Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο 28 Ιουνίου 2014

«ΒΛΕΠΕΤΕ ΠΩΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΙ Η ΑΓΑΠΗ;»

«ΒΛΕΠΕΤΕ ΠΩΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΙ Η ΑΓΑΠΗ;» 


     «Όταν πονάς εσωτερικά τον άλλον, ο Θεός τον πληροφορεί για την αγάπη σου και την καταλαβαίνει χωρίς εξωτερικές εκδηλώσεις. Όπως και όταν δεν εκδηλώνεται η κακία μας, αλλά είναι εσωτερική, πάλι ο άλλος την καταλαβαίνει. Βλέπεις και ο διάβολος όταν παρουσιάζεται σαν “ἄγγελος φωτός” (Β΄ Κορ. ια΄ 14), φέρνει ταραχή· ενώ ο Άγγελος ο πραγματικός, φέρνει μια απαλή ανέκφραστη αγαλλίαση.
     Καταλαβαίνει ο άλλος αν υποκρίνεσαι ή αν τον αγαπάς πραγματικά, γιατί πάει σαν τηλεγράφημα η αγάπη. Αν κάνουμε λ.χ. μια επίσκεψη σε ένα ορφανοτροφείο, τα παιδιά αμέσως θα καταλάβουν με τί διάθεση πήγαμε. Είχαν έρθει μια φορά στο Καλύβι να ζητήσουν την γνώμη μου κάποιοι που ήθελαν να κάνουν ένα ίδρυμα με εγκαταλελειμμένα παιδιά.
     “Το κυριότερο από όλα”, τους είπα, “είναι να πονέσετε τα παιδιά αυτά σαν παιδιά σας και ακόμη περισσότερο. Αυτό είναι που θα πληροφορήσει τα παιδιά για την αγάπη σας. Αν δεν τα πονάτε, μην ξεκινάτε να κάνετε τίποτε!”.
     Τότε ένας γιατρός, πολύ ευλαβής, είπε: “Έχεις δίκαιο, Πάτερ! Κάποτε μια συντροφιά είχαμε επισκεφθεί για πρώτη φορά ένα ορφανοτροφείο και τα παιδιά καταλάβαιναν την διάθεση του καθενός. ‘Ο κύριος τάδε’, είπαν, ‘είναι περαστικός· ο κύριος τάδε, ήρθε να περάσει την ώρα του μαζί μας· ο κύριος τάδε, μας αγαπάει πραγματικά!’…”.
     Βλέπετε πώς πληροφορεί η αγάπη;». 

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924–1994) 

[Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου: «Λόγοι Ε΄ – Πάθη και Αρετές», ενότ. 2η, μέρος 2ο, κεφ. 3ο, σελ. 228–229, Ιερό Ησυχαστήριο «Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσ/νίκης 20061.]




ΥΠΟΝΟΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΨΙΑ: ΤΟ ΨΕΜΑ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ

ΥΠΟΝΟΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΨΙΑ:
ΤΟ ΨΕΜΑ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ 


     «Υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τρόποι για να πει κανείς ψέματα.
     Ο ένας είναι να πει κανείς ψέματα με τον νου του· ο άλλος το να πει ψέματα με τα λόγια· και ο τρίτος με το να λέει ψέματα με ολόκληρη την ζωή του.
     Εκείνος που λέει ψέματα με τον νου του, είναι αυτός που δέχεται μέσα του τις υπόνοιες και τις υποψίες. Αυτός, εάν δει κάποιον να μιλάει με τον αδελφό του, υποψιάζεται και λέει: “Για μένα, λένε!”. Κι αν σταματήσουν να μιλάνε, πάλι υποψιάζεται ότι σταμάτησαν γι’ αυτόν. Εάν του πει κανείς μια κουβέντα, αμέσως υποψιάζεται ότι την είπε επίτηδες για να τον στεναχωρήσει. Και, μ’ έναν λόγο, σε κάθε πράγμα, μ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο υποψιάζεται τον αδελφό του, λέγοντας: “Για μένα, τό ’κανε αυτό· για μένα, τό ’πε εκείνο· γι’ αυτόν τον λόγο έκανε τούτο το πράγμα!”.
     Αυτός, είναι ο άνθρωπος που με τον νου του λέει ψέματα. Γιατί δεν λέει τίποτα αληθινό αλλά όλα σ’ αυτόν είναι βασισμένα στις υποψίες του.
     Απ’ αυτόν το λόγο, λοιπόν, γεννιούνται περιέργειες, καταλαλιές, κρυφακούσματα, διαμάχες, κατακρίσεις.
     Ας φροντίσουμε, αδελφοί μου, με όλες μας τις δυνάμεις να μη δίνουμε ποτέ εμπιστοσύνη στις υποψίες μας. Απ’ αυτό το πάθος (της υποψίας) δεν μπορεί να προκύψει τίποτα καλό· απ’ αυτό συμβαίνουν μυριάδες ταραχές, μυριάδες στεναχώριες· απ’ αυτό ποτέ δεν βρίσκει καιρό ο άνθρωπος ν’ αποκτήσει φόβο Θεού.
     Έτσι, λοιπόν, ακόμα κι αν η δική μας κακία ενσπείρει υποψίες μέσα στην ψυχή μας, αμέσως ας τις μετατρέπουμε σε καλές και αγαθές σκέψεις και τότε οι υποψίες μας δεν πρόκειται να μας βλάψουν. Γιατί, είναι τόσο καταστρεπτικές αυτές, που δεν αφήνουν ποτέ την ψυχή να βρει την ειρήνη της.
     Να! Αυτό, ακριβώς, είναι το ψέμα που ζούμε με το δικό μας το μυαλό!». 

ΑΒΒΑΣ ΔΩΡΟΘΕΟΣ 

[Αββά Δωροθέου: «Έργα Ασκητικά», Επιστ. θ΄, §97, 98, 100, σελ. 237, εκδόσεις «Ετοιμασία», Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Καρέα 19832.]


ΚΟΡΙΝΑ, «Η ΧΡΥΣΗ ΓΙΑΤΡΙΣΣΑ» ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ

ΚΟΡΙΝΑ, «Η ΧΡΥΣΗ ΓΙΑΤΡΙΣΣΑ» ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ 


     Καταγόταν από το ένδοξο Μεσολόγγι. Υπηρέτησε ως εθελόντρια στον πόλεμο του ’40 κι έπειτα νοσοκόμος στα ψηλά βουνά της Ευρυτανίας, από χίλια μέτρα κι απάνω, μέχρι το τέλος της θητείας της. Στα ψηλά βουνά, που, όταν πλακώσει ο χειμώνας, σε διώχνουν, σου λέγουν: «Αφήστε μας μόνα να παλέψουμε με τα χιόνια και τις καταιγίδες κι ελάτε πάλι την άνοιξη κοντά μας».
     Ήτανε κι αυτή η ψυχή σαν τους ξεχασμένους ιεροκήρυκες της υπαίθρου, που κανείς δεν την σκέφθηκε, όταν μεγάλωσε, να την κατεβάσει στα πεδινά. Φτωχή κι ανυπεράσπιστη από τους μεγάλους, διακόνησε την Δομνίστα, το Κρίκελλο και το Καρπενήσι αγόγγυστα όλη την τριακονταπενταετία.
     Οσάκις βλέπω προτομή αδελφής νοσοκόμας, ενθυμούμαι την Κορίνα με τα ακουστικά, το πιεσόμετρο και την σύριγγα να γυρίζει μες στα χιόνια και τις κακοκαιρίες, από καλύβα σε καλύβα, να νοσηλεύσει τον γέρο, τον ανήμπορο.
     Όλοι οι άνθρωποι για την Κορίνα είχανε μόνον ένα όνομα: «ο χρυσός» και «η χρυσή». Με αυτήν την τρυφερή προσφώνηση και την ευσπλαγχνική έκφραση, ο ορεσίβιος ξυλοκόπος και βοσκός εισερχόταν στο ιατρείο θηρίο και εξερχόταν απ’ αυτό απριλιάτικο αρνάκι. Με τον καλό τρόπο και τους χαμηλούς τόνους ήταν πάντα «ο κούκκος που έφερνε την άνοιξη» στις πληγωμένες ψυχές. Με τον ήμερο τρόπο της και τα γουστόζικα ανέκδοτά της ησύχαζε τον αγριεμένο, παρηγορούσε τον παραπονεμένο, γινόταν ο πνευματικός του χωριού, ο κυματοθραύστης στις φουρτούνες της οικογένειας. Οι άνθρωποι, μακριά από τον κόσμο, τους ανθρώπους, παρηγοριά ήθελαν, κάπου ν’ ακουμπήσουν τις τυράγνιες τους.
     Και αυτή ήταν η Κορίνα: «η γιάτρισσα», όπως την έλεγαν. Και δεν χρειαζόταν πολύς κόπος να την βρεις. Δυο δρόμους ήξερε: του ιατρείου και της εκκλησίας. Ο πόνος, είναι ο δρόμος που οδηγεί στον Θεό. Μακάριος είναι ο νοσηλευτής και ο θεραπευτής που βοηθά αυτήν την ώρα το πλανώμενο πρόβατο.
     Η Κορίνα δεν ήξερε μήτε να ψάλλει, μήτε να διαβάζει τα γράμματα της Εκκλησίας. Αλλ’ ήξερε πολύ καλά να τα ακούει και να τα παρακολουθεί. Ήταν, όπως την χαρακτήριζε κάποιος, «το μανάλι της εκκλησίας», που δεν ψάλλει, δεν διαβάζει, αλλά φέγγει με την παρουσία του.
     Στην Ιερά Μονή του Προυσού που διακονούσαμε, ήταν μόνιμη μυροφόρα στις μεγάλες γιορτές. Ερχόταν από την ορεινή Δομνίστα φορτωμένη δώρα, σαν να ερχόταν από τις μεγάλες αγορές του κόσμου, για να συνεορτάσουμε.
     Η εξομολόγησή της ήταν πάντα καθαρή και διαυγής, όπως ήταν και η ψυχή της. Αγνή κόρη, ακατηγόρητη. Αυτή η ψηλή δενδρολιβανιά δεν άφηνε σε κανέναν υπόνοιες αμαρτίας. Πορεύθηκε σαν Άγγελος μέσα στο δύσκολο διακόνημα της νοσοκόμας. Απ’ όπου πέρασε, άφησε την μαρτυρία του ανθρώπου του Θεού. Ποτέ δεν ήρθε σε ρήξη με κανέναν, γιατί ποτέ δεν χρησιμοποίησε «το δικαίωμα».
     Στην διαθήκη της, θυμήθηκε τους αδελφούς της Μονής Δοχειαρίου κι άφησε δέκα χιλιάδες δραχμές για τα μνημόσυνά της.
     Ας είναι αιώνια η μνήμη της στην θύμηση του Θεού! Μας δίδαξε την αυτοθυσία και την ταπεινή αξιοπρέπεια. Τα παράπονά της, ήταν όμορφα. Καμάρωνα να την ακούω. 
     Την ευχαριστώ!... 

ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΖΟΥΜΗΣ
ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΜΟΝΗΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ 

[Αρχιμ. Γρηγορίου Ζουμή: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας», σελ. 373–375, Ιερά Μονή Δοχειαρίου, Άγιον Όρος, Σεπτέμβριος 20101.] 


ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΥΠΑΘΗΣ

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΥΠΑΘΗΣ 


     «Ο άνθρωπος από την φύση του είναι ευπαθής σαν το αγριολούλουδο. Όλοι το αγαπούν και όλοι το ποδοπατούν.
     Έτσι και ο άνθρωπος· άλλοτε βρίσκεται σε δόξα και άλλοτε σε ατιμία. Όποιος όμως αγαπά τον Θεό, ευχαριστεί τον Κύριο για όλες τις θλίψεις και παραμένει ήρεμος και στην τιμή και στην εξουθένωση». 

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866–1938) 

[Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ (1896–1993): «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», α΄ μέρος, κεφ. κ΄, σελ. 588, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 200310.]


ΔΙΑΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ

ΔΙΑΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ 


     «Ένα από τα ερωτήματα που με απασχολούσαν ήταν, το πώς είναι δυνατόν να ζήσεις “αναμάρτητα” μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο. Γιατί, όλες μας οι πράξεις, είναι τόσο ασήμαντες σε σχέση με όσα απαιτεί από εμάς το πνεύμα του Ευαγγελίου, το οποίο, στο τέλος αυτό φαίνεται απλώς αδύνατο, ουτοπικό!  
     »Και στον Άθωνα, όπως συνέβαινε και πριν να γίνω μοναχός, κάποιες φορές, η προσευχή μου διακοπτόταν από “θεομάχους” λογισμούς.
     »Θυμάμαι, πόσο φοβερά βασανίστηκα κάποτε από αυτό, ότι δηλαδή, δεν κατάφερα (στην ζωή μου) ούτε να μην κατακρίνω με τις σκέψεις· ούτε να μην υπερηφανεύομαι· ούτε να μην αισθάνομαι αντιπάθειες κλπ. Και αφού όλα αυτά δεν τα κατάφερα, άρχισα με τον Θεό ένα είδος “διαμάχης” της τάξεως που θα λεχθεί.
     »Έτσι, σε μια στιγμή μαρτυρικής μου παραστάσεως μπροστά στο κριτήριο του Λόγου του Θεού, παρά τις προσπάθειές μου, αισθάνθηκα την άκρα αδυναμία μου να παραμείνω στο πνεύμα των Εντολών Του.
     »Και πρόφερα, τότε, αυτούς τους άφρονες λόγους:
     –“Μιλάς λοιπόν, Εσύ, για την έσχατη Φοβερή Κρίση.
     Αλλά, πώς άραγε θα κρίνεις, Εσύ, εμένα;
     Ποιό είναι το δικό Σου Είναι;
     Ποιές οι δικές Σου δυνατότητες και ποιές οι δικές μου;
     Εγώ, είμαι άνθρωπος:
     Αν δεν κοιμηθώ, αν δεν φάω κλπ., θα πεθάνω!
     Κι αν κάποιος ή κάτι με κτυπήσει, πάλι θα πεθάνω!
     Και, Εσύ, θα κρίνεις εμένα;!
     Μα, Εσύ, δεν έχεις (καν) το δικαίωμα να κρίνεις εμένα!
     Για να είσαι δικός μου Κριτής, σύμφωνα με κάθε δικαιοσύνη, οφείλεις πρώτα Εσύ ο Ίδιος να βρεθείς σε όμοιες με μένα συνθήκες.
     Εσύ, όμως, είσαι Άπειρος με την δύναμη του άναρχου Είναι Σου.
     Ενώ εγώ, όμως, μέσα στην φθαρτότητά μου, είμαι όμοιος με το σκουλήκι!”.
     »Η προσευχή μου, απευθυνόταν “γενικά” προς τον Θεό. Και όταν παρέμεινα σε αυτήν την “διαμάχη”, ξαφνικά, μου έγιναν κατανοητά μέσα μου τα λόγια του Χριστού.
     »Έλαβα μέσα στην καρδιά μου την εξής απάντηση:
     –“Ὁ Πατὴρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ… ὅτι, (Αὐτός), Υἱὸς  ἀ ν θ ρ ώ π ο υ  ἐστί” (Ιωάν. ε΄ 22 και 27).
     »Και στην “διαμάχη” αυτή με τον Θεό, βγήκα νικημένος: Εμένα, θα με κρίνει ο Άνθρωπος–Χριστός· Αυτός, που εκπλήρωσε τον Νόμο, Εκείνος που δημιούργησε όλα αυτά.
     »Μέχρι εκείνη την στιγμή, πολλές φορές διάβασα αυτούς τους λόγους, αλλά ποτέ δεν τους κατανόησα με αυτήν την έννοια. Ένιωσα ντροπή. Μεγάλη, ήταν και η συστολή μου: Πάντοτε ζούσα σε συνθήκες που ήταν πολύ ευκολότερες από εκείνες που πέρασε όλη η επίγεια ζωή του Χριστού. 
     Στ’ αλήθεια! 
     Αυτός, έχει το δικαίωμα να κρίνει όλον τον κόσμο. Κανένας δεν Τον ξεπέρασε κατά τα παθήματά Του. 
     Εξωτερικά, πολλοί είναι εκείνοι που υπέμειναν και υπομένουν ακόμη και τώρα φρικτά βασανιστήρια μέσα στους θαλάμους των σύγχρονων φυλακών, αλλά, ποιοτικά ο άδης Αυτού, –“ᾅδης ἀγάπης”–, είναι οδυνηρότερος όλων των άλλων ανθρώπων!...». 

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ (1896–1993) 

[(1) Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ): «Περί Προσευχής», σελ. 63–64, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 19942. (2) Του ιδίου: «Γράμματα στη Ρωσία», κεφ. α΄, σελ. 37, όπ. π., 20091.]

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Ο «ΜΕΓΑΛΟΣΧΗΜΟΣ ΠΡΩΤΟΓΙΟΣ»

Ο «ΜΕΓΑΛΟΣΧΗΜΟΣ ΠΡΩΤΟΓΙΟΣ» 


     Για τον γνωστό και αγαπητό σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο, Γέροντα π. Αμφιλόχιο Μακρή, τον Γέροντα της Πάτμου (1888–1970), έχω να πω ότι επρόκειτο για έναν άγιο Γέροντα. Τον συναντούσα στην Πάτμο, όπου αυτός μόναζε, αλλά και στην Αθήνα, –μάλιστα, μια φορά που είχε έρθει στην Πρωτεύουσα, είχα και την ιδιαίτερη «ευλογία» να τον φιλοξενήσω σπίτι μου. Ήταν γαλήνιος, ήπιος· χαιρόσουν και μόνο να τον βλέπεις!...
     Την πρώτη φορά που τον συνάντησα, μόλις με είδε από μακριά, χωρίς καν να με γνωρίζει, άνοιξε διάπλατα τα χέρια του και φώναξε εγκάρδια: «Ευλογημένος, ο ερχόμενος!». Μ’ αγκάλιασε κι’ ύστερα με φίλησε. Αυτή, είναι η αγάπη των Γερόντων: σ’ αγκαλιάζουν και ζεσταίνουν, πραγματικά, την ψυχή σου!...
     Μετά, γύρισε και μού ’πε:
     –Έλα να καθίσουμε έξω στον «πρωτογιό» μου!...
     –Ποιόν, «πρωτογιό» σας, Γέροντα;!...
     –Αυτό, που βλέπεις εδώ πέρα, είναι ο «πρωτογιός» μου!...
     –Ποιό, παππούλη;!...
     –Να, αυτό το πεύκο!...
     Ήταν ένα πεύκο, κάτω από το οποίο είχε βάλει ένα μακρόστενο τραπέζι, όπου έτρωγε με διάφορους ανθρώπους, που πήγαιναν να τον επισκεφθούν.
Και, συνέχισε:
     –Βλέπεις;!... Πάνω στον κορμό του έχω καρφώσει αυτόν τον σιδερένιο σταυρό. Το πεύκο, λοιπόν, είναι ο «πρωτογιός» μου· και τον έχω κάνει και ...«μεγαλόσχημο»!!
     Έλα να κάνουμε το εξής: Να μην μιλήσεις καθόλου και ν’ ακούσεις «πώς» ο «πρωτογιός» μου κάθεται και «μιλά» με την θάλασσα!!...
     Πραγματικά!... Ο αγέρας φυσούσε μέσ’ από τα κλαδιά του πεύκου· παντού, γύρω, ακουγόταν το θρόϊσμα των πευκοβελόνων· κι’ από κάτω πέρα, ακουγόταν το κύμα της θάλασσας. Ήταν μια σκηνή απερίγραπτης ευδαιμονίας! Να κάθομαι κοντά σ’ έναν τέτοιον άγιο άνθρωπο, ο οποίος, δεν μιλούσε αλλά προσευχόταν κι’ επικοινωνούσε με τον Θεό!...
     Κάποια στιγμή, γύρισε και μού ’πε:
     –Αυτή η πλαγιά που βλέπεις νά ’ναι τώρα γεμάτη πεύκα, κάποτε, ήταν εντελώς ξερή. Όποιος, λοιπόν, ερχόταν κοντά μου για εξομολόγηση, τού ’βαζα μετά «κανόνα» να φυτέψει δέντρα!…
     Ο Γέροντας Αμφιλόχιος, υπέφερε από σάκχαρο· ήταν διαβητικός. Εκείνη την φορά που ήρθε στην Αθήνα κι’ έμεινε στο σπίτι μας, η γυναίκα μου αντιμετώπισε κάποια δυσκολία, όσον αφορά το διαιτολόγιό του. Κι’ εκείνος της είπε: «Κόρη μου, καμμιά στεναχώρια! Ὀ,τι έχεις ετοιμάσει! Ο Αμφιλόχιος, είναι απλός!».
     Και, πράγματι!...
     Ήταν τόσο απλός, «ο (Γέροντας) Αμφιλόχιος», που σ’ έβγαζε αμέσως από την δύσκολη θέση· κι’ έμπαινε –από την πρώτη κιόλας στιγμή– μέσα στην καρδιά σου!... 


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ 
(1935–2001)
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ 
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ 






[(1) Ο Γεώργιος Παπαζάχος (1935–2001)· 
Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής
του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Υπήρξε για χρόνια ο καρδιολόγος
θεράποντας ιατρός
και συνάμα πιστό πνευματικό τέκνο
του Αγίου Γέροντος Πορφυρίου
του Καυσοκαλυβίτου, του Μπαϊρακτάρη (†2/12/1991).
Ο ίδιος, ήταν πραγματικά ένας ανάργυρος ιατρός 
και χαρισματικός πανεπιστημιακός δάσκαλος. 
Μύησε χιλιάδες φοιτητές της Ιατρικής Σχολής 
του Πανεπιστημίου Αθηνών
στα μυστικά του ηλεκτροκαρδιογραφήματος, 
ασχολήθηκε ιδιαίτερα 
με το Ιατρείο Υπέρτασης της Α΄ Π. Π. Κλινικής
και μελέτησε τη χρησιμότητα της τηλεκαρδιολογίας.
Ήταν από τους πρώτους κλινικούς ιατρούς
που ασχολήθηκαν με τις δυνατότητες της τηλεϊατρικής 
και εξυπηρετούσε ιδιαίτερα 
κατοίκους απομονωμένων περιοχών
και κοινωνικά μειονεκτούντες
(του Γιάννη Ριζόπουλου, 
(2) Το όλο αφηγηματικό κείμενο,
από το βιβλίο του Κλείτου Ιωαννίδη: 
«Γεροντικό του 20ου αιώνος»
σελ. 209–210, 
εκδόσεις Νεκτ. Παναγόπουλος,
Αθήνα, Οκτώβριος 19991.]












Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

Ο ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΣ ΞΕΝΟΣ

Ο ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΣ ΞΕΝΟΣ 
[Απόσπασμα από το «Μικρό Αθωνικό Οδοιπορικό»] 



     […] Από τη Σιμωνόπετρα ως την ακτή του Αγίου Παύλου είναι η πορεία στο υπέροχο μονοπάτι κάτι το αφάνταστο όμορφο. Μια ποικιλία εναλλαγών συνθέτει την αρμονία που το συνιστά και αυτή ακριβώς αποτελεί την ανταμοιβή του κόπου της οδοιπορίας. Θα έπρεπε να έγραφε κανένας ώρες κι ώρες για να απαριθμήσει μια μια τις ομορφιές που συναντάει στο μέρος αυτό. Θαυμάζει κανένας και πάλι και πάλι την αίσθηση του ωραίου που είχαν και έχουν αυτοί οι ερημίτες, οι «φυγάδες» του κόσμου, που αν και «ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰσίν» μολοντούτο «ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί», «κόσμος» του αυτοί, τον στολισμένο με το κάλλος που του έδωσε ο δημιουργός του και που διά μέσου του, σαν με την κλίμακα του Ιακώβ, ανοίγονται στο άκτιστο κάλλος του Δημιουργού…
     Ω, ευλογημένε τόπε! Και μόνο για τούτο το δώρο θα ήσουν άγιος και άξιος για περιβόλι της Παναγίας μας! Και μόνο για τούτο θα αποτελούσες εξεικόνιση του Παραδείσου με τις άρρητες ομορφιές του!
     Αν η φυσική ομορφιά είναι κάτι το μοναδικό στον Άθωνα, δεν πάει πίσω και η ομορφιά και η ζεστασιά των καρδιών που συναντάει κανένας σ’ αυτόν. Δεν προλαβαίνεις να περάσεις την αυλή του μοναστηριού και να! σου έχουν κιόλας στήσει καρτέρι οι φιλόστοργοι μοναχοί.
     –Ευλογείτε, γέροντες!
     –Ο Κύριος!
     –Πάω καλά απ’ εδώ για την Αγία Άννα;
     –Καλά πας. Ακολούθα το μονοπάτι και θα σε βγάλει μόνο του. Μη σε παρασύρουν άλλα μικρότερα και λιγότερα πατημένα μονοπάτια.
     –Ευχαριστώ. Ευλογείτε!
      –Μα πού πας, ευλογημένε; Κάθισε και λίγο να σου προσφέρουμε κάτι. Ύστερ’ από τόση οδοιπορία πρέπει να πάρεις κάτι. Έφαγες; Όχι. Δεν είναι δυνατό να έφαγες, αφού έφτασες τέτοια ώρα εδώ. Πρέπει να ξεκίνησες μόλις κατέβηκες από το καράβι.
     –Ευχαριστώ, αλλά βιάζομαι.
     –Μα δε θ’ αργήσεις και πολύ. Σε πέντε λεπτά θα είμαστε έτοιμοι.
     Πραγματικά δεν αργούν να παραθέσουν στον οδοιπόρο ό,τι έχει η πλούσια αγάπη τους. Και εκείνος τρώγοντας με όρεξη, είναι αλήθεια, το έδεσμα της αγάπης της μοναχικής σκέφτεται με συγκίνηση πως δεν έλειψε η αδελφοσύνη απ’ τον κόσμο που τον χαρακτηρίζει τόση καχυποψία, τόση ιδιοτέλεια και εγωκεντρισμός. Είναι πραγματικό αναβάφτισμα μια τέτοια ευκαιρία στον Άθωνα. Δόξα στον άγιο Θεό!
     Δυναμωμένος από την ευλογημένη τροφή, τώρα συνεχίζει με κάπως πιο γρήγορο ρυθμό την πορεία του ο οδοιπόρος για να καλύψει την αργοπορία του στο πρόγραμμά του. Πρέπει να προλάβει πριν νυχτώσει στον προορισμό του. Δρόμο λοιπόν!
     Κάπου υπάρχει ένας οδοδείχτης. Το μάτι του οδοιπόρου πέφτει καθώς τον περιεργάζεται στην πίσω μεριά του. Βλέπει μερικές ξενικές φράσεις εκεί. Του τραβούν το ενδιαφέρον. Κάποιος ξένος τουρίστας τις άφησε σημάδι του περάσματός του εκεί.
     «Φεύγω», έγραφε με πίκρα, «αλλά άδικα διωγμένος. Διαμαρτύρομαι. Δεν είμαι αλητοτουρίστας. Φάνηκα ίσως τέτοιος επειδή έχω γένια και μακριά μαλλιά. Μου είπαν να τα κόψω. Εγώ αρνήθηκα. Ίσως να πληγώθηκα βαθειά, γι’ αυτό και αρνήθηκα. Μου υπέδειξαν τότε να φύγω. Κι εγώ φεύγω “τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενος”. Όμως αγάπησα κι αγαπώ το Άγιον Όρος. Δεν είναι λοιπόν αρκετό αυτό; Πόσο νιώθω θλιμμένος! “Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι”! Να ελπίζω πως θα ξανάρθω στο Άγιον Όρος; Θα το επιθυμούσα τόσο!...».
     Φταίξιμο μόνο του ξένου; Υπερβολικός ζήλος; Κάποια άτυχη σύμπτωση; Ποιός ξέρει; Είναι κι αυτό στο λογαριασμό των τόσων «ανθρώπινων». Μάθημα λίγο σκληρό για σένα, πληγωμένε ξένε, πως αν πας σε κάποιον τόπο, δε φτάνει μόνο η καλή σου διάθεση γι’ αυτόν. Πρέπει να τη δείχνεις και με τον σεβασμό σου στην ιδιοτυπία του. Πώς αλλιώς θα είσαι πειστικός για το περιεχόμενο της καρδιάς σου;
     Είναι φανερό πάντως πως υπό τις συνθήκες του «παρόντος αἰῶνος τοῦ ἀπατεῶνος» δεν αποφεύγεται εύκολα η παρεξήγηση και η παρερμηνεία του «φαίνεσθαι», δεν είναι πάντα δυνατή η κατανόηση του άλλου από μόνο το εξωτερικό του. Και όταν πολλές φορές υπάρχει και η πιο καλή διάθεση εκ μέρους του άλλου. Χρειάζεται κάποια άλλη διαδικασία. Και αυτή πρέπει να τη μάθει κανένας με ταπεινή μαθητεία στο σχολείο της αγάπης και της υπομονής. […] 

ΑΡΧΙΜ. ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΒΙΤΤΗΣ (1927–2009) 

[Αρχιμ. Ευσεβίου Βίττη: «Η φυγή (και άλλα διηγήματα)», κεφ. 7ο («Μικρό Αθωνικό οδοιπορικό»), σελ. 116–119, εκδόσεις «Έλαφος», Αθήνα 1982. Στην υπότιτλη φωτογραφία (πάνω): «Η Σκήτη της Αγίας Άννας στο Άγιο Όρος», πανέμορφο σύγχρονο έργο του Vasili Nesterenko (1997).]  




     

ΣΤΗΝ ΠΥΛΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ

ΣΤΗΝ ΠΥΛΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ


     Ανασυντάσσομαι. Κηρύττω τον εαυτό μου αβοήθητο. Παραδέχομαι αυτή την απόλυτη έλλειψη βοήθειας. Δεν έχω τίποτε περισσότερο, που να μπορώ ακόμη να δώσω, που να μπορώ να κάνω. Ο νους μου, που πάντοτε θέλει να ξέρει, με οδήγησε σε αδιέξοδο. Δεν ξέρω τίποτε περισσότερο.

     Τελικά, οι ατυχίες μου και οι απογοητεύσεις, νομίζω ότι προέρχονται από την προσπάθεια του να κατανοώ τα πράγματα. Πρέπει να ξεφύγω από την κατανόηση, να ελευθερωθώ από αυτήν την επίμονη διάθεση, για να γίνω ελεύθερος. Ο νους, είναι πολύ καλός και χρήσιμος μέχρι του σημείου να σε έχει οδηγήσει στην πύλη του βασιλιά. Τότε, εμπρός σ’ αυτή την πύλη, θα πρέπει να αφεθείς και να χωρίσεις από τον νου· γιατί τώρα μόνο καταστροφή μπορεί να προκαλέσει. Αυτά, με το λογικό. Αλλά, πώς; Δεν μπορώ να καταλάβω πώς να μη χρησιμοποιώ το λογικό. Ίσως εκεί να εστιάζεται και η αίσθηση της έλλειψης βοήθειας.


     Όταν βρεθείς εμπρός σ’ αυτή την πύλη και χτυπήσεις και πεις: «Εγώ είμαι», αδύνατο να εισέλθεις. Μόλις πεις: «Εσύ είσαι», τότε σου επιτρέπεται η είσοδος. Γιατί εκτός από τον Θεό, δεν υπάρχει χώρος για τίποτε άλλο. Μόνο αυτός που έχει γίνει –κατά Χάρη– θεός μπορεί να περάσει την πύλη, μπορεί να βρεθεί σ’ αυτό το χώρο. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο από το να προσεύχομαι. Να λέω: «Εσύ είσαι». Αν δεν ισχύει η προσπάθεια, η θέληση, η λογική σκέψη, η στρατηγική κλπ, για να κατορθώσεις κάτι, τότε μένει μόνο η προσευχή. Και υπομονή. Διότι η αγάπη έχει σχέση μόνο με το παρόν. Αν λες ότι «αγάπησες» ή ότι «θ’ αγαπήσεις», τότε ο Θεός είναι μακριά από σένα.

     Αρχίζω να καταλαβαίνω τη σημασία της μαθητείας, της διαρκούς αχαριότητας. Κερδίζεις, επειδή δεν μπορείς να κερδίσεις τίποτε.

     Κάποια στιγμή, μου έρχεται ο λογισμός ότι αυτή η αίσθηση της ελλείψεως βοήθειας είναι και η απάντηση για την προσευχή μου. Εδώ και καιρό παρακαλούσα να μπορέσω να σωθώ από την πανίσχυρη διάθεση προγραμματισμού, για να μπορέσω να βυθιστώ, να διδαχθώ τον πραγματικό μοναχισμό. Πώς μπορεί κανείς να φανταστεί ότι εισακούστηκε η προσευχή του, εκτός από τη μορφή μιας «συνθηκολόγησης για προστασία»; Ακριβώς αυτό έλαβα, γι’ αυτό προσευχήθηκα· μόνο που δεν το φαντάστηκα έτσι…

ΜΟΝΑΧΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ


[Μοναχού Φιλόθεου:
«Μοναχού Πορεία»
(Ημερολόγιο),
Κεφ. Κ΄, σελ. 57–58,
Εκδόσεις «Άληστος», 1997.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ 


Η ομορφιά έχει πάντα
την ησυχία για φωνή της. 
Και η φωνή της ακούγεται καλύτερα
μονάχα στην ανθρώπινη καρδιά.
Μετά, ακολουθεί το βλέμμα. 
Έπεται το θάμβος. 
Και πρυτανεύει η δοξολογία... 

πατήρ Δαμιανὸς

«ΧΑΘΗΚΕ Η ΖΕΣΤΑΣΙΑ;…»

«ΧΑΘΗΚΕ Η ΖΕΣΤΑΣΙΑ;…» 


     Είπε Γέρων:
     «Δυστυχώς σήμερα έχει χαθεί η ζεστασιά στην μεταξύ μας σχέση. Παλαιά πήγαινες σ’ ένα Μοναστήρι για προσκύνημα· το πρώτο που σου έλεγαν ήταν να πας στο Αρχονταρίκι να σε κεράσουν, να σε δουν, να σε ρωτήσουν “τί κάνεις;” Δεν ήταν τόσο το “κέρασμα”, αλλά αυτή η επικοινωνία η αδελφική. Σήμερα, πας κάπου και σου λένε πού έχει ποτήρια και να νερό να κεραστείς (μόνος σου). Ευτυχώς, δεν είναι παντού αυτό και χαίρομαι όταν βλέπω να έχουν το παλαιό τυπικό…». 


[«Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορειτική Παράδοση», 5ο μέρος («Το πνεύμα των παλαιών αγιορειτών»), σελ. 819, Άγιον Όρος 20111.] 




Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ π.ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΤΟΥ «ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΑ»

ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ
π.ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΤΟΥ «ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΑ» 


      Έλεγε ο Γερο–Χαράλαμπος ο «Κομποσχοινάς»:
     «Να λέμε την Ευχή. Αυτή διώχνει τον πειρασμό. Τότε αδυνατεί ο σατανάς. Η Ευχή τον τρώει σαν το ροκάνι, τον καταστρέφει. Μας πολεμά ο εχθρός, όταν το επιτρέπει ο Θεός. Και όσο ζούμε, μέχρι να βγει η ψυχή μας, θα τον πολεμούμε κι εμείς. Τότε, όταν τον νικήσουμε και δεν κάνουμε το θέλημά του, θα μας πάει στα δεξιά Του ο Θεός, στην βασιλεία Του.
     Μέγα πράγμα να έχουμε το “Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με”. Η Ευχή, τα έχει όλα· και σωτηρία ψυχής και υγεία σωματική και φώτιση και ευχαριστία. Να λέμε την Ευχή!
     Με το όνομα του Ιησού Χριστού, φάλαγγες δαιμόνων συντρίβονται. Μπροστά στο όνομα του Ιησού Χριστού, κάθε γόνατο ανθρώπου θα λυγίσει την Δευτέρα Παρουσία (πρβλ. Φιλιπ. β΄ 10). Μερικοί πλανεμένοι λένε: “Τι! Θα προσκυνήσουμε το όνομα;”. Ο Απόστολος Παύλος εννοεί ότι θα προσκυνήσουμε τον Χριστό, όχι το όνομα. Δεν διαχωρίζεται ο Χριστός από το όνομά Του, ο ίδιος είναι. Με το όνομά Του οι Απόστολοι έκαναν θαύματα.
     Η προσευχή χωρίς μετεωρισμούς, είναι των τελείων. Κάποτε, ο Μέγας Βασίλειος έταξε μία σκούφα λίρες σ’ όποιον παπά θα κάνει μία Λειτουργία χωρίς λογισμούς. Πράγματι, ένας παπάς κατάφερε μέχρι να τελειώσει να κρατήσει τον νου του καθαρό από λογισμούς. Μετά, λίγο πριν τελειώσει, του ήρθε στο νου του η σκούφα με τις λίρες και, έτσι, τις έχασε.
     Λέει ο Θεός (μέσω του Ψαλμού του Δαβίδ): “Θα εξολοθρεύσω όλους όσους εργάζονται το κακό και την πονηρία” (Ψαλμ. ρ΄ 8). Αλλά πέφτουν (γονατίζουν) όλοι οι Άγιοι και λένε: “Κι εμείς αμαρτωλοί είμαστε, συγχώρεσέ μας, Κύριέ μας!”. Και σταματάει την οργή του ο Θεός.
     Θέλει ταπείνωση, ο Θεός. Όσες αρετές και αν κάνουμε και μας ρωτήσουν “πώς πάει η πνευματική ζωή;”, να λέμε ότι “είμαστε δούλοι αχρείοι”. Άμα πεις “καλά είμαι!” στην πνευματική ζωή, τά ’χασες όλα!
     Για την σωτηρία της ψυχής μας πρέπει να κάνουμε το νόμο του Θεού, να πάμε στην Εκκλησία, να συγχωρούμε τον πλησίον σε ό,τι αυτός μας έφταιξε. Επομένως, το παν είναι τα καλά έργα και η πίστη. Μην απελπιζόμαστε. Η απελπισία είναι του διαβόλου.
     Αφήνουμε τα θεολογικά, εμείς, και λέμε τα πρακτικά. Είδα κάποτε σε αγρυπνία στο Κουτλουμούσι τον Άγιο της ημέρας, ντυμένο με διακονικά άμφια. Τρεις φορές βγήκε από το ιερό και χάθηκε. Αφού κοινώνησα, περίμενα να δω τον διάκο να κάνει κατάλυση (του Αγίου Ποτηρίου στην Πρόθεση) και δεν τον είδα. Ρώτησα και μου είπαν ότι δεν υπάρχει διάκος.
     Ο Θεός χαίρεται όταν λέμε λόγια ψυχικής ωφελείας. Σε όσους πάλι δεν πιστεύουν, δεν λέω βαριά πνευματικά λόγια, για να μην κολαστούν πολύ: “Εκείνος που γνωρίζει και δεν έκανε τίποτα, θα τιμωρηθεί πολύ” (Λουκ. ιβ΄ 47)».

     «Έρχονται πολλές φορές τα δαιμόνια εκεί που κάθομαι και πλέκω κομποσχοίνι να με πειράξουν.  Τα σταυρώνω και φεύγουν. Αλλά δεν πάνε μακριά. Τα βλέπω που κάθονται και περιμένουν πότε θα αμαρτήσω με τον λογισμό για να ξανάρθουν. Θέλει πολλή προσευχή για να φύγουν μακριά τα δαιμόνια. Θέλει ταπείνωση. Αν ταπεινωθείς, γίνεσαι αμέσως σοφός.
     Μια μέρα, έκανα κάτι κοτσοδούλια εδώ πέρα, έπεσα και χτύπησα στο πόδι. Μέρα ήταν και μόλις σηκώθηκα, βλέπω κάποιον να με χαμογελάει. “Τί θέλεις εδώ;” του λέω, και δεν μιλάει. “Ποιός είσαι;”, τον ξαναρωτώ. Και μόλις πήγα να σηκώσω το χέρι να τον σταυρώσω, έγινε άφαντος. “Κοπρόσκυλο!”, λέω στον διάβολο, “εσύ ήσουν που μ’ έριξες κάτω;”.
     Ήμουν φιλοξενούμενος στο Σταυρονικήτα και έρχονταν τα καλογέρια στο κελλί μου για να τους πω πνευματικά. Το Πάσχα, μπαίνει ένα καλογεράκι ντυμένο με καινούργια ράσα, πασχαλινά. Λέω: “Καλώς το καλογεράκι που ήρθε ν’ ακούσει του Θεού τα λόγια!”. Αμέσως, άλλαξε μορφή. Κατάλαβα ότι είναι δαίμονας. “Σε επιτιμώ”, του λέω, “ενώπιον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού”. Έκανε πίσω, αγρίεψε και χάθηκε».
     Σε καιρό ανομβρίας, ο Γερο–Χαράλαμπος ο «Κομποσχοινάς», έλεγε: «Δεν έχουμε ανάγκη από την βροχή, αλλά από τον Θεό»

[«Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορειτική Παράδοση», 3ο μέρος («Αποφθέγματα»), σελ. 665–671, Άγιον Όρος 2011.]

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ


     Ο Μοναχός Αρσένιος ο Γρηγοριάτης (1912–1991) άφησε καλή μαρτυρία στις καρδιές των συμμοναστών του. Πέρασε σε διάφορα διακονήματα με υπακοή, αγάπη και αυτοθυσία. Είχε φόβο Θεού, αληθινή πίστη, θερμή προσευχή, πλήρη εμπιστοσύνη στον Θεό, ειλικρινή ταπείνωση και αφελότητα καρδιάς.

     Αγαπούσε πολύ τους νέους μοναχούς και τους νουθετούσε με τον λόγο του και πολύ περισσότερο με το παράδειγμά του. Προέτρεπε να προκόβουν στις αρετές. Έτσι θα βοηθούν τον κόσμο καλύτερα, παρά με τα λόγια. «Έργα, παράδειγμα και θεάρεστη πολιτεία ζητά ο κόσμος», έλεγε.

     Η ζωή του, κύλησε μέσα σε πολλά θεία οράματα, που τα ερμήνευε απλά και ταπεινά. Είχε ζωηρή τη μνήμη του θανάτου στη ψυχή του. Είχε πιάσει φιλία με τους αγίους, τους οποίους παρακαλούσε να τον συνδράμουν σε διάφορα προβλήματά του, όπως και πράγματι έκαναν. Οι θείες παρηγοριές τον ενίσχυαν συχνά στον αγωνιστικό του δρόμο.

     Είχε ιδιαίτερα μεγάλη ευλάβεια προς την Παναγία, η οποία, με τη στοργική της εύνοια δεν τον άφηνε ποτέ να λιποψυχήσει και να αποθαρρυνθεί. Έγραφε στα τετράδιά του πως όποιος δεν κεντηθεί στην καρδιά του από αγάπη και γλυκασμό προς την αγνή Παρθένο, θα βρει κουραστική την μοναχική (και, εν γένει, την χριστιανική) ζωή και θα στραφεί προς τον κόσμο. Όποιος όμως την αγαπήσει, θα αισθανθεί τον παράδεισο από τώρα.

     Ο ίδιος φεγγοβολούσε από Χάρη Θεού, ποθούσε τον Παράδεισο και, μάλιστα, έλεγε πολύ χαρακτηριστικά γι’ αυτόν:

     «Όταν πάμε στον Παράδεισο, έχουμε να δούμε εκεί τρεις εκπλήξεις:
     »Πρώτα–πρώτα, θ’ αναρωτηθούμε: “Εγώ, στον παράδεισο;”.
     »Δεύτερον, θα βρούμε εκεί ανθρώπους που δεν ελπίζαμε να τους δούμε.
     »Και, τρίτον, δεν θα δούμε άλλους που περιμέναμε να δούμε!». 



[Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου
(1952–2014):
«Μέγα Γεροντικό
εναρέτων Αγιορειτών
του 20ου αιώνος»,
Τόμ. Γ΄, σελ. 1287–1291,
Εκδόσεις «Μυγδονία»,
Θεσ/νίκη Σεπτέμβριος 2011.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.