Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΑΣ ΠΟΡΕΙΑ


Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΑΣ ΠΟΡΕΙΑ
Από συνομιλία με έναν ερημίτη
του Μοναστηριού του Βαλαάμ


     Στην αρχή της πνευματικής μας πορείας, που πνευματικά είμαστε ακόμη ανώριμοι, ολόκληρος ο θρησκευτικός μας προσανατολισμός είναι εγωκεντρικός, επηρεασμένος από τις αισθήσεις και τη λογική μας. Το βαθύτερο επίπεδο γνώσης, η νοητική συνείδηση, δεν έχει ακόμα αποκαλυφθεί. Δε γνωρίζουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Ζούμε κι ενεργούμε σύμφωνα με κανόνες και εξωτερικές παρατηρήσεις. Η προσευχή μας συνίσταται σε λόγια προφορικά ή νοερά, δεν έχει εισχωρήσει ακόμα στην καρδιά μας. Αγαπάμε τον Θεό από καθήκον, τον πλησίον μας για χάρη της υπακοής. Θέλουμε να δικαιωνόμαστε, γι’ αυτό και υπερασπίζουμε με πάθος τις θέσεις μας, είτε δογματικές είναι αυτές είτε αφορούν στον τύπο είτε οτιδήποτε άλλο. Με λίγα λόγια είμαστε το εγώ μας, όπως αυτό ορίζεται από τα πάθη μας. Απέχουμε πολύ από το να είμαστε αυθεντικά πρόσωπα, γιατί είμαστε εγκλωβισμένοι στον περιχαρακωμένο ατομισμό μας.

     Καθώς προχωρούμε και αποκτούμε κάποιον έλεγχο στα πάθη μας, η ψυχή μας αρχίζει να εξαγνίζεται. Τότε η Χάρη φωτίζει την πνευματική μας συνείδηση. Αποκτούμε μεγαλύτερη αίσθηση της παρουσίας του Θεού, αλλά και του Άλλου. Απομακρυνόμαστε από τον εγωκεντρισμό μας. Η προσοχή μας επικεντρώνεται στον Θεό. Καθώς προχωρεί η αλλοίωση αυτή, το προσωπικό μας εγώ διαστέλλεται, διευρύνεται, αγκαλιάζει κι άλλους. Έτσι, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον εαυτό μας απομονωμένο από τον Θεό και τους αδελφούς. Είναι κι εκείνοι ό,τι είμαι κι εγώ. Το εγώ μου τους συμπεριλαμβάνει κι αυτούς. Κι όλα γίνονται με τον δεσμό της αυθεντικής, της γνήσιας πνευματικής αγάπης, που ενισχύεται με την πίστη. Όσο πιο πολύ προχωρούμε και προοδεύουμε στην πνευματική συνείδηση, τόσο περισσότερο διευρύνεται η αγάπη μας κι αγκαλιάζει όλους εκείνους που βρίσκονται γύρω μας. Προσευχόμαστε γι’ αυτούς με την καρδιά μας, όπως και για όλον τον κόσμο. Η Χάρη του Θεού μάς εξαγνίζει κι έτσι μπορούμε ν’ αγαπάμε γνήσια, με καθαρή και ανιδιοτελή αγάπη. Η ουσία του τί σημαίνει να είσαι χριστιανός, είναι ν’ αγαπάς γνήσια και αυθεντικά.


     Όταν αγαπάμε γνήσια τον Θεό και τον συνάνθρωπό μας –η αγάπη για τον πλησίον μας είναι το κριτήριο γνησιότητας της αγάπης μας για τον Θεό (πρβλ. Α΄ Ιωάν.)– καθαριζόμαστε, γινόμαστε αγνοί, φωτιζόμαστε και θεωνόμαστε. Έτσι, μπορούμε να αποκατασταθούμε, να ξεφύγουμε από την πεσμένη μας φύση, ν’ απομακρυνθούμε από τον εγωκεντρισμό μας, από την τυραννία της λογικής μας και συναισθηματικής αυτοσυνειδησίας μας. Τα πάθη μας ελέγχονται, υποκύπτουν στην αγάπη για τον Άλλον. Καθαριζόμαστε από όλα εκείνα που μας περιορίζουν στον εαυτό μας και μας εμποδίζουν από την αγάπη για τους αδελφούς μας.

     «Ο αδελφός μας είναι η ζωή μας», είχε πει ο όσιος Σιλουανός [6 Φεβρ.· Β΄ μισό 5ου αι.]. Αυθεντικός χριστιανισμός και γνήσιος μοναχισμός είναι ν’ αγαπάμε τον πλησίον μας. Όσο πιο καθαρή και αγνή είναι η αγάπη μας, τόσο περισσότερο ολοκληρώνεται το πρόσωπό μας και διαστέλλεται το εγώ μας, για να συμπεριλάβει και ν’ αγκαλιάσει ολόκληρη την χριστιανική ή μοναστική αδελφότητα, την κοινωνία, τη χώρα, την Εκκλησία και τον κόσμο ολόκληρο. Οι άγιοι είναι εκείνοι των οποίων το εγώ περιλαμβάνει ολόκληρη την Εκκλησία. Προσεύχονται για όλους, γιατί όλοι συναποτελούν τον αληθινό τους εαυτό.

     Όταν ο χριστιανός αποκτήσει αληθινό πρόσωπο και φτάσει στην αυθεντική πνευματική ωριμότητα, συνειδητοποιεί στη ζωή του εκείνο που ονόμαζε ο π. Σωφρόνιος του Έσσεξ (1896–1993) «υποστατική αρχή»· μια ύπαρξη δηλαδή σαν εκείνη του Χριστού, εν Χριστώ: με τον Χριστό, για τον Χριστό, σαν τον Χριστό. Η θέωσή μας πραγματοποιείται όταν γινόμαστε τέλειοι στην αγάπη, όταν αγκαλιάζουμε όλη τη δημιουργία, όπως έκανε κι ο Χριστός, όταν είμαστε γερά μπολιασμένοι στο θείο Του Πρόσωπο. Τότε βρισκόμαστε σε μια κατάσταση αληθινής συνεργείας με τον Θεό. Η αγάπη μας βρίσκεται σε συνεργασία με την Αγάπη Του, που είναι η ενέργειά Του, η Χάρη Του, η ζωή Του.


[ (1) Πέτρου Μπότση:
«Το Άγιον Όρος του Βορρά,
Πατερικό του Βαλαάμ»·
κεφ. Β΄, §6, σελ. 61–65·
Αθήνα, Μάρτιος 20071.
(2) Αρχιμ. Σωφρόνιου Σαχάρωφ:
«Οψόμεθα τον Θεόν
καθώς εστί»·
κεφ. ΙΓ΄, σελ. 293–347·
Έκδοση Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου,
Έσσεξ – Αγγλίας, 19932.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου