Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα 22 Απριλίου 2019

ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ


«ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ»


–Τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου Ὀλύμπου–
(Ἀποσπάσματα)

Ἁγνεύω γιὰ χάρη δική Σου
καὶ κρατώντας λαμπάδες φωτεινές,
Νυμφίε, Σὲ ὑποδέχομαι.

Παρθένες
ἦρθ’ ὁ ἀντίλαλος
ἀπὸ ψηλὰ
ποὺ ξυπνάει νεκροὺς
καὶ ποὺ λέει
νὰ ὑποδεχτοῦμε
ὅλες μαζὶ
τὸν Νυμφίο
μὲ λευκὲς στολὲς
καὶ λαμπάδες
στραμμένες
στὴν ἀνατολή.
Σηκωθεῖτε
πρὶν φθάσει
νὰ τρέξουμε
νὰ μποῦμε
μέσ’ ἀπ’ τὶς πόρτες
τοῦ Βασιληᾶ.

Ἦρθα,
ἀφοῦ ξέφυγα,
Μακάριε,
τοὺς μύριους δόλους
τοῦ δράκοντα
ποὺ θέλγουν.
Ὑπόφερα δὲ
καὶ τὴν φλόγα
τῆς φωτιᾶς
καὶ τὶς ὁρμὲς
τῶν ἀνήμερων θηρίων,
ποὺ φθείρουν
τοὺς θνητούς,
καθὼς Σὲ περίμενα
ἀπ’ τὸν οὐρανό.

Ξέχασα τὴν πατρίδα,
Λόγε,
καθὼς ποθοῦσα
τὴν δική Σου Χάρη,
ξέχασα τοὺς χοροὺς
τῶν συνομιλήκων
παρθένων,
ξέχασα
τὴν μητρικὴ καύχηση,
τὴν ὑπερηφάνεια
τοῦ γένους.
Ὅλ’ αὐτὰ
γιὰ μένα,
Χριστέ μου,
εἶσαι Σύ.

Σύ, Χριστέ μου,
εἶσαι
ὁ χορηγὸς τῆς ζωῆς.
Χαῖρε φῶς
ἀνέσπερο.
Δέξου
τὴν κραυγὴ τούτη.
Χορὸς παρθένων
Σὲ προσφωνεῖ,
Λόγε,
τέλειο ἄνθος,
ἀγάπη,
χαρά,
φρόνηση,
σοφία.

Θρηνοῦν τώρα
πικρὰ
οἱ κόρες,
ποὺ ἀναστενάζουν
βαρειὰ
ἔξω ἀπ’ τὶς πύλες
τοῦ Νυμφῶνα
καὶ φωνάζουν
λυπητερὰ
γιατὶ
σὰν ἔσβησε
τὸ φῶς
τῶν λαμπάδων τους,
δὲν πρόκαναν
νὰ δοῦν
τὸ ἐσωτερικὸ
τοῦ Σπιτιοῦ τῆς χαρᾶς.

Ἁγνεύω γιὰ χάρη δική Σου
καὶ κρατώντας λαμπάδες φωτεινές,
Νυμφίε, Σὲ ὑποδέχομαι.


Γιατί
σὰν ξεστράτισαν
ἀπ’ τὸν ἱερὸ δρόμο
καὶ πῆραν
τὰ μονοπάτια
τῆς πρόσκαιρης ζωῆς,
ἀμέλησαν πιὰ
νὰ πάρουν
λάδι
μαζί τους.
Καὶ
κρατώντας λαμπάδες
νεκρωμένες
ἀπ’ τὴν φλογερὴ φωτιὰ
στενάζουν
μέσα τους
βαθειά.

Κρατῆρες
γεμᾶτοι
ἀπὸ νέκταρ γλυκὺ
βρίσκονται
μπροστά μας.
Ἂς πίνουμε.
Εἶν’ οὐράνιο ποτό,
παρθένες,
τοῦτο,
ποὺ πρόσφερε
ὁ Νυμφίος,
σὲ ’κείνους,
ποὺ ἄξια
προσκλήθηκαν
στὸν Γάμο.

Ἔφυγε
ἡ φθορὰ
κι’ οἱ πόνοι
τῆς ἀρρώστιας
ποὺ κάνουν
νὰ στάζουν
τὰ δάκρυα.
Ὁ θάνατος
ἀφαρπάστηκε.
Χάθηκε
κάθε ἀφροσύνη.
Πέθανε ἡ λύπη
ποὺ τρώει
τὰ σωθικὰ
κι’ ἔλαμψε
πάλι
ξαφνικὰ
στοὺς θνητοὺς
ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ.

Ἀποστερημένος
δὲν εἶναι
πιὰ
ὁ παράδεισος
τῶν θνητῶν,
γιατὶ ξανὰ
μὲ ἐντολὴ θεία,
σὰν καὶ πρὶν
κατοικεῖ
σ’ αὐτόν,
Μακάριε,
ἄφθαρτος
κι’ ἄφοβος
ὁ ἄνθρωπος,
ποὺ ἔπεσε
μὲ τὶς
ποικίλες τέχνες
τοῦ δράκοντα.

Ὦ Μακάριε,
Σὺ
ποὺ
κατοικεῖς
στὸν ἄχραντο θρόνο
τ’ οὐρανοῦ·
Ἄναρχε,
Σὺ
ποὺ συναρμόζεις
τὰ πάντα
μὲ τὴν αἰώνια δύναμη,
ἤρθαμε,
δέξου μας,
μαζὶ
μὲ τὸν Υἱό Σου,
Πατέρα,
κι’ ἐμᾶς
μέσ’ ἀπ’ τὶς Πῦλες
τῆς Ζωῆς.

Ἁγνεύω γιὰ χάρη δική Σου
καὶ κρατώντας λαμπάδες φωτεινές,
Νυμφίε, Σὲ ὑποδέχομαι.

ΑΓΙΟΣ ΜΕΘΟΔΙΟΣ ΟΛΥΜΠΟΥ
(†311 μ.Χ.)


※
[ Μητροπολίτου
Ἀττικῆς & Μεγαρίδος
Νικοδήμου Γκατζιρούλη
(1927–2013):
«Καταφιλήσω…»
(Δοκίμια
γιὰ τὸν Ὀρθόδοξο Μοναχισμό)·
Κεφ. 12ο, σελ. 191–207.
Ἐκδόσεις «Σπορά»·
Ἀθήνα 1992.
Ἐπιμέλεια ἀνάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση
τῶν ἀναρτήσεων ἀπὸ τὸ «Εἰλητάριον»,
ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρεται ἀπαραίτητα
ὡς πηγὴ προέλευσης.

Πέμπτη 18 Απριλίου 2019

ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΓΙΑ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΚΛΗΡΙΚΟΥΣ


ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ
ΓΙΑ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΚΛΗΡΙΚΟΥΣ


     Το χειρότερο, ειδικά για μας τους κληρικούς, είναι όταν επιχειρούμε να κάνουμε μόδα και μότο, επίδειξη και φιγούρα την αμαρτία, επειδή μια ζωή φαντασιωνόμασταν τον Θεό, επειδή Αυτός ήταν η ιδέα μας και όχι η ακλόνητη ζωή της καρδιάς μας. Τι δεν καταλαβαίνουμε; Δεν μπορεί η κοσμική λογική, με την οποία ήμαστε τελικά σφιχταγκαλιασμένοι και ποτέ αδιάστατοι, να υπομείνει για πολύ την πνευματικότητα που δεν υπάρχει και που δεν έρχεται στο πεδίο της προσωπικής μας ζωής. Και είναι πραγματικά αφόρητη η κατάσταση, όταν δεν αισθανόμαστε καθόλου τον Θεό σε μια εγγύτητα με τον παλμό της τσακισμένης μας καρδιάς. Συνηθίσαμε και απορροφήσαμε μέσα μας την ταχύτητα και τον αυτοματισμό του κόσμου και απωθήσαμε σταδιακά την ακατανόητη άργητα, τη σιωπή και την αφάνεια του Θεού. Η ζωή με την υπόλοιπη κοινωνία μάς κομίζει συνεχώς τραύματα και αδιέξοδα και η τροφοδοσία μας από τον Ουρανό φαίνεται να είναι φοβερά λίγη και ανεπαρκής. Και πονεμένοι και μόνοι; Δε γίνεται και δε λέει έτσι. Αρκετά αντέξαμε τη μέλανα ρασοφορία και τη ρομποτίστικη εικόνα μας με τα χρυσοποίκιλτα άμφια. Με όλη τη δύναμη και ορμή της τσαντίλας μας, αντάμα με τους πιο αντισυμβατικούς στοχασμούς τάχα, στρεφόμαστε προς τις μάζες που δεν γνωρίζουν Αυτόν που μέχρι τώρα λειτουργούσαμε. Μετά, επιτέλους, έρχεται απ’ όλες τις γωνιές της ανελπιστίας μας ένα ρεύμα παρηγοριάς μέσα από τον ανακουφιστικό δοξασμό του κόσμου. Και μετά, εκείνο το επάρατο σουβλερό τίποτα για τον αποδομημένο εαυτό μας. Δεν είχαμε τα κότσια και τα φόντα της υπομονής του Χριστού και πώς μετά να «κτιστεί» το οικοδόμημα της ψυχής μας; Δεν είδαμε πουθενά τον Θεό, δεν Τον νιώσαμε, δεν μας ήρθαν καλά τα πράγματα, η πνευματικότητα είναι σκληρή και μας κολαφίζει εσωτερικά όταν δεν ενστερνιζόμαστε εκ βαθέων το πνεύμα της κι όταν δεν μας βολεύει κάπου στα λοίσθια των αντοχών μας. Οι γεροντάδες, τα γεροντικά, τα συναξάρια, τα πατερικά, οι παραδόσεις, τα εδάφια, τα αποφθέγματα και τα ρητά μας, οι δήθεν βαθυστόχαστες εμφιλοσοφήσεις μας, πάνε τώρα όλες περίπατο. Η εξυπναδολογία μαζί με τις ατάκες μας αποτελούν τη λύση για την εκτόνωσή μας. Το κομποσχοίνι μοιάζει με θηλιά και αρχίζει να αραχνιάζει. Η νοησιαρχία και ο ορθολογισμός παίρνουν το προβάδισμα ακόμη και στα ορθόδοξα θέματα της καρδιάς. Η ελευθερία που επαγγελόμαστε αρνείται τη δύναμη της ευσέβειας και υποκρύπτει τη σκλαβιά που δεν ομολογούμε. Η τέχνη ενός αέρινου και πολυενεργειακού γκουρουϊσμού αναπτύσσεται γρήγορα μέσα μας, ενώ η έκθαμβη αβρότητα μιας εξυπηρετικής ψευδοσυγχωρητικότητας είναι πια εξόφθαλμη και σαγηνευτική πάνω μας. Τα καταφέρνουμε να γινόμαστε πιο «πιασάρικοι», να εξωραΐζουμε την αδαμιαία πτώση, να θωπεύουμε την πάγκοινη πονηρία, να συμπορευόμαστε με κάθε αλλοτρίωση, έκπτωση και φθήνια. Γινόμαστε υποχρεωτικά και κενόδοξα πιο «Large» και πιο «Woo», όχι βέβαια από το εμπειρικό μας βύθισμα στη σφαίρα της θείας Αγάπης, αλλά από τον αβάσταχτο σβησμό και την ενδόμυχη κατάρρευση του αθεολόγητου πνεύματός μας. Με μια κάλπικη αντιπνευματική ειλικρίνεια προχωράμε αλαζονικά προς τον δριμύ έλεγχο, στην αθρόα ανατροπή των πάντων, μοιράζοντας μέσω της ανανεωτικής μας εικόνας, ψηλά από το μπαλκόνι των θεωριών μας, μανιώδεις κλωτσιές στο απάνθρωπο σύστημα, συνεχείς επιθέσεις στην αγιάτρευτη υποκρισία των συγκληρικών, στη στειρότητα του θρησκεύματος, στον αναχρονισμό της εκκλησίας, η οποία είναι πλέον για μας ανάχωμα, τροχοπέδη και δυσάρεστο εμπόδιο. Φαινομενικά πείθουμε ότι δεν έχουμε καθόλου άδικο. Αλλά το θέμα δεν είναι ότι μπορεί να έχουμε ένα δίκιο, ένα κάποιο δίκιο· το θέμα είναι ότι δεν καταλαβαίνουμε ότι χάνουμε το όποιο και όσο δίκαιο του εγκόσμιου πόνου και της θλίψης μας, παίρνοντας στο επίπεδο της καρδιάς αποστάσεις από τη ζωή του Χριστού. Ζούμε στο ακέραιο την άρνησή Του, όταν συνειδητά δεν ακολουθούμε τα ίχνη Του. Η ζωή Του, όχι ζωή μας. Έτσι, αρχίζουμε πραγματικά να συγγενεύουμε με τον Ιούδα και τον Δημά και χαμπάρι δεν παίρνουμε. Πόσο να αντέξει κανείς την άσκηση, την προσευχή, τον κύκλο των ακολουθιών, την εξωτερική τάξη και σειρά της εκκλησιαστικής λατρείας και δομής, το επαναλαμβανόμενο κήρυγμα, τη σπαστική σιωπή της ευπρέπειας ή ακόμη κι εκείνο το βαθύ και ωραίο ήθος του Θεού που δεν εσωκλείουμε (πια) μέσα μας; «Πονάει» κυριολεκτικά το Θείο, όταν εμείς δεν καταφέρνουμε να το βιώνουμε όμορφα, απλά, καρδιακά και ελεύθερα. Ο θείος πόθος σίγουρα θα μας έλυνε όλα τα προβλήματα, δεν θα ήμασταν μίζεροι και αδιάκριτοι, απρόσεκτοι και ασύνετοι, μικροπρεπείς και ανούσιοι. Όταν ολιγοστεύουν οι θρησκευτικές απαντοχές μας, αρχίζουμε μοιραία να τα βάζουμε με τον «αδυσώπητο» Θεό. Τα δικά μας μέτρα και σταθμά τώρα τα καρφώνουμε με βία και σπασμωδικότητα στη θεία Αγάπη, στον Ίδιο τον Θεό, σαν ασάλευτες σημαδούρες του κραταιού εαυτού μας. «Έτσι είμαι εγώ κι άμα Σου αρέσει, Θεέ! Κι άμα γουστάρεις, έλα λίγο τώρα να ευλογήσεις και την αμαρτία μου! Σε χαλάει, μήπως; “Αγάπη” δεν είσαι Εσύ; Αγάπησε λοιπόν αυτό που δεν Σε ξέρει καθόλου, Αυτό που Σε αποστρέφεται και Σε αντιμάχεται παντοτινά· αγάπησε την αμαρτία μου!». Ένα τέτοιο περίπου υπαρξιακό μήνυμα στέλνουμε ασύστολα κι εμείς, έχοντας μαζί μας όλα τα χειροκροτήματα και τα χειροφιλήματα του κόσμου. Το εαυτοκρατικό μας θέατρο πριν το λασπώδες και τραγικό μας τέλμα. Αλλά για πόσο να ανασκευάζεις τη θεία Αλήθεια με την ελευθεριότητα και τον κυνισμό σου; Για πόσο να αλλοτριώνεις το Ευαγγέλιο, τον λόγο του Θεού, τον Ιησού Χριστό, την Αγάπη των αγαπών μας, όταν σκορπάς με την παντοξική ασοφία της ψυχής σου σκάνδαλο μεγατόνων στη συνείδηση των αδελφών σου; Δεν χρωστάς σε αυτούς μια άδολη ακεραιότητα βίου, όταν ο Ίδιος ο Χριστός πέθανε γι’ αυτούς; Τα likes πέφτουνε βροχή από ανίδεους, το ίδιο και οι επευφημίες από ασόβαρους και ελλειπτικούς κατά την πνευματικότητα. Η πικρή ασθένεια του χαύνου ή του τραυματισμένου ψυχισμού μας γεννά διαδοχικές ακρότητες συμπεριφοράς της ψευδοελευθερίας μας και αυτό σημαίνει αν μη τι άλλο την αρχή της απώλειάς μας. Ο κόσμος ζητάει «άρτο και θεάματα» κι εμείς τους τα δίνουμε απερίσκεπτα, με όλη την εσωτερική θλιβερή πενία μας. Οι άγιοι, οι φίλοι και οι πιστοί ακόλουθοι του Χριστού, τα «ένθεα κολλητάρια» του Κυρίου, ήταν οι πιο αδόξαστοι, οι πιο άτιμοι και οι πιο πονεμένοι τύποι μέσα στον σκαιό και μισόχριστο κόσμο. Όλη η Γεσθημανή και ο Γολγοθάς εισήλθαν διά βίου μέσα στη θεοδιψαλέα καρδιά τους. Ενώ εμείς γυρεύουμε διακαώς τη δόξα του ονόματός μας, την προστασία και την αμνηστία των κραυγαλέων παθών μας, παραθεωρώντας έτσι το σεπτό μαρτύριο του Χριστού, τον Σταυρό Του, το μυστήριο της Σωτηρίας. «Πλατεία η οδός» του κόσμου και σφόδρα «στενή» η οδός του Χριστού. Το ξέραμε αυτό. Μας είχαν κάπως προειδοποιήσει οι ευσυνείδητοι Πνευματικοί μας, κάποιοι καλοί Γεροντάδες που ενδεχομένως γνωρίσαμε, κάποιοι μοναχοί και κάποιες μοναχές, κάποιοι επιστήθιοι φίλοι μας. Αλλά τώρα, στα στενά και στα δύσκολα, στα δύσκολα και δυσχερή του, ισχυρού κατά την παλαιότητα, εαυτού μας, εμείς το αγνοούμε αυτό και το κάνουμε ολοσχερώς πέρα. Η αμαρτία είναι ένα μεθύσι της πιο ελκυστικής αυταπάτης, ένα ντομπάρισμα με τις πιο παράφρονες, εκκεντρικές και ανταριασμένες ιδέες κι ένα ηδύγευστο κώνειο με την πιο σαρωτική απόγνωση. Αυτό κι αν το ξέραμε, θεωρητικά τουλάχιστον. Τουλάχιστον φταίμε που συνεχίζουμε να είμαστε εν ενεργεία κληρικοί. Γιατί ανακατεύουμε τη θεία Ιερωσύνη με τις εκούσιες επιλογές της αμαρτίας του βίου μας; Αν παραδίναμε ήσυχα το πετραχήλι «μας», τότε και μόνο τότε θα ήμασταν πέρα ως πέρα ντόμπροι, αληθινοί, έντιμοι, ειλικρινείς, ευθείς, ελεύθεροι, λιγότερο αναπολόγητοι και περισσότερο δικαιωμένοι από τα φιλάνθρωπα δώματα του Ουρανού. Η Ιερωσύνη είναι αποκλειστικά του Χριστού κι όχι δική μας μόστρα. Όσο ζούμε και για όσο ζούμε, δεν έχουμε κανένα απολύτως δικαίωμα και καμία παρρησία επ’ αυτής. Έχουμε μόνο την πνευματική και πανδίκαιη υποχρέωση να φεύγουμε και να αλαργεύουμε από αυτή, όταν οι αθεάρεστες επιλογές του βίου μας εξ αντικειμένου δεν συνάδουν με το ιερατικό πολίτευμα. Καθαρά πράγματα· καθαρά, καλά, άξια, δίκαια, σωτήρια και άγια.

Ελάχιστος και έσχατος πάντων
π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 17 Απριλίου 2019

ΟΤΑΝ ΜΟΥ ΖΗΤΟΥΝ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΩ


ΟΤΑΝ ΜΟΥ ΖΗΤΟΥΝ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΩ


     «Όταν συμβαίνει να μου ζητούν να προσευχηθώ για κάποιο πρόσωπο ή ζήτημα, το πρώτο που αισθάνομαι αληθινά μέσα μου είναι μια αβάσταχτη ντροπή ενώπιον του Θεού για την παλαιότητα του εαυτού μου. Ποιος είμαι εγώ, για να προωθώ με την προσευχή του Θεού τα αιτήματα των αδελφών; Και πώς γίνεται μετά αυτή η προσευχή να μην είναι, εξαιτίας των αμαρτιών μου, βαριά, ασήκωτη και άπτερη; Αν πάλι αρνηθώ το έργο της προσευχής υπέρ του αδελφού, είναι σαν να προσβάλλω την αιώνια ευδοκία του Θεού για τη σωτηρία όλων και να ενισχύω ταυτόχρονα την αποκαρδιωτική παλαιότητα της αμαρτίας που ήδη με κατέχει ολοκληρωτικά, συνθλίβοντας το είναι μου εδώ και χρόνια. Λίγο αργότερα όμως, υπερισχύει δυναμικά εντός μου η ολοπρόθυμη υπακοή προς το αίτημα του αδελφού, δηλαδή λίγο-πολύ η έκδηλη και καταδεκτική αγάπη του Θεού ανάμεσά μας. Έτσι, εν τω Θεώ όλα στο τέλος τακτοποιούνται ειρηνικά», θυμάμαι πολύ καλά ότι μου είχε πει κάποτε ένας μυστικός, ακριβοθώρητος και για πολλούς άγνωστος πατερούλης…

π. Δαμιανός







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΧΑΡΜΟΛΥΠΙΚΟ ΘΡΟΪΣΜΑ


ΧΑΡΜΟΛΥΠΙΚΟ ΘΡΟΪΣΜΑ


     Στο χαρμολυπικό θρόισμα των ευωδιαστών πασχαλιών είναι που αρχίζω και ζω μυστικά μέσα μου την επινίκια εγγύτητα της Αναστάσεως. Θαρρείς πως είναι η ευλογημένη μετοχή της φύσης του τόπου μου στο παμμυστήριο της Σωτηρίας.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΜΗΠΩΣ ΕΙΔΑΤΕ;


ΜΗΠΩΣ ΕΙΔΑΤΕ;


     Μήπως είδατε καμιά αγάπη, μια αληθινή αγάπη, που να γερνάει και να χάνεται; Η αγάπη είναι η παντοτινή μας νιότη, η άληκτη ακμή της ζήσης μας. Μη συνερίζεστε το σώμα που σβήνει στο χρόνο που διαβαίνει αμείλικτα. Κοιτάτε την καρδιά, που με την αγάπη, γίνεται ωραία, δυνατή και υπέρχρονη.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΣΑΝ ΟΡΦΑΝΟΙ


ΣΑΝ ΟΡΦΑΝΟΙ


     «Εκεί που τελειώνει η εμπιστοσύνη του ανθρώπου προς τον εαυτό του, εκεί αρχίζει η βοήθεια του Θεού. Οι άνθρωποι λένε με τα χείλη τους την προσευχή του “Πάτερ ημών”, αλλά στη ζωή τους πορεύονται σαν ορφανοί».

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ
(1916—1982)


※
[ «Ανθολόγηση λόγων
Δημητρίου Παναγοπούλου»·
Κεφ. 13ο, σελ. 111–112.
Εκδόσεις
«Ορθόδοξος Κυψέλη»·
Θεσσαλονίκη, 2017.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΕΙΚΟΝΟΦΙΛΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ


ΕΙΚΟΝΟΦΙΛΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ


Θαύμασε το έμμετρο,
φοβού το υπέρμετρο
κι αλάργευσε από το άμετρο.
Στοχάσου στο λίγο,
αψήφησε το καθόλου
και στέρξε στο αναγκαίο.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΣΙΩΠΗΛΗ ΚΑΥΣΗ


ΣΙΩΠΗΛΗ ΚΑΥΣΗ


     Όσα και να σου λέω εγώ, έτσι εύκολα, ανέξοδα και αυτάρεσκα, αν πρώτα δεν πάθω και δεν μάθω, δεν θα μπορέσω ποτέ να υπερβώ την αβυσσαλέα αδυναμία μου, δεν θα μπορέσω ποτέ να εμπνεύσω ταπεινά τη διστακτική και απορημένη καρδιά σου. Στην καρδιά· εκεί όπου θεμελιώνονται ή εκεί από όπου καταρρέουν πρόσωπα και σχέσεις, ανάλογα. Ανάλογα την καρδιά. Τις μακάριες αλλοιώσεις πνευματικών καρατίων τις βαστά και τις επιφυλάσσει πάντα η ησυχία και η σιωπή που δε θέλει κανείς σήμερα. Λόγια ζητάνε όλοι σαν όλους τους άλλους· λόγια στα λόγια σαν τη σκόνη στο χώμα· λόγια που πήραν τη θέση του αχυρένιου έργου, του προσκέφαλου που ζητά το ανήρεμο μυαλό μας, που γίνονται στο τέλος απερίσκεπτες προσυπογραφές στην κοινή απόγνωση της αγνωσίας που επικρατεί συγχυτικά παντού. Γιατί δεν αράζουμε στον Παράδεισο που στέκει παραδίπλα μας; Ολοένα και πιο λίγοι δεν θέλουν να χάσουν την παλαιότητά τους και δεν επιθυμούν συντριβούν εκ βαθέων στη θεία αγάπη και σχεδόν κανένας πια από μας δε λιώνει στο θαύμα του Θεού σαν το μοσχοβολημένο κερί που σμίγει στη σιωπηλή του καύση φως και ευωδία.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 14 Απριλίου 2019

«ΚΟΠΟΥΣ ΜΟΙ ΜΗΔΕΙΣ ΠΑΡΕΧΕΤΩ!»


«ΚΟΠΟΥΣ ΜΟΙ ΜΗΔΕΙΣ ΠΑΡΕΧΕΤΩ!»


     Το μεγαλύτερο λάθος και κατάκριμα που γίνεται κάποιες φορές είναι όταν μας κουράζουν ή μας εγκαταλείπουν για να παραιτηθούμε! Πού να ξέρουν ότι γινόμαστε πραγματικά ανεπηρέαστοι και απτόητοι όταν πορευόμαστε αντάμα με τον αγώνα και τον κόπο. Γιατί ειδικά σ’ αυτά τα δύο εσωτερικά εναύσματα ζωής και ανάπλασης είναι που αρέσκεται να κρύβεται μόνιμα ο Χριστός. Πού και πού, μάλιστα, μάς φαίνεται ότι Τον ακούμε εκ νέου: «Ολιγόπιστε, γιατί σε κυρίευσε ο δισταγμός και η αμφιβολία;» (Ματθ. 14, 31). Μην κουράζεις λοιπόν περισσότερο, αδελφέ, αυτόν που εσύ εκ των πραγμάτων δεν βοηθάς, αυτόν που εσύ δεν θέλεις να συνδράμεις, αυτόν που εσύ αρνείσαι να κατανοήσεις, αυτόν που εσύ δεν σκέφτεσαι καν να στηρίξεις με κάθε τρόπο, με όποιον τρόπο. Και αφού εσύ διαπιστωμένα δεν είσαι μια έστω ολιγοστή βοήθεια γι’ αυτόν, φεύγε τότε αλάλητα και αλάργα από τον θεόστεπτο πόνο του για να μην εκληφθείς από Θεού ως κολάσιμος αυτουργός του. Ο κόσμος θα ήταν λιγότερο πονηρός, ανάλγητος και σκαιός, αν σεβόταν, αν άκουγε ή αν λίγο προβληματιζόταν στις ευθείες φωνές τόσο των αποστολικών παροτρύνσεων όσο και των κεκοπιακότων χριστιανικών καρδιών: «Στο εξής, κανένας σας ας μη με κουράζει άλλο πια!» (Γαλ. 6, 18). Ούτε ένας, δηλαδή «κανένας»! Και προφανώς δεν είναι μια προσταγή ή ένα βέτο «ανθρώπινης» αγανάκτησης αυτό· είναι σοβαρή υπόμνηση οφειλής και χρέος πνευματικής περιωπής. Όποιος αγωνίζεται κατά Θεόν, δεν γίνεται να μην αντιλαμβάνεται, να μη σέβεται και να μην ασπάζεται τον κόπο του αδελφού του. Κι αν δεν αγωνιζόμαστε εμείς, τότε πάντα κάποιος άλλος μυστικός ή ακατανόητος ανάμεσά μας θα «βαστάζει τα στίγματα» του Παντοκράτορα, του Παντοδύναμου, του Ήσυχου, του Ταπεινού και του Πράου Χριστού, το ξέρουμε — δε το ξέρουμε. Κι αν το υπέρλογο Μαρτύριο του Χριστού, του Χριστιανισμού και του Χριστιανού μέσα στον κόσμο και στον εαυτό μας έχει μια ακατάλυτη νομοτέλεια, τότε αναντίρρητα είναι μονάχα αυτή: Μια Πορεία προς τον Γολγοθά αντιστοιχεί ανυπερθέτως σε κάθε αληθινό και ειλικρινή χριστιανό, ενώ παράλληλα μια ζωογόνα χαραυγή Ανάστασης προσμένει να πλημμυρίσει ανεπαίσθητα τη θεοδιψαλέα καρδιά του…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΤΙΠΑΣ


ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΤΙΠΑΣ


     Ο άγιος και ένδοξος ιερομάρτυς Αντίπας ήταν σύγχρονος των αγίων Αποστόλων, οι οποίοι τον τοποθέτησαν επικεφαλής της Εκκλησίας της Περγάμου. Την εποχή του διωγμού του Δομητιανού (περί το έτος 83), όντας σε πολύ προχωρημένη ηλικία, ο άγιος επίσκοπος συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες, στους οποίους οι δαίμονες είχαν αποκαλύψει ότι δεν ήταν πλέον δυνατόν να δέχονται τις θυσίες τους διότι η προσευχή του Αντίπα τούς έδιωχνε από την πόλη. Έσυραν τον άγιο ενώπιον του διοικητή, ο οποίος προσπάθησε να τον πείσει να αρνηθεί τον Χριστό, με επιχείρημα ότι η λατρεία των ειδώλων ήταν αρχαιότερη και πλέον αξιοσέβαστη από την καινούργια αυτή θρησκεία που κήρυτταν αλιείς και ουτιδανοί άνθρωποι. Ο επίσκοπος απάντησε υπενθυμίζοντας στον ηγεμόνα την ιστορία του Κάιν, ο οποίος ενώ υπήρξε προπάτορας της ανθρωπότητος, ωστόσο παραμένει ειδεχθής και καταφρονητέος ως δολοφόνος του αδελφού του Άβελ (βλ. Γέν. 4, 1–16). Κατά τον ίδιο τρόπο, οι δοξασίες και η λατρεία των Ελλήνων, παρότι κατά πολύ αρχαιότερη, είναι εξίσου καταφρονητέες για όσους δέχθηκαν κατά τους τελευταίους καιρούς την αποκάλυψη της Αληθείας στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.


     Ακούγοντας τους λόγους αυτούς, ο διοικητής και οι παρευρισκόμενοι ειδωλολάτρες, έξαλλοι από θυμό και μανία, έκλεισαν τον άγιο μέσα σ’ ένα χάλκινο ομοίωμα βοδιού που είχε πυρακτωθεί στη φωτιά. Εν μέσω της καμίνου αυτής, ο Αντίπας ανέπεμψε διάπυρη ευχή ευχαριστίας προς τον Κύριο, ο Οποίος τον αξίωσε να καταθέσει μαρτυρία ότι η αγάπη του Θεού υπερισχύει του θανάτου. Ζήτησε, επίσης, από τον Χριστό να χορηγεί σε όσους επικαλούνται το όνομά του ίαση ασθενειών και ανακούφιση ιδίως από τον φρικτό πόνο των οδόντων και σε όσους τιμούν με πίστη τη μνήμη του κάθε χρόνο, συγχώρεση αμαρτιών και εύνοια Θεού την ημέρα της Κρίσεως. Έλαβε τη χάρη αυτή και κατόπιν παρέδωσε τη ψυχή του στον Κύριο. Για τον λόγο λοιπόν αυτό τιμάται ως προστάτης και αντιλήπτορας των οδοντιάτρων. Το σώμα του ενταφιάστηκε στον ναό της Περγάμου και ο τάφος του επί σειρά ετών ανάβλυζε μύρο ιαματικό προς παρηγορία των χριστιανών της πόλεως, αλλά και των πολυάριθμων ευλαβών πιστών που έρχονταν από μακριά για να προσκυνήσουν τον τάφο του αγίου.


     Μερικά χρόνια αργότερα μετά το μαρτύριο του αγίου Αντίπα, ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος μαρτύρησε περί αυτού εν ονόματι του Χριστού στην «Αποκάλυψη» λέγοντας: «Στον άγγελο της εκκλησίας της Περγάμου, γράψε: Να, τι λέει ο Κύριος, Αυτός που κρατά το αιχμηρό και δίκοπο σπαθί· “Ξέρω καλά τα έργα σου και πού κατοικείς: εκεί που έχει στήσει τον θρόνο του ο σατανάς. Παρέμεινες όμως πιστός στο όνομά Μου και δεν απαρνήθηκες την πίστη σου σ’ Εμένα, ακόμα κι όταν στον τόπο σας, όπου κατοικεί ο σατανάς, σκότωσαν την εποχή του διωγμού τον Αντίπα, που μαρτύρησε για να Μου μείνει πιστός…”» (Αποκ. 2, 12–13).


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Μυροβλύτην τὸν θεῖον καὶ Μαρτύρων τὸν σύναθλον, τὸν πανευκλεῆ Ἱεράρχην καὶ Περγάμου τὸν πρόεδρον, τιμήσωμεν Ἀντίπαν οἱ πιστοί, ὡς τάχιστον καὶ μέγαν ἰατρόν, τῆς δεινῆς ὀδόντων νόσου, καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπὸ ψυχῆς βοήσωμεν· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
      Τὸν Ἱεράρχην καὶ κλεινὸν Μεγαλομάρτυρα,
      Τὸν πολιοῦχον τῆς Περγάμου τὸν πανάριστον
      Καὶ ἐχθροῦ κοινοῦ ἀντίπαλον τὸν Ἀντίπαν
      Κατὰ χρέος εὐφημήσωμεν ἐν ᾄσμασιν
      Ὡς τοὺς πάσχοντας ὀδόντας θεραπεύοντα
      Πόθῳ κράζοντες· Χαίροις Πάτερ τρισόλβιε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Ὁ Περγάμου πρόεδρος καὶ φρουρός, καὶ τῆς εὐσεβείας, θεορρήμων ὑφηγητής, ὁ τῶν Ἀποστόλων, ὁμόχρονος καὶ σύμπνους, τιμάσθω μοι Ἀντίπας, ὁ ἱερόαθλος.



※
[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 8ος (Απρίλιος),
σελ. 106–107.
Θεώρηση κειμένου
και διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20071.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

ΕΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΝ ΚΑΡΔΙΑ


ΕΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΝ ΚΑΡΔΙΑ


     Αν δεν κάνουμε τη ζωή μας ζωή αληθινής Προσευχής, άρα και καρδιακής, υπαρκτής, οργανικής σχέσης με τον Ίδιο τον Χριστό, θα μας πνίγουν οι θρησκευτικές θεωρίες, οι ιδέες, οι υποκειμενισμοί και οι σχετικότητες, οι απολυτοσύνες και οι αυστηρότητες, οι φαντασίες, οι εμμονές και οι παρασαλεύσεις μας. Είναι να μην επιτρέψει κανείς αφελώς τη λογική να θρησκεύει ή να έχει ελάχιστο λόγο στην αποκάλυψη της εμπειρίας του Θεού μέσα μας! Η Ορθοδοξία από παμμυστήριο Σωτηρίας θα μοιάζει μετά σαν ένα φολκλορικό παραμύθι· θα προσομοιάζει με μια ανταμειπτική καθηκοντολογία, ένα ανελέητο σφυροκόπημα ζωής και υπάρξεων στον άκμονα των κανόνων ή των εδαφίων· και η θεία Χάρη θα παρουσιάζεται ως μια αόριστη «ανώτερη δύναμη» που επισκέπτεται αιφνίδια την κλαίουσα αδυναμία μας, λυτρώνοντάς την «καρμικά». Χωρίς τον Χριστό στην καρδιά, χωρίς το Πρόσωπο και την Παρουσία Του στη ζωή μας, όλα μετά γίνονται σαγηνευτικές αυταπάτες, ψυχοκτόνες θωπείες, μέλια ψευδολυτρωμού που κρύβουν άφθονα εκχυλίσματα αιώνιας απωλείας, αθεολόγητες αμνηστείες, αβυσσαλέο κενό που δεν είναι άλλο παρά ο πικρός φόρος της στρεβλής ψυχής που δεν πίστεψε τελικά· που, μέσα στην καταχρασμένη ελευθερία της, αρνήθηκε να πιστέψει άδολα και ειλικρινά εν Εκκλησία και εν καρδία…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.