Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή 16 Μαρτίου 2018

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΑΣ ΠΟΡΕΙΑ


Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΑΣ ΠΟΡΕΙΑ
Από συνομιλία με έναν ερημίτη
του Μοναστηριού του Βαλαάμ


     Στην αρχή της πνευματικής μας πορείας, που πνευματικά είμαστε ακόμη ανώριμοι, ολόκληρος ο θρησκευτικός μας προσανατολισμός είναι εγωκεντρικός, επηρεασμένος από τις αισθήσεις και τη λογική μας. Το βαθύτερο επίπεδο γνώσης, η νοητική συνείδηση, δεν έχει ακόμα αποκαλυφθεί. Δε γνωρίζουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Ζούμε κι ενεργούμε σύμφωνα με κανόνες και εξωτερικές παρατηρήσεις. Η προσευχή μας συνίσταται σε λόγια προφορικά ή νοερά, δεν έχει εισχωρήσει ακόμα στην καρδιά μας. Αγαπάμε τον Θεό από καθήκον, τον πλησίον μας για χάρη της υπακοής. Θέλουμε να δικαιωνόμαστε, γι’ αυτό και υπερασπίζουμε με πάθος τις θέσεις μας, είτε δογματικές είναι αυτές είτε αφορούν στον τύπο είτε οτιδήποτε άλλο. Με λίγα λόγια είμαστε το εγώ μας, όπως αυτό ορίζεται από τα πάθη μας. Απέχουμε πολύ από το να είμαστε αυθεντικά πρόσωπα, γιατί είμαστε εγκλωβισμένοι στον περιχαρακωμένο ατομισμό μας.

     Καθώς προχωρούμε και αποκτούμε κάποιον έλεγχο στα πάθη μας, η ψυχή μας αρχίζει να εξαγνίζεται. Τότε η Χάρη φωτίζει την πνευματική μας συνείδηση. Αποκτούμε μεγαλύτερη αίσθηση της παρουσίας του Θεού, αλλά και του Άλλου. Απομακρυνόμαστε από τον εγωκεντρισμό μας. Η προσοχή μας επικεντρώνεται στον Θεό. Καθώς προχωρεί η αλλοίωση αυτή, το προσωπικό μας εγώ διαστέλλεται, διευρύνεται, αγκαλιάζει κι άλλους. Έτσι, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον εαυτό μας απομονωμένο από τον Θεό και τους αδελφούς. Είναι κι εκείνοι ό,τι είμαι κι εγώ. Το εγώ μου τους συμπεριλαμβάνει κι αυτούς. Κι όλα γίνονται με τον δεσμό της αυθεντικής, της γνήσιας πνευματικής αγάπης, που ενισχύεται με την πίστη. Όσο πιο πολύ προχωρούμε και προοδεύουμε στην πνευματική συνείδηση, τόσο περισσότερο διευρύνεται η αγάπη μας κι αγκαλιάζει όλους εκείνους που βρίσκονται γύρω μας. Προσευχόμαστε γι’ αυτούς με την καρδιά μας, όπως και για όλον τον κόσμο. Η Χάρη του Θεού μάς εξαγνίζει κι έτσι μπορούμε ν’ αγαπάμε γνήσια, με καθαρή και ανιδιοτελή αγάπη. Η ουσία του τί σημαίνει να είσαι χριστιανός, είναι ν’ αγαπάς γνήσια και αυθεντικά.


     Όταν αγαπάμε γνήσια τον Θεό και τον συνάνθρωπό μας –η αγάπη για τον πλησίον μας είναι το κριτήριο γνησιότητας της αγάπης μας για τον Θεό (πρβλ. Α΄ Ιωάν.)– καθαριζόμαστε, γινόμαστε αγνοί, φωτιζόμαστε και θεωνόμαστε. Έτσι, μπορούμε να αποκατασταθούμε, να ξεφύγουμε από την πεσμένη μας φύση, ν’ απομακρυνθούμε από τον εγωκεντρισμό μας, από την τυραννία της λογικής μας και συναισθηματικής αυτοσυνειδησίας μας. Τα πάθη μας ελέγχονται, υποκύπτουν στην αγάπη για τον Άλλον. Καθαριζόμαστε από όλα εκείνα που μας περιορίζουν στον εαυτό μας και μας εμποδίζουν από την αγάπη για τους αδελφούς μας.

     «Ο αδελφός μας είναι η ζωή μας», είχε πει ο όσιος Σιλουανός [6 Φεβρ.· Β΄ μισό 5ου αι.]. Αυθεντικός χριστιανισμός και γνήσιος μοναχισμός είναι ν’ αγαπάμε τον πλησίον μας. Όσο πιο καθαρή και αγνή είναι η αγάπη μας, τόσο περισσότερο ολοκληρώνεται το πρόσωπό μας και διαστέλλεται το εγώ μας, για να συμπεριλάβει και ν’ αγκαλιάσει ολόκληρη την χριστιανική ή μοναστική αδελφότητα, την κοινωνία, τη χώρα, την Εκκλησία και τον κόσμο ολόκληρο. Οι άγιοι είναι εκείνοι των οποίων το εγώ περιλαμβάνει ολόκληρη την Εκκλησία. Προσεύχονται για όλους, γιατί όλοι συναποτελούν τον αληθινό τους εαυτό.

     Όταν ο χριστιανός αποκτήσει αληθινό πρόσωπο και φτάσει στην αυθεντική πνευματική ωριμότητα, συνειδητοποιεί στη ζωή του εκείνο που ονόμαζε ο π. Σωφρόνιος του Έσσεξ (1896–1993) «υποστατική αρχή»· μια ύπαρξη δηλαδή σαν εκείνη του Χριστού, εν Χριστώ: με τον Χριστό, για τον Χριστό, σαν τον Χριστό. Η θέωσή μας πραγματοποιείται όταν γινόμαστε τέλειοι στην αγάπη, όταν αγκαλιάζουμε όλη τη δημιουργία, όπως έκανε κι ο Χριστός, όταν είμαστε γερά μπολιασμένοι στο θείο Του Πρόσωπο. Τότε βρισκόμαστε σε μια κατάσταση αληθινής συνεργείας με τον Θεό. Η αγάπη μας βρίσκεται σε συνεργασία με την Αγάπη Του, που είναι η ενέργειά Του, η Χάρη Του, η ζωή Του.


※
[ (1) Πέτρου Μπότση:
«Το Άγιον Όρος του Βορρά,
Πατερικό του Βαλαάμ»·
κεφ. Β΄, §6, σελ. 61–65·
Αθήνα, Μάρτιος 20071.
(2) Αρχιμ. Σωφρόνιου Σαχάρωφ:
«Οψόμεθα τον Θεόν
καθώς εστί»·
κεφ. ΙΓ΄, σελ. 293–347·
Έκδοση Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου,
Έσσεξ – Αγγλίας, 19932.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ


ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ


     Φρενάρω την τρέλα μου με τη σκέψη μου σε Σένα. Κανείς δε ξέρει τον ενδόμυχο τούτον αγώνα μου παρά μονάχα Εσύ. Εσύ που αγαπάς να κρύβεσαι ακόμη κι απ’ αυτούς που αγαπάς, ακόμη κι απ’ αυτούς απ’ τους οποίους αγαπιέσαι. Δε ζητάς ουραγούς στην αφοσίωση, ρέστα φήμης και γοητεία εμπιστοσύνης. Μακάριος και Ανενδεής, Άρχων ειρήνης και Ειρηνοποιός, δεν βάλλεις εναντίον μας και δεν προσβάλλεις τίποτα απολύτως από μέσα μας. Μοιάζει σα να μας εγκαταλείπεις αγέρωχα αλλά απλώς μας εναποθέτεις ολοτελώς στην ελευθερία μας. Κάνεις πίσω Εσύ, εκμηδενίζοντας την ισχύ της παντοδυναμίας Σου. Και τελικά αυτό είναι αγάπη, γιατί Εσύ είσαι Αγάπη, καθολική, απροσωπόληπτη, μοναδική, που Σε ξέρει και Σε αναγνωρίζει, Σε αποζητά και Σε γυρεύει ταυτόχρονα των ανθρώπων η Οικουμένη και του ανθρώπου το Πρόσωπο, τα Σύμπαντα και η Καρδιά. Αποκρίνεσαι στις προσδοκίες όλων –του καθένα και του «κανένα»– και στέλνεις ατόφια προνοιακή στοργή στον ανίδεο ντουνιά, ακόμα και μέσα από μένα που τολμώ να Σε λογίζομαι τόσο, λες και θέλω ή μπορώ τάχα να Σε κατακτήσω. Μαράθηκα στα λόγια, στα λόγια της αγνωσίας και της άγνοιας των πολλών. Συνεχίζω στη σιωπή, απλώνοντας πάνω στο βελούδινο σώμα της την πιο ταπεινή και ειλικρινή μου ευχή προς Εσένα. Με το νεύμα της κατάφασής μας συντρίβεις το είναι μας για να το γιγαντώσεις στο βάθος Σου. Μέσα από το μεγαλείο της ελευθερίας Σου ακόμη και η πιο βραχεία και ψιθυριστή λαλιά Σου εκτρέφει όλα τα υπαρκτικά μου έγκατα. Δε μου λείπει η ζωή όταν Σε σκέφτομαι. Στη λαχτάρα Σου τρέφομαι ακόρεστα. Στον πόθο Σου στεριώνω το δώρο της ελευθερίας που μας έδωκες με άχραντη ανιδιοτέλεια. Στη θωριά Σου γεύομαι έκπληκτος το αιώνιο. Σαν τι άλλο να θέλω; … Είμαι πια πλήρης, ακμαίος και ζωντανός, εύθραυστος και χαμένος σε Σένα, βιώνοντας μιαν άλλην εξαίσια και ζωογόνα τρέλα που σωριάζει χάμω όλες τις προηγούμενες ζοφερές και ψυχοκτόνες τρέλες μου...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2018

ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ;


ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ;


     «Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι!» λέμε συνήθως. Ή μήπως αλλάζουν τελικά; Ή μήπως αλλάζουμε και δεν το παίρνουμε χαμπάρι; Το βλέπουν μόνο οι άλλοι, καμιά φορά μας το λένε ή δεν μας λένε τίποτα παρά το διαπιστώνουν σιωπηλά; Είναι ισχυρογνωμοσύνη να μην αλλάζεις στη ζωή σου; Θέλει εξυπνάδα να αλλάζεις ή το να είναι απλά η καρδιά δεκτική και προσαρμοστική στην πορεία και εξέλιξή της; Και η όποια τυχόν αλλαγή μας δεν έχει τάχα σχέση με αυτό που λέμε «βολικός», «καλόβολος άνθρωπος»; Επίσης, δεν έχει σχέση και με τη μετάνοια που τόσο αποφεύγουμε από φόβο ή αδυνατούμε να καταλάβουμε από άγνοια;
     Ο Ίδιος ο Χριστός στην αρχή της δημόσιας εμφάνισης και δράσης Του έλεγε και λέει μέσα στην Εκκλησία Του και κατ’ επέκταση στη συνείδηση όλων των ανθρώπων «μετανοείτε και πιστεύετε στο Ευαγγέλιο» (βλ. Μάρκ. 1, 15). Αλλάξτε και πάρτε ενεργά, ολοϋπαρκτικά και βιωματικά μέρος στην άφθαρτη ζωή του Ευαγγελίου, στη ζωή Μου. Το «Ευαγγέλιο» είναι αυτοπροσώπως Αυτός και μόνο Αυτός: ο λόγος Του, η παρουσία Του, η πράξη Του, η ζωή Του, η αγάπη Του, η σωτηρία Του.
     Αλλά και πάλι· όσο και να ανιχνεύει κανείς την αλήθεια της αλλαγής του και την αξία της μετάνοιας στις ρίζες της χριστοκεντρικότητας, κανείς δεν αλλάζει από μόνος του. Είναι γεγονός. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε κάτι, κάτι από μας, κάτι από τον κόσμο μας, δίχως τον Χριστό. Όλο πάμε να αλλάξουμε και όλο πάμε να μετανοήσουμε αλλά στο τέλος τίποτα δεν γίνεται. Είμαστε δέσμιοι της αδυναμίας μας. Είμαστε όμηροι της αστάθειάς μας. Ο βίος μας είναι γεμάτος σημαδούρες πικρών συνηθειών. Κινούμαστε εξακολουθητικά γύρω από αυτές και όχι πέρα από αυτές. Μήπως τελικά ζητάει πολλά από μας ο Κύριος; Πολλά και ανέφικτα; Τι γίνεται; Αληθεύει αυτό ή αληθεύει μόνο μέσα στο κράτος της σύγχυσής μας, σε σχέση με τις πάμπολλες αναλήθειες που πιστεύουμε και ακολουθούμε; Μένουμε απαράλλακτοι και απογοητευόμαστε. Αλλάζουμε για λίγο, περιστασιακά και πρόσκαιρα, και επαιρόμαστε. Η ίδια η ζωή έρχεται και ανατρέπει τα πάντα: τη θέληση να αλλάξουμε και την αλλαγή που ψευτοθεσπίσαμε.
     Όλα όμως ανάγονται και απαντώνται στο μυστήριο της Μετανοίας, που είναι η οδός, η μόνη αυθεντική οδός προς τον Χριστό. Δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι ο Χριστός ήρθε στον κόσμο ως εξόριστος και ως ο μετανοών. Αν και ο μόνος αναμάρτητος, δέχθηκε να άρει τις αμαρτίες όλων μας και να υποστεί το κρίμα του πιο επονείδιστου θανάτου. Πρότεινε σε μας τη μετάνοια, γιατί αυτή είναι το αυθεντικότερο μέρος της αποκαλύψεως του Ευαγγελίου Του: η μετάνοια άρχεται από Αυτόν, οδηγεί και καταλήγει σε Αυτόν. Συμπάσχει αοράτως στη βαριά αθυμία μας να μη μετανοήσουμε για τίποτα απολύτως στη ζωή μας και χαίρεται «συν πάσι τοις αγίοις» στην πιο ελάχιστη προσπάθειά μας να Τον βρούμε μετανοώντας. Ο Χριστός που μας είπε «μετανοείστε», Αυτός ο Ίδιος κρατάει αγαπητικά στο χέρι Του και τον εύστοργο τρόπο της προσωπικής μας μετάνοιας. Ο τρόπος του Χριστού προς εμάς, για τον κάθε έναν χωριστά και προσωπικά, είναι χαμένος και μοιρασμένος στον χρόνο του καθενός.


     Τίποτα απολύτως δεν γίνεται αυτόματα και μαγικά. Τίποτα απολύτως χωρίς τον Θεό και χωρίς εμάς εν τω Θεώ. Αλλάζουμε βαθμιαία μέσα στον καιρό και στον χρόνο που μας δόθηκε, με τη συγκατάθεση της προαίρεσης, με τη σύμπραξη της θέλησής μας, αλλά κυρίως με τον τρόπο που δίνει εμπνευστικά σε μας προσωπικά ο Χριστός μέσα στη σύμφωνη καρδιά μας. Γι’ αυτό και ο Χριστός όταν λέει «μετανοείστε», δεν εκφράζει μια εξουσιαστική αξίωση, μια δυναστευτική απαίτηση, μια αφεντική σκληρότητα και μια σαρωτική βαναυσότητα έναντι στη ζωή, τις δυνατότητες και τη συνείδησή μας, αλλά μια τελείως αποκαλυπτική και φιλάνθρωπη πρόσκληση: «Άλλαξε, παιδί μου, νου, διάθεση και φρόνημα, σταμάτα να βυθίζεσαι και να τελματώνεσαι στις πτώσεις σου κι έλα να Με βρεις, άσε Με να σε βρω, για να απολυτρωθείς από ό,τι τυχόν σε βαραίνει ενοχοποιητικά και καταθλιπτικά». Αυτό είναι μυστήριο και όχι συνταγή αυτοσωτηρίας. Βλέποντας χριστο-μετανοητικά τις αμαρτίες μας, αρχίζουμε και θεωρούμε τον Χριστό στην καρδιά μας, τον Χριστό που πάταξε το κράτος της αμαρτίας, του πόνου και του θανάτου για μας.
     Στέκεται έξω από την πόρτα της ψυχής μας ο Χριστός και, κάθε φορά, κάπου και κάπως ανάμεσα στις λύπες, τους πειρασμούς, τις δοκιμασίες και τις θλίψεις που μας βρίσκουν, έρχεται και χτυπάει τούτη τη θύρα με υπερκόσμια ευγένεια προς τη συνείδησή μας και με πλαστουργικό πόθο για την αιώνια ψυχή μας. Γι’ αυτό και ο τρόπος του Χριστού, όπως είπαμε, είναι αφανής, αδιόρατος, ανεπαίσθητος, ταπεινός, χαμένος, διάσπαρτος και μοιρασμένος στον προσωπικό χρόνο μας. Τούτος ο χρόνος μας μπορεί να είναι ακόμη και μια ώρα, μια στιγμή, μια στιγμή της στιγμής. Η ώρα και η στιγμή του καθενός είναι η ώρα και η στιγμή της αλλαγής της μετανοίας του. Σε αυτή τη μεγάλη ώρα και στιγμή αναφύεται μέσα από την άβυσσο της ταραγμένης και πονεμένης καρδιάς μας ο βαρυσήμαντος πόθος να αλλάξουμε επιτέλους, να μετανοήσουμε, αν θέλουμε ειλικρινά να Τον βρούμε ή μάλλον αν θέλουμε να μας βρει Αυτός, αν θέλουμε να αισθανθούμε καθαρά και απλανώς την απαρασάλευτη παρουσία Του, την αδιάκοπη ζωή Του στην κερματισμένη ζωή μας.
     Μετά, μόλις Τον αισθανθεί σωτηριωδώς η απορημένη καρδιά μας, καταλαβαίνουμε πολύ καλά ότι Αυτός ήταν και είναι μέσα στη μετάνοια προς την οποία μας καλούσε και μας καλεί συνεχώς αρχοντικά· Αυτός ήταν και είναι ο αφανής συνέκδημος και συνοδίτης καθ’ όλη την ατέρμονη οδό της μετανοίας μας· Αυτός ήταν και είναι ολοκληρωτικά μέσα σ’ εκείνο τον μυστήριο, δυναμικό και εμπνευστικό τρόπο της μετανοίας μας, την οποία εμείς ήμασταν και είμαστε έτοιμοι λόγω της επάρατης αδυναμίας μας να εγκαταλείψουμε οριστικά· Αυτός είναι η αρχή, το μέσο και το άληκτο τέρμα της μετάνοιας προς την οποία μας καλεί ισόβια διά του αιώνιου Ευαγγελίου Του. Όσο ζούμε και αναπνέουμε, μετανοούμε, δηλαδή αρνούμαστε, αγωνιζόμαστε να αρνούμαστε την παλαιότητά μας που νομίζαμε μέχρι τώρα ότι ήταν έμπιστη φίλη μας αλλά τελικά είναι ο πιο πλαϊνός εχθρός μας.
     Ο Χριστός τα ξεκαθαρίζει όλα. Δεν αφήνει να υπάρχουν αμαυρώσεις, καταχνιές, σκιές ιδεών, ταλαντεύσεις παθών και αχρειωμένες διπολικές αγάπες στη σχέση μας μαζί Του.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 13 Μαρτίου 2018

ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΤΟ ΕΞΗΣ…


ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΤΟ ΕΞΗΣ…


     Σκέφτομαι το εξής· αν δεν ψάξω, αν δεν εντοπίσω, αν δεν βρω, αν δεν κατανοήσω, αν δεν νιώσω, αν δεν βιώσω εκ βαθέων εκείνο το εξαίσια θεραπευτικό και ζωογόνο πνεύμα που κρύβεται επιμελώς μέσα στο γράμμα του θείου νόμου και θελήματος, όλες μετά οι διδαχές, οι παραινέσεις, οι συμβουλές, οι διηγήσεις, οι παρακαταθήκες, οι υπομνήσεις, τα συναξάρια, τα πατερικά χωρία, τα γεροντικά, τα αποσπάσματα, τα αποφθέγματα, τα περιστατικά, οι αναλύσεις, οι ομιλίες…, θα μου είναι εντελώς αδιάφορα, ασήμαντα και αποκρουστικά. Γιατί αυτό; Γιατί όλα τα παραπάνω μοιάζει σαν να μαστιγώνουν αλύπητα τις αποδοχές και αντοχές της λογικής μου αλλά και τη διάθεση της καρδιάς του εαυτού μου· ακόμη κι όταν αυτή η διάθεση είναι πέρα ως πέρα «θρησκευτική», κομπάζοντας κατά τ’ άλλα για την επιφανειακή πολυγνωσία της στα «πνευματικά». Τίποτα δεν γίνεται ό,τι και ν’ ακούσω, ό,τι κι αν μου πουν οι αδελφοί και οι παραδελφοί μου. Εγώ ξέρω ή εγώ πρέπει τουλάχιστον να παραδεχτώ ότι ζω τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού του εαυτού μου και αυτό αν μη τι άλλο καλλιεργεί ή επηρεάζει ως ένα μεγάλο σημείο τη θέληση και την αντίληψή μου, άρα και την ελευθερία μου. Αρρωσταίνω όσο συνεχίζω να μη θέλω το πηγαίο άνοιγμα προς τον Θεό. Φαίνεται να ανισορροπώ πραγματικά επειδή συνεχίζω να μην αντιλαμβάνομαι τα θεία και τα ουράνια καλώς. Καταλαβαίνω ότι κάπως το επιλέγω αυτό, παρά το αγνοώ. Όλοι «μιλάνε» ακόρεστα για τον Θεό και αυτό είναι η κοινή μάστιγα, η απρέπεια του αδόκιμου πνεύματός μας. Και συνεχίζω να αρνούμαι και να απεμπολώ είτε γιατί δεν εμπνέομαι είτε γιατί δεν στέργω να εμπνευσθώ. Κουράστηκα, βαρέθηκα, φοβήθηκα τούτο το μαζικό και φρενήρες λάλημα. Και μπορεί κάλλιστα, εξαιτίας αυτού, ο λόγος της πνευματικότητας να είναι προ πολλού τόσο ακυρωμένος και απωθημένος από τη μεριά μου, γιατί εδώ και χρόνια, και εγώ και όλοι μας λίγο-πολύ, έχουμε εισπράξει μεγάλο εκνευρισμό και άφθονη αποκαρδίωση από τυπικούς ή άστοχους μονολόγους κηρυγμάτων δίχως βίωμα και βάθος εμπειρίας. Τείνω να συμπεράνω ότι έχουν ένα δίκιο που δεν πιστεύουν σήμερα οι περισσότεροι. Η απιστία κάποιες φορές είναι η ψυχογενή μου αντίδραση έναντι σε αυτό που αδυνατώ ή σε αυτό που κωλύομαι να ζήσω. Πρέπει να είμαι δυνατός ή αδύνατος για να πιστέψω; Ακόμη και η πίστη πρέπει να είναι ένα γεγονός αποτυχίας για μένα; Γιατί; Ένα σαρωτικό είδος αισθήματος ανελπιστίας πλανάται αισθητά στο αέρα, όταν καλούμαστε να βιώσουμε εντελώς εξαναγκαστικά ή ευσεβιστικά ένα «θαύμα», μια «χάρη» ή μια «σωτηρία» που είναι αβίωτα από μας. Θα κοροϊδεύουμε και τον Θεό και τους εαυτούς μας τώρα; Αφού δεν ζούμε αυτό που διαλαλούμε. Από τη μία, δεν σωζόμαστε δίχως τη συγκατάνευση της ελευθερίας μας. Από την άλλη, κάθε στείρα καθηκοντολογία που επιβάλλεται αδιάκριτα, το δίχως άλλο επιταχύνει τις φυγές μας από τον «στρατώνα» του «θρησκεύματος». Τελικά, μέσα στη φιλάνθρωπη ησυχία Του ο Θεός μειδιά πατρικά με μας. Ο ανήσυχος κόσμος, οι συγχυσμένοι άνθρωποι, η ταραγμένη ψυχή και καρδιά των ανθρώπων, δεν αποστρέφονται μόνο το αβαθές, το υποκριτικό και το κίβδηλο, αλλά ακόμη και το αληθινό ή καλύτερα την αλήθεια που δεν αποτολμήθηκε να βιωθεί. Το τόλμημα και το βίωμα θαρρώ πως θέλει από μας ο Χριστός. Υπάρχει όμως περίπτωση όλο αυτό το δυσχερές φαινόμενο να λειτουργεί και ως εσωτερικό άλλοθι για τη δική μας ενδόμυχη αποστροφή, τη μονίμως αθεράπευτη άρνησή μας προς τον Θεό, ο Οποίος, ναι μεν αγαπά απερινόητα τον άνθρωπο και σώζει διαρκώς τον κόσμο, όχι όμως απαραίτητα με τον τρόπο που φανταζόμαστε ή θέλουμε εμείς. Ας αρχίσουμε λοιπόν να υποψιαζόμαστε επιτέλους ότι η ανταρσία μας είναι το συνεχιζόμενο έργο του είναι μας το οποίο όμως δε βλέπουμε, ότι η ασυναίσθητη αμαρτία μας είναι η τροχοπέδη που θέτει πονηρά η ύπαρξή μας προς το μυστήριο της λύτρωσής μας κι ας αρχίσουμε να πιστεύουμε όχι τυφλά αλλά εγκάρδια και βιωματικά ότι η αγάπη και η σωτηρία, δηλαδή η ζωή της ζωής μας, είναι δώρο του Θεού και όχι του εαυτού μας.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ


     Ανάμεσα στα άστρα που λάμπουν αναρίθμητα στο πνευματικό στερέωμα της Εκκλησίας, τρία μονάχα κρίθηκαν άξια του τίτλου του «Θεολόγου» [1]: ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής [8 Μαΐ. και 26 Σεπτ.], ο ηγαπημένος μαθητής, ο οποίος επέπεσε επί του στήθους του Κυρίου και ήπιε από το Ζων Ύδωρ της γνώσεως του Λόγου του Θεού· ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός [25 και 30 Ιαν.], ο οποίος, αφού πρώτα ενατένισε με κεκαθαρμένο τον έσω οφθαλμό της ψυχής του το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, κήρυξε το μυστήριο θέτοντας στην υπηρεσία του ό,τι καλύτερο είχε να επιδείξει η εμφιλόσοφη ευγλωττία των Ελλήνων· και, τέλος, ο όσιος Συμεών, ο οποίος αφού βυθίσθηκε πλήρως στο φως του Αγίου Πνεύματος, εστάλη από τον Θεό ως άλλος Προφήτης σε μια βυζαντινή κοινωνία που ήταν λίγο-πολύ παραδομένη σ’ έναν συμβατικό, αβαθή, άνευρο και τυπολατρικό χριστιανισμό, ακριβώς για να δώσει μαρτυρία ότι κάθε χριστιανός έχει κληθεί να φωτισθεί και να καταστεί υιός Θεού εν Αγίω Πνεύματι.

     Γεννημένος το 949 στην Γαλάτη της Παφλαγονίας (Μ. Ασία), γόνος πλουσίων ευγενών που ασκούσαν επιρροή στους πολιτικούς κύκλους, ο όσιος Συμεών εστάλη σε ηλικία δώδεκα ετών στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει τις σπουδές του με σκοπό να εισέλθει στην υπηρεσία του αυτοκράτορα. Εγκαταλείποντας αυτή την πολλά υποσχόμενη σταδιοδρομία και τις σπουδές του, για ένα διάστημα διήγε βίο επιπόλαιο· όμως ο Κύριος τον σπλαχνίσθηκε, δεν τον άφησε να πέσει στην διαφθορά και τον απέσπασε από την ολισθηρή οδό διαμέσου πνευματικών αναγνωσμάτων. Ο νεαρός Συμεών αναζήτησε τότε έναν άγιο άνθρωπο, ικανό να τον οδηγήσει στην οδό της Σωτηρίας, παρά τα αποθαρρυντικά λόγια του περιβάλλοντός του ότι τάχα δεν υπήρχε την εποχή εκείνη ένας τέτοιος άγιος. Επιμένοντας, τον βρήκε στο πρόσωπο και τον βίο ενός μοναχού που ζούσε έγκλειστος στην Μονή του Στουδίου, στο πρόσωπο του Συμεών του Ευλαβούς [12 Μαρτ.]. Αυτός αρχικά αρνήθηκε να τον δεχθεί ως δόκιμο και αρκέσθηκε μονάχα να του δώσει να διαβάσει το βιβλίο του οσίου Μάρκου του Ασκητού [5 Μαρτ.]. Μόλις το άνοιξε, ο νέος έπεσε πάνω στην ακόλουθη φράση: «Αν ζητάς θεραπεία, επιμελήσου την συνείδησή σου και όσα σου λέγει κάμε και θα βρεις ωφέλεια» [2]. Θεωρώντας την φράση αυτή ως θεία προτροπή προς αυτόν, καταπιάστηκε αμέσως με αυτό το έργο και ακολούθησε την συνείδησή του που τον παρακινούσε να θυσιάσει τον εαυτό του από αγάπη για τον Χριστό, επιτείνοντας ολοένα και περισσότερο τις νηστείες και τις ολονύκτιες αγρυπνίες του. Συνεπαρμένος από τον θείο πόθο, δεν άργησε να λάβει ένα πρώτο δείγμα της εύνοιας του Θεού με την μορφή μιας θαυμαστής όρασης του ακτίστου φωτός, η οποία τον ανήρπασε εκτός του κόσμου και του σώματός του. Έμπλεος χαράς και θερμών δακρύων, δεν έπαυε να φωνάζει ακατάπαυστα το «Κύριε Ελέησον» και, εν μέσω αυτού του φωτός, είδε τον πνευματικό του πατέρα Συμεών να στέκεται στα δεξιά μιας φωτεινής νεφέλης και να του διδάσκει την τέχνη της απερίσπαστης προσευχής.


     Παρ’ όλα αυτά, καθώς η πρώτη αυτή εμπειρία της θείας δόξης δεν βασιζόταν πάνω στην απάθεια, ο Συμεών έπεσε σιγά-σιγά στην χλιαρότητα και την χαλάρωση, για τις οποίες θα μετανοήσει αργότερα ενώπιον του Θεού. Επί έξι ή επτά χρόνια εξακολουθούσε να σχετίζεται με τον πνευματικό του πατέρα, χωρίς όμως να αποσπασθεί από τον κόσμο και την ματαιότητά του [3]. Ο Κύριος όμως έδειξε και πάλι έλεος προς τον εκλεκτό Του δούλο και, «πιάνοντάς τον από τα μαλλιά», τον απέσπασε από τον βόρβορο του κόσμου για να τον αποκαταστήσει ολοϋπαρκτικά ενώπιόν Του. Επωφελούμενος μιας αποστολής στην γενέτειρά του, κανόνισε τις υποθέσεις του, αποχαιρέτισε τους γονείς του και επέστρεψε χωρίς αργοπορία στην Βασιλεύουσα, για να υποταγεί απόλυτα στον κατά Θεόν πατέρα του με ακλόνητη εμπιστοσύνη και τέλεια υποταγή. Του παραχωρήθηκε ένα μικρό κελί κάτω από την σκάλα του κελιού του Γέροντός του Συμεών· εγκαταβίωσε εκεί στοχαζόμενος τις αμαρτίες του και καθιστώντας την κατάνυξη, την οποία είχε ήδη οικειοποιηθεί στον κόσμο επισκεπτόμενος τα κοιμητήρια, μόνιμη και σταθερή κατάσταση της ψυχής του. Αναλάμβανε τα πλέον εξευτελιστικά διακονήματα με τέλεια αποκοπή του ιδίου θελήματος, πρόσεχε τον πνευματικό του πατέρα σαν τον Ίδιο τον Χριστό και προσκυνούσε με αφοσίωση κάθε μέρος όπου είχε σταθεί ο Γέροντάς του προσευχόμενος, σαν να επρόκειτο για τα Άγια των Αγίων. Προφυλαγμένος διά της ασπίδας της προσευχής του Γέροντός του, μπορούσε να απωθεί άφοβα τους δαίμονες της δειλίας, της ακηδίας, της πορνείας και του φθόνου, που ορμούσαν πάνω του για να τον αποθαρρύνουν.

     Ξένος προς όλους, τηρώντας αδιάλειπτη σιωπή, στεκόταν όρθιος καθ’ όλη την διάρκεια των Ακολουθιών, με μάτια κατεβασμένα, χύνοντας άφθονα δάκρυα στο άκουσμα των ιερών κειμένων. Ορισμένοι μοναχοί ενοχλούνταν από την ταχεία και παράδοξη πρόοδο αυτού του δοκίμου, την θεωρούσαν ως ανεπιθύμητο έλεγχο προς την δική τους χλιαρότητα και τον κατηγορούσαν συνεχώς στον ηγούμενο ότι διατηρούσε πολύ στενές σχέσεις με τον πνευματικό του πατέρα. Καθώς κατέφυγε στην προσευχή του Γέροντος για να ενισχυθεί σε τούτη την δοκιμασία, εκείνος τον διαβεβαίωσε ότι σύντομα θα λάμβανε άνωθεν διπλή Χάρη απ’ ό,τι είχε λάβει εκείνος. Όντως, το ίδιο βράδυ, όταν εισήλθε στο κελί του, ένα ουράνιο φως περιέβαλε τον νου του, τον γέμισε άρρητη αγαλλίαση θείου έρωτος και, μολονότι ο ίδιος δεν ήταν πολύ μορφωμένος, ο Θεός τού παραχώρησε ήδη από τότε τόση ουράνια σοφία, ώστε τον θαύμαζαν όλοι οι συμμοναστές του. Αυτά όμως τα υπερφυσικά χαρίσματα αναζωπύρωσαν το μίσος των ζηλόφθονων μοναχών, οι οποίοι κατόρθωσαν στο τέλος να τον εκδιώξουν από την Μονή του Στουδίου.

     Εισήλθε τότε ως δόκιμος στο μικρό μοναστήρι του Αγίου Μάμαντος, διατηρώντας ωστόσο ως πνευματικό του τον Συμεών τον Ευλαβή. Αφού εκάρη μοναχός από αυτόν και έλαβε το όνομα Συμεών, προχώρησε σε νέες πνευματικές αναβάσεις και αφιερώθηκε ολόψυχα στην ησυχία, την προσευχή και την μελέτη των θείων Γραφών, τρεφόμενος μόνο με λίγα χόρτα. Το κελί του, απ’ όπου δεν έβγαινε παρά για τις ιερές Ακολουθίες, είχε γίνει πυρίκαυστη κάμινος, μέσα στην οποία βυθιζόταν ολόκληρος για να μεταμορφωθεί σε πύρινη φλόγα αγάπης και όπου ο Κύριος τον ανήρπαζε συχνά εν μέσω θεσπέσιων εκστάσεων. Σε έναν από τους ωραιότερους λόγους του [4], ο Συμεών παραβάλλει τον εαυτό του με δυστυχισμένο που έπεσε σε λάκκο βορβορώδη, απ’ όπου τον ανέσυρε βιαίως ο Κύριος εν τη ευσπλαχνία Του, και ο οποίος, κατόπιν, μέσα από μύριες παγίδες και δυσχέρειες, οδηγήθηκε από το χέρι του πνευματικού του πατέρα στις πηγές των υδάτων, ώστε να λουσθεί και να καθαρισθεί και από τυφλός να γίνει θεατής των ουρανίων μυστηρίων. Πράγματι, όσο καθαρίζονταν οι έσω οφθαλμοί της καρδίας του, τόσο ανταμειβόταν σε οράσεις θείου φωτός όλο και πιο διαυγείς. Και ενώ στην αρχή έβλεπε μόνο ένα φως που έλαμπε υπεράνω του ουρανού ωσάν ήλιος άμορφος, και το οποίο του αφαίρεσε το κάλυμμα της αναισθησίας, σιγά-σιγά έβλεπε το πρόσωπο του Χριστού να διακρίνεται καθαρότερα και τελικά αρπάχθηκε έξω από το σώμα του, σε άρρητη έκσταση, κατά την διάρκεια της οποίας ο Χριστός τού μίλησε αποκαλώντας τον «αδελφό» και «φίλο»! Μονάχα όμως ύστερα από πολλές τέτοιες εκστάσεις, μια μέρα που με δάκρυα πήγε να προσκυνήσει την εικόνα της Παναγίας, κατανόησε ότι κατείχε ενσυνείδητα εντός της καρδίας του αυτή την ενυπόστατη Αγάπη που είναι ο Κύριος.


     Μετά από δύο χρόνια, διαπιστώνοντας ο ηγούμενος την θαυμαστή του πρόοδο, αποφάσισε με σύμφωνη γνώμη του πατριάρχη να τον χειροτονήσει πρεσβύτερο. Την ημέρα της χειροτονίας του το Άγιο Πνεύμα κατήλθε σαν απλό και άμορφο φως να καλύψει την ιερά του κεφαλή και, καθ’ όλη την διάρκεια της ιερατικής του ζωής, δεν τέλεσε ποτέ την θεία Λειτουργία χωρίς ανάλογη οπτασία. Περιβεβλημένο φωτεινή νεφέλη, το πρόσωπό του έπαιρνε τότε αγγελική έκσταση και κανένας δεν μπορούσε να τον ατενίσει στα μάτια όταν ευλογούσε τον λαό. Ένα χρόνο μετά την χειροτονία του, ο ηγούμενος εκοιμήθη και ο Συμεών εξελέγη ηγούμενος από τους μοναχούς του Αγίου Μάμαντος με την έγκριση του πατριάρχη Νικολάου Χρυσοβέργη (περί το 980). Ανέλαβε ένα μοναστήρι που με τον καιρό είχε υποβιβαστεί σε κοιμητήριο ευγενών λαϊκών και στο οποίο ο μοναχικός βίος χαρακτηριζόταν από χλιαρότητα· ο όσιος επεχείρησε να το ανακαινίσει εξ ολοκλήρου· και εκτός από τον εξωραϊσμό του καθολικού –έργο ακόμη δυσκολότερο– θέλησε να παρακινήσει τους συμμοναστές του να ακολουθήσουν τον ένθερμο ζήλο του για τον Θεό. Όπως καθόριζε η παράδοση του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου [759-11 Νοεμ. 826], εκφωνούσε κατηχητικούς λόγους τρεις φορές την εβδομάδα για να αναζωπυρώνει τους μοναχούς στον πολύπονο αγώνα τους. Δεν του αρκούσε να υπενθυμίζει τυπικά τις γενικές αρχές της κοινοβιακής ζωής, αλλά ως «πτωχός φιλάδελφος», ο οποίος, αφού έλαβε έναν οβολό, τρέχει μετά καταχαρούμενος να τον επιδείξει στους συντρόφους του, παροτρύνοντάς τους να σπεύσουν και αυτοί για να επωφεληθούν από την γενναιοδωρία του ευεργέτη του, τους αποκάλυπτε ο ίδιος τα θαυμαστά και εξαίσια που ενεργούσε σε αυτόν ο Θεός και διακήρυττε με ένθεη παρρησία ότι ήδη από τον παρόντα βίο πρέπει όλοι να φθάσουμε στην όραση της Βασιλείας των ουρανών. Αυτή η βαθειά επιθυμία του να συμμετάσχουν οι αδελφοί του στην θεία Χάρη εξηγεί εκείνο το ύφος της άκρως προσωπικής εξομολόγησης που συναντούμε στα συγγράμματά του, ύφος σπάνιο στην πατερική γραμματεία.

     Αυτός ο «μανικότατος ζήλος», του οποίου ο Συμεών έδινε μαρτυρία, προκάλεσε την αντίθεση και τα ειρωνικά σχόλια ορισμένων μοναχών που προτιμούσαν μια πιο άνετη και απίεστη μοναχική ζωή και για τον λόγο αυτό τον κατηγορούσαν ως κενόδοξο. Η αντίθεση αυτή μεγάλωσε, ώσπου μια μέρα, τριάντα από αυτούς τους μοναχούς ξεσηκώθηκαν εναντίον του και τον διέκοψαν απότομα την ώρα της εκφώνησης του κατηχητικού λόγου, ορμώντας καταπάνω του σαν άγρια θηρία με την πρόθεση να τον πετάξουν έξω από το μονύδριο. Μένοντας ακίνητος, χαμογελαστός και ατάραχος μπροστά στους αντιπάλους του, ο Συμεών έκοψε την ορμή τους και έφυγαν ταραγμένοι από την εκκλησία και πήγαν να διαμαρτυρηθούν στον πατριάρχη Σισίνιο (995-998). Αφού εξέτασε την υπόθεση ο πατριάρχης, δικαίωσε πλήρως τον άγιο και εξόρισε τους μοναχούς. Όμως η πατρική αγάπη του Συμεών δεν άφησε τα πρόβατα να χαθούν έξω από το μαντρί τους. Ζήτησε να ακυρωθεί η απόφαση και έσπευσε ο ίδιος να αναζητήσει κάθε έναν από αυτούς, ζητώντας του να τον συγχωρέσει και να επιστρέψει πίσω στο μοναστήρι.


     Αφού επανήλθε η ειρήνη στην μονή ύστερα από τα θλιβερά αυτά γεγονότα, ο Συμεών συνέχισε την ποιμαντική του δραστηριότητα και το μοναστήρι κατέστη ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα της Βασιλεύουσας, στο οποίο προσέτρεχαν πολυάριθμοι πιστοί μαθητές και ευσεβείς λαϊκοί που έρχονταν από μακριά. Παρά τον ποιμαντικό του φόρτο, ο Συμεών δεν αποσπούσε την προσοχή του από τους ασκητικούς αγώνες του και τρεις φορές την ημέρα, την ίδια πάντα ώρα, αποσυρόταν στο κελί του για να χύσει άφθονα δάκρυα. Τα δάκρυα είχαν γίνει πια δεύτερη φύση του και έκαναν να αναθάλλουν από μέσα του, ωσάν λεπτοφυή άνθη, η αγάπη, η ευσπλαχνία προς όλους, η υπομονή εν μέσω των δοκιμασιών, η χαριτωθείσα και πλήρης σαγήνης όψη του προσώπου του που καταυγαζόταν από την έσωθεν χαρά του Αγίου Πνεύματος. Ύστερα από νέα όραση του θείου φωτός, έλαβε το χάρισμα της θεολογίας και, όταν δεν υφαρπαζόταν σε έκσταση, περνούσε τις νύκτες του συνθέτοντας τους «Ύμνους», ύμνους γεμάτους θείο έρωτα, οι οποίοι παραμένουν ακλόνητα από τις πολυτιμότερες μαρτυρίες της επενέργειας της θείας Χάριτος στην ψυχή ενός τόσο μυστικού αγίου. Η διάδοση των συγγραμμάτων του και της διδασκαλίας του, επέτρεψε σε πλήθος ψυχών να ξαναβρούν τον ένθερμο ζήλο της εποχής των αγίων Πατέρων και προετοίμασε ως πρόδρομος τον θρίαμβο του Ησυχασμού ως επίσημης διδασκαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

     Το έτος 1005, παρακινούμενος από τον ακατάσχετο πόθο του για τον Θεό, παραιτήθηκε από τα καθήκοντά του ύστερα από είκοσι πέντε έτη ηγουμενίας, αφήνοντας την διαδοχή στον μαθητή του Αρσένιο, τον οποίον είχε δοκιμάσει για μεγάλο διάστημα στην αγία υπακοή. Ο ίδιος αποσύρθηκε σε ένα απόμερο κελί για να αφιερωθεί ολόκληρος στην ιερά ησυχία και να στηρίξει με την προσευχή του σαν άλλος Μωυσής επί του όρους (βλ. Εξ. 17, 11) τους αγώνες των μοναχών του. Έχοντας αποκτήσει τέτοια φοβερή οικείωση με την υπέρλογη θεωρία, κατέστη φιλοθεάμων των ουρανίων μυστηρίων και μυήθηκε στην άφραστη γνώση των εσχάτων. Μια νύχτα, μεταφέρθηκε μέσα στο άκτιστο φως που εισέδυε σε όλα του τα μέλη και τον κατέστησε όλον πυρ και φως και άκουσε φωνή από ψηλά να του αναγγέλλει ότι αυτή η δόξα που τον μεταμόρφωνε ήταν η ίδια με εκείνη της οποίας θα αξιώνονταν οι εκλεκτοί στην τελική ανάσταση. Σε αυτή την κατάσταση, κατεχόμενος υπό του Αγίου Πνεύματος και γενόμενος θεός κατά Χάριν, συνέθετε τις θεολογικές και μυστικές πραγματείες του.


     Παρ’ όλο όμως που είχε φθάσει στην τελείωση, έπρεπε εκ νέου να δοκιμαστεί με θλίψεις. Μετά την κοίμηση του πνευματικού του πατρός Συμεών του Στουδίτου, είχε ζητήσει να αγιογραφηθεί η εικόνα του και μάλιστα είχε συνθέσει προς τιμήν του Ακολουθία, την οποία τελούσε ανελλιπώς κάθε χρόνο, την ημέρα της μνήμης του αποστολικού αυτού ανθρώπου, εν μέσω κοσμοσυρροής προσερχόμενων από όλα τα μέρη [5]. Το έθιμο αυτό τηρούνταν για περισσότερο από δεκαέξι χρόνια, όταν ο Στέφανος, πρώην μητροπολίτης Νικομηδείας και πρωτοσύγκελλος του πατριάρχη, άνθρωπος μεγάλης κοσμικής σοφίας με σθεναρή επιρροή στους επίσημους κύκλους, δύσπιστος απέναντι στην φήμη που είχε αποκτήσει ο άγιος Συμεών σε όλη την Βασιλεύουσα, ως άνθρωπος του Θεού και θεολόγος εν Αγίω Πνεύματι, ζήτησε αφορμή για να τον διασύρει. Αρχικά τον προκάλεσε με ένα λεπτολόγο θεολογικό ερώτημα, αλλά έλαβε μια φωτισμένη έμμετρη απόκριση, σύμφωνα με την οποία ο όσιος υπενθύμιζε στον πρωτοσύγκελλο ότι, μόνον έχοντας εμπειρία του Αγίου Πνεύματος μπορούμε να θεολογούμε. Αυτή η τόσο καίρια απάντηση έκανε να ξεσπάσει όλο το άσπονδο μίσος του ιεράρχη, ο οποίος διέδιδε συκοφαντίες κατά του Συμεών, κατηγορώντας τον ότι τιμά ως άγιο έναν αμαρτωλό. Τελικά, με ραδιουργίες κατόρθωσε να καταδικαστεί ο όσιος Συμεών σε εξορία (1009).

     Εγκαταλειμμένος, μόνος μέσα στο καταχείμωνο, σ’ έναν έρημο λόφο της Χρυσουπόλεως στην Προποντίδα, ο Συμεών ευχαρίστησε τον Θεό και απέστειλε ευχαριστήρια επιστολή στον πρωτοσύγκελλο για τις δοκιμασίες που του είχε προξενήσει. Παίρνοντας αυτό το μήνυμα ο Στέφανος, σε απερίγραπτο αποκορύφωμα παροξυσμού, έστειλε ανθρώπους να ερευνήσουν το κελί εκείνου που, ολότελα απογυμνωμένος, θεωρούσε «μέγα άχθος να φέρει ακόμη και το σαρκίον του», έχοντας φωλιασμένη μέσα του την σατανική υποψία ότι έχει κρύψει εκεί χρυσάφι. Αντί άλλης απαντήσεως, ο Συμεών απηύθυνε στον «ευεργέτη» του νέες ευχαριστίες. Βρήκε ένα ερειπωμένο παρεκκλήσιο αφιερωμένο στην Αγία Μαρίνα και, εκεί, τελούσε με ακρίβεια τις μοναστικές Ακολουθίες και αφοσιωνόταν ειρηνικά στην αγαπημένη του προσευχή. Στο διάστημα αυτό οι μαθητές και οι θαυμαστές του αγίου, ανάμεσά τους ευγενείς και αξιωματούχοι, μεσολάβησαν υπέρ αυτού προς τον πατριάρχη, οπότε ύστερα από νέα προσαγωγή του ενώπιον της ιεράς Συνόδου, κατά την οποία ο Συμεών αρνήθηκε να κάνει την παραμικρή παραχώρηση σχετικά με την αποδιδόμενη τιμή προς τον πνευματικό του πατέρα, ο πατριάρχης τον απέλυσε εν ειρήνη λέγοντας: «Αναμφίβολα, είσαι κατ’ αλήθειαν “Στουδίτης”· έμπλεος αγάπης για τον Γέροντά σου, μα φαίνεται ότι διαθέτεις και την ισχυρογνωμοσύνη τους, η οποία είναι ίσως αξιέπαινη».

     Επιστρέφοντας στην Αγία Μαρίνα, για να αφοσιωθεί στην κατά Θεόν ησυχία, ο άγιος δέχθηκε πλήθος δωρεών που του επέτρεψαν, παρά τα εμπόδια που παρενέβαλλαν οι δαίμονες, να μεταμορφώσει τον τόπο σε μοναστήρι, προσελκύοντας όλους τους ένθερμους χριστιανούς της Βασιλεύουσας, όταν εόρταζε με μεγαλοπρέπεια την μνήμη του αγίου Συμεών του Ευλαβούς. Καθοδηγούμενος από το Άγιο Πνεύμα, εξακολουθούσε να συνθέτει ύμνους και να συντάσσει λόγους ότι, ούτε άφεση αμαρτιών ούτε εξαγιασμός δεν δίδονται χωρίς την ενσυνείδητη έλευση εντός μας της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Η θεία Χάρις, όχι μόνο τον μετέφερε σε θεσπέσιες εκστάσεις, αλλά επιτελούσε και πλήθος θαυμάτων για την ανακούφιση των μαθητών του και την παραμυθία των επισκεπτών του.


     Φθάνοντας σε βαθύ γήρας προσβλήθηκε από μακροχρόνια και οδυνηρή πάθηση των εντέρων, η οποία τον κρατούσε ακινητοποιημένο στην στρωμνή του. Παρά την αναπηρία του αυτή, ένας από τους μαθητές του τον είδε να υψώνεται από το έδαφος, καθώς προσευχόταν, και να περιβάλλεται από άρρητη φωτοχυσία. Φτάνοντας στο πέρας των σεπτών του αγώνων, έλαβε την λύτρωση που επιθυμούσε και συναριθμήθηκε στην χορεία των αγίων στις 12 Μάρτιου του 1022, έχοντας προαναγγείλει την ακριβή ημερομηνία της εκδημίας του καθώς και εκείνη της ανακομιδής των λειψάνων του, ύστερα από τριάντα έτη.

     Καθώς η ημερομηνία της μνήμης του τοποθετείται κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η μνήμη του μεταφέρθηκε στις 12 Οκτωβρίου από τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη [14 Ιουλ.], ο οποίος συνέθεσε και την Ακολουθία του. Έχοντας δοξάσει τον Θεό κατά την διάρκεια της επίγειας βιοτής του, ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος δοξάσθηκε από Εκείνον μετά θάνατον, όχι μόνο διά των θαυμάτων που ο ίδιος επιτέλεσε, αλλά ακόμη περισσότερο διά της πνευματικής τροφής που προσφέρουν ως τις μέρες μας τα θεοφώτιστα συγγράμματά του σε όσους ποθούν τον Θεό τον Ζώντα.


— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ —
  [1]  Όχι αυτός, δηλαδή, που μελετά επιστημονικά τα δόγματα, αλλά αυτός που έλαβε την γνώση του Θεού από βιωμένη εμπειρία και την μεταδίδει στην Εκκλησία ως πηγή ύδατος ζώντος.
  [2]  «Περὶ Πνευματικοῦ Νόμου» 69, PG 65, 914.
  [3]  Ο βιογράφος του, ο όσιος Νικήτας Στηθάτος (1005-1090), παρουσιάζει μια άλλη εκδοχή αυτών των γεγονότων, την οποία εξιστορεί ο ίδιος Συμεών στα αυτοβιογραφικά του συγγράμματα και δηλώνει ότι εισήλθε απευθείας στην μονή χωρίς να μεσολαβήσει αυτή η περίοδος χαλαρότητας.
  [4]  «Εὐχαριστία» Β΄, ΕΠΕ 19Α, 569-593.
  [5]  Η επίσημη αναγνώριση της τιμής ενός αγίου δεν άρχισε να επιβάλλεται παρά μόνο μετά τον 14ο αιώνα. Μέχρι σήμερα ακόμη, αυτή προϋποθέτει να προηγηθεί η τιμή από τον λαό, την οποία η εκκλησιαστική αρχή έρχεται να επικυρώσει.



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείαν ἔλλαμψιν,
Συμεὼν Πάτερ,
εἰσδεξάμενος,
ἐν τῇ ψυχῇ σου,
φωστὴρ ἐν κόσμῳ
ἐδείχθης λαμπρότατος,
διασκεδάζων αὐτοῦ
τὴν σκοτόμαιναν,
καὶ πάντας πείθων
ζητεῖν ἣν ἀπώλεσαν,
Χάριν Πνεύματος.
Αὐτὸ ἐκτενῶς ἱκέτευε,
δωρήσασθαι ἡμῖν
τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῷ φωτὶ λαμπόμενος,
τῷ τρισηλίῳ θεόφρον,
θεολόγος γέγονας,
τῆς Ὑπερθέου Τριάδος·
ἄνωθεν,
σοφίαν λόγων
καταπλουτήσας,
ἔβλυσας,
θεοσοφίας ἔνθεα ῥεῖθρα,
ἐξ ὧν πίνοντες
βοῶμεν·
χαίροις τρισμάκαρ
Συμεὼν Ὅσιε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Ἅπασαν τὴν αἴσθησιν ὑπερβάς,
ἐκ τῶν ὑπὲρ φύσιν,
θεαμάτων τὰς δωρεάς,
θεολόγῳ γλώσσῃ,
ὦ Συμεὼν πορθμεύεις,
καλλιγραφῶν τὸν τρόπον,
τὸν τῆς θεώσεως.



※
[ (1) Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
σελ. 124–131·
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Σωτήρης Γουνελάς,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήνα, Φεβρουάριος 20172.
(2) Αρχιμ. Συμεών Κούτσα:
«Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος»·
(ο Βίος του Αγίου, εισαγωγή,
κείμενο, μετάφραση, σχόλια),
σελ. 462·
Εκδόσεις «Ακρίτας»·
Αθήνα, Απρίλιος 19941.
(3) Αρχιεπ. Βασιλείου Κριβοσέιν
(1900–1985):
«Μέσα στο φως του Χριστού,
Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος»,
Βίος-Πνευματικότητα-Διδασκαλία·
Εκδόσεις
«Το Περιβόλι της Παναγίας»·
Θεσσαλονίκη, 19831.
(4) «Αγίου Συμεών
του Νέου Θεολόγου
Έ ρ γ α »·
Πρόλογος-εισαγωγή
απόδοση στη νεοελληνική-σχόλια:
Κωνσταντίνου Γ. Φραντζολά,
σελ. 735 (ο Βίος του Αγίου: σελ. 12–29).
Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη, 20171.
(5) Το τελευταίο έργο
στον κορμό της παρούσας ανάρτησης:
« Η  Δ ι δ α χ ή »,
διά ευταλάντων και αξίων χειρών
του Ιερομ. π. Αναστασίου,
Κελλίον του Τιμίου Προδρόμου
«Διονυσίου του εκ Φουρνά»,
Καρυές – Αγίου Όρους·
Εκδόσεις «Ερμηνεία».
(6) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]

※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.