυπτο πρέπει να διήρκεσε κάτι λιγότερο από δύο χρόνια σύμφωνα με ορισμένους και μέχρι πέντε χρόνια σύμφωνα με άλλους. Όταν πέθανε ο Ηρώδης και δεν υπήρχε πλέον κίνδυνος, Άγγελος Κυρίου εμφανίσθηκε εκ νέου στον Ιωσήφ και του υπέδειξε να επιστρέψει στην Παλαιστίνη (βλ. Ματθ. 2, 19). Αντί να εγκατασταθούν στην Βηθλεέμ, που ήταν πολύ κοντά στα Ιεροσόλυμα, όπου ασκούσε ως τύραννος την εξουσία ο σκληρόκαρδος και άσπλαχνος γιος του Ηρώδη, Αρχέλαος, ο Ιωσήφ έλαβε εντολή να πορευθεί μέχρι την Γαλιλαία και να εγκατασταθεί στο ταπεινό χωριό Ναζαρέτ. Έτσι εκπληρώθηκε το λεγόμενο υπό των Προφητών: «Θα ονομασθεί Ναζωραίος» (βλ. Ματθ. 2, 23).


     Διαπιστώνοντας ότι τον ξεγέλασαν οι Μάγοι, στους οποίους είχε δώσει εντολή να τον πληροφορήσουν πού βρισκόταν το Βρέφος-Βασιλεύς το οποίο είχαν έλθει να προσκυνήσουν, ο βασιλέας Ηρώδης (37 π.Χ.–4 π.Χ.) έξαλλος από θυμό διέταξε τους στρατιώτες του να σφάξουν όλα τα αρσενικά βρέφη της Βηθλεέμ που ήταν ηλικίας μικρότερης των δύο χρόνων. Τόσο φοβόταν αυτόν τον αντίπαλο που τον ανήγγειλαν τα ασυνήθιστα σημεία και που από μακριά ήλθαν να Τον προσκυνήσουν υψηλές προσωπικότητες, ώστε προτίμησε να θανατώσει αδίκως τα αθώα νήπια μάλλον, παρά να αφήσει να του ξεφύγει το Βρέφος-Βασιλεύς· για τον λόγο αυτό έδωσε εντολή να θανατώσουν τα νήπια που γεννήθηκαν μετά την εμφάνιση του άστρου, σύμφωνα με την διήγηση των Μάγων, μέχρι την ημέρα εκείνη. Την ημέρα εκείνη, την τόσο ζοφερή για τις μητέρες της φυλής του Βενιαμίν, έγινε πραγματικότητα η προφητεία του Ιερεμία: «Φωνή ακούστηκε από την Ραμά (δηλ., την περιοχή της φυλής του Βενιαμίν), πολύς θρήνος, πολύς κλαυθμός και οδυρμός. Έκλαιγε η Ραχήλ τα παιδιά της και δεν ήθελε με τίποτα να παρηγορηθεί γιατί δεν υπάρχουν πια στην ζωή» (βλ. Ματθ. 2, 18). Πράγματι, στην Βηθλεέμ βρισκόταν ο τάφος της Ραχήλ, που έμοιαζε να έχει σηκωθεί για να ενώσει τον θρήνο της στον θρήνο των μητέρων των θυμάτων, που θανατώθηκαν για τον Χριστό και αντί του Χριστού, ως απαρχές των αγίων Μαρτύρων. Στην δυτική παράδοση τα Άγια Νήπια αναφέρονται ως «Άγιοι Αθώοι» (Saints Innocents). Ο αριθμός τους είναι μάλλον υπερβολικός και συμβολικός· υπενθυμίζει τους 144.000 εκλεκτούς της Αποκαλύψεως (17, 14).


     Μάταια ο σκληρόκαρδος βασιλέας αντιστάθηκε στην βουλή του Θεού χύνοντας το αίμα τόσων αθώων, διότι Άγγελος Κυρίου προειδοποίησε τον Ιωσήφ σε όραμα κι εκείνος πήρε το θείο Βρέφος και την Μητέρα Του και διέφυγε στην Αίγυπτο πριν αρχίσει η σφαγή. Το έγκλημα αυτό υπήρξε ένα από τα τελευταία του Ηρώδη. Ενώ σχεδίαζε την δολοφονία του γιου του Αντίπατρου, που είχε συνωμοτήσει εναντίον του, ο γηραιός βασιλέας επλήγη από ασθένεια, τόσο παράξενη, που όλοι την ερμήνευσαν ως τιμωρία εκ Θεού. Μια φωτιά μέσα στα σπλάχνα του τον κατέτρωγε αργά, τα εντόσθια και οι σάρκες του σάπισαν, σαν να ήταν ζωντανό πτώμα, και γέμισαν σιχαμερά σκουλήκια. Με τον τρόπο αυτό άφησε τον κόσμο και πέρασε στην αιώνια κόλαση, σπέρνοντας τον τρόμο μέχρι τελευταίας αναπνοής του, βασανίζοντας όλους τους αντιπάλους του και θανατώνοντας τον γιο του Αντίπατρο, σύμφωνα με τον Εβραίο ιστορικό Ιώσηπο.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις,
Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.
Ἀμήν.


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος, Δεκέμβριος,
σελ. 276–279, 282–285,
288–290 και 329–330.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Μάρτιος 2005.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

ΧΡΙΣΤΟΣ, Ο «ΑΝΑΠΕΣΩΝ»

ΧΡΙΣΤΟΣ, Ο «ΑΝΑΠΕΣΩΝ»


     Η εικόνα του Χριστού ως ο «Αναπεσών» ασφαλώς δεν εικονίζει τη σκηνή της Γεννήσεως, αλλά την εικόνα του «Αναπεσόντος» Χριστού σε παιδική ηλικία, η οποία χρησιμοποιείται συχνά σε στενή όμως αναφορά με τη μεγάλη εορτή της Γεννήσεως. Η συγκεκριμένη εικόνα αρχίζει να ιστορείται στα μέσα βυζαντινά χρόνια και απαντάται συνήθως επάνω από την κύρια, τη δυτική είσοδο του Ναού.

     Το όνομα της εικόνας προέρχεται από την προφητεία που λάλησε ο Ιακώβ πριν πεθάνει ενώπιον των υιών του, που υπήρξαν κατόπιν οι Πατριάρχες των δώδεκα φυλών του Ισραήλ: «Σκύμνος λέοντος, Ιούδα εκ βλαστού, υιέ μου, ανέβης... Αναπεσών εκοιμήθης ως λέων και ως σκύμνος... Τις εγερεί Αυτόν;...» (βλ. Γεν. 49, 9). Πρόκειται για μια από τις αρχαιότερες προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης σχετικά με την έλευση αλλά και τη σάρκωση του Χριστού, παλαιότερη του Μωϋσέως και των άλλων προφητών. Ο μάντης Βαλαάμ προφήτευσε κι αυτός αργότερα (Αριθμ. 24, 9) με τα ίδια ακριβώς λόγια. Ο Ιακώβ, εδώ, δεν προφητεύει για κάποιον από τους γιούς του. Προλέγει, ανάμεσα στ’ άλλα, ότι η χώρα της φυλής του Ιούδα, η Ιουδαία, θα γινόταν το βασίλειο των Εβραίων και ότι αυτή θα είχε μια αδιάσπαστη συνέχεια βασιλέων μέχρι την έλευση του Σωτήρος Χριστού: «Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα έως εάν έλθει τα αποκείμενα Αυτώ και Αυτός προσδοκία Εθνών...» (στιχ. 10). Κατά την ακμή της η Ιουδαία περιήλθε υπό τον Οίκο του Δαυίδ και παρέμεινε ενιαίο βασίλειο μέχρι τα χρόνια που ο Χριστός, ως Θεάνθρωπος, «εσαρκώθη» και «ενηπίασε»· όταν, δηλαδή, «έγινε» μικρό παιδίον («Χριστός, ο Παις»).

     Γιατί ο Ιακώβ ονομάζει «υιό» του και «σκύμνον λέοντος Ιούδα» Αυτόν που αργότερα θα «ανέβαινε εκ βλαστού»; Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, αυτός ο «βλαστός», το νεαρό κλαδί, το τρυφερό κλωνάρι, υποδηλώνει την Παρθένο Κυρία Θεοτόκο καθώς και το μυστήριο της Θεομήτορος. Η Γραφή χρησιμοποιεί την εικόνα του «λέοντος» ως σύμβολο δύο διαφορετικών πραγμάτων. Σε πολλές περιπτώσεις ο «λέων» ενσαρκώνει τον διάβολο που, «ως λέων ωρυόμενος, ζητεί τίνα καταπίει» (βλ. Α΄ Πέτρ. 5, 8). Επίσης, ο «λέων» εκφράζει τη βασιλική ιδιότητα, την αδιάπτωτη εξουσία και το παγκυριαρχικό αξίωμα του Θεανθρώπου. Εν προκειμένω, το «Αναπεσών Παιδίον», ο Χριστός, είναι όντως από βασιλική γενιά, διότι είναι Υιός του επουρανίου Βασιλέα Θεού, ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός. Αλλά και κατά το ανθρώπινο, ως «Υιός του Ανθρώπου», είναι ενδοϊστορικά και γενεαλογικά ο εκλεκτός απόγονος του βασιλέα Δαυίδ. Κυρίως, όμως, κατά την ανθρωπότητά Του, είναι Αυτός ο υπεραγαπημένος Μονογενής Υιός της πανυπεραγαπημένης Αειπαρθένου Μητρός Του, της Κυρίας Θεοτόκου. Η οποία, είναι ο μόνος επί γης, μυριοκεχαριτωμένος, θεάρεστος, θεοφίλητος, θεοφόρος, Θεοτόκος–«Άνθρωπος». Έτσι, η Παναγία, ως «Θεού Μήτηρ», είναι η Βασίλισσα, η Δέσποινα, η Παντοβασίλισσα, η Παντάνασσα όλων των ανθρώπων, όλων των αγγέλων και όλης της κτίσεως, η οποία αναφέρεται «κεκαλυμμένα» και αόριστα μέσα στο ανώνυμο ουσιαστικό «Άνθρωπος» πολύ συχνά στα Ιερά Ευαγγέλια από Αυτόν τον Ίδιο τον Χριστό. Γι’ αυτό και στη συγκεκριμένη εικόνα «ο Αναπεσών» ανακλίνεται, πέφτει να κοιμηθεί, όχι σε μια πάμφτωχη φάτνη όπως συνέβη κατά τη θεία Του Γέννηση, αλλά, όπως βλέπουμε, επάνω σε βασιλικό ανάκλιντρο. Και, αντί για σπάργανα και ράκη (κουρέλια), στη συγκεκριμένη αγιογραφική παράσταση είναι ενδεδυμένος χιτώνα και ποδήρη βασιλικό!


     Ο Ιακώβ αναφέρεται επίσης και στα «αποκείμενα Αυτώ»· σ’ αυτά, δηλαδή, τα μεγάλα και ιερά γεγονότα που περιμένουν, όχι βέβαια τον Ιακώβ ή τους γιους του, αλλά τον Ίδιο τον Θεάνθρωπο Χριστό: ο Σταυρός, το Πάθος, η Λόγχη και ο Θάνατος. Αλλά, συν τοις άλλοις, αναφέρεται και στον θάνατο του Χριστού ως «ύπνο» («αναπεσών εκοιμήθης…») και, μάλιστα, κάνει και μια έμμεση αναφορά και για την Ανάστασή Του («Τις εγερεί αυτόν;…»). Ποιός από τους ανθρώπους δύναται να έχει τη δύναμη και την ικάνωση να αναστήσει, να σηκώσει έναν παγκραταιό Βασιλέα, τον Παμβασιλέα, τον Θεάνθρωπο Χριστό; Απολύτως κανείς! Εκτός, ασφαλώς, από Αυτόν τον Ίδιο τον Χριστό, εφ’ όσον Αυτός είναι ο μόνος «Αρχηγός της ζωής», ο «Νικητής του θανάτου», αυτού του εφιαλτικού «ύπνου» που επέφερε η πανανθρώπινη αμαρτία. Λέγει, γι’ αυτό, ο Χριστός: «Ουδείς αίρει την ψυχήν Μου απ’ Εμού, αλλ’ Εγώ τίθημι Αυτήν απ’ Εμαυτού. Εξουσίαν έχω θείναι Αυτήν και εξουσίαν έχω πάλιν λαβείν Αυτήν» (βλ. Ιωάν. 10, 18).

     Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μάς δίνει το νόημα αυτού του «ύπνου» του Χριστού, ως «λέοντος»: Όπως ο λέων είναι φοβερός ακόμη κι όταν αυτός κοιμάται, έτσι και ο Χριστός· ήταν φοβερός και δυνατός ακόμη και την ώρα τόσο του θεανθρώπινου ύπνου Του, σαν τέλειος Άνθρωπος, θείο Βρέφος και θείο Νήπιο που Αυτός ήταν· κυρίως δε, κυριολεκτικά πλέον, κατά την ώρα του ίδιου του θανάτου Του. Ο οποίος θάνατος έγινε πρόξενος πολλών φοβερών, φρικτών, εξαίσιων και ανήκουστων θαυμάτων: κρύφτηκε ο ήλιος, σείστηκε η γη, κόπηκαν οι βράχοι, σχίστηκε το παραπέτασμα του Ναού, σκότος κατέλαβε όλη τη γη και μια παγκόσμια νύχτα εμφανίστηκε ξαφνικά μέσα στο καταμεσήμερο του Πάθους Του. Ο θάνατος καταργήθηκε και η τυραννία του καταστράφηκε. Πολλά σώματα των «κεκοιμημένων αγίων» αναστήθηκαν. Αυτά τα φοβερά συμβάντα, λοιπόν, προείδε ο Πατριάρχης Ιακώβ και προφήτευσε λέγοντας: «Αναπεσών εκοιμήθης ως λέων!...» (
«Έπεσες και κοιμήθηκες ωσάν λιοντάρι...»).

     Η εκπληκτική αυτή προφητεία του Πατριάρχου Ιακώβ (γεμάτη από υπέρχρονη πατρική βιβλικότητα αλλά και μητροφίλητη στοργή) περί του «Αναπεσόντος» Ιησού Χριστού βρίσκει και μια άλλη μεσσιανική έκπλήρωσή της. Πότε; Κατά την αγγελοσέβαστη ανάκλιση του Θεανθρώπου ως θείο Βρέφος· κατά το υπερθαύμαστο κενωτικό σπαργάνωμα και το καθ’ όλα ανθρώπινο ξαπόσταμά Του· κατά τον παμμακάριο ύπνο και την πανησύχια ανάπαυση (την ξεκούραση) του θείου Βρέφους. Πού; Μέσα στην απέριττη φάτνη του ταπεινού Σπηλαίου της Βηθλεέμ. Αμέσως μετά την «υπέρ λόγον και φράσιν και έννοιαν» Ενανθρώπισή Του, μετά την απόρρητη, φρικτή και άφραστη θεία Του Γέννηση από την Αειπάρθενο και Πανάχραντη Μητέρα Του, την Κυρία Θεοτόκο…

     «Ανέπεσε», λοιπόν, για χάρη μας ο Θεάνθρωπος Κύριος, ακριβώς για να καταστήσει το «παραπεσών» από την αρχέγονη αμαρτία ταλαίπωρο ανθρώπινο γένος, όλον τον δύστυχο άνθρωπο, τον «Αδάμ παγγενή», ολοκληρωτικά και παντοτινά αναγεννημένο και αναστημένο και, εν Αυτώ τω Θεανθρώπω Χριστώ, αιώνια απολυτρωμένο.



[Ανάρτηση του Δεκεμβρίου του 2012.
Βασικό κείμενο
του Γεωργίου Γαβριήλ (1988),
με κάποιες προσθήκες
προτάσεων και παραγράφων
σαν αναγκαίες επεξηγήσεις
από την πλευρά μας.
Επιλογή ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών, 
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.