Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

ΣΤΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΩΡΕΣ

ΣΤΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΩΡΕΣ


     Οι νύχτες μας είναι αληθινά μαγεμένες. Μέσα στη σιωπή τ’ ακούς όλα ευκρινέστερα και βιώνεις τη μαθητεία στον κρυμμένο Θεό. Ο πόνος δεν αφήνει να κοιμηθούμε και χαλάμε όλα τα κεριά μας στη ψιλή άμμο κι άμα δώσει ο Θεός γινόμαστε σπίθα και φλόγα μέσα από τα κούτσουρα των δοκιμασιών μας. Όλη η ορθόδοξη θεολογία μας είναι πέρα ως πέρα αληθινή, γιατί είναι τόσο χαρούμενη όσο και πένθιμη. Όσο ξέρεις να πενθείς, τόσο είσαι ανοιχτός στο να χαίρεσαι. Και όσο χαίρεσαι πραγματικά, δεν μπορείς να απωθήσεις την εγκόσμια οδύνη και να εθελοτυφλήσεις στον πόνο. Η ισορροπία δεν έβλαψε κανέναν. Όλη η γοητεία που σαλεύει τον άνθρωπο βρίσκεται φωλιασμένη στα άκρα του. Από τα δαιμονικά ή εγωικά άκρα πολεμείται ο καθένας. Αλλά η αυτούσια αγκαλιά για να γίνει και για να τα συμπεριλάβει όλα και όλους, είναι ανάγκη να γίνει πρώτα εκείνο το μεγάλο και πλατύ τάνυσμα. Και σ’ αυτό βαριόμαστε και αθυμούμε οι περισσότεροι, λίγο–πολύ. Τα πιο πολλά πράγματα τα φτάνει κανείς με το ψάξιμο και τη διάταση της καρδιάς. Η Χάρη του Θεού είναι η μόνη που μας δίνει δύναμη και για τα δύο, γιατί θέλει αυτά τα δύο για να μας επισκεφθεί. Ο κόσμος μας, βαρέθηκε ή έχασε ολάκερη τη ζωή του με τις κατακτήσεις του καθισιού. Για τέταρτη χρονιά είμαστε με τα ξύλα. Η κρίση μάς έφερε σιωπηλά κοντά. Τώρα φαίνονται παντού καθαρά τα πρόσωπα, αθόλωτα οι μάσκες και οι μασκαράδες. Αρχίζουμε να κατανοούμε δίχως να επικρίνουμε, να απορρίπτουμε και να αμφισβητούμε. Τα φέγγη, οι φλόγες και οι καύσεις των καρδιών επιτέλους αρχίζουν να γειτνιάζουν, δεν είναι πια μόνες, απρόσφορες και στείρες. Οι μικρές ώρες ως συνήθως καθίζουν το κάρβουνο και γέρνουν τα πάντα στη στάχτη της φθοράς. Εμάς οι μικρές ώρες, πάλι, μας γιγαντώνουν τις προσδοκίες που θάλπουν την ανύστακτη ύπαρξη. Πήγα κι έβαλα ξύλα στη φωτιά. Ώστε οι υπνούντες στο σπίτι να βρουν ζεστασιά. Το κρύο εδώ φέτος είναι τσουχτερό. Εμένα παραδόξως μου φέρνει κατάνυξη, διότι θυμάμαι τους Σαράντα Μάρτυρες και μου έρχονται στο νου οι τοιχογραφίες τους από τον Θεοφάνη τον Κρήτα μέχρι τον Κόντογλου. Στις μεγάλες και μαρτυρικές αντιθέσεις είναι αφημένες και παραδομένες όλες οι αποκαλύψεις του Θεού: «Δριμύς ο χειμώνας, αλλά γλυκύς ο Παράδεισος», έλεγαν. Οι Σαράντα Μάρτυρες. Και, λίγο να το δοκιμάσει αυτό η καρδιά, απλά θα πει: «Ισχύει».

π. Δαμιανός






Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

«ΑΝ ΒΡΕΙΤΕ ΑΛΛΟΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟ, ΝΑ ΤΟΝ ΛΥΠΗΘΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ»

«ΑΝ ΒΡΕΙΤΕ ΑΛΛΟΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟ,
ΝΑ ΤΟΝ ΛΥΠΗΘΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ»
–Το χρονικό της παραίτησης ενός μεγάλου–


     …Παρά την θέλησή του χειροτονήθηκε επίσκοπος από τον πατέρα του, ο οποίος ήλπιζε με αυτόν τον τρόπο να ενισχύσει το κήρυγμα του Ευαγγελικού λόγου και να τον ετοιμάσει για την διαδοχή. Η χειροτονία αιφνιδίασε τον Γρηγόριο όπως μια «τυραννίδα»· έφυγε και μετέβη στον Πόντο κοντά στον αγαπημένο του αδελφό και φίλο Μέγα Βασίλειο. Πολλοί κατέκριναν και κατακρίνουν ακόμη τον άγιο, κατηγορώντας τον για δειλία και για αδυναμία χαρακτήρα. Πώς όμως να αμφιβάλλει κανείς για την ισορροπία και για το σθένος της ψυχής ενός πνεύματος τόσο δυνατού, ο οποίος είχε κατακτήσει ήδη από την νεότητά του την μακάρια απάθεια και την πλήρη ψυχική αυτοκυριαρχία; Πρέπει μάλλον να διαβλέψουμε στον άγιο Γρηγόριο ένα παράδειγμα της άκρας λεπτότητας και ευαισθησίας που αποκτούν οι άγιοι όσο πλησιάζουν τον Θεό. Όπως εξηγεί ο ίδιος στον «Απολογητικό» του λόγο, δεν απέφυγε τότε την ιεροσύνη από φόβο, αλλά από οξυμένη ευσυνειδησία για την ευθύνη του ποιμένα των ψυχών και προπαντός επειδή προτιμούσε να ενωθεί με τον Θεό και, δι’ Αυτού, με τους ανθρώπους στην προσευχή:
    
     «Τίποτα δεν ποθούσα περισσότερο από το να κλείσω την θύρα των αισθήσεων, να εξέλθω της σαρκός και του κόσμου, να συγκεντρωθώ εις εαυτόν, διακόπτοντας κάθε δεσμό με τα ανθρώπινα πέρα από τα απολύτως αναγκαία, να συνδιαλεχθώ με τον εαυτό μου και μετά του Θεού, ώστε να ζήσω υπεράνω των ορατών, με τρόπο ώστε να φέρω επάνω μου τις θεϊκές εμφάσεις, χωρίς αλλοίωση ή ανάμειξη με τις παγιωμένες μορφές του ενθάδε. Να καταστώ αληθινά και συνεχώς να καθίσταμαι αληθής ακηλίδωτος καθρέπτης του Θεού και των ουρανίων, προσθέτοντας φως στο φως, υποκαθιστώντας την ασάφεια με ευκρίνεια, απολαμβάνοντας ήδη από τον παρόντα βίο την ελπίδα των αγαθών της μέλλουσας ζωής, ώστε να συνοδοιπορήσω μετά των αγγέλων, παραμένοντας στην γη, την οποία προηγουμένως άφησα και ανήλθα εις τα άνω διά του Πνεύματος. Αν κάποιος από σας κατέχεται από αυτόν τον πόθο, γνωρίζει τι θέλω να πω και θα μου συγχωρήσει αυτό που ένιωσα τότε» (Λόγοι 2, 7, PG 35Μ 413C-416Α· ΕΠΕ 1, 83).

     Επί μία δεκαετία υπήρξε για την Ναζιανζό υπόδειγμα ποιμαντικής μέριμνας και στοργής: ταπεινός μαθητής του Κυρίου, όργανο του λόγου και της Χάριτός Του, κανόνας πίστεως και ζωντανή εικόνα της ευαγγελικής τελειότητας. Όταν το 361 ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης αποπειράθηκε να αποκαταστήσει την λατρεία των ειδώλων, απαγορεύοντας στα παιδιά των χριστιανών να διδάσκονται φιλολογία, ρητορική και φιλοσοφία, ο άγιος Γρηγόριος απάντησε συντάσσοντας λαμπρούς λόγους και θαυμαστά ποιήματα, όπου ανέπτυσσε τα μυστήρια της πίστεως με λογοτεχνική δεινότητα και πλούτο εικόνων και λεξιλογίου, κατά πολύ ανώτερων των έργων των μεγάλων συγγραφέων της αρχαιότητας. Με τον άγιο Γρηγόριο ολοκληρώνεται όχι απλώς ο εκχριστιανισμός της ελληνικής παιδείας, αλλά η οριστική της υπέρβαση και στην θέση της αναπτύσσεται μια παιδεία καθαρά χριστιανική, η οποία αφομοιώνει και μεταμορφώνει το απαύγασμα των έργων της αρχαιότητας.

     Οι πιστοί της Βασιλεύουσας, η οποία βρισκόταν για περισσότερα από σαράντα χρόνια στα χέρια των αιρετικών, ζήτησαν τότε από τον επίσκοπο Ναζιανζού να τους συνδράμει. Αποσπάσθηκε για μια ακόμη φορά ο Γρηγόριος από την γλυκύτητα της θεωρίας, χάριν της υπεράσπισης της Εκκλησίας και έφθασε στην Κωνσταντινούπολη φέρνοντας μαζί του την ακλόνητη δύναμη του λόγου του και την ισχύ των θαυμάτων του. Εγκαταστάθηκε σε οικία που ανήκε σε συγγενείς του, όπου οι ορθόδοξοι άρχισαν γρήγορα να συρρέουν ολοένα και περισσότεροι, για να ακούσουν με ενθουσιασμό το κήρυγμά του, σε βαθμό που η οικία μετετράπη σύντομα σε ναό, γνωστό ως Αγία Αναστασία, επειδή η πίστη, νεκρωμένη επί τόσα χρόνια στην Βασιλεύουσα, αναστήθηκε χάρη στον λόγο του Γρηγορίου. Μόνος εναντίον πλειάδος αιρετικών και ποικίλων αιρέσεων, ο άγιος συνάρπαζε το ακροατήριό του με την ευγλωττία του κατακόπτοντας τα σοφίσματα και τα επιχειρήματα του σαρκικού φρονήματος με την ρομφαία του θείου λόγου.

     Περισσότερο από τους άλλους Πατέρες, ο άγιος Γρηγόριος διακρίνεται για τις συνοπτικές και αντινομικές εκφράσεις με τις οποίες αναπτύσσει τα βαθύτερα μυστήρια και τα μεγαλύτερα κεφάλαια της πίστεως. Οι ορισμοί του είναι τόσο τέλειοι, ώστε στο πέρασμα των αιώνων, οι δεινότεροι άγιοι θεολόγοι αφιέρωσαν συγγράμματα ολόκληρα στον σχολιασμό τους, και είναι τέτοιας ωραιότητας, ώστε μεγάλος αριθμός τους χρησιμοποιήθηκε από τους μελωδούς μας στην σύνθεση λειτουργικών ύμνων των μεγάλων εορτών του έτους. Η ανάγνωση και η αποστήθιση των έργων του αγίου Γρηγορίου, όπως της Αγίας Γραφής, μπορεί να παρομοιαστεί με την προσκύνηση μιας αγίας εικόνας· μας μεταφέρουν στον ουρανό και μας μυούν στα άρρητα μυστήρια του Θεού. Η γλώσσα του είναι τόσο τέλεια ώστε αχρηστεύει κάθε άλλα λόγια και οδηγεί αβίαστα τον εραστή του Λόγου στην σιωπηλή προσευχή. Άκαμπτης αυστηρότητας όσον αφορά στην πίστη, ο άγιος Γρηγόριος ήταν όλος πραότητα στην συμπεριφορά του απέναντι στους ανθρώπους, αμαρτωλούς ή παραστρατημένους. Διόρθωνε τα ήθη δίνοντας το υπόδειγμα της χριστιανικής διαγωγής με την βιοτή του, που ήταν απαλλαγμένη από κάθε κοσμικότητα, με την σκληραγωγία του και την υπομονή στις δοκιμασίες και τις ασθένειες, σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλοί από όσους άκουγαν τους λόγους του μεταστρέφονταν ολότελα βλέποντας την πολιτεία του.

     Οι επιτυχίες του προκάλεσαν ωστόσο γρήγορα ζωηρές αντιδράσεις από μέρους των αιρετικών, που ζηλόφθονοι διέδωσαν εναντίον του φρικτές συκοφαντίες, χωρίς παρ’ όλα αυτά να υπερνικήσουν την υπομονή του και την ανεξικακία του απέναντι στους εχθρούς. Την νύχτα της Αναστάσεως του 379, αιρετικοί, οπαδοί του Απολλιναρίου, τους οποίους είχε αντικρούσει με έξοχο τρόπο, πήγαν στην Αγία Αναστασία, έσπειραν τον πανικό στο εκκλησίασμα και επιχείρησαν να λιθοβολήσουν τον άγιο. Δεν μπόρεσαν όμως να του καταφέρουν το θανάσιμο χτύπημα, που θα επιθυμούσε ο Γρηγόριος ώστε να τελειωθεί λαμβάνοντας τον καλλίνικο στέφανο του μαρτυρίου. Ύστερα από αυτή την δοκιμασία, παραδόθηκε στην δικαιοσύνη ως κακούργος, αλλά εξήλθε νικητής και παρότρυνε κατόπιν τους οπαδούς του να τους συγχωρέσουν. Η μετριοπαθής αυτή στάση, η αγάπη, η ευθύτητα του τέλειου αυτού μαθητή του Χριστού κίνησαν εναντίον του την εχθρότητα δύο παρατάξεων: των αιρετικών που τον μισούσαν και των υπερζηλωτών ορθοδόξων.

     Ενώ, χάρη στους αγώνες του, η αίρεση έμοιαζε να υποχωρεί, ο διάβολος τον υπέβαλε σε νέες δοκιμασίες στο πρόσωπο ενός κυνικού φιλοσόφου ονόματι Μαξίμου, που καταγόταν από την Αλεξάνδρεια. Αποκρύπτοντας αρχικά το δόλιο σχέδιό του, ο Μάξιμος κέρδισε την εκτίμηση του Γρηγορίου. Αποκαλύφθηκε όμως σύντομα, όταν επιχείρησε να εκλεγεί αντικανονικά επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, σπέρνοντας ταραχή και σκάνδαλο στην Εκκλησία. Πράος και καρτερικός ο άγιος Γρηγόριος, ήταν έτοιμος να αφήσει τον θρόνο του για να μην εναντιωθεί στον απατεώνα με αγώνα και μίσος, ο λαός όμως εξεγέρθηκε αυθόρμητα εναντίον του Μάξιμου και παρακάλεσε τον ποιμενάρχη του να μην εγκαταλείψει το ποίμνιο του Χριστού στους λύκους που το απειλούσαν, λέγοντάς του: «Εάν μας αφήσεις, πάτερ, γνώριζε ότι παίρνεις μαζί σου και την Αγία Τριάδα!». Ο άγιος πείσθηκε και απηύθυνε έκκληση στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, ο οποίος διέμενε τότε στην Θεσσαλονίκη. Ο αυτοκράτορας έδιωξε τον σφετεριστή και λίγο αργότερα εισήλθε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη, μετά την νίκη του κατά των βαρβάρων. Την επομένη κιόλας έδιωξε τους αρειανόφρονες από τους ναούς που κατείχαν και επέβαλε την εκλογή του αγίου Γρηγορίου ως επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως. Ο Γρηγόριος, φλεγόμενος πάντα από τον πόθο της ησυχίας, αρχικά αρνήθηκε, αλλά η επιμονή και ο ενθουσιασμός του λαού τον έκανε τελικά να ενδώσει και να δεχθεί. Ωστόσο, καθώς ήταν αντικανονικά επίσκοπος άλλης έδρας, η μετάθεση του Γρηγορίου στην Βασιλεύουσα έπρεπε να επικυρωθεί από Σύνοδο. Για τον λόγο αυτό ο Θεοδόσιος συνεκάλεσε το 381 την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο η οποία, αφού αναγνώρισε ομόφωνα την εκλογή του Γρηγορίου, καταδίκασε την αίρεση των πνευματομάχων (Μακεδονίων) και σημάδευσε έτσι το τέλος του αρειανισμού και την οριστική νίκη της ορθοδοξίας. Την χαρά για τον θρίαμβο αυτό διέκοψε όμως αμέσως κατόπιν ο θάνατος του προεδρεύοντος της Συνόδου αγίου Μελετίου, το ονομαστού επισκόπου Αντιοχείας. Ο Γρηγόριος επιφορτίστηκε τότε την προεδρία των συνεδριάσεων κατά τις οποίες έπρεπε να αποφασιστεί ο διάδοχός του στην επισκοπή αυτή, στην οποία υφίστατο επί πολλά έτη σχίσμα μεταξύ των ορθοδόξων: οι μεν ήταν οπαδοί του Μελετίου, οι άλλοι του Παυλίνου. Καθώς είχε συμφωνηθεί να αναγνωριστεί ο επιζών ως μόνος επίσκοπος, ο άγιος Γρηγόριος υποστήριξε τον Παυλίνο, αντιμετώπισε όμως αμέσως την αντίσταση και τις συνωμοσίες των επισκόπων της ανατολής, οι οποίοι έφτασαν στο σημείο να πληρώσουν έναν νεαρό αρειανό για να τον δολοφονήσει. Την στιγμή όμως που ορμούσε πάνω στον άγιο, ο κακούργος στάθηκε απότομα, έπεσε με δάκρυα στα πόδια του Γρηγορίου και ομολόγησε την φαύλη πρόθεσή του. Ο Γρηγόριος τον σήκωσε όρθιο, τον ασπάσθηκε στοργικά και του ζήτησε να αφιερωθεί του λοιπού στον Θεό, αφού προηγουμένως απαρνηθεί την αίρεση. Άλλοι επίσκοποι, οπαδοί του Παυλίνου, κατήγγειλαν ότι η μετάθεση του Γρηγορίου από τα Σάσιμα στην Κωνσταντινούπολη έγινε κατά παράβαση των ιερών κανόνων. Κατάκοπος όμως ο άγιος Γρηγόριος από τις τόσες έριδες και διαμάχες και με την καρδιά συντετριμμένη βλέποντας να σπαράσσεται η Εκκλησία του Χριστού, εκείνος που ποτέ δεν είχε επιδιώξει τιμές και εξουσία, ανακοίνωσε στην Σύνοδο ότι η μεγαλύτερη επιθυμία του ήταν να συμβάλει στην ειρήνη και εφόσον η θέση του στον επισκοπικό θρόνο ήταν αιτία τόσης διαιρέσεως, αυτός ήταν καθόλα έτοιμος να πέσει στην θάλασσα ως άλλος Ιωνάς, ώστε να κοπάσει η θύελλα και η ταραχή των πνευμάτων, με την προϋπόθεση να διαφυλαχθεί η ορθόδοξη πίστη. Το κυριολεκτικά δραματικό χρονικό της παραίτησής του και η συγκινητική φυγή του από τα εκκλησιαστικά πράγματα φανερώνει ταυτόχρονα το ανεκδιήγητο ύψος της μεγαλοσύνης του καθώς και την σπάνια και θαυμαστή ακεραιότητα του πατερικού ήθους του…


     Γύρω του μαζεύτηκαν πολλοί επίσκοποι. Άλλοι χαρούμενοι, άλλοι κρυψίνοες κι άλλοι για να μάθουνε τα σχέδιά του. Κανείς όμως δεν ήξερε τι θ’ ακολουθήσει, ούτε κι ο ίδιος. […] Ανασήκωσε λίγο το κεφάλι, ζωήρεψαν τα μάτια κι έδειξαν ανησυχία. Ζητούσε διέξοδο, ποια στάση να τηρήσει. Καθισμένος, έδειξε να σαλεύει ελαφριά. Έμοιαζε αναποφάσιστος… να σηκωθεί, να μη σηκωθεί… Τα δευτερόλεπτα για τον ίδιο και τους φίλους γίνανε χρόνια. Η αγωνία τσάκιζε τα πρόσωπα, περόνιαζε τις καρδιές. Εκείνος; Εκείνος δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο γαλήνευε. Γαλήνευε όλο και πιο πολύ. Απρόσμενα το έντονο κυρτό σώμα του ορθώθηκε. Οι φίλοι αναπνεύσανε. Στηρίχτηκε με τα δυο του χέρια στα καλλιτεχνημένα χερούλια του θρόνου του και αργά – αργά σηκώθηκε. Τα μάτια του ακόμη στραμμένα μέσα του.

     Μόλις πήρε την κανονική θέση, ύψωσε την ιερή κεφαλή, τα μάτια έπεσαν ευθεία στους επισκόπους. Οι ασύνετοι το μόνο που κατάλαβαν ήτανε ότι έπρεπε να σιωπήσουν. Οι άλλοι ζήσανε τη φωτεινότητα του κάτισχνου προσώπου. Ήσανε πολλές αυγές μαζί, δεν μπορούσε παρά να ακτινοβολήσει αλήθεια. Κι όλοι τους αποσβολωμένοι ανοίξανε τις καρδιές. Δεν ξέρανε τι τους περίμενε, τι θα τους έλεγε… μα ό,τι και νά ’τανε θά ’τανε ιερό και μεγάλο.

     Ο Γρηγόριος, πληγωμένος μα πάντα μεγάλος αετός του Πνεύματος, αναμέτρησε σε λίγα λεπτά τη σύγχυση, έβαλε τον εαυτό του εδώ, τον έβαλε ’κει, πουθενά δεν ηρεμούσε. Άδραξε, λοιπόν, την ευκαιρία. Τον αμφισβητούσανε κάποιοι; Αυτός θα έφευγε. Την Ορθοδοξία έτσι κι αλλιώς την είχε στεριώσει, η θεολογία του γινότανε πίστη και ζωή όλο κι ευρύτερα στην οικουμένη. Για το λαό του δεν έπρεπε ν’ ανησυχεί πολύ. Τη νύχτα που πέρασε του είχε μιλήσει το άγιο Πνεύμα και τού ’χε ειπεί, ότι ο λαός της Κωνσταντινούπολης θα προκόψει πολύ στην πίστη.
     Τώρα, καιρός πια να ελευθερωθεί! Ένιωθε ότι έφτασε η ώρα να σπάσει τα δεσμά. Η καρδιά του άκουγε κιόλας το σπάσιμο…

     Ήρεμα, έτσι όπως ατένιζε όλους, στη μέση της Αγίας Ειρήνης, άνοιξε το στόμα του χάριν της ειρήνης:
     –Πατέρες ιεροί, συναχθήκατε ’δω για το θέλημα του Θεού. Υψωθείτε με την ψυχή στα υψηλά. Και μη στενοχωριέστε για τη δική μου θέση… αν θά ’μαι πρώτος, αν θά ’μαι τελευταίος… δεν έχει σημασία. Εδώ πρόκειται για την Εκκλησία και την ειρήνη της. Θάλασσα φουρτουνιασμένη καταντήσαμε, το βλέπετε καθαρά. Ομονοήστε ’σεις κι αφήστε ’μένα. Το αποφάσισα, για το κοινό καλό γίνομαι Ιωνάς. Πέφτω εγώ στη θάλασσα, όπως ο Προφήτης (βλ. Ιων. 1:15), αν και δεν έφερα εγώ τη φουρτούνα. Είμ’ έτοιμος, μη διστάζετε, ρίξτε με στη θάλασσα, να… πέφτω μόνος μου, αρκεί να ειρηνεύσετε, να σκεφτείτε μόνο την Εκκλησία!


     Όσοι άκουγαν παγώσανε. Οι καρδιές τους αγκυλωμένες και άδειες. Τα χάσανε και οι ασύνετοι, δεν καταλάβαιναν, δεν πίστευαν…
     –Ναι, αδελφοί μου, παραιτούμαι -συνέχισε ο Γρηγόριος- φεύγω… παραδίδω και θρόνο και προεδρία. Τιμή μου, αφού έτσι βοηθώ την Εκκλησία, αφού έτσι θα πάψετε, πιστεύω, να φιλονικείτε. Ακόμα και το άρρωστό μου σώμα μού λέει να παραιτηθώ…

     Οι σύνεδροι, όλοι χωρίς εξαίρεση, μοιάζανε κεραυνοβολημένοι. Δυο - τρεις, που δείξανε με τα μάτια να ρωτούν, κάνανε τον ιερό άνδρα να συνεχίσει:
     –Είμαι ’δω στο θρόνο της πρωτεύουσας και στην προεδρία, μα όλοι ξέρετε ότι εδώ μ’ έφεραν άλλοι. Δεν αγάπησα το θρόνο και νά ’στε σίγουροι ότι τον αποχαιρετώ με χαρά. Όσο μπόρεσα προσέφερα, στην Αρχιεπισκοπή και στη Σύνοδο. Φεύγω τώρα, όμως η σκέψη και η γλώσσα μου θά ’ναι πάντα στην Αγία Τριάδα. Σας αποχαιρετώ, αδελφοί, σας εύχομαι υγεία και σας παρακαλώ για ένα: να θυμάστε τους κόπους μου κι όσα εδώ υπέφερα για την Ορθοδοξία.

     Νόμιζε ότι τα είπε όλα, μα κάτι τον κέντησε μέσα του και πρόσθεσε με παράπονο:
     –Ακόμα κάτι αδελφοί μου. Αν βρείτε άλλον Γρηγόριο για το θρόνο, να τον λυπηθείτε περισσότερο απ’ όσο εμένα. Αυτά, λοιπόν, και να ειρηνεύετε.

     Όλα τελειώσανε. Η μεγαλειώδης παραίτηση ανάλογη προς το μεγαλείο του πνευματέμφορου άνδρα. Τα τελευταία του λόγια ράψανε τα στόματα των συνέδρων. Άφωνοι όλοι, χωρίς εξαίρεση.
     Ο Γρηγόριος, ολύμπιος, ελευθερωμένος από εξουσία και τιμές, στράφηκε προς το ιερό Βήμα, έκανε το σταυρό του, πρόφερε εις επήκοο λίγα λόγια προσευχής και γύρισε να φύγει. Αργά, λες και είχε κάνει την πιο μεγάλη του πράξη, κατέβηκε από την έδρα. Και χωρίς άλλο, γαλήνιος, φωτεινός, προχώρησε για την έξοδο. Κανείς δεν τόλμησε να πει κάτι, κανείς δεν πρόλαβε να συνέλθει. Αυτοί που τον τιμούσαν ήτανε, βέβαια, πολλοί και θα μπορούσανε να τον κρατήσουν στις υψηλές του θέσεις. Έφτανε μια κουβέντα να πούνε στον αυτοκράτορα και ’κείνος θα έπειθε τους δύστροπους χάριν του Γρηγορίου. Ξέρανε όμως ότι για κάτι τέτοιο έπρεπε να πει «ναι» και ο ίδιος. Και νιώθανε βαθιά μέσα τους ότι ο Γρηγόριος δεν το ήθελε, ότι πια ήτανε αποφασισμένος και δεν αποτόλμησαν, άλλωστε δεν προλαβαίνανε, πρόλαβε ο ίδιος.


     Θά ’φευγε γρήγορα, μα όχι χωρίς επίσημο αποχαιρετισμό κι έναν απολογισμό του έργου των τριών ετών στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό έγινε την τελευταία τούτη Κυριακή του Ιουνίου του 381, στην Αγία Ειρήνη. Μεγάλος ο ναός, ο κόσμος πολύς, οι περισσότεροι επίσκοποι παρόντες και πολλοί ανώτεροι αξιωματούχοι. Λειτούργησε ο μεγάλος θεολόγος με ιεροπρέπεια. Τόση και τέτοια ιεροπρέπεια, που άγγιξε τα πιο βαθιά σημεία των καρδιών. Η ατμόσφαιρα πολύ φορτισμένη. Ο επικείμενος χωρισμός γέννησε συγκίνηση που λίγο - λίγο έγινε κατάνυξη πνευματική, μυστηριακή. Το πανίερο του Πνεύματος όργανο, ο Γρηγόριος, ήτανε πολύ εξαντλημένος, αλλά στεκότανε και λειτουργούσε με νεύρο και δύναμη του Θεού.

     Φτάνοντας η Λειτουργία στο τέλος, όλοι περίμεναν με αγωνία τον έσχατο Λόγο του πιο μεγάλου ποιητή και θεολόγου της Εκκλησίας. Και όλοι είχανε τη βεβαιότητα ότι ο θεολόγος ήτανε και άγιος και φωτισμένος. Ξέρανε ακόμη -κοινό μυστικό- ότι τον άνδρα τούτον κάποιοι τον κακομεταχειρίστηκαν και τον ανάγκασαν να πάρει των οματιών του και να φύγει. Γι’ αυτό και το αίσθημα της πίκρας εισχωρούσε κι εκτόπιζε ώρες - ώρες τη λειτουργική κατάνυξη του λαού.

     Κάποτε είπε το «Δι’ ευχών…». Στάθηκε κάτω από την Ωραία Πύλη, ενώπιόν τους. Τους κοίταξε με αγάπη βαθιά, ελαφρά κυρτός, έντονο καθαρό το βλέμμα, λευκή γενειάδα κύλαγε στο μικρό του στήθος, όρθιο το μέτωπο με ιλαρό φως, παρουσία θεωμένου ανθρώπου. Όλοι κρατούσαν την αναπνοή τους.


     Μίλησε με ηρεμία, μολονότι μέσα του ωθούνταν αισθήματα και διαθέσεις ποικίλες.
     –Θα κάνω τον απολογισμό μου -είπε, κοιτάζοντας επισκόπους και άρχοντες- απολογισμό του έργου μου εδώ στην πρωτεύουσα.
     Και μόλις το βλέμμα του έπεσε στους απλούς ορθοδόξους πιστούς:
     –Απολογία μου είσαστε ’σεις, εσείς τα ξέρετε, εσείς να βεβαιώσετε αν όσα πω θα είναι αλήθεια, εσείς είσαστε ο στέφανός μου και η δόξα μου. Ναι -γύρισε προς τους επισκόπους- το μέγα και ορθοδοξότατο ποίμνιο της πρωτεύουσας ήτανε μηδαμινό και διαλυμένο… Λειτουργιότανε στα βουνά και τις σπηλιές, είχε ξεχάσει την πίστη του. Ήρθατε, αδελφοί, στην πρωτεύουσα και θαυμάζετε τους γεμάτους ναούς, την ευταξία, την υμνωδία, τη θέρμη των πιστών, την ορθή πίστη, ο Θεός δοξολογείται ορθά… Όσοι τώρα φτάνουνε ’δω δεν πιστεύουνε στα μάτια τους… Η αλλαγή τεράστια, θαυμαστή… Εμπεδώθηκε η ορθόδοξη πίστη, κηρύσσεται η ορθή διδασκαλία.

     Ανάκοψε λίγο ν’ ανασάνει και με αφοπλιστική βεβαιότητα, που όμως δεν είχε υπερηφάνεια, συνέχισε:
     –Αυτά έχω, αδελφοί, προσφέρει. Αυτά δημιούργησα εδώ. Εδώ στη μεγάλη πρωτεύουσα, που είναι πια οφθαλμός της Οικουμένης, που δεσπόζει κι ενώνει Ανατολή και Δύση. Εδώ συναντιούνται όλοι και όλα. Όποια εξουσία και δύναμη υπάρχει εδώ, απλώνεται παντού. Όποια πίστη θεμελιώνεται και χτίζεται ’δω στην πρωτεύουσα, επιβάλλεται σ’ όλες τις πόλεις. Γι’ αυτό μόχθησα πολύ, γι’ αυτό υπέφερα πολλά, γι’ αυτό λιθοβολήθηκα, για να χτίσω το οικοδόμημα της Ορθοδοξίας γερό, στέρεο… Αν αμφιβάλλετε για όσα λέω, κοιτάξτε γύρω το λαό, ρωτήστε τους ιερείς, διαβάστε τη διδασκαλία μου στα χειρόγραφα, που κυκλοφορούν…

     Όλοι ακούγανε με βαθύ ενδιαφέρον και κανείς δεν τόλμησε να διακόψει τον ομιλητή, όπως γινότανε συχνά στις ομιλίες του. Κι ενώ έκανε απολογισμό του έργου του, καταλήφθηκε από το παράπονο. Θυμήθηκε όσα κακόγλωσσοι διαδίδανε εις βάρος του κι όσα του κατηγορούσαν ανοιχτά. Εκείνα τα περί δειλίας, ότι τάχα φέρθηκε με ηττοπάθεια στους αρειανούς και τους εχθρούς του. Ότι δεν είχε το θάρρος να πολεμήσει τους εχθρούς, να τιμωρήσει τους αιρετικούς… Ότι δε συμπεριφερότανε σαν άρχοντας με κύρος και πολυτέλεια, που ταίριαζαν στα αξιώματά του. Ακόμα, δε δίστασε ν’ αναφέρει ότι κάποιοι χαρακτηρίσανε τους λόγους και τους τρόπους του πορνικούς. Μέχρις εκεί φτάσανε οι συκοφάντες! Τους εξήγησε όσο μπορούσε τη στάση του, απλά κι επιγραμματικά. Το να εκδικηθεί τους κακούς αρειανούς δε θά ’φερνε καλό· η ειρήνη χρειάζεται πιο πολύ από τη μάχη. Την εξωτερική μεγαλοπρέπεια και την πολυτέλεια δε τις αγάπησε ποτέ. Όσοι θέλανε να καταλάβουν, κατάλαβαν, οι άλλοι… μείνανε αδιάβροχοι, οι λίγοι. […]


     Η πικρία τον κέντησε πάλι και γύρισε τα λόγια του αλλού:
     –Ας μου πει κάποιος ότι με το αξίωμά μου έβλαψα το λαό, ότι επιδίωξα κάτι για τον εαυτό μου, ότι έβαλα σε θέσεις ανθρώπους μου, ότι επιβάρυνα οικονομικά την Εκκλησία… Κράτησα, φίλοι μου, την ιερωσύνη ψηλά, δεν έδωσα αφορμή να διασυρθεί. Μήπως είδε κανείς ν’ αγαπώ την εξουσία; Φέρθηκα ποτέ υπεροπτικά; Έτρεξα ν’ ανεβαίνω στους θρόνους; Με είδατε να μπαινοβγαίνω κάθε τόσο στ’ ανάκτορα, ενώ το μπορούσα;

     Ήτανε ώρα να ζητήσει για όλ’ αυτά και το «μισθό» του:
     –Το μισθό μου, αγαπητοί! Δε θα μ’ αφήσετε χωρίς μισθό! Εργάστηκα φιλότιμα την αρετή… Τι ζητάω για μισθό; Να μ’ αφήσετε να ξεκουραστώ, να σεβαστείτε τη λευκή μου γενειάδα, να τιμήσετε την ώρα της αναχώρησής μου. Βλέπετε και την άθλια υγεία μου, μόλις που μπορώ και στέκομαι να σας μιλάω. Φτάνουνε οι προεδρίες και τ’ άγρια κύματα που πέσανε πάνω μου. Να ενώσω Ανατολή και Δύση πήγα και οι αδελφοί επαναστάτησαν. Από τη μια μ’ ενθρόνιζαν κι από την άλλη ζήταγαν την εκθρόνισή μου. Τι να πω… Βρείτε αρχιεπίσκοπο να σας αρέσει κι αφήστε εμένα στην ερημιά μου. Είναι λάθος όμως να ζητάτε ρήτορες κι όχι ιερείς, θησαυροφύλακες κι όχι ποιμένες ψυχών, ιερείς με πολιτική δύναμη κι όχι αγιασμένους ιερείς… Κάντε μου, λοιπόν, τη χάρη, κι αφήστε με ν’ αποχωρήσω ήρεμα για την έρημο!

     Ο Λόγος που είπε ο Γρηγόριος το πρωί εκείνο περιείχε τα πιο ποικίλα στοιχεία και πολύ έντονα συναισθήματα. Μέσα του ένιωθε χαλασμό, γιατί πολλά συνωθούνταν στην καρδιά και το νου του, ζητώντας έξοδο, να πάρουνε μορφή, να γίνουν λόγια. Μα όλα, δε γινότανε να το πετύχουν, λίγα μόνο. Έπρεπε, δηλαδή, κάποτε να τελειώσει, να κάνει αποχαιρετισμό. Μα τι και ποιους να πρωτοχαιρετίσει; Άρχισε από ’κει που έπρεπε, από τη μεγάλη του αγάπη, την Αναστασία:
     –Χαίρε, Αναστασία μου αγαπημένη, όπου αναστήθηκε η Ορθοδοξία. Χαίρε, μεγάλε ναέ της Αγίας Σοφίας· χαίρετε, Άγιοι Απόστολοι κι εσύ εδώ Καθέδρα μου (Αγία Ειρήνη), που το ύψος σου γέννησε φθόνο. Χαίρετε κι εσείς επίσκοποι συνοδικοί, ιερείς, υμνωδοί και ψάλτες, διακονητές, παρθενεύουσες και παρθένοι, φιλόπτωχοι και ορφανοτρόφοι! Χαίρετε!...


     Κι αμέσως η συγκίνησή του πύκνωσε, τον έπνιγε ο λυγμός. Ανέκοψε να κυριαρχήσει και συνέχισε:
     –Χαίρετε αδελφοί αγαπημένοι, που με φιλοξενήσατε, που μου συμπαρασταθήκατε και με φροντίσατε στις αρρώστιες μου. Χαίρετε, εσείς που σπάζατε τα κιγκλιδώματα να μπείτε να μ’ ακούσετε κι εσείς που στενογραφούσατε τους Λόγους μου. Χαίρε, πανίσχυρε βασιλέα και παλάτια, άρχοντες και υπηρέτες! Χειροκροτείστε το ρήτορα, επευφημείστε, δε θα με ξανακούσετε… Θα σταματήσω να μιλάω, μα όχι για πάντα! Εάν το φέρει η ανάγκη, όπου και ν’ ασκητεύω πάλι θα πέσω στη μάχη για την αλήθεια!

     Μετά, γενίκεψε τον αποχαιρετισμό:
     –Χαίρε, Ανατολή και Δύση. Αγωνίστηκα για το καλό σας κι αναγκάζομαι ν’ αφήσω το θρόνο. Μα όποιος χάνει τον εδώ θρόνο, κερδίζει θρόνο υψηλότερο στον ουρανό. Χαίρε κι εσύ Αγία μου Τριάδα, κάλλος μου και φροντίδα μου, μείνε στο λαό τούτον και σώζε τον.

     Έμεινε η τελευταία φράση. Ο θεόπνευστος Πατέρας δεν μπορούσε παρά να ζητήσει:
     –Παιδιά μου, φυλάξτε αυτά που σας δίδαξα και να θυμάστε τους λιθοβολισμούς μου. Η Χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μετά πάντων υμών. Αμήν.

     Έτσι σφράγισε το γιγάντιο έργο του στην Κωνσταντινούπολη. Το εκκλησίασμα, επίσκοποι, άρχοντες και λαός, πνιγήκανε στη συγκίνηση και το μόνο που κάνανε, ήτανε να θαυμάζουν τον ιερό άνδρα και να κλαίνε μέσα τους γι’ αυτόν…

     Αφήνοντας στους αντιπάλους του τη ντροπή και παίρνοντας μαζί του το μεγαλείο της ακεραιότητας έφυγε για τη μικρή του πατρίδα την Αριανζό, όπου και έμεινε μέχρι το θάνατό του, τον Ιανουάριο του 390. Ο θρόνος της Κωνσταντινούπολης δεν τον χάρηκε πολύ. Τον θρόνιασε όμως η οικουμένη στην καρδιά της και τον κρατάει σαν τον πιο γνήσιο εμπνευστή της ειλικρινούς αφοσίωσης στο Θεό και της ευθύτητας, που προτιμάει να σπάσει παρά να λυγίσει κάτω από το βάρος των μικροτήτων. Η κυριαρχία του και η επίδρασή του απλώθηκαν σε πλάτος χώρου και σε βάθος χρόνου. Έγινε ο αληθινά Οικουμενικός Ποιμενάρχης, ο οποίος εξακολουθεί να ποιμαίνει και θα ποιμαίνει την καθολική Εκκλησία του Χριστού…

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Ή ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΤΗΣ
(1933–2012)

«ΠΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΝ»


Τι λόγο έχει αυτή η τυραννία;
Ήρθα στη ζωή· καλά.
Γιατί όμως και στροβιλίζομαι
στις τρικυμίες του βίου;
Θα πω έναν λόγο που είναι θρασύς,
αλλ’ όμως θα τον πω.
Αν δεν ήμουνα δικός Σου, Χριστέ μου,
θα ήμουνα αδικημένος.
Γεννιόμαστε, διαλυόμαστε,
σκεπαζόμαστε από το χώμα.
Νυστάζω, κοιμάμαι,
ξυπνάω, πορεύομαι.
Αρρωσταίνουμε, γινόμαστε καλά.
Ευχαριστήσεις, πόνοι.
Μετέχουμε στις τροπές του ήλιου
όπως μετέχει κι η γη.
Πεθαίνουμε, σαπίζουν οι σάρκες μας
όπως συμβαίνει και με τα ζώα.
Τι περισσότερο έχω εγώ;
Τίποτα, παρά μόνο το Θεό.
Αν δεν ήμουνα δικός Σου
θα ήμουνα αδικημένος, Χριστέ μου.

[Έπη ιστορικά: ΟΔ΄, Migne XXXVII, 1421.]



[(1) Στυλιανού Γ. Παπαδοπούλου:
«Ο πληγωμένος αετός
(Γρηγόριος ο Θεολόγος)»,
κεφ. 7ο, σελ. 272–276 και 287–291,
έκδοσις «Αποστολικής Διακονίας»,
Αθήνα, 19983.
(2) Του ιδίου:
«Γρηγόριος ο Θεολόγος
(Σπουδή του βίου και του έργου του)»,
κεφ. η΄, §4–§10, σελ. 170–182, 200,
εκδόσεις «Αρμός»,
Αθήνα, Αύγουστος 1991.
(3) Αρχ. Νικόδημου Γκατζιρούλη:
«Η ικεσία ενός αγίου»,
σελ. 31–33, 258–259,
εκδόσεις «Σπορά»,
Αθήναι 19942.
(4) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 5ος, Ιανουάριος,
σελ. 287–290.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Ιούνιος 20142.
(5) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος, χωρίων
και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΟΣΟ ΒΟΟΥΜΕ, ΤΟΣΟ ΘΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!

ΟΣΟ ΒΟΟΥΜΕ, ΤΟΣΟ ΘΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!

     
     Κυριακή ΙΔ΄ του Λουκά· «Τοῦ τυφλοῦ» (βλ. Λουκ. 18, 35–43) κατά το χειμερινό ευαγγελιοδρόμιο των Κυριακών. «Τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν». Κάποιος τυφλός καθόταν πλάι στο δρόμο ζητιανεύοντας. Πόσο του μοιάζουμε αυτού του τυφλού ζητιάνου! Όταν δεν έχεις το ζωογόνο Φως Του, κάθεσαι, ακινητοποιείσαι και μουδιάζεις· τα χαρίσματα, οι εφέσεις, οι πόθοι, οι δυνάμεις, οι δυνατότητες, οι αξίες και οι ικανότητες, όλη σου η ύπαρξη μένει αργή, ανενεργή, ζητιανεύοντας από κάπου αόριστα φως, ελπίδα, δύναμη και χαρά. Αλλά, παρά την οδύνη της αορασίας μας, τελικά δεν πειράζει που είμαστε τυφλοί όλοι. Άλλος λίγο, άλλος πολύ. Πάγκοινη και γνωστή η βρότεια τυφλότητα, η ανθρώπινη αφεγγιά του νου. Πιο πολύ πειράζει που δίνουμε τόση αυτοκτονική σημασία στον «προάγοντα» κόσμο· τον κόσμο των παθών, των σκιών, των αδυναμιών, των λυπών, των φόβων και των ενοχών μας· τον κόσμο που, μια ζωή και για μια ζωή, δεν κάνει τίποτ’ άλλο από το να μας «επιτιμά για να σωπάσουμε». Το θρησκευτικό σύστημα αγαπά υπερβαλλόντως τη σιωπή, γιατί είναι το ίδιο πιστός ουραγός πάσης ανελευθερίας. Ο Χριστός όμως αγαπά τη λαλιά και την έκφραση της καρδιάς μας και αυτή είναι που προκαλεί με την ανεξιχνίαστη αγάπη Του μέσα από τις συμβάσεις του βίου ως αγνό κέλευσμα της δικής μας ελευθερίας προς Αυτόν. Αν θέλουμε να ζήσουμε τον Χριστό, είναι ανάγκη να θραύσουμε τη σιωπή των τύπων και των ευτρεπισμών. Όποιος πειθαναγκάζεται σε μια αλάλητη ζωή, επιτείνει μέσα του την τυφλότητα που κυριαρχεί κατά κανόνα στον αφώτιστο κόσμο. Ο χρόνος κάποτε καθίσταται κρίσιμος για τη σωτηρία μας, γι’ αυτό όχι άλλη σιωπή! Το είναι μας αφουγκράζεται με αγωνία το πέρασμα της ὀντως Ζωής και αναστατώνεται. Ο πόθος για την αληθινή ζωή, τη ζωή του Χριστού στα φυλλοκάρδια μας, τώρα μετατρέπεται σε ολόθερμο, ικέσιο φθόγγο, σε κραυγή που κατασυγκινεί το θείο. Αρχίζουμε αίφνης να καταλαβαίνουμε ότι η θεία Αγάπη δεν μας εγκατέλειψε κι ας πιστεύαμε πολλές φορές κάτι τέτοιο. «Ὁ Ἰησοῦς παρέρχεται». Ο Ιησούς περνάει από ’μας και προσεγγίζει τη σκοτία και σκοτοδίνη μας. Σιμώνει την αβλεψία και την αφεγγιά μας. Περνάει κοντά και μέσα στην ανυποψίαστη ζωή μας το αγαλλίαμα, το ποθούμενο και το ανέσπερο Φως της ψυχής μας· ο Χριστός. Το μόνο που μας μένει είναι, τώρα πια, είναι να «βοούμε» ακράτητα σαν τον επαίτη τυφλό: «Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με!». Όσο κάνουμε το λάθος και υποχωρούμε στο άστοργο επιτίμιο που μας επιφυλάσσει ο ψυχόλεθρος κόσμος και το ανάλγητο σύστημά του, όσο σιωπούμε και δεν ελευθερώνουμε την κραυγή της ψυχής μας, όσο κρατούμε φιμωμένες και ανέκφραστες τις λαχτάρες του είναι μας, τόσο το πικρό σκοτάδι θα καθηλώνεται, θα ριζώνει και θα παραμένει μέσα μας κι εμείς θα βουλιάζουμε ανήμποροι μέσα σε αυτό. Όσο βοούμε, τόσο θα βλέπουμε. Θα βλέπουμε εξακολουθητικά Αυτόν, που είναι το Φως, η Ζωή, αλλά και η Οδός, δηλαδή ο μυστικός και προσωπικός μας τρόπος προς το Φως και τη Ζωή. Και όσο θα βλέπουμε, βοώντας και κραυγάζοντας με μεθυστική αγάπη, τόσο η ζωή μας θα σταματήσει να φοβάται και να «προσαιτεῖ» μόνη, «παρὰ τὴν ὁδόν» της φθοράς και των φθειρομένων, έξω από τα υπερήφανα και βλοσυρά τείχη μιας ανεγκάρδιας και απρόσωπης πόλης, δηλαδή της κάθε άφιλης, άχαρης, άπτερης και αυτασφαλισμένης κοινωνίας, στην οποία πολλοί θα θέλανε να ανήκουμε αναπόσπαστα και υποτακτικά· γιατί η καρδιά μας θα έχει γίνει ανείπωτα ελεύθερα ένα με το Φως, ένα με την ανεκδιήγητη χαρά για τούτο το Φως που ελάβαμε, για το Φως που λαμβάνουμε, όσο εμείς βοούμε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με!».

π. Δαμιανός





Επιτρέπεται 
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων 
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΜΟΝΑΞΙΑ, ΟΧΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

ΜΟΝΑΞΙΑ, ΟΧΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Υπήρξε μοναξιά
που δεν έβλαψε πραγματικά κανέναν.
Γιατί έγινε «υλικό» θερμής προσευχής
και βήμα συγχώρεσης μέσ’ από την καρδιά
εκείνου που έμεινε για λίγο «μόνος».
Μόνος, για λίγο· όχι, για πάντα.
Για πάντα κρατάει μονάχα η αγάπη·
το τέλος κάθε μοναξιάς.


π. Δαμιανός





Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΣΠΑΘΑ ΤΩΝ ΛΟΓΓΟΒΑΡΔΩΝ

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΣΠΑΘΑ ΤΩΝ ΛΟΓΓΟΒΑΡΔΩΝ


     Κάποια μέρα οι Λογγοβάρδοι έπιασαν έναν διάκονο και τον κρατούσαν δεμένο, γιατί σκέφτονταν να τον σκοτώσουν. Όταν είχε γίνει πλέον απόγευμα, ένας άνθρωπος του Θεού ονόματι Σαγκτούλος, ο οποίος κατοικούσε στην περιοχή των Λογγοβάρδων, τους παρακαλούσε να χαρίσουν τη ζωή στον διάκονο, εκείνοι όμως δεν πείθονταν. Βλέποντας λοιπόν ο τόσο ευλαβής αυτός άνθρωπος ότι είχαν αποφασίσει αμετάκλητα τον θάνατο του διακόνου, ζήτησε από αυτούς τουλάχιστον να του τον δώσουν για να τον φρουρεί. Εκείνοι του απάντησαν: «Για να τον φρουρείς, βέβαια, σου τον δίνουμε, με έναν όρο όμως: αν φύγει αυτός, θα πεθάνεις εσύ». Ο σεβάσμιος αυτός άνθρωπος το δέχτηκε αυτό πρόθυμα και ανέλαβε τη φρούρηση του διακόνου που είπαμε.

     Τα μεσάνυχτα, βλέποντας όλους τους Λογγοβάρδους να κοιμούνται βαθιά, ξύπνησε τον διάκονο και του είπε: «Σήκω και φύγε γρήγορα, ο παντοδύναμος Θεός θα σε λυτρώσει». Ο διάκονος, ξέροντας την υπόσχεσή του, απάντησε: «Δεν μπορώ να φύγω, πάτερ. Αν φύγω, στη θέση μου θα πεθάνεις αναπόφευκτα εσύ». Εκείνος τον πίεζε να φύγει λέγοντας: «Σήκω και πήγαινε, ο παντοδύναμος Θεός θα σε λυτρώσει. Εγώ είμαι στο χέρι του Θεού, και τόσο μόνο μπορούν να μου κάνουν, όσο Αυτός θα τους επιτρέψει». Έφυγε λοιπόν ο διάκονος, και εκείνος έμεινε εκεί, τάχα σαν να είχε εξαπατηθεί.

     Όταν ξημέρωσε, ήρθαν οι Λογγοβάρδοι και ζήτησαν αυτόν που του παρέδωσαν, ο ευλαβέστατος όμως Σαγκτούλος τους είπε ότι ο διάκονος δραπέτευσε. «Γνωρίζεις καλά», του είπαν, «τι συμφωνήσαμε». «Γνωρίζω», απάντησε θαρραλέα ο δούλος του Κυρίου. Του είπαν τότε: «Είσαι καλός άνθρωπος και δεν θέλουμε να σε σκοτώσουμε μετά από βασανιστήρια. Διάλεξε λοιπόν όποιον θάνατο θέλεις». Ο άνθρωπος του Θεού αποκρίθηκε: «Είμαι στο χέρι του Θεού, και με όποιον τρόπο επιτρέψει Αυτός να πεθάνω, με αυτόν σκοτώστε με». Τότε σε όλους εκείνους τους βαρβάρους φάνηκε καλό να του κόψουν το κεφάλι.


     Όταν έμαθαν λοιπόν οι Λογγοβάρδοι του τόπου εκείνου ότι ο Σαγκτούλος, τον οποίο τιμούσαν πάρα πολύ για την αγιοσύνη του, έμελλε να θανατωθεί, συγκεντρώθηκαν όλοι, με τη συνηθισμένη τους ωμότητα, για να απολαύσουν τον θάνατό του, και αφού στάθηκαν στη σειρά, περίμεναν την εκτέλεσή του. Μόλις τον έφεραν στη μέση, διάλεξαν από όλους εκείνους έναν που ξεχώριζε από τους άλλους στη σωματική δύναμη, για τον οποίο δεν υπήρχε αμφιβολία ότι θα κόψει το κεφάλι με ένα χτύπημα.

     Ο Σαγκτούλος ζήτησε την άδεια να προσευχηθεί λίγο, και αφού την πήρε, στρώθηκε κάτω στη γη και προσευχόταν. Καθώς όμως αργούσε να τελειώσει την προσευχή του, ο επιλεγμένος για να τον θανατώσει πλησίασε, τον σκούντηξε με το πόδι και του είπε: «Σήκω, γονάτισε και τέντωσε τον λαιμό σου». Εκείνος υπάκουσε και ο αιμοβόρος δήμιος πήρε το ξίφος και σήκωσε με δύναμη το χέρι του ψηλά για να τον χτυπήσει· αλλά το χέρι του έμεινε ακίνητο, σηκωμένο ψηλά. Τότε όλοι οι συγκεντρωμένοι Λογγοβάρδοι, κατάπληκτοι από το γεγονός, άρχισαν να δοξολογούν τον Θεό, και πλησιάζοντας τον άγιο, τον παρακαλούσαν να σηκωθεί και να θεραπεύσει το χέρι του δημίου. Αυτός σηκώθηκε και είπε: «Δεν πρόκειται να προσευχηθώ γι’ αυτόν, αν πρώτα δεν μου ορκιστεί ότι με το χέρι του άνθρωπο χριστιανό δεν θα σκοτώσει». Ο δήμιος, καθώς υπέφερε από την οδυνηρή τιμωρία του, ορκίστηκε ότι ποτέ πια δεν θα σκοτώσει άνθρωπο χριστιανό. Τότε ο άγιος τον πρόσταξε να κατεβάσει το χέρι του, και εκείνος αμέσως το κατέβασε και έβαλε το ξίφος του στη θήκη. Και οι παρόντες Λογγοβάρδοι, έχοντας διαπιστώσει την αγιοσύνη του ανθρώπου αυτού, του πρόσφεραν ως δώρα πρόβατα, βόδια και άλλα ζώα που είχαν από λεηλασίες. Ο άνθρωπος όμως του Θεού δεν τα δέχτηκε, αλλά ζήτησε άλλα δώρα λέγοντας: «Αν θέλετε να μου κάνετε κάποιο δώρο, χαρίστε μου όλους τους αιχμαλώτους που έχετε, για να έχω λόγο να προσεύχομαι για εσάς». Εκείνοι του το υποσχέθηκαν, και άφησαν ελεύθερους όλους τους αιχμαλώτους που είχαν. Έτσι δηλαδή οικονόμησε η Πρόνοια του Θεού: Αυτός που παρέδωσε μόνος του τον εαυτό του σε θάνατο για τη σωτηρία ενός, λύτρωσε πολλούς από τον θάνατο…

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο «ΔΙΑΛΟΓΟΣ»
(540–604)


[«Ευεργετινός»
τόμ. Γ΄, υπόθ. ΛΖ΄ (37), σελ. 305–306,
μετάφραση: Δ. Χρισταφακόπουλος
εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 2006.]







Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Η ΣΚΟΥΡΙΑ ΤΟΥ «ΠΡΕΠΕΙ»

Η ΣΚΟΥΡΙΑ ΤΟΥ «ΠΡΕΠΕΙ»


Δεν μας πάει η σκουριά του «πρέπει».
Και λούστρο «σωτηρίας» να βάλεις πάνω της,
στο τέλος θα το πάρει χαμπάρι η καρδιά
και θα αρνείται τον Παράδεισο
για τον οποίο είναι φτιαγμένη…


π. Δαμιανός






ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΕΡΑΣΗ Ο ΛΟΓΟΣ ΜΑΣ

ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΕΡΑΣΗ Ο ΛΟΓΟΣ ΜΑΣ


     «Και μόνο το να υποφέρει κανείς από πειρασμούς και δοκιμασίες, είναι πράγματι φοβερό και ικανό να καταβάλλει τη ψυχή. Όταν όμως δεν υπάρχει κι εκείνος που θα μπορούσε να παρηγορήσει και να σηκώσει μαζί μας το φορτίο της θλίψης, τότε η συμφορά γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Διότι όταν η ψυχή βρίσκει κάποιον να επικοινωνεί, τότε αναπαύεται και αναπνέει. Οι ψυχές των πονεμένων ανθρώπων δεν θέλουν από μας πολλά λόγια. Δεν έχει “πέραση” ο δικός μας ο λόγος, όταν το νέφος της στεναχώριας στέκεται μπροστά από τη ψυχή».


ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ







ΑΓΑΠΗ: ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΕΓΩ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥ

ΑΓΑΠΗ: ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΕΓΩ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥ


     Η αγάπη είναι ένα εντελώς καινούργιο στοιχείο στην ιστορία των σχέσεων του εγώ και το συ. Η αγάπη εισάγεται στον κόσμο «άνωθεν». Αποτελεί δώρο του ουρανού στη γη. Την προσφέρει ο Ίδιος ο Θεός, ο Οποίος «Ἀγάπη ἐστι» (Α΄ Ιωάν. 4, 8). Την ενσαρκώνει ο Υιός και Λόγος του Θεού, που εγκαινιάζει μια νέα περίοδο στην ιστορία του εγώ, την περίοδο της αγάπης. Όλη Του η ιστορία, άλλωστε, συνοψίζεται στη φράση: «Σας αγάπησα» (Ιωάν. 15, 9).


     Στο ερώτημα «Τι είναι αγάπη;», θα μπορούσε να δοθεί η απάντηση: Αγάπη είναι η πορεία του εγώ για να συναντήσει το συ, για το συ, δια μέσου της οδού της αυθυπέρβασης. Του οποιουδήποτε εγώ προς το οποιοδήποτε συ. Χωρίς κανέναν περιορισμό. Η αγάπη είναι ένα είδος «κένωσης» του εγώ. Το εγώ «αδειάζει» ολόκληρο μέσα στο συ, χωρίς κανέναν εξωτερικό εξαναγκασμό και χωρίς καμία προσδοκία κανενός ανταλλάγματος οποιουδήποτε, υλικού ή πνευματικού, του ενθάδε ή του επέκεινα. Γι’ αυτό και βρίσκεται η αγάπη έξω από κάθε οποιαδήποτε σκοπιμότητα. Και την πιο ευγενική. Σκοπός της αγάπης είναι η αγάπη. Γι’ αυτό και στη «θρησκευτική περιοχή» όπου, όχι σπάνια, παραποιείται η αγάπη, βλέπουμε δραστηριότητες και κινήσεις που δεν βοηθούν καθόλου στη συνάντηση του εγώ–συ. Η αγάπη εξαφανίζεται και μένει στη θέση της ο φατριασμός, το πνεύμα της κάστας, η προσωπολατρία, εγωιστικές και άλλες επιδιώξεις που, όταν φανερωθούν, σκανδαλίζουν, εξεγείρουν, απογοητεύουν, προκαλούν αηδία και ναυτία.


     Κάτω από την κυριαρχία του φορμαλισμού ή του φανατισμού μεταβάλλεται η αγάπη σε «μέσο», σε όχημα επιδιώξεων του εγώ, που θεωρούνται θεμιτές γιατί δεν είναι υλικές ή φανερά επιλήψιμες και κατακριτέες, όπως π.χ., η «προσωπική τελείωση» και η «προσωπική αιώνια μακαριότητα». Μορφές τέτοιας «αγάπης» «μισθωτών» ή «δούλων» –όπως πολύ ωραία τη χαρακτηρίζουν οι άγιοι Πατέρες– είναι π.χ., «φιλανθρωπικές» εκδηλώσεις, που συνήθως κουρελιάζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και υπόσταση του συ· θρησκευτικοί προσηλυτισμοί και προπαγάνδες που, όπως αποδείχνουν τα πράγματα, κάθε άλλο παρά στο συ, ως συ, αποβλέπουν. Είναι όλα αυτά και όσα «τούτοις ὅμοια», ένας άλλος τρόπος, πιο «ευπρεπής», πιθανόν και πιο «ηθικός», για να αναζητήσει το εγώ τον εαυτό του και να ξεφύγει –μα, τι άλλο;– την οδύνη και τον πόνο της αυτοκένωσης και την ταπείνωση της αυθυπέρβασης.

     Πολύ ωραία και πετυχημένα κάνει μία σχετική παρατήρηση ένας σύγχρονός μας φιλόσοφος:
     –Γιατί μου δείχνεις αγάπη;
     –Μα, για να κερδίσω τη Βασιλεία των Ουρανών!
     –Με ρώτησες όμως εμένα, κύριε, εάν θέλω εγώ να γίνω υποζύγιό σου;

     Το εγώ παραμένει, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά ανανάπτυχτο, στην ίδια κατάσταση της κεντρομόλας εγωικότητας, μόνο που τώρα ντύνεται με «θρησκευτικό ρούχο». Και ο μόνος που ξεγελάει είναι ο εαυτός του.


     Ανεξάρτητα όμως από τις παραχαράξεις αυτές, που δείχνουν την παθολογική κατάσταση του φυσικού εγώ της «πεπτωκυίας» μας, της πεσμένης μας φύσης, υπάρχει και η γνήσια και η αληθινή αγάπη, όπως την ενσαρκώνει ο Ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός και όσοι Τον ακολούθησαν στην πορεία Του. Στην περίπτωση αυτή, χαρακτηριστικό της αγάπης είναι η θυσία των πάντων, χάριν του αντικειμένου της. Μία καταπληκτική φράση του μεγάλου εργάτη και υμνητή της αγάπης, του Αποστόλου Παύλου λησμονιέται –ίσως– πολύ συχνά: «Φτάνω στο σημείο να εύχομαι να χωριζόμουν εγώ από τον Χριστό, αρκεί να πήγαιναν κοντά Του οι ομοεθνείς αδελφοί μου» (Ρωμ. 9, 3). Μέσα στη φράση αυτή και με τη φράση αυτή διατυπώνεται το ανυπέρβλητο μεγαλείο της αγάπης, που είναι ικανή να αποξενωθεί από ό,τι αποτελεί την ύψιστη επιδίωξη του εγώ, την αιώνια μακαριότητά του, χάριν όλων αυτών που αγαπάει. Ό,τι αποτελεί για τον Απόστολο Παύλο περιεχόμενο ζωής, αγώνων, θυσιών, πόνου, ελπίδας, προσδοκίας, θερμουργού έρωτος, αυτό που ήταν γι’ αυτόν το «εγώ του εγώ» του, τον Χριστό, τώρα είναι έτοιμος να το αποχωριστεί για χατίρι εκείνων που ήταν αγαπημένα του συ, σύμφωνα και με αυτό που σημειώνει αλλού: «Η αγάπη δεν ζητάει το συμφέρον» (Α΄ Κορ. 13, 5), γιατί αναζητάει το συ, για το συ. Χαρά και ευτυχία του εγώ, είναι η χαρά του συ. Γι’ αυτό και η αγάπη έχει το στοιχείο της πληρότητας μέσα της και δεν το αποζητάει κάπου έξω από την αγάπη.


     Η αγάπη, ως χώρος συνάντησης του εγώ με το συ, είναι κατεξοχήν κίνηση ελευθερίας. Δεν έχει κίνητρα συναισθηματικά, βιολογικά, φυλετικά, αισθητικά ή οποίας άλλης κατηγορίας. Αδικεί, γι’ αυτό, την αγάπη και την μειώνει αφάνταστα η ταύτισή της με τον οίκτο, που στις ενέργειές του είναι αντανακλαστικός και αποτελεί μάλλον νομοτελή ψυχολογική κίνηση, παρά ελεύθερη ενέργεια. Για να ξεπεράσει το εγώ τον εαυτό του αγαπώντας, για να αυθυπερβαθεί, πρέπει να κινηθεί ελεύθερα έξω από τον εαυτό του. Πρέπει να «ἐκ–στῇ ἑαυτοῦ». Η αυθυπέρβαση όμως αυτή του εγώ, η κένωσή του ή η «ἔκ–στασίς» του για χάρη του συ, ενέχει και ένα στοιχείο βαθειάς, υπαρξιακής τραγικότητας. Η αγάπη δεν εκδηλώνεται, τουλάχιστον όχι πάντα, επειδή η αυτοέκφρασή της ευχαριστεί το εγώ που, από αυτό και μόνο το λόγο, προχωρεί στις θυσίες που επιβάλλονται προκειμένου να αυτοεκδηλωθεί, όπως το ξύλο στο ποτάμιο ρεύμα, όπου πιθανόν να υπάρχουν και καταρράχτες και μπορεί εκεί να κακοπάθει και ακόμα να κατακομματιαστεί. Το εγώ παλεύει, πολλές φορές, πολύ σκληρά με τον εαυτό του για να αγαπήσει τελικά το συ. Το συ, που, ίσως ποτέ του δεν θα νιώσει την αγάπη του εγώ, ή που θα την παρεξηγήσει και θα της αποκριθεί με μίσος. Το εγώ αντιμάχεται κρατερά την ίδια του την κεντρομόλα τάση και ξεπερνάει την έλλειψη αμοιβαιότητας που αποτελεί conditio sine qua non (την απαραίτητη προϋπόθεση, εκ των ων ουκ άνευ) στην περιοχή της φιλίας και του έρωτα.


     Αυτό όμως δεν γίνεται χωρίς πόνο, χωρίς δάκρυα, χωρίς ταπεινώσεις, χωρίς αυτοεκμηδένιση και χωρίς συνάντηση πρόσωπο προς πρόσωπο με τον ίδιο τον θάνατο, τον οποιονδήποτε θάνατο· τον θάνατο που βιώνεται ως επί μέρους «μικρών θανάτων» συχνά, και τον θάνατο που είναι, πια, ο «μεγάλος» και τελικός. Η αγάπη λέει στο συ: «Σὲ ἀγαπῶ!», χωρίς να περιμένει (αντ)απόκριση καταφατική. Γι’ αυτό και η αγάπη έχει όχημά της το Σταυρό και είναι ντυμένη με την πορφύρα του μαρτυρίου. Γι’ αυτό και η αγάπη «δεν προέρχεται απ’ αυτόν τον κόσμο» (πρβλ. Ιωάν. 18, 36), του τόσο εγωιστικού και σκλάβου της τυφλής ορμής. Η ρίζες της δεν είναι χωμένες στην γη, αλλά στον ουρανό. Η αγάπη στη γη ετούτη είναι καρπός μιας άλλης συνάντησης, της συνάντησης του ανθρώπινου εγώ με το Θείο Συ, που είναι η Αγάπη, η ενυπόστατη Αγάπη και η πηγή κάθε άλλης αγάπης. Η αγάπη του εγώ για το συ, ως χώρος συνάντησής τους, προϋποθέτει ένα «τρίγωνο» που, αντί να την καταλύει, όπως το ιψενικό, τη δυναμώνει, την εξαγιάζει, την ανεβάζει από το γήινο επίπεδό της σε καθαρά πνευματικό και αυτόχρημα θείο...

ΑΡΧΙΜ. ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΒΙΤΤΗΣ
(1927–2009)



[Αρχιμ. Ευσεβίου Βίττη:
«Ἐπιψαύσεις ἄκρῳ δακτύλῳ»,
κεφ. 3ο, («Η Συνάντηση»), σελ. 98–103,
εκδόσεις Π. Σ. Πουρναρά,
Θεσσαλονίκη 1996.
Α΄ δημοσίευση: Δευτ. 10/12/2012.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.