Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Ο ΙΟΡΔΑΝΙΤΗΣ


ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Ο ΙΟΡΔΑΝΙΤΗΣ


     Ο όσιος πατήρ ημών Γεράσιμος γεννήθηκε στην επαρχία της Λυκίας περί τα τέλη του 4ου αιώνα και εισήλθε από νεαρή ηλικία σε κοινόβιο. Αφού μυήθηκε στους κανόνες της κοινοβιακής ζωής, ο διάπυρος πόθος του για τον Θεό τον οδήγησε σε τόπους έρημους, όπου εγκαταβίωνε τρεφόμενος με χόρτα και περνούσε τις ημέρες και τις νύκτες του αγωνιζόμενος κατά των πνευμάτων του σκότους και των παθών της σαρκός. Μετέβη κατόπιν στους Αγίους Τόπους για να επιδοθεί σε ακόμη μεγαλύτερους αγώνες σε μέρη αγιασμένα από την παρουσία τόσων αγίων ασκητών και νέων αποστόλων. Αφού προσκύνησε τους ναούς των Ιεροσολύμων, κατευθύνθηκε στην τραχεία έρημο της Νεκρής Θάλασσας, της οποίας κατέστη οικιστής, καθώς οι αρετές του προσέλκυσαν μεγάλο αριθμό μαθητών.

     Κατά τους ταραγμένους καιρούς μετά τη Σύνοδο της Χαλκηδόνος (451), όταν περισσότερο από δέκα χιλιάδες μοναχοί της Παλαιστίνης έπεσαν στην αίρεση, ο όσιος Γεράσιμος, θύμα της μεγάλης του απλότητας, παρασύρθηκε για ένα διάστημα από την απατηλή ευγλωττία του μονοφυσίτη Θεοδοσίου, ο οποίος είχε αναρριχηθεί στον επισκοπικό θρόνο των Ιεροσολύμων, στη θέση του αγίου Ιουβεναλίου [2 Ιουλ.]. Συναντώντας όμως τον άγιο Ευθύμιο [20 Ιαν.] στην έρημο του Ρουβά, συνειδητοποίησε την πλάνη του, δέχθηκε με ταπείνωση τη διδαχή του αγίου και επέστρεψε στην Ορθοδοξία και έτσι απέβη, τόσο με τη βιοτή του όσο και με τη διδασκαλία του, ένθερμος υποστηρικτής της αληθινής Πίστεως. Διατήρησε συχνή επαφή με τον Μεγάλο Ευθύμιο και κάθε χρόνο πήγαινε μαζί του στα βάθη της ερήμου για να περάσουν όλη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ως την Κυριακή των Βαΐων, σε άκρα νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή. Όλη τη βδομάδα δεν έτρωγαν τίποτα και την Κυριακή τούς αρκούσε η θεία Μετάληψη.

     Καθώς οι μαθητές του πλήθαιναν, συγκατατέθηκε στην αδυναμία τους και ίδρυσε μια λαύρα σε ένα πιο ήπιο μέρος, όπου συνδύαζε αρμονικά την κοινοβιακή ζωή με την ησυχία, προσφέροντας έτσι σε όλους παράδειγμα αγίας άμιλλας στους αγώνες της αρετής. Οι νεόφυτοι όφειλαν αρχικά να ζήσουν στο κοινόβιο ώστε να διδαχθούν την υπακοή και τους κανόνες της ισάγγελης πολιτείας· κατόπιν, όσοι είχαν δοκιμασθεί αρκούντως στην άσκηση και την ταπείνωση εγκαταβίωναν πλέον μόνοι στα περίχωρα, σε περισσότερα από εβδομήντα κελλιά, που απείχαν το ένα από το άλλο, ώστε κάθε μοναχός να μπορεί να αφοσιωθεί ανενόχλητος στην προσευχή και στη δοξολογία του Θεού, τρεφόμενος μόνον με ψωμί και νερό τις πέντε ημέρες της εβδομάδος. Το Σάββατο και την Κυριακή, ερημίτες και κοινοβιάτες, συγκεντρώνονταν στον ναό της λαύρας για να τελέσουν τη θεία Λειτουργία και να κοινωνήσουν των αχράντων Μυστηρίων. Μετά την κοινή τράπεζα, ακολουθούσε πνευματική συζήτηση ή ομιλία του Γερασίμου. Κατόπιν, οι ερημίτες εφοδιάζονταν με τα αναγκαία για τη χειρονακτική τους εργασία –ψωμί, λίγους χουρμάδες και μία στάμνα νερό– και έφευγαν σιωπηλά για να συνεχίσει καθένας τον αγώνα του, μόνος ενώπιον του Θεού. Οι ερημίτες ζούσαν τόσο αυστηρή βιοτή ώστε στο κελλί τους δεν είχαν ούτε λυχνάρι ούτε τα απαραίτητα για να ανάψουν φωτιά. Νεκρώνοντας κάθε σαρκικό πάθος με αδιάκοπο αγώνα κατά της φιλήδονης τάσης της ανθρώπινης φύσης, μάθαιναν με αυτόν τον τρόπο να παραμένουν κύριοι της λύπης, του θυμού και κάθε ψυχικού πάθους, διατηρώντας τον νου νήφοντα σε αδιάλειπτη μνήμη του Θεού. Ο όσιος Γεράσιμος τούς δίδασκε πώς να βάζουν όλη τους τη φροντίδα για να καλλιεργούν «τον κρυπτό της καρδίας άνθρωπο» και να υψώνουν τη ψυχή τους στη θεωρία των θείων Μυστηρίων. Τόσο πολύ ήσαν απαλλαγμένοι από κάθε δεσμό με τα εγκόσμια, ώστε είχαν κανόνα, όταν έβγαιναν από το κελλί τους, να το αφήνουν ανοιχτό ώστε καθένας να μπορεί να μπει και να πάρει αυτό που χρειαζόταν. Έχοντας όμως όλοι μία καρδιά και μία ψυχή, κανείς δεν θεωρούσε κάτι «δικό του». Με τον τρόπο αυτό μιμούνταν τέλεια τη ζωή των Αποστόλων και αξιώνονταν από τον Θεό τα ίδια χαρίσματα με εκείνους. Ας σημειωθεί ότι, ύστερα από πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές στην περιοχή της λαύρας του οσίου Γερασίμου, φαίνεται πως την εποχή εκείνη οι μοναχοί έφθαναν στους τρεις χιλιάδες, ενώ εγκαταβίωναν σε περίπου εξήντα μοναστήρια, των οποίων βρέθηκαν τα ερείπια.


     Ο όσιος Κυριακός ο Αναχωρητής [29 Σεπτ.], ο οποίος πολύ νέος ακόμη για να σηκώσει στους ώμους του τον αγώνα της ερήμου, είχε σταλεί από τον άγιο Ευθύμιο στον όσιο Γεράσιμο να γίνει μαθητής του, διηγείται ότι κάποτε ο γέροντάς του, αφού ειδοποιήθηκε τη νύκτα με όραμα πύρινου στύλου που υψωνόταν προς τον ουρανό, του ανακοίνωσε ότι ο άγιος Ευθύμιος είχε μόλις εκδημήσει και ότι όφειλαν να μεταβούν στην κηδεία του, διανύοντας με τα πόδια μεγάλη απόσταση στην έρημο μέχρι την Ιεριχώ.

     Μια άλλη φορά, καθώς ο άγιος περπατούσε στις όχθες του Ιορδάνη, παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά του ένα φοβερό λιοντάρι, ουρλιάζοντας από πόνο και δείχνοντας το πρησμένο πέλμα του, στο οποίο είχε σφηνωθεί ένα αιχμηρό καλάμι. Εμπνεόμενος από την ίδια συμπάθεια που επιφυλάσσει ο Θεός για όλα τα πλάσματα, ο Γεράσιμος έβγαλε το καλάμι, καθάρισε την πληγή, την έδεσε και ύστερα έδιωξε το θηρίο. Το λιοντάρι όμως, όλο ευγνωμοσύνη, δεν ήθελε να εγκαταλείψει τον άνθρωπο του Θεού. Τον ακολουθούσε παντού σαν υποδειγματικός μαθητής και, με αλλοιωμένη τη φυσική του θηριωδία, δεν έτρωγε πλέον παρά μόνον ψωμί και χορταρικά, ανέλαβε δε το διακόνημα να οδηγεί τον γάιδαρο της λαύρας να βοσκήσει στις όχθες του ποταμού. Μία ημέρα, ξεφεύγοντας από την επίβλεψη του λέοντα, ο γάιδαρος απομακρύνθηκε και τον πήραν μαζί τους καμηλιέρηδες που έρχονταν από την Αραβία. Ο λέοντας επέστρεψε στη μονή θλιμμένος, με κατεβασμένο το κεφάλι. Ο όσιος Γεράσιμος, νομίζοντας πως είχε κατασπαράξει τον γάιδαρο, επέπληξε αυστηρά το λιοντάρι και του επέβαλε να κάνει στο εξής εκείνο τη δουλειά του υποζυγίου, μεταφέροντας νερό από το ποτάμι στο μοναστήρι. Λίγο καιρό αργότερα, ο καμηλιέρης που είχε πάρει τον γάιδαρο, ξαναπερνώντας από εκείνα τα μέρη, βρέθηκε αντίκρυ στο λιοντάρι. Αναγνωρίζοντας τον γάιδαρο, ο λέοντας όρμησε και παίρνοντάς τον από το χαλινάρι μαζί με τρεις καμήλες, τον ξανάφερε στη λαύρα του οσίου Γερασίμου κουνώντας την ουρά από τη χαρά του. Αποδείχθηκε η αθωότητά του και ο λέοντας, που τον ονόμασαν «Ιορδάνη», έζησε έκτοτε στη λαύρα αχώριστος του γέροντα και φίλος όλων των μοναχών.

     Ύστερα από πέντε χρόνια, όταν ο όσιος Γεράσιμος εκοιμήθη εν Κυρίω (5 Μαρτίου 475), ο Ιορδάνης δεν ήταν στη λαύρα. Όταν γύρισε, οι μοναχοί τον πληροφόρησαν για τον θάνατο του Γέροντα, ενώ το λιοντάρι αρνιόταν να φάει και περιφερόταν εδώ κι εκεί με δυνατούς βρυχηθμούς απελπισίας. Καθώς οι μοναχοί δεν κατάφερναν να τον παρηγορήσουν, ένας από αυτούς τον κάλεσε να τον ακολουθήσει για να του δείξει το μέρος όπου είχαν ενταφιάσει τον όσιο. Μόλις πλησίασαν στο μνήμα, το λιοντάρι γονάτισε μαζί με τον μοναχό και ύστερα, χτυπώντας βίαια το κεφάλι του στη γη έμεινε στον τόπο, αφήνοντας ένα δυνατό βρυχηθμό. Ο Ιωάννης Μόσχος που μας μεταφέρει το επεισόδιο, συμπεραίνει λέγοντας: «Όλα αυτά έγιναν, όχι για να αποδοθεί στο λιοντάρι έλλογη ψυχή, αλλά επειδή ο Θεός θέλει να δοξάζει όσους Τον δοξάζουν, όχι μόνον όσο ζουν, αλλά και μετά τον θάνατό τους· και θέλησε να δείξει πώς είχαν υποταχθεί τα ζώα στον Αδάμ, πριν εκείνος παραβεί τη θεϊκή εντολή και εκδιωχθεί από τον παράδεισο της τρυφής» (Ιωάννου Μόσχου ή Ευκρατάς [6ος αι.], Λειμωνάριον 107, Φιλοκαλία, ΕΠΕ 2, 205-211). Αναφέρει πάλι ο Ιωάννης Μόσχος ότι, έλεγαν για τον αββά Γεράσιμο ότι κάποτε έτυχε στη μονή του να πεθάνει ένας αδελφός και αυτός δεν το ήξερε, επειδή ησύχαζε έξω. Όταν χτύπησε το ξύλο του «Ταλάντου» ως αναγγελία του θανάτου του αδελφού, για να συναχθούν και να τον συνοδεύσουν οι υπόλοιποι αδελφοί, ήλθε και ο γέροντας, ο οποίος μόλις είδε το λείψανο του αδελφού, λυπήθηκε γιατί δεν πρόλαβε να το ασπασθεί προτού πεθάνει. Αφού πλησίασε την κλίνη, είπε στον νεκρό: «Σήκω, αδελφέ, να με ασπασθείς!». Τότε ο νεκρός σηκώθηκε και ασπάσθηκε τον γέροντα. Έπειτα ο γέροντας τού λέει: «Κοιμήσου, λοιπόν, μέχρι να έλθει ο Χριστός και να σε αναστήσει!».

     Η λαύρα του οσίου Γερασίμου αποτέλεσε επί πολλούς αιώνες την κορωνίδα του παλαιστινιακού μοναχισμού, έως την καταστροφή της τον 13ο αιώνα. Πήραν τότε τα ιερά λείψανα του οσίου οι μοναχοί και εγκαταστάθηκαν στη Λαύρα του Καλαμώνος, η οποία πήρε το όνομα του οσίου και μετονομάσθηκε «Λαύρα του Αγίου Γερασίμου».


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς ἐρήμου οἰκήτωρ, Ἀσκητῶν ἀκροθίνιον, καὶ ἀγγελικῆς πολιτείας, ἀναδέδειξαι ἔσοπτρον, τοῦ Πνεύματος τῇ αἴγλῃ λαμπρυνθείς, Γεράσιμε Ὁσίων καλλονή· διὰ τοῦτο θεραπεύεις διαπαντός, τοὺς πίστει ἐκβοῶντάς σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστῷ ἐκ νεότητος, ἀκολουθήσας πιστῶς, ζωὴν τὴν ἰσάγγελον, ἐπολιτεύσω σοφῶς, Γεράσιμε Ὅσιε· σὺ γὰρ ἐν Ἰορδάνου, διαλάμψας τῇ χώρᾳ, θῆρα καθυποτάσσεις, τῇ στερρᾷ σου ἀσκήσει· Χριστὸς γὰρ ὃν ἐδόξασας, λαμπρῶς σε ἐθαυμάστωσε.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ἀστὴρ οὐράνιος, ἐξανατείλας, ἱερῶς ἐφαίδρυνας, τῶν ἀρετῶν σου τῷ φωτί, τοῦ Ἰορδάνου τὴν ἔρημον, Ὅσιε Πάτερ, θεόφρον Γεράσιμε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις τῶν Ἀγγέλων ὁ μιμητής, καὶ τῶν Μοναζόντων, γνώμων θεῖος καὶ ὁδηγός· χαίροις ἀπαθείας, τὸ φωτοφόρον σέλας, Γεράσιμε παμμάκαρ, Ὁσίων καύχημα.



※
[ (1) Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
σελ. 40–43.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήνα, Φεβρουάριος 20172.
(2) «Χαρίσματα και Χαρισματούχοι»·
Τόμ. 1ος, Κεφ. Στ΄, §19,
σελ. 253–255.
Έκδοση
Ιεράς Μονής Παρακλήτου·
Ωρωπός Αττικής, 19979.
(3) Παντελή Β. Πάσχου:
«Αγγελοτόκος Έρημος»·
Μέρος Γ΄, Κεφ. 3ο,
σελ. 155–159.
Εκδόσεις «Αρμός»·
Αθήνα, Σεπτέμβριος 20011.
(4) Ιωάννου Ευκρατά
και Σωφρονίου Σοφιστού:
«Λειμωνάριον το παλαιόν»,
§10, σελ. 13,
Εκδόσεις «Αγία Άννα»·
Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 20051.
 (5) Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο 2 Μαρτίου 2019

ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΚΕΙΜ Ο «ΠΑΠΟΥΛΑΚΗΣ»


ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΚΕΙΜ Ο «ΠΑΠΟΥΛΑΚΗΣ»


     Ο όσιος Ιωακείμ γεννήθηκε το 1786 από ευσεβείς γονείς, τον Άγγελο Πατρίκιο και την Αγνή, στον οικισμό Καλύβια, στο νησί της Ιθάκης. Στη βάπτισή του έλαβε το όνομα Ιωάννης, ενώ μόλις επτά χρόνια από τη γέννησή του ορφάνεψε από μητέρα. Έτσι, ο πατέρας του πραγματοποίησε δεύτερο γάμο. Η μητριά του, με το πρόσχημα ότι παραμελούσε τα καθήκοντά του στο σπίτι για να συχνάζει στην εκκλησία, τον απομάκρυνε από το σπιτικό του. Αφού δούλεψε για λίγο στο πλοίο του πατέρα του, μπάρκαρε μούτσος σε εμπορικό πλοίο και εργαζόταν σκληρά χωρίς ωστόσο να παραμελεί την προσευχή και τη νηστεία. Μία ημέρα το πλοίο έπιασε στο Άγιον Όρος και ο Ιωακείμ, που ήταν τότε δεκαεπτά ετών, πήγε να επισκεφθεί τη Μονή Βατοπαιδίου και στη στιγμή αποφάσισε να ζητήσει να γίνει δεκτός ως δόκιμος, παρά τις αντιρρήσεις του καπετάνιου του. Επέδειξε άριστη υπακοή, εκάρη σύντομα μοναχός με το όνομα Ιωακείμ και, λίγο μετά την κουρά του σε μεγαλόσχημο, του ανέθεσαν το διακόνημα του οικονόμου της μονής, όπου και παρέμεινε επί μία εικοσαετία. Οι συχνές επαφές του με τον λαό, που στέναζε κάτω από τον τουρκικό ζυγό και λιμοκτονούσε από έλλειψη πνευματικής τροφής, τον έπεισαν τότε ότι περισσότερο από ποτέ άλλοτε άξιζε να συνδεθεί η αγάπη του Θεού με εκείνην της αγάπης προς τον πλησίον.

     Τον καιρό της Ελληνικής Επανάστασης και των ανείπωτων δεινών που επακολούθησαν, ανέλαβε, ως άλλος άγιος Κοσμάς Αιτωλός [24 Αυγ.], ιεραποστολικές περιοδείες για να παρηγορήσει τον λαό και για να ενισχύσει το εθνικό και χριστιανικό του φρόνημα. Υπηρετώντας ως ναύτης σε πλοίο, μοίραζε τρόφιμα κατορθώνοντας έτσι να σώσει πολυάριθμες οικογένειες στα Ιόνια νησιά. Μια νύκτα, καθώς το καράβι του είχε αράξει κοντά στην ακτή της Πελοποννήσου, άκουσε πυροβολισμούς και φωνές γυναικόπαιδων που έτρεχαν να ξεφύγουν από τους Τούρκους που τα κατεδίωκαν. Με όπλο του την προσευχή, πλησίασε στην ακτή και παρέλαβε τα γυναικόπαιδα κάτω από τα πυρά των στρατιωτών, χωρίς κανένας να πληγωθεί.

     Όταν τα πράγματα ειρήνευσαν, αποσύρθηκε στην ησυχία στην Ιθάκη, ώστε να εξακολουθεί να μεταδίδει το έλεος του Θεού στον λαό χωρίς ωστόσο να θυσιάζει τη μοναστική του βιοτή. Έτσι έζησε πέντε χρόνια απογυμνωμένος από κάθε τι, βαθιά σ’ ένα δάσος, προσευχόμενος. Έφτασε σε υψηλό βαθμό θεωρίας της δόξης του Θεού και σιγά-σιγά οι κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να έλκονται από αυτόν τον άνθρωπο του Θεού, που τον αποκαλούσαν «Παπουλάκη». Η γλυκύτητα και η ευπροσηγορία του κατόρθωναν να παρηγορούν όλους τους θλιβομένους, να ενθαρρύνουν τους απελπισμένους και να εμπνέουν σε όλους τον πόθο της αρετής. Κάθε δώρο που του έκαναν αμέσως το μοίραζε στους πτωχούς και με το προορατικό χάρισμα που είχε λάβει από το Άγιο Πνεύμα προειδοποιούσε όσους θα διέτρεχαν κίνδυνο, εμπόδιζε τα εγκλήματα, θεράπευε τη στειρότητα όσων ζευγαριών είχαν μείνει άτεκνα, προέλεγε το μέλλον για την οικοδόμηση και ωφέλεια των ψυχών. Προπαντός όμως το παράδειγμα της βιοτής του αποτελούσε αδιάκοπη διδαχή για τον πληθυσμό του νησιού, ο οποίος άλλαξε ριζικά τρόπο ζωής.


     Όταν τον κατήγγειλαν από ζηλοφθονία ότι διασπείρει κινδυνολογίες, κλήθηκε από τον Άγγλο διοικητή του νησιού, ο οποίος, μπροστά στην παρρησία και την ηρεμία του αγίου, θέλησε να τον χτυπήσει, αλλά η πολυθρόνα του διαλύθηκε και ο ίδιος έπεσε ανάσκελα χάνοντας τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε, ζήτησε συγνώμη από τον άγιο και τον άφησε ελεύθερο να συνεχίσει το έργο του. Φέροντας κατάσαρκα μια βαριά πλάκα μολύβι, νηστεύοντας και προσευχόμενος αδιάλειπτα, προπαντός τη νύκτα, ο άγιος Ιωακείμ μετέβαινε από τόπο σε τόπο καταθέτοντας μαρτυρία της παρουσίας του Χριστού και δεν χρησιμοποιούσε κατάλυμα παρά μόνο τους χειμερινούς μήνες. Τις ελεημοσύνες που του έδιναν τις διαμοίραζε και παρότρυνε τους χριστιανούς να χτίζουν εκκλησίες σε όσα χωριά δεν υπήρχαν. Κατέστη κυριολεκτικά η Πρόνοια του νησιού: έθεσε τέρμα στις επιδημίες, απώθησε επιδρομές από σμήνη ακριδών, θεράπευσε ασθενείς και αναπήρους. Κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας πανώλης που λυμαινόταν μια κωμόπολη, έβαλε τους κατοίκους να κτίσουν ναό και, μόλις προσευχήθηκε εκεί, ο λοιμός έπαυσε. Μολονότι δεν έπραττε και δεν κήρυττε παρά ειρήνη και αγάπη, υπέστη ωστόσο επανειλημμένα βιαιότητες εκ μέρους ανθρώπων που εχθρεύονταν την ακτινοβολία του, αλλά που όμως δεν μπόρεσαν ποτέ να αποσπάσουν ούτε έναν μνησίκακο λόγο από τα χείλη του.

     Αφού φανέρωσε κατ’ αυτό τον τρόπο την παρουσία του Θεού εν μέσω του λαού της Ιθάκης επί πολλά χρόνια, ο όσιος Ιωακείμ εκοιμήθη εν ειρήνη, ύστερα από σύντομη αρρώστια, στις 2 Μαρτίου 1868. Η κηδεία του αποτέλεσε αφορμή να συναχθεί μέγα μέρος του ντόπιου πληθυσμού. Όλοι τους συναγωνίζονταν να αποκτήσουν ένα κομμάτι από τα ρούχα του ή το σάβανό του, σε σημείο που κινδύνευσε η ακεραιότητα της σορού· έτσι αναγκάσθηκαν να τον ενταφιάσουν κρυφά πίσω από τον ναό της Αγίας Βαρβάρας, που είχε ανοικοδομήσει στο χωριό Σταυρός.

     Ύστερα από πολλά χρόνια, με πρωτοβουλία του ηγουμένου της Μονής Βατοπαιδίου, βρέθηκαν τα λείψανά του στις 23 Μαΐου 1992 και η τιμή του αναγνωρίσθηκε επίσημα από τη ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου το 1998.



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ´. Θείας πίστεως.
Θεία χάριτι, λελαμπρυσμένος, κατεφώτισας, τοὺς ἐν σκοτείᾳ, ἀγνωσίας καὶ δουλώσεως πέλοντας, ταῖς διδαχῶν καὶ θαυμάτων ἀκτῖσί σου, Ἰωακείμ, ἀσκητὰ ἐνθεώτατε· γόνε πάντιμε Ἰθάκης, Χριστὸν ἱκέτευε δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ´. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Βατοπεδίου τὸν φωστῆρα τὸν ἀνέσπερον
Τὸν ἐξ Ἰθάκης ἐπ᾿ ἐσχάτων ἀνατείλαντα
Καὶ φωτίσαντα θαυμάτων φαιδραῖς ἀκτῖσιν
Ἅμα λόγων θεοπνεύστων ἅπαν πλήρωμα
Εὐσεβῶν, Ἰωακείμ, τοῖς ὕμνων στέφομεν
Ῥόδοις κράζοντες· χαῖρε, Πάτερ θεόσοφε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις, ἐγκαλλώπισμα μοναχῶν, τοῦ Βατοπεδίου, καὶ Ἰθάκης βλαστὲ σεπτέ· χαίροις, τῆς ἀγάπης πρὸς πέλας μυροθήκη, Ἰωακεὶμ θεόφρον, ἱεραπόστολε.



※
[ Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
σελ. 25–27.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήνα, Φεβρουάριος 20172.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ


ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ


     Ο όσιος Νικόλαος Πλανάς γεννήθηκε από ευσεβείς γονείς, το 1851, στη νήσο Νάξο. Από νεοτάτης ηλικίας διακρινόταν για την απλότητα και την ευσέβειά του. Το ψωμί που του έδινε η μητέρα του το έδινε στους φτωχούς του χωριού και χάριζε ακόμη και τα ρούχα του σε άπορα παιδιά. Σε όλη του τη ζωή δεν κράτησε τίποτα για προσωπική του ικανοποίηση ή για την άνεσή του. Νυμφεύθηκε σε ηλικία δέκα επτά ετών και απέκτησε έναν γιο· η σύζυγός του όμως δεν κατανοούσε τις βαθιές πνευματικές του ανησυχίες και διαρκώς τον λοιδορούσε. Μετά από μερικά χρόνια έμεινε χήρος. Εμπιστεύθηκε τότε τον γιο του σε συγγενείς, παραχώρησε όλη την οικογενειακή κληρονομιά σε έναν πατριώτη του που πνιγόταν στα χρέη και αφοσιώθηκε ολόψυχα στην υπηρεσία του Κυρίου, εγκαταβιώνοντας μέσα στην Αθήνα ωσάν άλλος ερημίτης. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1884, αλλά σύντομα εκδιώχθηκε από τον ναό του Αγίου Παντελεήμονα, όπου είχε διορισθεί, και πήγε στο ταπεινό ναΰδριο που επονομάζεται Άγιος Ιωάννης ο Κυνηγός, ενορία αποτελούμενη από οκτώ μονάχα οικογένειες, από τις οποίες δεν ελάμβανε καμιά σχεδόν αμοιβή.

     Ταπεινός και απαίδευτος ο πατήρ Νικόλαος έγινε παρά ταύτα ο πιο δημοφιλής ιερέας στην Αθήνα. Επί πενήντα δύο ολόκληρα χρόνια τελούσε καθημερινά τη θεία Λειτουργία σε διάφορους ναούς της πόλεως και προπαντός σε ερημοκκλήσια στην ύπαιθρο, συχνά μισοερειπωμένα. Και τι Λειτουργία! Έχοντας ταυτίσει την ύπαρξή του με τη ζωή της Εκκλησίας, του ήταν αδιανόητο να προσφέρει την αναίμακτη Θυσία χωρίς να τη συνοδεύει με όλες τις εκκλησιαστικές ακολουθίες, όπως αυτές τελούνται στα πιο αυστηρά μοναστήρια. Άρχιζε κατά τις οκτώ το πρωί και τελείωνε κατά τις δύο ή τρεις το μεσημέρι. Κατά τη διάρκεια της αγίας Προθέσεως μνημόνευε για δύο ή τρεις ώρες ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων γραμμένα σε αναρίθμητα χαρτάκια, προσεκτικά αραδιασμένα, που τα κουβαλούσε πάντα μαζί του. Όταν του έδιναν ονόματα για να τα μνημονεύσει με κάποιο οβολό, οποιονδήποτε, τα μνημόνευε επί πολλά χρόνια, και μόλις του το ζητούσαν, τελούσε ολονύκτιες αγρυπνίες, παρακλήσεις, Ευχέλαια, χωρίς να λογαριάζει χρόνο και κόπο. Κατά το πέρας της θείας Λειτουργίας, στη διάρκεια της οποίας είχε αναγνώσει τρία ή τέσσερα Ευαγγέλια, αργά και τρώγοντας τις δύσκολες λέξεις χωρίς μολαταύτα να προκαλεί ποτέ θυμηδία στο εκκλησίασμα, μνημόνευε έναν ατελείωτο κατάλογο αγίων, σαν να μην ήθελε να παραλείψει κανέναν από τους φίλους του Θεού που παρίσταντο αοράτως. Συχνά μάλιστα, παιδιά και ευλαβικές ψυχές τον είδαν υψωμένο πάνω από το έδαφος την ώρα που ιερουργούσε.


     Αυτές οι Λειτουργίες του παπα-Πλανά αποτελούσαν αληθινές μυσταγωγίες που μετέστρεφαν και τις πιο σκληρές ψυχές και προσέλκυαν πλήθος πιστών, προπαντός στις αγρυπνίες, στον ναό του Προφήτου Ελισαίου, όπου έψαλλαν ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851–1911) και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (ή Ανδρόνικος Μοναχός· 1850–1929). Ως ένσαρκος άγγελος, ο άγιος ιερέας ήταν έτοιμος κάθε στιγμή να ιερουργήσει, οπουδήποτε κι αν βρισκόταν, και να προσευχηθεί για όλους, πλούσιους και φτωχούς αδιακρίτως. Ποτέ δεν κρατούσε ως το βράδυ τα χρήματα που του έδιναν οι πιστοί, αλλά τα μοίραζε αμέσως στους άπορους ή τα διέθετε σε κάποιο έργο της Εκκλησίας. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να ανακαινίσει τον ναό του, να προικίσει ορφανές κοπέλες, να καλύπτει τα δίδακτρα άπορων φοιτητών. Για την επιβίωσή του τού αρκούσαν μερικές δεκάρες και τρεφόταν με λίγο ψωμί και χόρτα μαζεμένα εδώ κι εκεί ή ένα ποτήρι γάλα που του πρόσφεραν βοσκοί. Με το πρόσωπο φωτισμένο από ένα παιδικό χαμόγελο, ήταν αδύνατο να δημιουργήσει εχθρούς: συγχωρούσε αυτούς που τον έκλεβαν, έβρισκε δικαιολογίες γι’ αυτούς που τον έβριζαν, τον προσέβαλλαν ή τον συκοφαντούσαν, ξεπερνώντας έτσι τις πίκρες της ζωής με τη Χάρη του Παρακλήτου που ενοικούσε αισθητά μέσα του. Ένα μονάχα πράγμα μπορούσε να τον ταράξει: να τον διακόψουν την ώρα που προσευχόταν ή να τον εμποδίσουν να λατρεύσει τον Θεό. Εκείνη την εποχή έκαναν την εμφάνισή τους κάποιες μεταρρυθμιστικές τάσεις δυτικού τύπου στο χώρο της ελλαδικής Εκκλησίας και ο μητροπολίτης Μελέτιος Μεταξάκης (1871–1935· αρχιεπισκοπία Αθηνών: 1918–1920) απαγόρευσε στον κλήρο της πρωτεύουσας να τελεί αγρυπνίες. Αναστατωμένος ο παπα-Πλανάς προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο επί πέντε μερόνυχτα για να λάβει την άδεια, η οποία τελικά του χορηγήθηκε.

     Όταν περπατούσε στον δρόμο, βαδίζοντας αργά και με δυσκολία εξαιτίας της ατελείωτης ορθοστασίας στην εκκλησία, τα παιδιά τον συνόδευαν χαρούμενα εν πομπή, οι γυναίκες έκαναν ευλαβικά τον σταυρό τους, οι άνδρες αφού στέκονταν όρθιοι, αποκαλύπτονταν και παραμέριζαν για να του κάνουν χώρο να περάσει. Οι οδηγοί ταξί φιλονικούσαν ποιος θα τον εξυπηρετούσε, βέβαιοι ότι την ημέρα που θα τον είχαν επιβάτη θα είχαν μια καλή είσπραξη. Αυστηρός με τον εαυτό του, ήταν όλο προσήνεια και συγκατάβαση στους πιστούς που έρχονταν να εξομολογηθούν και έβρισκαν κοντά του την πανεύστοργη παρηγορία του ουρανίου Πατρός. Μία ημέρα μια γυναίκα τού έφερε πρόσφορο για τη θεία Λειτουργία, αλλά ο άγιος δεν το δέχτηκε λέγοντάς της: «Δεν δύναμαι να το δεχτώ, όσο συζείς αστεφάνωτη!». Μια άλλη φορά ήπιε από μία φιάλη αρσενικό νομίζοντας ότι πρόκειται για νάμα· προφυλαγμένος όμως από τη θεία Χάρη, δεν έπαθε απολύτως τίποτα.

     Πρότυπο ορθόδοξου λειτουργού, ταυτισμένος ολόκληρος με την ιερά Παράδοση, σεβάσμιος ποιμένας των φτωχών και των ταπεινών, ο παπα-Πλανάς έχαιρε μεταξύ του λαού της αυθεντίας νέου αποστόλου σε βαθμό που, όταν παρέδωσε τη ψυχή του στον Κύριο μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη, στις 2 Μαρτίου του 1932, ύστερα από ολιγοήμερη αρρώστια, αναρίθμητο πλήθος λαού επί τρεις ημέρες συνέρρευσε αθρόα για να προσκυνήσει τη σεβάσμια και χαριτόστεπτη σωρό του. Η αγιότητα και η τιμή του αναγνωρίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σχετικά πρόσφατα, το 1992.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
(Ποίημα Μητροπολίτου Πατρῶν
κυροῦ Νικοδήμου Βαλληνδρᾶ)
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὰς τοῦ πλάνου παγίδας ἐκφυγών, ἱερώτατε, ἀπλανῶς ἐπορεύθης, διὰ βίου, Πατὴρ ἡμῶν, Νικόλαε ἀοίδιμε Πλανᾶ, οὐράνια χαρίσματα λαβών, ἀγρυπνίαις καὶ νηστείαις, ἱερουργῶν, ὁσίως τῷ Κυρίῳ σου. Ὅνπερ καθικετεύων ἐκτενῶς, Νάξιον ἱεράτευμα, πρέσβευε δωρηθῆναι καὶ ἡμῖν τὸ θεῖον ἔλεος.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
(Ποίημα κυροῦ Ἀρχιμ. Νικοδήμου Παυλοπούλου)
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Λαοὶ νῦν σκιρτήσατε, χεῖρας κροτοῦντες τρανῶς, καὶ δέξασθε ἅγιον, τὸν ἐν ὁσίοις κλεινόν, Νικόλαον Νάξιον, πάντων τῶν δεομένων, ὁλοπρόθυμον δέκτην, πάντων τῶν Ἱερέων, ἀκροθίνιον θεῖον· αὐτὸς γὰρ ἐν ἐσχάτοις καιροῖς, Θεῷ εὐηρέστησεν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
(Ποίημα Μητροπολίτου Πατρῶν
κυροῦ Νικοδήμου Βαλληνδρᾶ)
Ἦχος βαρύς. Ἐπὶ τοῦ ὄρους μετεμορφώθης.
Ἐν παντὶ ἔθνει, καιρῷ καὶ χρόνῳ Θεὸς ἀμάρτυρον οὐκ ἀφῆκεν αὐτοῦ τὴν θείαν δόξαν καὶ τὴν θεότητα· τοὺς δὲ ὄντας ἁγίους ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ καὶ Πλανᾶν τὸν Νικόλαον ἐδόξασε· καὶ ἡμῖν ἐδωρήσατο πρεσβευτήν, πατέρα, καὶ θερμὸν ἐν ἀνάγκαις ἀντιλήπτορα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις ὁ τῆς Νάξου θεῖος βλαστός, καὶ τῶν ἱερέων, ὁ ἐν πᾶσιν ὑπογραμμός, ἐλεημοσύναις, νηστείαις ἀγρυπνίαις, καὶ προσευχαῖς σχολάζων, Πάτερ Νικόλαε.




※
[ (1) Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
σελ. 23–25.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήνα, Φεβρουάριος 20172.
(2) Μάρθας Μοναχής
(Παπαδοπούλου· 1988–1973):
«Ο Άγιος
Παπα-Νικόλας Πλανάς»
(Ο απλοϊκός ποιμήν
των απλών προβάτων)·
Μέρος 2ο, §3,
σελ. 138, 145, 151 και 154.
Εκδοτικός Οίκος «Αστήρ» (χ.χ.).
(3) Ι. Το Απολυτίκιον, το Κοντάκιον
και το Μεγαλυνάριον του Αγίου,
του Μητροπολίτου Πατρών
κυρού Νικοδήμου Βαλληνδρά
(1915–2008).
ΙΙ. Το Έτερον Απολυτίκιον
του Αρχιμανδρίτου
κυρού Νικοδήμου Παυλοπούλου
(1943–2016).
(4) Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΑΘΩΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΚΑΚΙΑ


ΑΘΩΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΚΑΚΙΑ


     Τούτη η άπεφθη αθωότητα είναι το μόνο κατάλληλο ένδυμα για την πιο γαλήνια και ζηλευτή σοφία. Όλοι μας στην παραδείσια ακακία των παιδιών θα βρίσκουμε και θα αντλούμε συνεχώς εκείνη τη ψυχότροφη γνώση που μας λείπει εκ βαθέων σήμερα.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΔΟΚΙΑ


ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΔΟΚΙΑ


     Η οσιομάρτυς του Χριστού Ευδοκία καταγόταν από τη Σαμάρεια και ζούσε στην Ηλιούπολη της Φοινίκης (σημ. Λίβανος), επί βασιλείας Τραϊανού (96-116). Καθώς στερούνταν κάθε γνώσης των θείων πραγμάτων, παρασύρθηκε σε βίο έκλυτο και παρέδωσε στην πορνεία το σώμα της, το οποίο ο Δημιουργός το είχε προικίσει με σπάνια ομορφιά. Τόσοι πολλοί ήσαν εκείνοι που έρχονταν ακόμη και από μακριά και προσέφεραν γενναία ποσά για να απολαύσουν τα θέλγητρά της, ώστε απόκτησε από αυτή την επαίσχυντη συναλλαγή μεγάλη περιουσία. Ζούσε σε άκρα ακολασία ως την ημέρα που ένας μοναχός ονόματι Γερμανός, ερχόμενος στην πόλη για δουλειές, κατέλυσε στο διπλανό σπίτι. Το βράδυ, αφού έψαλε την εσπερινή ακολουθία στο δωμάτιό του την ορισμένη ώρα, σαν να βρισκόταν στο μοναστήρι του, ο Γερμανός άρχισε να διαβάζει μεγαλοφώνως ένα βιβλίο που περιέγραφε την Ημέρα της Κρίσεως, τις τιμωρίες των αμαρτωλών και τις ανταμοιβές των δικαίων. Ακούγοντας τα φοβερά αυτά λόγια η Ευδοκία συγκλονίστηκε, η συνείδησή της αφυπνίστηκε από τη χαύνωση στην οποία την είχαν βυθίσει τόσα χρόνια αμαρτίας και όλη τη νύκτα θρηνούσε με ποταμούς δακρύων.

     Το πρωί έτρεξε στον Γερμανό, έπεσε στα πόδια του και τον ικέτευσε να της δείξει την οδό της σωτηρίας. Αφού την κατήχησε δεόντως, ενεργώντας ως φρόνιμος πνευματικός πατήρ, ο Γερμανός την έστειλε στην οικία της ώστε να υποβάλει επί μία εβδομάδα σε δοκιμασία την απόφασή της, με προσευχή και περισυλλογή. Καθώς προσευχόταν τη νύκτα θρηνώντας για τον παρελθόντα βίο της, η Ευδοκία είδε ξάφνου φως απαστράπτον και τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, ο οποίος είχε έλθει για να την οδηγήσει στον ουρανό, όπου η χορεία των εκλεκτών την υποδέχθηκε με χαρά, ενώ πιο πέρα ο Διάβολος, με μορφή γιγαντόσωμου πλάσματος, μελανού και αποκρουστικού, κατηγορούσε τον Θεό για αδικία επειδή δέχθηκε τόσο γρήγορα τη μετάνοια και μεταστροφή της ακόλαστης αυτής γυναικός. Ακούσθηκε τότε γλυκύτατη φωνή εξ ουρανού που έλεγε: «Αυτή είναι η ευδοκία του Θεού· το να δέχεται φιλεύσπλαχνα τους μετανοούντες!». Και, κατ’ εντολή του Θεού, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ επανέφερε την Ευδοκία στο κατάλυμά της, υποσχόμενος τη συνδρομή της θείας Χάριτος στους αγώνες κατά της αμαρτίας που όφειλε του λοιπού να φέρει εις πέρας.

     Ολόχαρη και γεμάτη εμπιστοσύνη στην ευσπλαχνία του Κυρίου, η Ευδοκία βαπτίσθηκε από τον επίσκοπο της πόλεως Θεόδοτο και, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του πνευματικού της πατρός, έσπευσε να παραδώσει την περιουσία, που είχε αποκτήσει επαίσχυντα, σ’ έναν ιερέα για να τη μοιράσει στους πτωχούς· κατόπιν, αφού λυτρώθηκε από τα δεσμά του κόσμου και από κάθε βιοτική μέριμνα, πήγε να συναντήσει τον Γερμανό, ο οποίος μεσολάβησε ώστε να γίνει δεκτή σε μια γυναικεία μονή κοντά στη δική του.


     Μόλις μπήκε στο στάδιο της ενάρετης πολιτείας, η μακαρία έδειξε θερμό ζήλο για να σβήσει με την άσκηση και με τα δάκρυα κάθε ίχνος από τα παλιά της πάθη. Έφερε πάντοτε τον χιτώνα που της είχαν φορέσει στο βάπτισμα, χωρίς να τον αλλάζει ποτέ, αποστήθισε το Ψαλτήρι και τρεφόταν με την προσευχή και τη μελέτη του θείου Λόγου μάλλον παρά με γήινες τροφές. Με αυτή τη θαυμαστή αγωγή και την καλή αλλοίωση, έλαβε από τον Κύριο το χάρισμα να επιτελεί θαύματα και όταν εκοιμήθη η ηγουμένη, εξελέγη από την αδελφότητα διάδοχός της.

     Εκείνο τον καιρό κάποιοι από τους πρώην εραστές της, έχοντας πληροφορηθεί ότι η ωραία Ευδοκία απέρριψε τις απολαύσεις των επιγείων και τη λατρεία των ειδώλων και καταπονούσε το σώμα της για την αγάπη του Χριστού, κατήγγειλαν στον αυτοκράτορα ότι χρησιμοποιεί την περιουσία της οικοδομώντας στην έρημο καταλύματα για τους χριστιανούς, οι οποίοι απειθούν στην εξουσία του και στη θρησκεία της αυτοκρατορίας. Όταν ο αξιωματικός και οι τριακόσιοι στρατιώτες που έστειλε ο αυτοκράτορας θέλησαν να εισέλθουν στη μονή της αγίας, εμποδίστηκαν από θεία δύναμη· και, αφού περιφέρονταν τρεις ημέρες γύρω από τον περίβολο, αναζητώντας μάταια την είσοδο, βρήκαν όλοι τον θάνατο, εκτός από τον επικεφαλής και τρεις στρατιώτες.

     Όταν ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε την οικτρή αυτή αποτυχία, έστειλε τον γιο του για να συλλάβει την αγία. Και αυτόν όμως τον χτύπησε ο Θεός και έπεσε από το άλογό του νεκρός. Τότε, κατά συμβουλή ενός πρώην εραστή της Ευδοκίας, ο αυτοκράτορας έγραψε στην αγία ζητώντας να μεσολαβήσει για να ξαναφέρει τον γιο του στη ζωή. Η Ευδοκία απάντησε με ταπείνωση, δηλώνοντας ότι δεν ήταν ικανή να ενεργήσει ένα τέτοιο θαύμα και έκλεισε το γράμμα σταυρώνοντάς το τρεις φορές. Μόλις ο αγγελιοφόρος έφερε το μήνυμα στο παλάτι μπροστά στο πτώμα του πρίγκιπα, εκείνος ζωντάνεψε, οπότε ο αυτοκράτορας και σύσσωμη η αυλή ανεβόησαν: «Μέγας ο Θεός των χριστιανών, αφού επιτελεί τέτοια θαύματα!». Λέγεται μάλιστα ότι ο αυτοκράτορας βαπτίσθηκε μαζί με αρκετούς από το περιβάλλον του και ότι ο αναστημένος πρίγκιπας έγινε μετά αρχιερέας της πόλεως, ενώ η αδελφή του Γελασία ασπάσθηκε την ισάγγελη πολιτεία στη μονή της αγίας Ευδοκίας.

     Ο αυτοκράτορας Αδριανός (117-138), που τον διαδέχθηκε, ήταν σφοδρός υπέρμαχος της ειδωλολατρίας. Έστειλε στην Ηλιούπολη έναν διοικητή, ονόματι Διογένη, φημισμένο για τη σκληρότητά του, ο οποίος είχε αρραβωνιαστεί τη Γελασία. Το γεγονός ότι η μέλλουσα σύζυγός του προτίμησε τον μοναχικό βίο έκανε να φουντώσει μέσα του μίσος κατά της Ευδοκίας. Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του, έστειλε πενήντα στρατιώτες να τη συλλάβουν. Ενώ αυτοί βρίσκονταν καθ’ οδόν, παρουσιάστηκε στην Ευδοκία ο Χριστός και της ανήγγειλε ότι ήλθε η ώρα να λάβει τον στέφανο του μαρτυρίου. Η Ευδοκία εισήλθε στον ναό και πήρε μαζί της μικρή μερίδα από το Τίμιο Σώμα του Χριστού, υποδέχθηκε με ηρεμία και αξιοπρέπεια τους στρατιώτες και τους ακολούθησε χωρίς να προβάλει αντίσταση. Στον δρόμο προπορευόταν άγγελος που κρατούσε αναμμένο πυρσό, χωρίς να τον αντιλαμβάνονται οι ειδωλολάτρες.


     Αφού την άφησαν τέσσερις μέρες στη φυλακή άσιτη και χωρίς νερό, την έφεραν ενώπιον του διοικητή με καλυμμένο το πρόσωπο· και, μόλις αφαίρεσαν το πέπλο, το πρόσωπό της έλαμψε με φως εκθαμβωτικό, προκαλώντας κραυγές κατάπληξης όλων των παρισταμένων. Η αγία αποκρίθηκε θαρραλέα στις ερωτήσεις και κάλεσε τον Διογένη να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του χωρίς χρονοτριβή και άσκοπες ανακρίσεις. Την κάλεσαν να επιλέξει ανάμεσα σε τρεις λύσεις για να σώσει τη ζωή της: να λατρεύσει τα είδωλα, να επιστρέψει στον πρότερο βίο της ή να θέσει την περιουσία της στη διάθεση του δημοσίου. Η Ευδοκία δήλωσε ότι επ’ ουδενί δύναται να επιστρέψει στον πρότερο βίο της, τώρα που γνώρισε την αλήθεια και ότι δεν είχε πλέον πλούτη στην κατοχή της γιατί τα είχε μοιράσει. Τότε, κατά διαταγή του Διογένη, την παρέλαβαν τέσσερις στρατιώτες και επί δύο ολόκληρες ώρες την ξυλοκοπούσαν αλύπητα. Ύστερα, καθώς προσπαθούσαν να τη γδύσουν ώστε να τη δέσουν στο τιμωρητικό ξύλο, βρήκαν πάνω της το ιερό σκεύος με το Τίμιο Σώμα του Κυρίου. Όταν ο διοικητής επιχείρησε να το ανοίξει, αναπήδησε φλόγα που έκαψε όλους τους παρευρισκόμενους και άφησε τον Διογένη μισοπαράλυτο. Καθώς αυτός γονάτιζε να προσευχηθεί στον θεό Ήλιο για να τον θεραπεύσει, μια αστραπή έσκισε τον ουρανό και ο Διογένης έπεσε καταγής κεραυνόπληκτος. Στο μεταξύ απαστράπτων άγγελος κατήλθε εξ ουρανού και συνομιλούσε με την οσία, αφού τη σκέπασε σεμνά με ένα πέπλο. Ένας στρατιώτης αυτόπτης μάρτυς της σκηνής, μετανοώντας, της έλυσε τα δεσμά και την παρακάλεσε να μεσιτεύσει για όσους είχαν χτυπηθεί από τη θεία οργή, ώστε να αναστηθούν και να μπορέσουν να μετανοήσουν. Η Ευδοκία από φιλευσπλαχνία προσευχήθηκε και πάραυτα οι νεκροί αναστήθηκαν, γεγονός που οδήγησε πολλούς στην Πίστη του Χριστού.

     Η αγία παρέμεινε στην πόλη λίγο καιρό για να διδάξει τον λαό, επιτελώντας και άλλα θαύματα, ως την ημέρα που, μετά τον θάνατο του Διογένη, ένας άλλος διοικητής, ονόματι Βικέντιος, διορίστηκε στην Ηλιούπολη και αποφάσισε να δώσει τέλος στη φήμη της Ευδοκίας. Έστειλε στρατιώτες στην κατοικία της, οι οποίοι την αποκεφάλισαν χωρίς άλλες διαδικασίες, ικανοποιώντας έτσι τον πόθο της: την οριστική της ένωση με τον ουράνιο Νυμφίο Χριστό. Έκτοτε τα τίμια λείψανα της αγίας Ευδοκίας επιτελούν πλήθος θαυμάτων, μαρτυρίες ανά τις γενεές των χριστιανών της θαυμαστής δύναμης της μετανοίας.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Φόβον ἔνθεον, ἀναλαβοῦσα, κόσμου ἔλιπες, τὴν εὐδοξίαν, καὶ τῷ Λόγῳ Εὐδοκία προσέδραμες· οὗ τὸν ζυγὸν τῇ σαρκί σου βαστάσασα, ὑπερφυῶς ἠγωνίσω δι’ αἵματος. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὁ εὐδοκήσας ἐκ βυθοῦ ἀπωλείας, πρὸς εὐσεβείας τὸν ἀκρότατον ὅρον, ἀναγαγεῖν σε ἔνδοξε ὡς λίθον ἐκλεκτόν, οὗτος καὶ τὸν βίον σου, τῇ ἀθλήσει λαμπρύνας, χάριν ἰαμάτων σοι, Εὐδοκία παρέχει· ὃν ἐκδυσώπει σώζεσθαι ἡμᾶς, Ὁσιομάρτυς, Ἀγγέλων ἐφάμιλλε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χάρις εὐδοκίας τῆς θεϊκῆς, νύμφην σε τοῦ Λόγου, ἀπειργάσατο ἐκλεκτήν, ἤθεσιν ὁσίοις, καὶ αἵματι Μαρτύρων, θεόφρον Εὐδοκία, περιαστράπτουσαν.



※
[ Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
σελ. 9–12.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήνα, Φεβρουάριος 20172.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.