Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ


     Ανάμεσα στα άστρα που λάμπουν αναρίθμητα στο πνευματικό στερέωμα της Εκκλησίας, τρία μονάχα κρίθηκαν άξια του τίτλου του «Θεολόγου» [1]: ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής [8 Μαΐ. και 26 Σεπτ.], ο ηγαπημένος μαθητής, ο οποίος επέπεσε επί του στήθους του Κυρίου και ήπιε από το Ζων Ύδωρ της γνώσεως του Λόγου του Θεού· ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός [25 και 30 Ιαν.], ο οποίος, αφού πρώτα ενατένισε με κεκαθαρμένο τον έσω οφθαλμό της ψυχής του το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, κήρυξε το μυστήριο θέτοντας στην υπηρεσία του ό,τι καλύτερο είχε να επιδείξει η εμφιλόσοφη ευγλωττία των Ελλήνων· και, τέλος, ο όσιος Συμεών, ο οποίος αφού βυθίσθηκε πλήρως στο φως του Αγίου Πνεύματος, εστάλη από τον Θεό ως άλλος Προφήτης σε μια βυζαντινή κοινωνία που ήταν λίγο-πολύ παραδομένη σ’ έναν συμβατικό, αβαθή, άνευρο και τυπολατρικό χριστιανισμό, ακριβώς για να δώσει μαρτυρία ότι κάθε χριστιανός έχει κληθεί να φωτισθεί και να καταστεί υιός Θεού εν Αγίω Πνεύματι.

     Γεννημένος το 949 στην Γαλάτη της Παφλαγονίας (Μ. Ασία), γόνος πλουσίων ευγενών που ασκούσαν επιρροή στους πολιτικούς κύκλους, ο όσιος Συμεών εστάλη σε ηλικία δώδεκα ετών στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει τις σπουδές του με σκοπό να εισέλθει στην υπηρεσία του αυτοκράτορα. Εγκαταλείποντας αυτή την πολλά υποσχόμενη σταδιοδρομία και τις σπουδές του, για ένα διάστημα διήγε βίο επιπόλαιο· όμως ο Κύριος τον σπλαχνίσθηκε, δεν τον άφησε να πέσει στην διαφθορά και τον απέσπασε από την ολισθηρή οδό διαμέσου πνευματικών αναγνωσμάτων. Ο νεαρός Συμεών αναζήτησε τότε έναν άγιο άνθρωπο, ικανό να τον οδηγήσει στην οδό της Σωτηρίας, παρά τα αποθαρρυντικά λόγια του περιβάλλοντός του ότι τάχα δεν υπήρχε την εποχή εκείνη ένας τέτοιος άγιος. Επιμένοντας, τον βρήκε στο πρόσωπο και τον βίο ενός μοναχού που ζούσε έγκλειστος στην Μονή του Στουδίου, στο πρόσωπο του Συμεών του Ευλαβούς [12 Μαρτ.]. Αυτός αρχικά αρνήθηκε να τον δεχθεί ως δόκιμο και αρκέσθηκε μονάχα να του δώσει να διαβάσει το βιβλίο του οσίου Μάρκου του Ασκητού [5 Μαρτ.]. Μόλις το άνοιξε, ο νέος έπεσε πάνω στην ακόλουθη φράση: «Αν ζητάς θεραπεία, επιμελήσου την συνείδησή σου και όσα σου λέγει κάμε και θα βρεις ωφέλεια» [2]. Θεωρώντας την φράση αυτή ως θεία προτροπή προς αυτόν, καταπιάστηκε αμέσως με αυτό το έργο και ακολούθησε την συνείδησή του που τον παρακινούσε να θυσιάσει τον εαυτό του από αγάπη για τον Χριστό, επιτείνοντας ολοένα και περισσότερο τις νηστείες και τις ολονύκτιες αγρυπνίες του. Συνεπαρμένος από τον θείο πόθο, δεν άργησε να λάβει ένα πρώτο δείγμα της εύνοιας του Θεού με την μορφή μιας θαυμαστής όρασης του ακτίστου φωτός, η οποία τον ανήρπασε εκτός του κόσμου και του σώματός του. Έμπλεος χαράς και θερμών δακρύων, δεν έπαυε να φωνάζει ακατάπαυστα το «Κύριε Ελέησον» και, εν μέσω αυτού του φωτός, είδε τον πνευματικό του πατέρα Συμεών να στέκεται στα δεξιά μιας φωτεινής νεφέλης και να του διδάσκει την τέχνη της απερίσπαστης προσευχής.


     Παρ’ όλα αυτά, καθώς η πρώτη αυτή εμπειρία της θείας δόξης δεν βασιζόταν πάνω στην απάθεια, ο Συμεών έπεσε σιγά-σιγά στην χλιαρότητα και την χαλάρωση, για τις οποίες θα μετανοήσει αργότερα ενώπιον του Θεού. Επί έξι ή επτά χρόνια εξακολουθούσε να σχετίζεται με τον πνευματικό του πατέρα, χωρίς όμως να αποσπασθεί από τον κόσμο και την ματαιότητά του [3]. Ο Κύριος όμως έδειξε και πάλι έλεος προς τον εκλεκτό Του δούλο και, «πιάνοντάς τον από τα μαλλιά», τον απέσπασε από τον βόρβορο του κόσμου για να τον αποκαταστήσει ολοϋπαρκτικά ενώπιόν Του. Επωφελούμενος μιας αποστολής στην γενέτειρά του, κανόνισε τις υποθέσεις του, αποχαιρέτισε τους γονείς του και επέστρεψε χωρίς αργοπορία στην Βασιλεύουσα, για να υποταγεί απόλυτα στον κατά Θεόν πατέρα του με ακλόνητη εμπιστοσύνη και τέλεια υποταγή. Του παραχωρήθηκε ένα μικρό κελί κάτω από την σκάλα του κελιού του Γέροντός του Συμεών· εγκαταβίωσε εκεί στοχαζόμενος τις αμαρτίες του και καθιστώντας την κατάνυξη, την οποία είχε ήδη οικειοποιηθεί στον κόσμο επισκεπτόμενος τα κοιμητήρια, μόνιμη και σταθερή κατάσταση της ψυχής του. Αναλάμβανε τα πλέον εξευτελιστικά διακονήματα με τέλεια αποκοπή του ιδίου θελήματος, πρόσεχε τον πνευματικό του πατέρα σαν τον Ίδιο τον Χριστό και προσκυνούσε με αφοσίωση κάθε μέρος όπου είχε σταθεί ο Γέροντάς του προσευχόμενος, σαν να επρόκειτο για τα Άγια των Αγίων. Προφυλαγμένος διά της ασπίδας της προσευχής του Γέροντός του, μπορούσε να απωθεί άφοβα τους δαίμονες της δειλίας, της ακηδίας, της πορνείας και του φθόνου, που ορμούσαν πάνω του για να τον αποθαρρύνουν.

     Ξένος προς όλους, τηρώντας αδιάλειπτη σιωπή, στεκόταν όρθιος καθ’ όλη την διάρκεια των Ακολουθιών, με μάτια κατεβασμένα, χύνοντας άφθονα δάκρυα στο άκουσμα των ιερών κειμένων. Ορισμένοι μοναχοί ενοχλούνταν από την ταχεία και παράδοξη πρόοδο αυτού του δοκίμου, την θεωρούσαν ως ανεπιθύμητο έλεγχο προς την δική τους χλιαρότητα και τον κατηγορούσαν συνεχώς στον ηγούμενο ότι διατηρούσε πολύ στενές σχέσεις με τον πνευματικό του πατέρα. Καθώς κατέφυγε στην προσευχή του Γέροντος για να ενισχυθεί σε τούτη την δοκιμασία, εκείνος τον διαβεβαίωσε ότι σύντομα θα λάμβανε άνωθεν διπλή Χάρη απ’ ό,τι είχε λάβει εκείνος. Όντως, το ίδιο βράδυ, όταν εισήλθε στο κελί του, ένα ουράνιο φως περιέβαλε τον νου του, τον γέμισε άρρητη αγαλλίαση θείου έρωτος και, μολονότι ο ίδιος δεν ήταν πολύ μορφωμένος, ο Θεός τού παραχώρησε ήδη από τότε τόση ουράνια σοφία, ώστε τον θαύμαζαν όλοι οι συμμοναστές του. Αυτά όμως τα υπερφυσικά χαρίσματα αναζωπύρωσαν το μίσος των ζηλόφθονων μοναχών, οι οποίοι κατόρθωσαν στο τέλος να τον εκδιώξουν από την Μονή του Στουδίου.

     Εισήλθε τότε ως δόκιμος στο μικρό μοναστήρι του Αγίου Μάμαντος, διατηρώντας ωστόσο ως πνευματικό του τον Συμεών τον Ευλαβή. Αφού εκάρη μοναχός από αυτόν και έλαβε το όνομα Συμεών, προχώρησε σε νέες πνευματικές αναβάσεις και αφιερώθηκε ολόψυχα στην ησυχία, την προσευχή και την μελέτη των θείων Γραφών, τρεφόμενος μόνο με λίγα χόρτα. Το κελί του, απ’ όπου δεν έβγαινε παρά για τις ιερές Ακολουθίες, είχε γίνει πυρίκαυστη κάμινος, μέσα στην οποία βυθιζόταν ολόκληρος για να μεταμορφωθεί σε πύρινη φλόγα αγάπης και όπου ο Κύριος τον ανήρπαζε συχνά εν μέσω θεσπέσιων εκστάσεων. Σε έναν από τους ωραιότερους λόγους του [4], ο Συμεών παραβάλλει τον εαυτό του με δυστυχισμένο που έπεσε σε λάκκο βορβορώδη, απ’ όπου τον ανέσυρε βιαίως ο Κύριος εν τη ευσπλαχνία Του, και ο οποίος, κατόπιν, μέσα από μύριες παγίδες και δυσχέρειες, οδηγήθηκε από το χέρι του πνευματικού του πατέρα στις πηγές των υδάτων, ώστε να λουσθεί και να καθαρισθεί και από τυφλός να γίνει θεατής των ουρανίων μυστηρίων. Πράγματι, όσο καθαρίζονταν οι έσω οφθαλμοί της καρδίας του, τόσο ανταμειβόταν σε οράσεις θείου φωτός όλο και πιο διαυγείς. Και ενώ στην αρχή έβλεπε μόνο ένα φως που έλαμπε υπεράνω του ουρανού ωσάν ήλιος άμορφος, και το οποίο του αφαίρεσε το κάλυμμα της αναισθησίας, σιγά-σιγά έβλεπε το πρόσωπο του Χριστού να διακρίνεται καθαρότερα και τελικά αρπάχθηκε έξω από το σώμα του, σε άρρητη έκσταση, κατά την διάρκεια της οποίας ο Χριστός τού μίλησε αποκαλώντας τον «αδελφό» και «φίλο»! Μονάχα όμως ύστερα από πολλές τέτοιες εκστάσεις, μια μέρα που με δάκρυα πήγε να προσκυνήσει την εικόνα της Παναγίας, κατανόησε ότι κατείχε ενσυνείδητα εντός της καρδίας του αυτή την ενυπόστατη Αγάπη που είναι ο Κύριος.


     Μετά από δύο χρόνια, διαπιστώνοντας ο ηγούμενος την θαυμαστή του πρόοδο, αποφάσισε με σύμφωνη γνώμη του πατριάρχη να τον χειροτονήσει πρεσβύτερο. Την ημέρα της χειροτονίας του το Άγιο Πνεύμα κατήλθε σαν απλό και άμορφο φως να καλύψει την ιερά του κεφαλή και, καθ’ όλη την διάρκεια της ιερατικής του ζωής, δεν τέλεσε ποτέ την θεία Λειτουργία χωρίς ανάλογη οπτασία. Περιβεβλημένο φωτεινή νεφέλη, το πρόσωπό του έπαιρνε τότε αγγελική έκσταση και κανένας δεν μπορούσε να τον ατενίσει στα μάτια όταν ευλογούσε τον λαό. Ένα χρόνο μετά την χειροτονία του, ο ηγούμενος εκοιμήθη και ο Συμεών εξελέγη ηγούμενος από τους μοναχούς του Αγίου Μάμαντος με την έγκριση του πατριάρχη Νικολάου Χρυσοβέργη (περί το 980). Ανέλαβε ένα μοναστήρι που με τον καιρό είχε υποβιβαστεί σε κοιμητήριο ευγενών λαϊκών και στο οποίο ο μοναχικός βίος χαρακτηριζόταν από χλιαρότητα· ο όσιος επεχείρησε να το ανακαινίσει εξ ολοκλήρου· και εκτός από τον εξωραϊσμό του καθολικού –έργο ακόμη δυσκολότερο– θέλησε να παρακινήσει τους συμμοναστές του να ακολουθήσουν τον ένθερμο ζήλο του για τον Θεό. Όπως καθόριζε η παράδοση του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου [759-11 Νοεμ. 826], εκφωνούσε κατηχητικούς λόγους τρεις φορές την εβδομάδα για να αναζωπυρώνει τους μοναχούς στον πολύπονο αγώνα τους. Δεν του αρκούσε να υπενθυμίζει τυπικά τις γενικές αρχές της κοινοβιακής ζωής, αλλά ως «πτωχός φιλάδελφος», ο οποίος, αφού έλαβε έναν οβολό, τρέχει μετά καταχαρούμενος να τον επιδείξει στους συντρόφους του, παροτρύνοντάς τους να σπεύσουν και αυτοί για να επωφεληθούν από την γενναιοδωρία του ευεργέτη του, τους αποκάλυπτε ο ίδιος τα θαυμαστά και εξαίσια που ενεργούσε σε αυτόν ο Θεός και διακήρυττε με ένθεη παρρησία ότι ήδη από τον παρόντα βίο πρέπει όλοι να φθάσουμε στην όραση της Βασιλείας των ουρανών. Αυτή η βαθειά επιθυμία του να συμμετάσχουν οι αδελφοί του στην θεία Χάρη εξηγεί εκείνο το ύφος της άκρως προσωπικής εξομολόγησης που συναντούμε στα συγγράμματά του, ύφος σπάνιο στην πατερική γραμματεία.

     Αυτός ο «μανικότατος ζήλος», του οποίου ο Συμεών έδινε μαρτυρία, προκάλεσε την αντίθεση και τα ειρωνικά σχόλια ορισμένων μοναχών που προτιμούσαν μια πιο άνετη και απίεστη μοναχική ζωή και για τον λόγο αυτό τον κατηγορούσαν ως κενόδοξο. Η αντίθεση αυτή μεγάλωσε, ώσπου μια μέρα, τριάντα από αυτούς τους μοναχούς ξεσηκώθηκαν εναντίον του και τον διέκοψαν απότομα την ώρα της εκφώνησης του κατηχητικού λόγου, ορμώντας καταπάνω του σαν άγρια θηρία με την πρόθεση να τον πετάξουν έξω από το μονύδριο. Μένοντας ακίνητος, χαμογελαστός και ατάραχος μπροστά στους αντιπάλους του, ο Συμεών έκοψε την ορμή τους και έφυγαν ταραγμένοι από την εκκλησία και πήγαν να διαμαρτυρηθούν στον πατριάρχη Σισίνιο (995-998). Αφού εξέτασε την υπόθεση ο πατριάρχης, δικαίωσε πλήρως τον άγιο και εξόρισε τους μοναχούς. Όμως η πατρική αγάπη του Συμεών δεν άφησε τα πρόβατα να χαθούν έξω από το μαντρί τους. Ζήτησε να ακυρωθεί η απόφαση και έσπευσε ο ίδιος να αναζητήσει κάθε έναν από αυτούς, ζητώντας του να τον συγχωρέσει και να επιστρέψει πίσω στο μοναστήρι.


     Αφού επανήλθε η ειρήνη στην μονή ύστερα από τα θλιβερά αυτά γεγονότα, ο Συμεών συνέχισε την ποιμαντική του δραστηριότητα και το μοναστήρι κατέστη ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα της Βασιλεύουσας, στο οποίο προσέτρεχαν πολυάριθμοι πιστοί μαθητές και ευσεβείς λαϊκοί που έρχονταν από μακριά. Παρά τον ποιμαντικό του φόρτο, ο Συμεών δεν αποσπούσε την προσοχή του από τους ασκητικούς αγώνες του και τρεις φορές την ημέρα, την ίδια πάντα ώρα, αποσυρόταν στο κελί του για να χύσει άφθονα δάκρυα. Τα δάκρυα είχαν γίνει πια δεύτερη φύση του και έκαναν να αναθάλλουν από μέσα του, ωσάν λεπτοφυή άνθη, η αγάπη, η ευσπλαχνία προς όλους, η υπομονή εν μέσω των δοκιμασιών, η χαριτωθείσα και πλήρης σαγήνης όψη του προσώπου του που καταυγαζόταν από την έσωθεν χαρά του Αγίου Πνεύματος. Ύστερα από νέα όραση του θείου φωτός, έλαβε το χάρισμα της θεολογίας και, όταν δεν υφαρπαζόταν σε έκσταση, περνούσε τις νύκτες του συνθέτοντας τους «Ύμνους», ύμνους γεμάτους θείο έρωτα, οι οποίοι παραμένουν ακλόνητα από τις πολυτιμότερες μαρτυρίες της επενέργειας της θείας Χάριτος στην ψυχή ενός τόσο μυστικού αγίου. Η διάδοση των συγγραμμάτων του και της διδασκαλίας του, επέτρεψε σε πλήθος ψυχών να ξαναβρούν τον ένθερμο ζήλο της εποχής των αγίων Πατέρων και προετοίμασε ως πρόδρομος τον θρίαμβο του Ησυχασμού ως επίσημης διδασκαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

     Το έτος 1005, παρακινούμενος από τον ακατάσχετο πόθο του για τον Θεό, παραιτήθηκε από τα καθήκοντά του ύστερα από είκοσι πέντε έτη ηγουμενίας, αφήνοντας την διαδοχή στον μαθητή του Αρσένιο, τον οποίον είχε δοκιμάσει για μεγάλο διάστημα στην αγία υπακοή. Ο ίδιος αποσύρθηκε σε ένα απόμερο κελί για να αφιερωθεί ολόκληρος στην ιερά ησυχία και να στηρίξει με την προσευχή του σαν άλλος Μωυσής επί του όρους (βλ. Εξ. 17, 11) τους αγώνες των μοναχών του. Έχοντας αποκτήσει τέτοια φοβερή οικείωση με την υπέρλογη θεωρία, κατέστη φιλοθεάμων των ουρανίων μυστηρίων και μυήθηκε στην άφραστη γνώση των εσχάτων. Μια νύχτα, μεταφέρθηκε μέσα στο άκτιστο φως που εισέδυε σε όλα του τα μέλη και τον κατέστησε όλον πυρ και φως και άκουσε φωνή από ψηλά να του αναγγέλλει ότι αυτή η δόξα που τον μεταμόρφωνε ήταν η ίδια με εκείνη της οποίας θα αξιώνονταν οι εκλεκτοί στην τελική ανάσταση. Σε αυτή την κατάσταση, κατεχόμενος υπό του Αγίου Πνεύματος και γενόμενος θεός κατά Χάριν, συνέθετε τις θεολογικές και μυστικές πραγματείες του.


     Παρ’ όλο όμως που είχε φθάσει στην τελείωση, έπρεπε εκ νέου να δοκιμαστεί με θλίψεις. Μετά την κοίμηση του πνευματικού του πατρός Συμεών του Στουδίτου, είχε ζητήσει να αγιογραφηθεί η εικόνα του και μάλιστα είχε συνθέσει προς τιμήν του Ακολουθία, την οποία τελούσε ανελλιπώς κάθε χρόνο, την ημέρα της μνήμης του αποστολικού αυτού ανθρώπου, εν μέσω κοσμοσυρροής προσερχόμενων από όλα τα μέρη [5]. Το έθιμο αυτό τηρούνταν για περισσότερο από δεκαέξι χρόνια, όταν ο Στέφανος, πρώην μητροπολίτης Νικομηδείας και πρωτοσύγκελλος του πατριάρχη, άνθρωπος μεγάλης κοσμικής σοφίας με σθεναρή επιρροή στους επίσημους κύκλους, δύσπιστος απέναντι στην φήμη που είχε αποκτήσει ο άγιος Συμεών σε όλη την Βασιλεύουσα, ως άνθρωπος του Θεού και θεολόγος εν Αγίω Πνεύματι, ζήτησε αφορμή για να τον διασύρει. Αρχικά τον προκάλεσε με ένα λεπτολόγο θεολογικό ερώτημα, αλλά έλαβε μια φωτισμένη έμμετρη απόκριση, σύμφωνα με την οποία ο όσιος υπενθύμιζε στον πρωτοσύγκελλο ότι, μόνον έχοντας εμπειρία του Αγίου Πνεύματος μπορούμε να θεολογούμε. Αυτή η τόσο καίρια απάντηση έκανε να ξεσπάσει όλο το άσπονδο μίσος του ιεράρχη, ο οποίος διέδιδε συκοφαντίες κατά του Συμεών, κατηγορώντας τον ότι τιμά ως άγιο έναν αμαρτωλό. Τελικά, με ραδιουργίες κατόρθωσε να καταδικαστεί ο όσιος Συμεών σε εξορία (1009).

     Εγκαταλειμμένος, μόνος μέσα στο καταχείμωνο, σ’ έναν έρημο λόφο της Χρυσουπόλεως στην Προποντίδα, ο Συμεών ευχαρίστησε τον Θεό και απέστειλε ευχαριστήρια επιστολή στον πρωτοσύγκελλο για τις δοκιμασίες που του είχε προξενήσει. Παίρνοντας αυτό το μήνυμα ο Στέφανος, σε απερίγραπτο αποκορύφωμα παροξυσμού, έστειλε ανθρώπους να ερευνήσουν το κελί εκείνου που, ολότελα απογυμνωμένος, θεωρούσε «μέγα άχθος να φέρει ακόμη και το σαρκίον του», έχοντας φωλιασμένη μέσα του την σατανική υποψία ότι έχει κρύψει εκεί χρυσάφι. Αντί άλλης απαντήσεως, ο Συμεών απηύθυνε στον «ευεργέτη» του νέες ευχαριστίες. Βρήκε ένα ερειπωμένο παρεκκλήσιο αφιερωμένο στην Αγία Μαρίνα και, εκεί, τελούσε με ακρίβεια τις μοναστικές Ακολουθίες και αφοσιωνόταν ειρηνικά στην αγαπημένη του προσευχή. Στο διάστημα αυτό οι μαθητές και οι θαυμαστές του αγίου, ανάμεσά τους ευγενείς και αξιωματούχοι, μεσολάβησαν υπέρ αυτού προς τον πατριάρχη, οπότε ύστερα από νέα προσαγωγή του ενώπιον της ιεράς Συνόδου, κατά την οποία ο Συμεών αρνήθηκε να κάνει την παραμικρή παραχώρηση σχετικά με την αποδιδόμενη τιμή προς τον πνευματικό του πατέρα, ο πατριάρχης τον απέλυσε εν ειρήνη λέγοντας: «Αναμφίβολα, είσαι κατ’ αλήθειαν “Στουδίτης”· έμπλεος αγάπης για τον Γέροντά σου, μα φαίνεται ότι διαθέτεις και την ισχυρογνωμοσύνη τους, η οποία είναι ίσως αξιέπαινη».

     Επιστρέφοντας στην Αγία Μαρίνα, για να αφοσιωθεί στην κατά Θεόν ησυχία, ο άγιος δέχθηκε πλήθος δωρεών που του επέτρεψαν, παρά τα εμπόδια που παρενέβαλλαν οι δαίμονες, να μεταμορφώσει τον τόπο σε μοναστήρι, προσελκύοντας όλους τους ένθερμους χριστιανούς της Βασιλεύουσας, όταν εόρταζε με μεγαλοπρέπεια την μνήμη του αγίου Συμεών του Ευλαβούς. Καθοδηγούμενος από το Άγιο Πνεύμα, εξακολουθούσε να συνθέτει ύμνους και να συντάσσει λόγους ότι, ούτε άφεση αμαρτιών ούτε εξαγιασμός δεν δίδονται χωρίς την ενσυνείδητη έλευση εντός μας της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Η θεία Χάρις, όχι μόνο τον μετέφερε σε θεσπέσιες εκστάσεις, αλλά επιτελούσε και πλήθος θαυμάτων για την ανακούφιση των μαθητών του και την παραμυθία των επισκεπτών του.


     Φθάνοντας σε βαθύ γήρας προσβλήθηκε από μακροχρόνια και οδυνηρή πάθηση των εντέρων, η οποία τον κρατούσε ακινητοποιημένο στην στρωμνή του. Παρά την αναπηρία του αυτή, ένας από τους μαθητές του τον είδε να υψώνεται από το έδαφος, καθώς προσευχόταν, και να περιβάλλεται από άρρητη φωτοχυσία. Φτάνοντας στο πέρας των σεπτών του αγώνων, έλαβε την λύτρωση που επιθυμούσε και συναριθμήθηκε στην χορεία των αγίων στις 12 Μάρτιου του 1022, έχοντας προαναγγείλει την ακριβή ημερομηνία της εκδημίας του καθώς και εκείνη της ανακομιδής των λειψάνων του, ύστερα από τριάντα έτη.

     Καθώς η ημερομηνία της μνήμης του τοποθετείται κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η μνήμη του μεταφέρθηκε στις 12 Οκτωβρίου από τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη [14 Ιουλ.], ο οποίος συνέθεσε και την Ακολουθία του. Έχοντας δοξάσει τον Θεό κατά την διάρκεια της επίγειας βιοτής του, ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος δοξάσθηκε από Εκείνον μετά θάνατον, όχι μόνο διά των θαυμάτων που ο ίδιος επιτέλεσε, αλλά ακόμη περισσότερο διά της πνευματικής τροφής που προσφέρουν ως τις μέρες μας τα θεοφώτιστα συγγράμματά του σε όσους ποθούν τον Θεό τον Ζώντα.


— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ —
  [1]  Όχι αυτός, δηλαδή, που μελετά επιστημονικά τα δόγματα, αλλά αυτός που έλαβε την γνώση του Θεού από βιωμένη εμπειρία και την μεταδίδει στην Εκκλησία ως πηγή ύδατος ζώντος.
  [2]  «Περὶ Πνευματικοῦ Νόμου» 69, PG 65, 914.
  [3]  Ο βιογράφος του, ο όσιος Νικήτας Στηθάτος (1005-1090), παρουσιάζει μια άλλη εκδοχή αυτών των γεγονότων, την οποία εξιστορεί ο ίδιος Συμεών στα αυτοβιογραφικά του συγγράμματα και δηλώνει ότι εισήλθε απευθείας στην μονή χωρίς να μεσολαβήσει αυτή η περίοδος χαλαρότητας.
  [4]  «Εὐχαριστία» Β΄, ΕΠΕ 19Α, 569-593.
  [5]  Η επίσημη αναγνώριση της τιμής ενός αγίου δεν άρχισε να επιβάλλεται παρά μόνο μετά τον 14ο αιώνα. Μέχρι σήμερα ακόμη, αυτή προϋποθέτει να προηγηθεί η τιμή από τον λαό, την οποία η εκκλησιαστική αρχή έρχεται να επικυρώσει.



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείαν ἔλλαμψιν,
Συμεὼν Πάτερ,
εἰσδεξάμενος,
ἐν τῇ ψυχῇ σου,
φωστὴρ ἐν κόσμῳ
ἐδείχθης λαμπρότατος,
διασκεδάζων αὐτοῦ
τὴν σκοτόμαιναν,
καὶ πάντας πείθων
ζητεῖν ἣν ἀπώλεσαν,
Χάριν Πνεύματος.
Αὐτὸ ἐκτενῶς ἱκέτευε,
δωρήσασθαι ἡμῖν
τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῷ φωτὶ λαμπόμενος,
τῷ τρισηλίῳ θεόφρον,
θεολόγος γέγονας,
τῆς Ὑπερθέου Τριάδος·
ἄνωθεν,
σοφίαν λόγων
καταπλουτήσας,
ἔβλυσας,
θεοσοφίας ἔνθεα ῥεῖθρα,
ἐξ ὧν πίνοντες
βοῶμεν·
χαίροις τρισμάκαρ
Συμεὼν Ὅσιε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
πασαν τὴν αἴσθησιν ὑπερβάς,
ἐκ τῶν ὑπὲρ φύσιν,
θεαμάτων τὰς δωρεάς,
θεολόγῳ γλώσσῃ,
ὦ Συμεὼν πορθμεύεις,
καλλιγραφῶν τὸν τρόπον,
τὸν τῆς θεώσεως.



[ (1) Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
σελ. 124–131·
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Σωτήρης Γουνελάς,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήνα, Φεβρουάριος 20172.
(2) Αρχιμ. Συμεών Κούτσα:
«Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος»·
(ο Βίος του Αγίου, εισαγωγή,
κείμενο, μετάφραση, σχόλια),
σελ. 462·
Εκδόσεις «Ακρίτας»·
Αθήνα, Απρίλιος 19941.
(3) Αρχιεπ. Βασιλείου Κριβοσέιν
(1900–1985):
«Μέσα στο φως του Χριστού,
Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος»,
Βίος-Πνευματικότητα-Διδασκαλία·
Εκδόσεις
«Το Περιβόλι της Παναγίας»·
Θεσσαλονίκη, 19831.
(4) «Αγίου Συμεών
του Νέου Θεολόγου
Έ ρ γ α »·
Πρόλογος-εισαγωγή
απόδοση στη νεοελληνική-σχόλια:
Κωνσταντίνου Γ. Φραντζολά,
σελ. 735 (ο Βίος του Αγίου: σελ. 12–29).
Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη, 20171.
(5) Το τελευταίο έργο
στον κορμό της παρούσας ανάρτησης:
« Η  Δ ι δ α χ ή »,
διά ευταλάντων και αξίων χειρών
του Ιερομ. π. Αναστασίου,
Κελλίον του Τιμίου Προδρόμου
«Διονυσίου του εκ Φουρνά»,
Καρυές – Αγίου Όρους·
Εκδόσεις «Ερμηνεία».
(6) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου