Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΘΑΥΜΑΣΙΩΝ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ
ΘΑΥΜΑΣΙΩΝ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ


1. «Γλυκαίνομαι να εγκωμιάζω τις αρετές σου, Πρόδρομε»

     Θα σας διηγηθώ τώρα ένα αληθινό γεγονός που έγινε σ’ ένα νεόκουρο μοναχό, ο οποίος, παίρνοντας θάρρος σε μένα, μου το εκμυστηρεύθηκε πολύ εμπιστευτικά:
     «Τον Τίμιο Πρόδρομο, που εικονίζεται με αυστηρή μορφή στο προσκυνητάρι που βρίσκεται εντός του Καθολικού της Μονής Διονυσίου, μπροστά στον δεξιό κίονα, προφανώς και τον γνωρίζεις! Όσες φορές του μιλάω και ατενίζω στο πρόσωπό του, μου φαίνεται σα νά ’ναι ζωντανός. Μέσα μου αισθάνομαι σαν παιδί που μιλάει προς τον πατέρα του. Όταν, για πρώτη φορά, Δευτέρα βράδυ, διάβαζα στο Απόδειπνο τους Χαιρετισμούς του Αγίου Προδρόμου, καθώς ήμουν τότε νέος μοναχός και στεκόμουν μπροστά στην εικόνα του, με πολλή ευλάβεια και αγάπη, όταν έφτασα στο λόγο των Χαιρετισμών: “εὐφημῶν γὰρ ἥδομαι τὰ σά, ἀπορῶν δὲ λόγου, δειλιῶν Πρόδρομε, αὐτὸς δὲ ἐνισχύων με...
 (=Γλυκαίνομαι να εγκωμιάζω τις αρετές σου, Πρόδρομε! Διστάζω όμως και δειλιάζω, μια που δε βρίσκεται μέσα μου λόγος ικανός για να εκφράσω τούτο τον έπαινο· εσύ όμως δωσ’ μου δύναμη σ’ αυτό!) —ω, τα θαυμάσιά σου, προστάτη μου, Τίμιε Πρόδρομε!– αισθάνθηκα μια υπερφυσική χάρη μες στην καρδιά μου και μου φάνηκε σα να σήκωσε ο Τίμιος Πρόδρομος ολόκληρο το σώμα μου ψηλά πάνω από τη γη, γεμίζοντάς με ολόκληρο με άρρητη χαρά και αγαλλίαση.
     Κάποτε παρακαλούσα για χρόνια τον Τίμιο Πρόδρομο για ένα ζήτημα πνευματικής φύσεως και δε λάμβανα καμία πληροφορία γι’ αυτό. Οπότε μια μέρα, όταν ασπάστηκα την αγία του εικόνα, τον παρακάλεσα με περισσότερη έμφαση, έχοντας μέσα μου λύπη και διαμαρτυρόμενος κάπως για τη σιωπή του. Αναχωρώντας από την αγία εικόνα, άκουσα μια νοερή φωνή στη διάνοιά μου, που με πληροφορούσε και με παρηγορούσε επαρκώς για το ζήτημα που τον παρακαλούσα. Ευχαρίστησα θερμά τον Προστάτη μου και στο εξής ειρήνευσα μέσα μου».


2. Ανέλπιστο θαύμα της αγίας Δεξιάς του Τιμίου Προδρόμου

     Στην εορτή του Αγίου Πνεύματος του έτους 1961, μετά τη Θεία Λειτουργία, ο εφημέριος ιερομόναχος Παύλος ήρθε και μου διηγήθηκε τη θαυματουργία της αγίας Δεξιάς του Τιμίου Προδρόμου που έγινε σ’ αυτόν, ως εξής:
     «–Κατάλαβες τι μου συνέβη σήμερα στη Λειτουργία, πάτερ Λάζαρε;
     –Τι; Για εξήγησέ μου καλύτερα, σε παρακαλώ!
     –Βεβαίως, με άκουγες στον Όρθρο, πόσο δυσκολευόμουνα στις εκφωνήσεις, πώς είχε φράξει ο λαιμός μου από τη φαρυγγίτιδα που με τυραννάει κατά καιρούς.
     –Ναι, το κατάλαβα. Κι έλεγα μάλιστα μέσα μου: “άραγε, πώς θα τα καταφέρει στη Λειτουργία ο παπάς;”.

     –Άκου λοιπόν: όταν συναχθήκαμε οι ιερείς στην εκκλησία για να πάρουμε “καιρό”, βλέπω τον εαυτό μου νά ναι σε κακή κατάσταση. Πριν βάλει “Εὐλογητὸς” ο Καθηγούμενος, πήγα και τον παρακάλεσα να βγάλει την αγία Δεξιά του Τιμίου Προδρόμου να την ασπαστώ και να με σταυρώσει μ αυτή. Δέχθηκε αμέσως ο Καθηγούμενος, σταύρωσε το κεφάλι μου με την αγία Προδρομική Δεξιά, λέγοντας και τη συνήθη ειδική ευχή που υπάρχει γι’ αυτές τις περιπτώσεις. Την ασπάστηκα κι εγώ με πολλή ευλάβεια κι αγάπη, παρακαλώντας συγχρόνως τον Τίμιο Πρόδρομο να με λυπηθεί και να με γιατρεύσει απ αυτή την ασθένεια που με τυραννούσε, για να μπορέσω –εις δόξαν Θεού– να κάνω τις εκφωνήσεις με ευχέρεια φωνής· και για να μπορέσω να πω και το Ευαγγέλιο με ευκολία και ευρυφωνία, όπως το λέμε συνήθως εμείς σε τέτοιες Δεσποτικές εορτές.

     Αυτά, περίπου, είπα προς τον Τίμιο Πρόδρομο όταν ασπαζόμουν την αγία του Δεξιά. Και –ω, της θαυμάσιας και ταχείας σου αντιλήψεως, Τίμιε του Χριστού Πρόδρομε!– αμέσως ένιωσα την ενέργεια της θείας Χάριτος, μαλάκωσε ο λάρυγγάς μου κι άνοιξε η φωνή μου! Γέμισα από θείο ζήλο κι έκανα τις εκφωνήσεις με πολλή ευλάβεια κι αγάπη. Είπα και το Ευαγγέλιο μ όλη μου την άνεση και την ευκολία, μέσ’ από το βάθος της ψυχής και της καρδιάς μου. Μ όλη μου την ευλάβεια και με ευγνωμοσύνη, ευχαρίστησα τον πανάγαθο προστάτη μας, τον πανένδοξο Βαπτιστή και Πρόδρομο του Κυρίου, με τις πρεσβείες του οποίου, είθε να έχουμε όλοι μας αγαθό τέλος και να μπούμε στη Βασιλεία των Ουρανών. Αμήν, γένοιτο!...».


3. «Βλέπω έναν γίγαντα μπροστά μου, με τα μαλλιά ξέπλεκα»

     Για τη συνέχεια ο λόγος αφορά ένα ευλογημένο αδελφό της Μονής Διονυσίου, τον πατέρα Βησσαρίωνα, ο οποίος καταγόταν από τη Χαλκίδα της Εύβοιας. Εκοιμήθη εν Κυρίω το 1952, σε ηλικία 76 ετών. Πριν την κοίμησή του, ήταν Οικονόμος σ’ ένα Μετόχιο της Μονής Διονυσίου στη Συκιά Χαλκιδικής, το λεγόμενο «Καλαμίτσι». Προαισθάνθηκε το θάνατό του κι αφού αποχαιρέτησε τους γνωστούς και τους φίλους του, τους είπε πολύ απλά ότι «πηγαίνει πίσω στο Μοναστήρι για να πεθάνει (!)». Μόλις αποβιβάσθηκε στην αποβάθρα της Μονής Διονυσίου, έκλινε τα γόνατα της ψυχής και της καρδιάς του κι ευχαριστούσε ολόψυχα τον Τίμιο Πρόδρομο που τον αξίωσε να έλθει πίσω στη Μονή της μετανοίας του, για να αποδώσει το «κοινόφλητο χρέος» της εν Κυρίω αποδημίας του· η οποία, πραγματοποιήθηκε μετ από δυο μέρες, αφού πρώτα αποχαιρέτησε όλους τους αδελφούς του και συγχωρέθηκε μαζί τους. Αυτός ο τρισμακάριστος μοναχός είχε σαν «σύνοικο», θησαυρισμένη μέσα στην καρδιά του, πολλή και ζέουσα, την αγία ταπείνωση και την πίστη. 
     Κάποτε βρήκε την ευκαιρία ο π.Λάζαρος και τον ρώτησε:
     –Άκουσα, π.Βησσαρίων, όταν το Μοναστήρι μας σε είχε διορίσει Οικονόμο στο Μετόχι της, εκεί στα Μεριανά της Χαλκιδικής, ότι είδες τον Τίμιο Πρόδρομο, με τον οποίον και συνομίλησες κιόλας. Αν το θυμάσαι αυτό το γεγονός κι αν θέλεις, πες μου το και σ’ εμένα, όπως ακριβώς συνέβη, για να το σημειώσω ώστε να μαθαίνουν και οι νεώτεροι. Πώς είδες τον Τίμιο Πρόδρομο ζωντανό και μίλησες μαζί του;...
     Ο Γερο–Βησσαρίων, μειδίασε για λίγο και, με τη συνηθισμένη του απλότητα, άρχισε να λέει:
     «Αδελφάκι μου, καθώς ξέρεις, το Μοναστήρι μας με διόρισε Οικονόμο στα 1916 και, όσο μπορούσα, φρόντιζα για τις εκεί δουλειές του Μετοχίου. Εσύ μυλωνάς έκανες και ξέρεις ότι πολλές φορές μαζεύονται πολλοί νοματαίοι στο μύλο. Μια μέρα, δυο χωριάτες ήρθαν στα παζάρια και, ο ένας απ’ αυτούς, αγόρασε τη φοράδα του άλλου. Εκείνος που την αγόρασε, πήγε μέσα στην Εκκλησία και προσκύνησε. Άφησε μάλιστα μπροστά στην εικόνα του Τιμίου Προδρόμου και μερικά χρήματα και μου είπε ν’ ανάψω κι ένα κερί. Εγώ πήγα κι άναψα τα καντήλια και βλέπω, μετά από λίγο, να λείπουν τα χρήματα. Μα, δε ξέρεις πόση στεναχώρια μού ’ρθε! Με σκλήρυνε κι εμένα ο πειρασμός και, όπως κουβεντιάζουμε τώρα μαζί, πήγα μπροστά στην εικόνα του Αγίου Προδρόμου και του λέω:
     –Άγιε Πρόδρομε, δεν είσαι εσύ εδώ; Γιατί αφήνεις να σου παίρνουν τα χρήματα μπροστά από την εικόνα σου; Ααα!..., δε σου ανάβω το καντήλι!...
     Έτσι, λοιπόν, άναψα μόνο της Παναγίας το καντήλι κι έφυγα. Ναι, αλλά μέσα μου, η καρδιά μου, χτυπούσε λιγάκι. Πήγα στο μήλο, ανέβηκα πάνω στο σπίτι, έφαγα λίγο ψωμί, αλλά συγχυσμένος! Θυμόμουνα ότι το καντήλι του Τιμίου Προδρόμου το είχα αφήσει επίτηδες σβηστό, αλλά ο
κοτσουνούρης (=ο διάβολος, ο πονηρός) δεν μ’ άφηνε! Πολύ με σκλήρυνε! Μάλιστα δε, έλεγα μέσα μου:Άϊ, να δούμε τι θα γίνει!... Το καντήλι δεν το ανάβω εγώ απόψε!....
     Κοιμήθηκα, λοιπόν, με τη σύγχυση που είχα μέσα μου, καθώς επέμενα στη γνώμη μου. Έτυχε νά ναι πανσέληνος, τότε. Το φεγγάρι, ήταν σαν ήλιος. Κι απ το παράθυρο του κελιού μου, έμπαινε μέσα το φως. Καθώς, λοιπόν, κοιμόμουν μόνος μου –τότε δεν είχα άλλον αδελφό μαζί μου για συνοδεία– κατά τα μεσάνυχτα, αισθάνομαι μια γερή σκουντιά!
     Ξυπνώ και βλέπω έναν γίγαντα μπροστά μου, με τα μαλλιά ξέπλεκα. Απ’ το φόβο μου, άρχισα να τρέμω και μόλις που μπόρεσα να του πω:
     –Πώς ήρθες εδώ;
     Για απάντηση, μου λέει με ύφος σοβαρό:
     –Το πώς ήρθα, να μη το ρωτάς! Αλλά, για πες μου: Γιατί δε μου ανάβεις το καντήλι;
     Αμέσως, με πολύ φόβο, με φωνή που έτρεμε και με δάκρυα στα μάτια, του λέω:
     –Να με συγχωρέσεις, Άγιε!... Έσφαλα!...
     Κλαίγοντας, τού ’βαλα τότε τρεις μετάνοιες στα πόδια και τον παρακαλούσα να με συγχωρέσει. Τότε, ακούω τον Τίμιο Πρόδρομο, με γλυκιά και ήρεμη φωνή, να μου λέει:
     –Παιδί μου, Βησσαρίων! Λες ότι “δεν είμαι ’δω”! Και, αν εγώ “δεν είμαι ’δω”, τότε, ποιος σε φυλάει εσένα, εδώ τόσα χρόνια, σ’ αυτή την ερημιά που είσαι, από τους ληστές και απ
 τ’ άλλα τα κακοποιά στοιχεία;
     –Άγιέ μου, του λέω, σε παρακαλώ να με συγχωρέσεις! Δε θα το ξανακάνω!
     –Πήγαινε ν’ ανάψεις το καντήλι στην εικόνα μου και να το κηρύττεις και να το λες και σ’ άλλους, ότι, κάνουν θαύματα οι εικόνες. Γιατί πολλοί άρχισαν να λένε ότι οι εικόνες δε θαυματουργούν!
     Αυτά, μου είπε ο Άγιος κι έγινε άφαντος. Εγώ, κατευθείαν εκείνη την ώρα κιόλας πήγα στην εκκλησία και –ω, του θαύματος!– βλέπω όλα τ
 απολεσθέντα χρήματα στον ίδιο ακριβώς τόπο, όπως ήταν και πριν, μπροστά στην εικόνα του Αγίου! Ποιος ξέρει τι λαχτάρα να τράβηξε εκείνος ο κλέφτης κι έφερε πίσω τα χρήματα στην εικόνα, την ίδια κιόλας νύχτα!». 
     Σαν άκουσα τη διήγηση του π.Βησσαρίωνος, τον ρώτησα:
     –Τι ενδύματα φορούσε ο Τίμιος Πρόδρομος;
     Και μου απάντησε:
     –Να! Όπως τον βλέπεις και στην εικόνα: με την προβιά. Αλλά, τέτοιον ψηλό άνθρωπο, δεν είδα άλλον στη ζωή μου! Μα, τι να σου πω! Άνδρας, πελώριος! Γίγαντας!
     –Σε πιστεύω, του λέω· γιατί και ο Χριστός μάς λέει στο Ευαγγέλιο (Ματθ. ια΄ 11), ότι, «Οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν, μείζων Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ» (=«Σας βεβαιώνω πως μάνα δεν γέννησε ως τώρα άνθρωπο πιο μεγάλο από τον Βαπτιστή Ιωάννη!»)· αν και ο λόγος αυτός του Κυρίου υπονοεί πρωτίστως το πλήθος των αρετών και τη μεγάλη αγιότητα του Τιμίου Προδρόμου. Όμως, έχει επίσης ισχύ και για τη σωματική του διάπλαση· γιατί τα λόγια του Κυρίου περιλαμβάνουν και τα δύο αυτά θέματα. 




4. «Μα, τούτο είναι θαύμα του Τιμίου Προδρόμου»

     Διηγήθηκε ο Γέροντας Χρύσανθος στον μοναχό Λάζαρο το εξής θαυμάσιο από τον Τίμιο Πρόδρομο:
     «Το 1939 ήμουν για ένα διάστημα τραπεζάρης. Πλησίαζε η γιορτή της Αγίας Δεξιάς του Τιμίου Προδρόμου (την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών), κατά την οποία, ως συνήθως, εμείς οι μοναχοί της Μονής Διονυσίου, μικροπανηγυρίζουμε. Εγώ από την προπαραμονή μέτρησα το ψωμί και ήταν όλο κι όλο 250 πίτες. Τότε, αντί για τους συνηθισμένους άρτους, ψήνονταν “πίτες”, από τις οποίες η κάθε μία υπεραρκούσε για ένα άτομο. Για τη γιορτή του Τιμίου Προδρόμου έπρεπε να δώσω για ευλογία στους ξένους προσκυνητές μία ή δύο πίτες τον καθένα. Λογαριάζω καλά το ψωμί και βλέπω ότι δε θα φτάσει να περάσω τη γιορτή μ’ αυτό. Πηγαίνω στον Ηγούμενο. Του λέω ότι το ψωμί δε θα μας φτάσει και ότι πρέπει αύριο, παραμονή της γιορτής, να ζυμώσουμε.
     Ο Ηγούμενος, πάλι, δεν ξέρω τι σκέφτηκε μέσα του και μου λέει: “Όχι, δε θα ζυμώσουμε”. “Μα, Γέροντα, δε θα μας φτάσει το ψωμί· θα ντροπιαστούμε στους ξένους να μην έχουμε ψωμί στη γιορτή του Τιμίου Προδρόμου!”. Αυτός πάλι τα ίδια: “Όχι, θα περάσουμε μ’ αυτό!”. Τι να κάνω λοιπόν; Για να μη φιλονικώ έφυγα λυπημένος και καταστεναχωρημένος.
     Πήγα στην τράπεζα. Μοίρασα το ψωμί σε δυο κοφίνια. Έβαλα στο ένα κοφίνι 150 πίτες και στο άλλο 100. Αυτά έγιναν την Παρασκευή το πρωί. Σκέφτηκα, εν τω μεταξύ, για την τράπεζα του Σαββάτου, το βράδυ να μουσκέψω παξιμάδι και να τραπεζώσω προκειμένου να οικονομήσω έτσι την ανάγκη. Την Παρασκευή λοιπόν και το Σάββατο το πρωί, για δύο τράπεζες που έγιναν, ξοδεύτηκαν οι 150 πίτες που υπήρχαν στο ένα κοφίνι. Αφού τελείωσε η τράπεζα του Σαββάτου το πρωί, το αδειανό πλέον κοφίνι το πήγα και τ άφησα μέσα στο “παρακελλαρίκι” (=μικρός χώρος αποθήκευσης τροφίμων), όπου έχουμε το παξιμάδι και τη ρακή. Μου έμειναν μονάχα 100 πίτες που τις φύλαγα για να τις τραπεζώσω αύριο στη γιορτή του Αγίου, ανήμερα.
     Το απόγευμα του Σαββάτου πήγα στο “παρακελλαρίκι” για να πάρω παξιμάδι καθώς και το μπαγκράτσι για να μουσκέψω μέσα σ αυτό το παξιμάδι όπως είχα αποφασίσει από πριν και –ω, τα θαυμάσιά σου, Τίμιε Πρόδρομε!– βλέπω το αδειανό κοφίνι που είχα βάλει εγώ εκεί το πρωί, να είναι γεμάτο ψωμί φρέσκο! Τρίβω τα μάτια μου. Μήπως είναι πλάνη του πονηρού; Μήπως δε βλέπω καλά; Σ’ αυτό το κοφίνι εγώ είχα βάλει 150 πίτες και τις ξόδευσα τις δύο προηγούμενες μέρες. Τι είναι τούτο; Τι είναι το άλλο; Μα, φυσικά, τούτο είναι θαύμα του Τιμίου Προδρόμου! Τρέχω λοιπόν στον Γέροντα χαρούμενος και του λέω όλη την ιστορία· μάλιστα, τον προσκαλώ να έρθει και ο ίδιος μόνος του, να δει το θαύμα οφθαλμοφανώς και να πιστέψει. Πράγματι, ήρθε και πιστοποίησε το θαύμα και δώσαμε κι οι δυο μας την οφειλόμενη δόξα και τιμή στον Τίμιο Πρόδρομο.
     Και νά ’βλεπες, την άλλη μέρα, παρακαλούσα τους ασκητές και τους ξένους προσκυνητές που μας ήρθαν να πάρουν μαζί τους, όχι μία, αλλά από πέντε κι από έξι πίτες ο καθένας, κηρύττοντας συνάμα σε όλους αυτό το θαυμάσιο που μας έγινε από τον Τίμιο Πρόδρομο…». 


5. «Δε γνωρίζω εγώ ποιος είναι για προϊστάμενος;»

     Κατά το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου του σωτηρίου έτους 1937, με συνάντησε έξω από το παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου –το παρεκκλήσι που βρίσκεται απέναντι στο νοσοκομείο της Μονής Διονυσίου– ο προρρηθείς αδελφός Χρύσανθος και, εμπιστευτικά, με πολλή συντριβή και κατάνυξη, πήρε να μου λέει τι ακριβώς του συνέβη την προηγούμενη νύχτα:
     «Εγώ, αδελφέ Λάζαρε, όπως γνωρίζεις, μια που έβλεπες τις κινήσεις και τις ενέργειες που έκαμνα εδώ και πόσα χρόνια τώρα, επιθυμούσα πολύ να γίνω προϊστάμενος της Μονής. Κι αφού για πολλά χρόνια προσπάθησα παρακαλώντας τον ένα και τον άλλο, και τον Ηγούμενο πολλές φορές τον ζάλιζα γι’ αυτό το ζήτημα –και, όπως αποδεικνύεται τώρα, κατά θεία οικονομία δεν το κατόρθωσα– με τη συνεργεία βέβαια και του πονηρού, ήρθα σε τόση λύπη και στενοχώρια και, τόσο απελπίσθηκα και τόσο σκοτίσθηκε ο νους μου, που αποφάσισα …ν’ αυτοκτονήσω! “Ακούς εκεί!”, έλεγα με το λογισμό μου, “τόσους πιο νέους από μένα να τους κάνουν προϊσταμένους κι εγώ που γέρασα και που εργάσθηκα σε τόσα διακονήματα, να με καταφρονούν! Αυτό, πια, δεν το ανέχομαι! Θα κατέβω κάτω στη θάλασσα, θα δώσω μια βουτιά να πνιγώ κι ας όψονται αυτοί μετά!”.
     Αυτά μελετούσα μέσα μου για πολλές μέρες, μέχρι που πήρα την τελική απόφαση να πράξω το νοούμενο. Αλλά με την πρεσβεία του Αγίου Προστάτη μας, του Τιμίου Προδρόμου, με λυπήθηκε ο Θεός κι ένευσε στο λογισμό μου, πριν πράξω αυτό που σκεφτόμουν, να κάνω ένα τριημέρι, δηλαδή για τρεις συνεχείς μέρες να κλειστώ μέσα στο κελλί μου, να μη γευθώ τίποτε, να κλείσω πόρτες και παράθυρα για να μη μπαίνει από πουθενά φως και, έτσι ευρισκόμενος μέσα στο σκοτάδι, προσευχόμουν συνέχεια για δύο μερόνυχτα, χωρίς να γευθώ τίποτε, ούτε νερό, ούτε να πλαγιάσω στο κρεβάτι, αλλά έτσι προσευχόμενος, άλλοτε όρθιος κι άλλοτε καθιστός, μόλις με άρπαζε λίγος ύπνος, μόλις ξυπνούσα πάλι προσευχόμουν.
     Το τρίτο βράδυ λοιπόν, περίπου 3 με 4 η ώρα τη νύχτα, γίνεται μια φοβερή λάμψη κι έφεξε όλο το κελί μου· συνάμα δε, ακούω μια ηχηρή φωνή που μου έλεγε: “Γιατί δεν ησυχάζεις; Γιατί είσαι ταραγμένος και σκέφτεσαι να κατέβεις κάτω στη θάλασσα να πνιγείς;”. Εγώ, αδελφέ μου, μόλις είδα εκείνη τη λάμψη κι άκουσα και τη φωνή, μού ’φυγε όλη εκείνη η στενοχώρια και η λύπη που με βασάνιζε κι άρχισα συνέχεια να κλαίω, να κλαίω, να κλαίω, και να χύνω ακατάπαυστα δάκρυα και να ζητώ συγνώμη, ομολογώντας ότι έσφαλα και ότι πλανήθηκα από τον πονηρό: “Συγχώρεσέ με, Άγιε!...”.
     Η φωνή, επανέλαβε: “Γιατί παράτησες τη ψαλτική; Τι έχεις εδώ και μια βδομάδα τώρα και δεν πλησιάζεις στο χορό, αλλά γυρίζεις εδώ κι εκεί και ζητάς να γίνεις προϊστάμενος; Δε γνωρίζω εγώ ποιος είναι για προϊστάμενος; Κι όταν εγώ δε θέλω, πώς μπορείς να γίνεις εσύ προϊστάμενος; Δε γνωρίζω εγώ ποιος είναι για προϊστάμενος;”. Εγώ, έκλαιγα συνέχεια κι ήμουν πεσμένος στο πάτωμα και τον παρακαλούσα να με συγχωρέσει. Του υποσχέθηκα ότι από ’δω και πέρα θα ησυχάσω πραγματικά και ότι θα ξαναπάω στο χορό και ότι ποτέ ξανά δε θα ζητήσω να γίνω προϊστάμενος. Αφού είπα αυτά, χάθηκε η λάμψη, έπαυσε ο έλεγχος προς εμένα, αμέσως ειρήνευσα αδελφέ μου, κι όταν σήμανε η ακολουθία, ήρθα στην εκκλησία κι άκουσα την ακολουθία του όρθρου και τη λειτουργία στο παρεκκλήσιο».
     Όλα τα παραπάνω τ’ άκουσα με θαυμασμό και με έκπληξη. Και μου τά ’λεγε αυτά, ο ίδιος ο αυτόπτης και παθών αδελφός, τα οποία και τα σημειώνω τώρα, για να τα γνωρίζουν οι μεταγενέστεροι αδελφοί. Ας σημειωθεί δε, ότι ο αδελφός Χρύσανθος είχε πολλή απλότητα γι’ αυτό και έτυχε του θείου ελέους και της ιδιαίτερης προστασίας από τον Τίμιο Πρόδρομο. Διότι για μια 25ετία έψελνε στο δεξιό χορό με πολύ ζήλο και ευλάβεια.


6. Θαυμαστή και φοβερή διάσωση
από τον ίδιο τον Τίμιο Πρόδρομο

     Κάποιος αδελφός από τους Προϊσταμένους της Μονής Διονυσίου, όταν έμαθε ότι για την τιμή και δόξα του Τιμίου Προδρόμου σημειώνω και καταγράφω στα χρονικά της Μονής μας όλα τα κατά καιρούς θαύματά του, μ’ επισκέφθηκε στο κελί μου και μου εκμυστηρεύτηκε ένα γεγονός, αφού πρώτα, μετά από δική του παράκληση, τον διαβεβαίωσα ότι τ’ όνομά του ούτε πρόκειται να γραφεί ούτε να ανακοινωθεί.
     Αναθάρρησε μετά απ’ αυτό που του είπα και μου διηγήθηκε τα παρακάτω:
     «Εγώ, αδελφέ μου Λάζαρε –όπως θα θυμάσαι– το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου του έτους 1955, στάλθηκα από το Μοναστήρι μας στη Θεσσαλονίκη για αγορά μερικών αναγκαίων ειδών διατροφής και άλλων χρήσιμων πραγμάτων.
     Φθάνοντας λοιπόν στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με τη συνήθειά μας, έμεινα στο ξενοδοχείο. Μένοντας εκεί –αλίμονο σε μένα το δύστυχο!– με την ενέργεια του σατανά, μπλέχτηκα σ’ ένα μεγάλο κι απροσδόκητο πειρασμό. Αν δεν με πρόφταινε η θεία Χάρη και η προστασία του Τιμίου Προδρόμου, ακόμη δεν ξέρω ποιό θα ήταν τώρα το κατάντημά μου κι αν θα βρισκόμουν εγώ σήμερα στο Μοναστήρι».
     Λέγοντας αυτά τα λόγια ο αδελφός, είδα να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του από την ανάμνηση και μόνο της δοκιμασίας που ο ίδιος πέρασε και της εκπληκτικής θαυματουργίας που του έγινε στη συνέχεια. Για λίγο σιώπησε. Εγώ, τον ενθάρρυνα και πάλι να μου πει ό,τι ακριβώς του συνέβη διαβεβαιώνοντάς τον, γι’ ακόμη μια φορά, ότι αυτή του η διήγηση θα λογισθεί σαν εξομολόγηση και ότι κανείς από τους έξω δεν πρόκειται να μάθει τ’ όνομά του, ούτε ακόμη κι αυτός ο ηγούμενος.
     Και ο αδελφός συνέχισε:
     «Όταν νύχτωσε, ήμουν μόνος στο δωμάτιό μου. Μία κοπέλα, νέα κι όμορφη, έτυχε να μένει και αυτή εκεί μαζί με τον αδελφό της. Την είχα γνωρίσει μικρή στο πατρικό της πριν από δέκα χρόνια, μια και η οικογένειά της μας ήταν γνώριμη στο Μοναστήρι. Στο μεταξύ, ο αδελφός της εκείνη τη νύχτα έλειπε. Έμαθε που έμενα στο τάδε δωμάτιο κι έχοντας όλο το οικογενειακό θάρρος, μια και με γνώριζε όπως σου προείπα, μ’ επισκέφτηκε. Μετά το συνηθισμένο χαιρετισμό, αρχίσαμε να μιλάμε. Τη ρώτησα να μάθω για τον πατέρα της καθώς και για τ’ άλλα μέλη της οικογένειάς της. Κι αυτή παρομοίως με ρώτησε για κάποιους πατέρες που γνώριζε. Πέρασε γύρω στη μία ώρα συνομιλώντας έτσι. Στο τέλος, μου πρότεινε να πάμε στο δωμάτιό της να με φιλέψει απ’ το φαγητό που είχε φάει με τον αδελφό της εκείνη τη μέρα, το οποίο το είχε διαθέσιμο λόγω της έκτακτης και αιφνίδιας αναχώρησης του αδελφού της. Ήθελε να μου δώσει και μερικά εκλεκτά φρούτα απ’ το χωριό τους. Και λέγοντάς με πολλά τέτοια, με θερμοπαρακαλούσε να ενδώσω.
     Εγώ, στην αρχή, αντέλεγα και αντιδρούσα σ’ αυτήν την παράκαιρη συναναστροφή, αλλ’ αυτή όμως επέμενε. Μ’ έπιασε απ’ το χέρι και τι δεν έλεγε! “Μια στιγμή θα πάμε μόνο και θα φύγεις μετά”. Ω, συμφορά μου, αδελφέ μου! Καταλαβαίνεις σε τί δύσκολη θέση βρέθηκα. Από τη μια σκεφτόμουν το παράλογο, το άτοπο και το άγνωστο που με περίμενε μέσα σ’ αυτήν την παγίδα. Από την άλλη, τα γλυκά της λόγια, τα παρθενικά της κάλλη, τα πυρωμένα βέλη του νόμου της σάρκας που μας αντιστρατεύεται όλους, η νύχτα, η μοναξιά… Ζαλίστηκα κι άρχισα να υποχωρώ και να ενδίδω στο θέλημά της. Επίσης, να πω ότι, μέσ’ από το βάθος της ψυχής και της καρδιάς μου παρακαλούσα και ικέτευα τον Τίμιο Πρόδρομο να με προστατεύσει να μη γίνω παίγνιο και περίγελο δαιμόνων.
     Για να μη στα πολυλογώ, πήγαμε στο δωμάτιό της, στον αντίκρυ όροφο, σ’ ένα άλλο διαμέρισμα που απείχε πολύ απ’ το δικό μου και, μόλις μπήκαμε μέσα, αυτή κλείδωσε καλά την πόρτα και ετοιμαζόταν να με φιλέψει. Φαντάζεσαι τώρα την χαρά, τον αλαλαγμό και τον θρίαμβο των δαιμόνων από την παραλίγο συντελεσμένη τους νίκη!
     Αλλά, ω, τα θαυμάσια θαυματουργήματά σου, μέγιστε Προστάτη μας, πανένδοξε Βαπτιστή και Πρόδρομε του Κυρίου!
     Ενώ θεωρούνταν πια τελειωμένο γεγονός η συντριβή μου και η κατάπτωσή μου στην αμαρτία, εμφανίζεται αμέσως μία φωταυγέστατη αστραπή που φώτισε όλο το δωμάτιο σαν να το φώτιζαν πολλά μαζί ηλεκτρικά φώτα. Και, μέσα σ’ αυτό το αστραφτερό φως, παρουσιάζεται ο μέγας Πρόδρομος Ιωάννης και μ’ αρπάζει απ’ το στήθος και, μέσα σε μια στιγμή, χωρίς καν να καταλάβω το παραμικρό, βρέθηκα στο δικό μου δωμάτιο, στην άλλη άκρη του ορόφου.
     Όταν συνήλθα από την κατάπληξή μου και κατάλαβα τη μεγάλη χάρη και την προστασία που μου έγινε από τον πανάγιο Προστάτη μου, τον Τίμιο Πρόδρομο, όλη εκείνη τη νύχτα την πέρασα με προσευχή και με πολλά δάκρυα χαράς, ευγνωμοσύνης και ευλάβειας. Θαύμασα τη μεγάλη προστασία και αγάπη που έχει ο Τίμιος Πρόδρομος σ’ εμάς τους Διονυσιάτες μοναχούς, τα ελάχιστα τέκνα του».
     Κι εγώ τότε του είπα:
     «Σαν άνθρωπος που είσαι κι εσύ, γλίστρησες· και σίγουρα η έκβαση αυτού του πειρασμού θα ήταν για μεγάλη σου ψυχική ζημιά. Ο Πανάγαθος Θεός όμως σε σκέπασε για την υπακοή που έκανες και για τη διακονία σου. Αλλά και εξαιτίας των ευχών και των παρακλήσεων των πατέρων της Μονής, παρενέβη ο Τίμιος Πρόδρομος, ο οποίος σε γλύτωσε από μεγάλο ψυχικό ολίσθημα». 


ΛΑΖΑΡΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ
(1892–1974)





[Λαζάρου Μοναχού Διονυσιάτου:
«Διονυσιάτικαι Διηγήσεις»,
(1) κεφ. 62ο, σελ. 127–128·
(2) κεφ. 65ο, σελ. 132–133·
(3) κεφ. 44ο, σελ. 84–86·
(4) κεφ. 61ο, σελ. 125–126·
(5) κεφ. 59ο, σελ. 119–120,
(6) κεφ. 56ο, σελ. 112–114,
έκδοσις Ιεράς Μονής Διονυσίου,
Άγιον Όρος 20004.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων
και ολική μεταφορά τους στη δημοτική:
π. Δαμιανός.]




Ἀφιερώνεται
σ’ ἕναν ἀληθινὸ φίλο, ἀκόλουθο καὶ ἱκέτη τοῦ Προδρόμου,
ζωντανὸ φορέα ἀδιάλειπτης εὐχῆς καὶ μαρτυρικῆς σοφίας,
ποὺ εἶναι γιὰ μένα, ἐδῶ καὶ χρόνια, 
πολύτιμο καὶ σπάνιο δῶρο Θεοῦ.






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΝΕΡΩΝ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΟΥ

Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΑΝΟΔΟΣ
ΤΩΝ ΝΕΡΩΝ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΟΥ


     «Ένα άλλο παράδοξο που είδα με τα ίδια τα μάτια μου και το οποίο το ψηλάφησα εγώ ο ίδιος, είναι κι αυτό το γεγονός που ακολουθεί:
     Για τρεις συνεχείς χρονιές πήγαινα μαζί με άλλους αδελφούς της Μονής του Αγίου Σάββα στον Ιορδάνη ποταμό για την εορτή των Θεοφανείων. Πηγαίναμε από την προπαραμονή (στις 4 Ιανουαρίου) για να προετοιμάσουμε τα πράγματα της εορτής. Παρομοίως, ερχότανε εκεί στον Ιορδάνη και ο επίσκοπος Ιορδάνου ή κάποιος άλλος Αρχιερέας. Την παραμονή των Θεοφανείων, κοντά στο χείλος του ποταμού, τελείται η Θεία Λειτουργία μέσα σε κινητή εκκλησία. Και, λέω “κινητή”, γιατί είναι εντελώς αδύνατο να κτιστεί εκκλησία κοντά στον Ιορδάνη, επειδή κατά τον μήνα Μάρτιο περίπου, πλημμυρίζει ο ποταμός, με αποτέλεσμα να υψώνεται η στάθμη του νερού ίσαμε 10 μέτρα (και παραπάνω καμιά φορά) και να παρασέρνει ό,τι βρει μπροστά του.
     Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων όμως, κατασκεύασε κινητή ξύλινη εκκλησία, την οποία, ειδικοί τεχνίτες ήδη από την παραμονή των Θεοφανείων την μεταφέρουν από την Μονή του Τιμίου Προδρόμου στον Ιορδάνη ποταμό, όπου, ενώ πρώτα είναι διαλυμένη σε κομμάτια, κατόπιν την στήνουν όρθια κοντά στον ποταμό. Την άλλη μέρα, μετά τα Θεοφάνεια, την αποσυναρμολογούν και την μεταφέρουν ξανά πίσω στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου, η οποία απέχει γύρω στη μια ώρα δρόμο από τον Ιορδάνη.
     Την παραμονή της εορτής των Θεοφανείων, στις 12 το μεσημέρι, αρχίζει η Θεία Λειτουργία. Μετά την Απόλυση, ο λειτουργός Αρχιερέας μαζί με τους υπόλοιπους ιερείς, ανεβαίνουν στην, ειδικά γι’ αυτήν την περίσταση, κατασκευασμένη εξέδρα που βρίσκεται πάνω από τον Ιορδάνη. Εκεί, ψέλνουν τον Μεγάλο Αγιασμό της παραμονής των Θεοφανείων. Όλοι οι προσκυνητές στέκονται κοντά στο χείλος του Ιορδάνου, ψάλλοντας το: “Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε...” και, όλοι τους, ρίχνονται μέσα στα νερά και βαπτίζονται.
     Την άλλη μέρα το πρωί, την κυριώνυμη μεγάλη μέρα των Θεοφανείων, γίνεται ο Μέγας Αγιασμός στον Ιορδάνη και έπειτα η Θεία Λειτουργία. Μετά αναχωρεί ο Αρχιερέας καθώς και οι προσκυνητές. Και μένουν εκεί μόνο οι μοναχοί από τη Μονή του Αγίου Σάββα, προκειμένου να μαζέψουν τα σκεύη. Παρατήρησα και εξέτασα με προσοχή αυτό το “σημείο” που συμβαίνει πάντοτε στα νερά του Ιορδάνου:
     Μετά τον Αγιασμό της παραμονής, αρχίζει το νερό να υψώνεται ήρεμα. Αυτή η άνοδος του νερού εξακολουθεί μέχρι και το πρωινό, ανήμερα των Θεοφανείων. Το νερό, κατόπιν, αρχίζει να κατεβαίνει. Ώστε, ήδη μέχρι το μεσημέρι των Θεοφανείων, να παίρνει την προηγούμενη κανονική θέση του. Αυτό το φαινόμενο το πρόσεξα όλες τις χρονιές που έτυχε να βρίσκομαι εγώ κατά την εορτή των Φώτων στον Ιορδάνη. Το νερό υψωνόταν γύρω στις πέντε σπιθαμές. Κι αυτό γινότανε, τόσο τις χρονιές που ήμουν εγώ προσωπικά παρών, όσο και σε άλλες χρονιές που δεν ήμουν. Γι’ αυτήν την άνοδο των νερών του Ιορδάνου κατά την εορτή της Βαπτίσεως του Χριστού, ρώτησα τον Μητροπολίτη Βηθλεέμ Άνθιμο (Απέργη), ο οποίος, λειτούργησε εκεί τα Φώτα του έτους 1890. Και μου είπε ότι, “το πράγμα, είναι ανεξήγητο!”. Και, πρόσθεσε: “Ίσως, να βρέχει πέρα στις πηγές του Ιορδάνου...”.
     Ναι, “ίσως”!... Αλλά, πώς γίνεται αυθημερόν, μέσα στο χρονικό διάστημα της ίδιας πάντα μέρας, το νερό να κατέρχεται στην ίδια πάντα θέση του; Και, πώς γίνεται αυτό να συμβαίνει μια φορά τον χρόνο, μονάχα κατά την εορτή των Θεοφανείων; Αυτό —για μένα, τουλάχιστον– δεν είναι τίποτε άλλο, εκτός από θεία ενέργεια, θεία Χάρη· θαύμα Θεού!». 

ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΚΕΙΜ ΣΠΕΤΣΙΕΡΗΣ
(1858–1943)




[Αρχιμ. Ιωακείμ Σπετσιέρη 

(1858–1943): 
«Απομνημονεύματα 
(Άγιον Όρος–Ιεροσόλυμα)»,
Τόμ. α΄, μέρ. β΄, κεφ. 33ο, 
σελ. 154—156,
Έκδοσις Ιεράς Καλύβης 
«Σύναξις Αγίων Αναργύρων»,
Νέα Σκήτη  Άγιον Όρος, 
Μάϊος 19982.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου
και ολική μεταφορά του
στη δημοτική: π. Δαμιανός.]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Η ΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΑΡΙΖΕΙ ΘΕΪΚΗ ΧΑΡΗ ΚΑΙ ΑΞΙΑ

Η ΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΧΑΡΙΖΕΙ ΘΕΪΚΗ ΧΑΡΗ ΚΑΙ ΑΞΙΑ


     «Με τη βάπτισή Του ο Ιησούς Χριστός αγίασε το Βάπτισμα. Και βαπτίστηκε ο Κύριος, όχι για να λάβει συγχώρεση των αμαρτιών Του –γιατί Αυτός ήταν αναμάρτητος– αλλά όντας αναμάρτητος βαπτίστηκε για να χαρίσει θεϊκή Χάρη και θεϊκή αξία σε εκείνους που θα βαπτίζονται. Διότι αυτό που έγινε με την Ενανθρώπηση του Κυρίου έγινε και με το Βάπτισμα. Όπως Εκείνος έλαβε την ανθρώπινη φύση, επειδή εμείς ως άνθρωποι έχουμε φθαρτή σάρκα —ώστε με την κοινωνία Του στη δική μας ανθρώπινη φύση να μας δώσει τη δυνατότητα να μετέχουμε στη δική Του Θεία Χάρη— έτσι πάλι βαπτίστηκε, ώστε κι εμείς, βρισκόμενοι σε κοινωνία με Αυτόν, να τύχουμε της σωτηρίας, να αποκατασταθούμε στο αρχαίο αξίωμα και να δεχθούμε τους καρπούς που πηγάζουν από τη δική Του Βάπτιση.
     Όπως αναφέρεται και στο βιβλίο του Ιώβ (26, 13· 41, 1—26), μέσα στο νερό υπήρχε ο βύθιος δράκοντας, ο οποίος ήταν τόσο μεγάλος και φοβερός, ώστε ο Ιορδάνης ποταμός να εκβάλει στο τεράστιο μάτι του! Ο δράκοντας αυτός, ήταν πολύ μεγάλο και φοβερό θηρίο. Το μεγαλύτερο αλιευτικό πλοίο, δεν μπορούσε να χωρέσει ένα τμήμα μικρό της ουράς του. Η όψη του σκόρπιζε θάνατο σε όσους τον συναντούσαν. Ο Χριστός έπρεπε να συντρίψει τις κεφαλές του δράκοντα. Μπήκε λοιπόν ο Χριστός μέσα στα νερά του Ιορδάνη, δέσμευσε τον φοβερό δράκοντα, ώστε εμείς να πάρουμε από Αυτόν την εξουσία να πατάμε πάνω στα κεφάλια των φιδιών και των σκορπιών (πρβλ. Λουκ. 10, 19), άφοβα και νικηφόρα. Ήρθε λοιπόν η Ζωή, ο Χριστός προς το θηρίο και ο θάνατος φιμώθηκε, ώστε εμείς να μπορούμε να θριαμβολογούμε για τη σωτηρία μας: “Πού είναι, θάνατε, η νίκη σου; Πού είναι το δηλητήριό σου, άδη;” (Α΄ Κορ. 15, 55). Πλέον, αυτό το κεντρί του θανάτου καταλύεται με το Βάπτισμα.
     Μπαίνεις μέσα στο νερό φορώντας τις αμαρτίες σου, αλλά η επίκληση της Χάρης που έχει σφραγίσει τη ψυχή, δεν επιτρέπει πια στον φοβερό εκείνον δράκοντα να σε καταπιεί. Όταν μπήκες στο νερό, ήσουν νεκρός μέσα στις αμαρτίες σου (πρβλ. Ρωμ. 6, 2). Αλλά αφού πήρες καινούργια ζωή μέσω του Βαπτίσματος, βγήκες από το νερό δικαιωμένος (πρβλ. Α΄ Πέτρ. 2, 24)».

ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ
(313—386)


[Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων: 

«Κατηχήσεις»,
Κατήχηση Φωτιζομένων Γ΄,
§ια΄—§ιβ΄, σελ. 78—79. 
Εκδόσεις «Ετοιμασία»,
Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, 
Καρέα 19911.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]




Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

ΠΕΝΘΟΣ

ΠΕΝΘΟΣ


    Θυμάμαι, τον είχα συναντήσει για πρώτη φορά στις Καρυές του Αγίου Όρους. Έψαχνε να βρει τρόπο και μέσο για να πάει στο ίδιο Μοναστήρι όπου συμπτωματικά θα πήγαινα κι εγώ, τότε: στη Μονή του Φιλοθέου. Εν τω μεταξύ, ήδη ήμουν πάνω στο φορτηγό–ταξί, μαζί μ’ ένα τσούρμο προσκυνητές, μαζί με τα μπαγκάζια μας, τό ’να πάνω στ’ άλλο. Πρόσεξα και κατάλαβα την έκδηλη και εμφανή αγωνία του να βρει, ψάχνοντας το συγκεκριμένο φορτηγάκι με προορισμό την ως άνω Μονή και, για να τον διευκολύνω, πήρα αδίστακτα το θάρρος ή την πρωτοβουλία και τον ρώτησα να μου πει απλά πού πήγαινε. Δήλωσε τον τόπο προορισμού. Τον κάλεσα να έρθει μαζί μας. Φαινόταν ότι τα είχε χαμένα. Και, πολύ εύλογα: ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν στο Άγιο Όρος. Καλοκαίρι ήταν, θαρρώ, του 1994. Έτσι, από τότε γνωριστήκαμε.

     Εκεί στην Αθωνική γη, γνώρισε την πνευματική βιοτή μιας άλλης βαθύτερης χάρης από την οποία πήρε εκπληκτική δύναμη και θαλπωρή η καρδιά του. Ανακάλυψε τη σαγήνη και την τερπνότητα αυτής της βιοτής να υποστασιάζεται στο πρόσωπο του Γέροντος Εφραίμ, του λεγόμενου «μικρού». Για κάποιο διάστημα μπήκε διακριτικά στον κύκλο των ακόλουθων. Ήταν η ευλογημένη απαρχή μέσα στην οποία ψηλαφούσε, τότε, το μυστήριο του ευαγγελισμού και της δικής του πρωτόγνωρης αναπτέρωσης. Είχε μια εξαίσια λαμπρότητα, μια καλότατη χάρη νεοφώτιστου, χωρίς όμως να γίνεται απότομος, απορριπτικός, πληκτικός, φαιδρός, αδιάκριτος και γραφικός.

     Θυμάμαι καλά εκείνα τα ωραία χρόνια της πρώτης του αγάπης με τον Χριστιανισμό, έτσι όπως αυτός βιώνεται παραδοσιακά στον Άθω: ήταν σοβαρός, είχε συστολή, σεμνότητα και μετριότητα. Έδειχνε ένα ζήλο και μια πιστότητα, αλλά συνάμα έδειχνε να έχει και μια ανανεωμένη βούληση, μια ωριμότερη κρίση και μια βαθύτερη συναίσθηση. Ποια συναίσθηση; Τη συναίσθηση των προσώπων και των πραγμάτων, των ανθρώπων με αδυναμίες και με ατέλειες που τόσο κατατρύχουν πάντα την πνευματικότητα του βάθους, την ελευθερία του φωτισμένου ήθους.

     Ασφαλώς ο ίδιος δεν ήτανε «φυτό». Γιατί, εάν ήτανε, θα έχανε την ευπρέπεια και την ομορφιά ενός ανθρώπου που αγωνίζεται να είναι ειλικρινής και αυθεντικός. Έζησε από κοντά τα πράγματα, τα έζησε κι από μακριά. Ήταν παρών, ήταν και απών. Πίστευε με άδολα ερωτήματα, με άκακες αμφισβητήσεις, με ειλικρινείς καταφάσεις, με γενναίες αρνήσεις, με την ανεπιτήδευτη συμφωνία του, με ανενδοίαστη την προσωπική του διαφοροποίηση. Σεβόταν το παραδεδομένο, δεν αψιμαχούσε μ’ αυτό. Αλλά διψούσε να βιωθεί η αγία πίστη στην αγκαλιά της ελευθερίας του. Δεν εγκατέλειπε το μύχιο και διψαλέο αίτημα της κρίσης του για τη βλάβη –ίσως και βολή– της ρομποτικής και ανελεύθερης ζωής. Δεν στράβωνε τα μάτια του για κατ’ επίφαση φώτα με ημερομηνία λήξεως. Δεν χρύσωνε το χάπι για θρησκευτικά λαμπυρίσματα της πρόσκαιρης αβάθειας ή επίδειξης των ανθρώπων. Απαξίωνε τα στεγανά της λογικής του θρησκευτικού συστήματος.

     Κοντοστεκόταν με έντονο προβληματισμό μπροστά στα πυροτεχνήματα, στα τεχνάσματα και σε όλα τα «δηθενικά»–μηδενικά κατά το καλοκάγαθο διάβα του στις ρύμες της πνευματικότητας. Αποστρεφόταν τις μεθοδεύσεις, τις κλίκες, τις ομάδες, τις ταμπέλες και τις κατηγοριοποιήσεις. Έψαχνε σιωπηλά συνεχώς και μονίμως τα δύσκολα, τα δυσεύρετα, τα σπάνια, τα κρυμμένα. Ήθελε και γύρευε την πρωτοχριστιανική απλότητα και την ευαγγελική αδολότητα. Ορεγόταν αδιάπτωτα τη γαλήνη του Μυστηρίου, που οπωσδήποτε δεν υπάρχει στο προσκήνιο. Διψούσε τον Θεό μονάχα σαν αγάπη. Απέρριπτε την εύκολη και φτηνή λύση του απολύτου για τον ανθρώπινο στοχασμό. Το στοχασμό που είθισται να τον απειλεί και να τον πολεμάει ο κυνισμός, η φαντασία και το πικρόχολο θέλημα. Κράταγε αποστάσεις από την ανελευθερία και τη σκουριά της εξουσίας. Γύριζε τα νώτα στο ψευδοπρονόμιο της απόρριψης ή της τιμωρίας που δίνουν μικρονοϊκά, ένιοι ή πολλοί, στη θεία Παντοδυναμία. Κούρνιαζε στο ενδόμυχο μονάκριβο όνειρο της ψυχής του· μιας ψυχής, πραγματικά ευαίσθητης, πραγματικά τραυματισμένης, που πρόσμενε και λαχταρούσε σημαντικά και ουσιώδη μεγέθη. Πάλευε με τη μελαγχολία που σα βαριά κουρτίνα τού έκρυβε τις πιο όμορφες και γλυκιές θέες. Ενίοτε, κατάφερνε κι έβγαινε έξω από τα όρια του ορθολογισμού του και θήρευε με σιγηλή αγωνία, με προσευχητικό νόστο την απολύτρωση από τα πάθη, από τις σκιές του εαυτού του, από τις πανανθρώπινες σκιές όλων μας.

     Σπούδασε στο εξωτερικό (στην Αγγλία) με πολύ αγάπη, ελπίδα, πίστη και όρεξη την τέχνη της φωτογραφίας. Η αντίληψη και η αίσθησή του, ήταν φωτογραφική, παραστατική, εποπτική, σκηνοθετική. Το σπινθηροβόλο βλέμμα του ήταν το προνόμιό του, η μάχαιρά του, η αρετή του και το μαρτύριό του. Με τη διεισδυτική του ματιά μπορούσε να κρίνει και να αφουγκραστεί, να καταλάβει και να εννοήσει. Με ασυμβίβαστη τη στόφα του, αρνήθηκε να καθηλωθεί και να μπει στην ανιαρή και συμβατική σειρά των λοιπών συναδέλφων φωτογράφων, που ως επί το πλείστον θέτουν σε εφαρμογή την τέχνη τους αποκλειστικά και μόνο για γάμους και βαπτίσεις. Επέλεξε αναγκαστικά ν’ ασχοληθεί με άλλο επάγγελμα. Τον έψαχνα από νομό σε νομό, στην κάτω και πάνω Πατρίδα, από πόλη σε πόλη. Μ’ έψαχνε κι αυτός να με βρει εάν και όποτε είχε κοντινή πορεία με το πατρικό μου. Τα λέγαμε, τα γελούσαμε, τα σαρκάζαμε, τα ειρωνευόμασταν, τα σιωπούσαμε με το ντελάλισμα, τα φλυαρούσαμε με τη σιωπή. Ο καφές μας πάντοτε εγκάρδιος· άλλοτε συχνός, άλλοτε αραιός. Οι συντυχίες μας, δεν ήταν ποτέ τυπικές, επίπεδες, στείρες, ξύλινες, ανούσιες και ακίνδυνα ευπρεπείς. Έπεφτε με πάταγο όλη η σκονισμένη αυλαία του κόσμου στην ενθουσιαστική κριτική μας. Αναδυόταν το ευγενές όραμα της παλλόμενης καρδιάς στ’ αλισβερίσια μας. Οι διάλογοί μας, κράταγαν κραταιό τον πόθο και το ίσο για μια ζωή γεμάτη αυθεντικότητα και αξία, για μια εράσμια τελειότητα που ωστόσο δεν είχε σχέση με την ουτοπία και τη φαντασία. Γενικά και ειδικά, δεν υπήρχαν κανόνες. Φιλία ορατή και φιλία αόρατη. Φιλία έντιμη και απλή, από την αμφίπλευρη πολλή ειλικρίνεια.

     Όταν έγινα παπάς, τον ένιωθα κάπως να «γέρνει» πιο πολύ πάνω μου. Λες και ήμουν ένας ώμος αποκλειστικά για τ’ αναγκαία αποκούμπια στα ενδοβάσανά του, για το ποθητό μοίρασμα των εξάρσεων της περιστασιακά πηγαίας χαράς του. Ομολογώ, ότι προσπάθησα να το αποφύγω ευγενικά και αδήλωτα, αλλά πάντα ανεπιτυχώς. Ένιωθα βάρος που με εκτιμούσε τόσο. Χαιρόταν να με βλέπει. Ειδικότερα χαιρόταν που αισθανόταν την Ιερωσύνη του Χριστού όταν αντίκριζε έναν άνθρωπο δικό του, που ήταν για χρόνια οικείος, κοντινός και γνώριμός του, να φέρει αναξίως τη σφραγίδα αυτής της Ιερωσύνης.


     Όταν ήρθε η ανεργία στη ζωή του, μαζεύτηκαν και τα σταχτόχρωμα τα σύννεφα γύρω από τη φιλήσυχη ψυχή του. Όταν ήρθε η στυγνή απόρριψη του μισάνθρωπου και απρόσωπου συστήματος, σπάραξα μαζί του, παρόλο που δεν το έδειχνα. Παρακολουθούσα το ολοένα πιο βαρύ γκρίζωμα του τοπίου της ψυχής του. Ήρθαν τα χρόνια του εσωτερικού μαρασμού. Τα σαράκια απόκτησαν ξαφνικά δύναμη και ένταση. Τρελαινόταν στην ενδιάθετη πίκρα του. Λύγιζε στην ανομολόγητη και τεταμένη απελπισία του. Έκανε ισχυρό αγώνα να κρατάει ψηλά το κεφάλι, δαγκώνοντας τις ενδόστερνες θλίψεις του. Ο πιο άνισος αγώνας, τελικά, είναι αυτός με τον εαυτό μας.

     Ίσως και να λέω δημόσια ψέματα και να βαυκαλίζομαι τώρα μ’ αυτό που θέλω να πω: Ήμουν συνειδητά και ολόψυχα μαζί του, όσο μπορούσα βέβαια και όσο αυτός μου επέτρεπε. Ίσως και να μην ήμουν όσο θά ’πρεπε και όπως θά ’πρεπε εντάξει μαζί του. Καθόλου απίθανο. Ίσως και το μόνο βέβαιο. Ποτέ η αγάπη δεν κάμνει στην εντέλεια το αγαπητικό της χρέος. Ποτέ δεν μπορεί ν’ αφαρπάζει κανείς το Α (Άλφα) της, με το βόλεμα της φιλαυτίας του. Ποτέ δεν καταλαμβάνει το Ω (Ωμέγα) της, δίχως ταπείνωση. Και η ψυχή –κυρίως η ευαίσθητη ψυχή– έχει πάντα μεγάλες προσδοκίες και μεγάλες απαιτήσεις από τους γύρω ανθρώπους της, τους οποίους θεωρεί αναμφίβολα δικούς της και αδελφούς της. Μπορεί να είναι από εγωισμό αυτό, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να είναι και από το ίδιο το ενδοφυές ανεξερεύνητο μυστήριο της ψυχής. Δεν είναι δα και εύκολο πράγμα να μαλακώνεις και να παρηγορείς μια ύπαρξη, μια ψυχή!

     Του πρότεινα φιλικά και σοβαρά την οδό και τον τρόπο της Εξομολόγησης, της σύνδεσής του μ’ έναν Πνευματικό που να βρισκόταν σιμά του. Πλάϊ στο είναι του, στα προβλήματα που χερσώνουν τον αγρό της καρδιάς. Στα χοϊκά πάθη που καταδυναστεύουν τη μειλίχια ομορφιά της εικόνας μας. Το δέχθηκε ευχαρίστως. Γιατί κουβαλούσε αυτή την ανάγκη, πολύ αισθαντικά μέσα του. Του έκλεισα ραντεβού. Μετά το «πέρας» της συνάντησής του με το ατελεύτητο Μυστήριο της Αγάπης ως Συγχώρεσης του Θεού Πατέρα, ένιωσα απερίγραπτα την έντονη χαρά του και την μεγάλη του ανακούφιση. Και είδαμε τότε μαζί και πάλι ανοιχτά και απύλωτα τα Ουράνια· όμβριζε έλεος και χάρη, δύναμη και ενίσχυση παντού. Σ’ εκείνη την ειρηνική και νηφάλια κατάσταση της χάριτος και της χαράς του, ακόμη θυμάμαι καθαρά εκείνο το δικό του το σταράτο και θερμό «ευχαριστώ!» προς την πανευτέλειά μου, να στέφει την προσωπική του νίκη και κραταίωση. Αποποιήθηκα εντελώς την αποδοχή της ευχαριστίας του, γιατί πάνω απ’ όλα και πάνω απ’ όλους, υπάρχει και ο Θεός. Σ’ Αυτόν μονάχα ανήκει κάθε δώρο ευχαριστίας και κάθε ευχάριστο δώρημα.

     Μου έδινε θάρρος που έπαιρνε θάρρος από τα διάφορα θέματα των αναρτήσεων. «Γράφεις πολύ ωραία. Πότε θα γράψεις ένα βιβλίο;», μου έλεγε σοβαρά και απαιτητικά θα έλεγα, με μία ισχυρή ενατένιση που μόνο ένα «ναι» περίμενε από μένα και τίποτ’ άλλο. Κι εγώ, πάλι, γελούσα μ’ αυτή του την πρόταση, θεωρώντας την εκ προοιμίου «υπερβολική» από τη δεδομένη αγάπη του. Θυμάμαι, ήταν τότε εκεί και η νύφη μου μαζί, η Φανή, η οποία συμφώνησε μαζί του και, ξαφνικά, έγιναν «ένα κόμμα» οι δυο τους σ’ αυτή τη φαεινή ιδέα. Με παρακολουθούσε, με την καλή έννοια· έμενε πιστός με τον πολύ ιδιαίτερο τρόπο του· κάποτε κοντινός συμφωνητής, κάποτε αλλαργινός διαφωνητής. Είχε πηγαίο και καλό χιούμορ, αστειευόταν αυθόρμητα με τη ζωή και πάλευε σθεναρά να μην καταποθεί από το μαράζι, από τον λυγμό, από το κλάμα, από τον χαμό που χαράζουν ως συνήθως οι έσωθεν λογισμοί, οι ιδέες του αυτοσπαραγμού και οι γύρω επάρατες καταστάσεις της ανθρώπινης καθημερινότητας. Ένα παντοτινό παιδί, ένας πολυμήχανος έφηβος, που ένιωθε το μυστήριο της ζωής που τού ’λαχε, άλλοτε σαν λιακάδα κι άλλοτε σαν καταιγίδα.

     Τα φετινά Χριστούγεννα, θέλησα και του έστειλα μια ευχή. Μήνυμα στο κινητό. Αμφιβάλλω εάν την διάβασε. Η βαριά σιωπή του, μ’ ανησύχησε· μ’ έβαλε σε ιδιαίτερες σκέψεις. Πήγα ενστικτωδώς στον Fb τοίχο του και είδα εκεί κάτι περίεργα αποχαιρετιστήρια σκοτεινά μηνύματα από καταλυπημένους φίλους· «έφυγες νωρίς», «θα σε θυμάμαι πάντα» κλπ. Τρελλάθηκα! Έπαιξα «κρυφτούλι» προς στιγμή με τον εαυτό μου κι αρνήθηκα να πιστέψω. Πήρα κατευθείαν τηλέφωνο σπίτι του. Εκεί χάθηκαν όλα τα σαθρά καταπλάσματα των αυταπατών μου. Παράταση στον μύθο, δεν χωράει. Όλο το φρέσκο, το μελανό και μολυβένιο πένθος πέρασε ορμητικά μέσα από το μαύρο σύρμα, μέσα από το καλώδιο. Και από το καλώδιο, μέσα στην απορημένη και αιφνιδιασμένη ψυχή μου.

     Ο Χρήστος έφυγε με τον πιο ξαφνικό και αδιανόητο τρόπο. Ο παλμός και η συνέχεια της ζήσης του παύθηκε αιφνίδια, αναπάντεχα, απροσδόκητα, ανίδεα, ανερμήνευτα και ανεξήγητα. Ατέλειωτα τα δικά μας τα «γιατί» θ’ ακολουθούν πιστά το αλάργεμά του και κραυγές έμπονης διαμαρτυρίας θα στέφουν παντοτινά τη φυγή του. Τόσο σύντομη και ψεύτικη η ζήση μας, τελικά! Τόσο αδύναμη και αραχνοΰφαντη! Τόσο καλοπροαίρετες και φιλότιμες καρδιές, για έναν τόσο αποτρόπαιο, μικρό, υποκριτικό, ποταπό και ζοφερό κόσμο! Η λογική μας, πάντα ανίκανη να ερμηνεύσει και να διερευνήσει, σκοντάφτει και παραλύει. Θέλοντας και μη, πια, γονατίζει στην αγάπη του Θεού. Αυτή, είναι η μόνη που γνωρίζει πώς να θεμελιώνει ισορροπίες όταν όλα φαίνονται να καταρρέουν παντοτινά, όταν όλα γύρω σαρώνονται ανήλεα και αποκαρδιωτικά.

     Αν και είναι περιττό να το πω, να όμως που το λέω: η καρδιά μου θα τον θυμάται πάντα. Τώρα, νιώθω αλαφιασμένος στην απουσία του. Δεν ξέρω εάν δύναμαι και τι δύναμαι πνευματικά να κάνω για τη ψυχή του. Όλες οι θεωρίες μου, ακυρώθηκαν στον πόνο. Το «τέλος» του, μου δείχνει μια μυστική αρχή, μια άφραστη αλφαβήτα που πρέπει να μάθω· να την μάθω πραγματικά τώρα, όχι στα ψεύτικα· όχι, ως συνήθως· όχι, όπως πριν· και όχι, όπως πάντα. Η απουσία και η απώλεια, φέρνουν, κάθε φορά–όλες τις φορές, άλλες αλλαγές, άλλες διαστάσεις και άλλες αντιλήψεις για το είναι και για το συν–είναι και για τον κόσμο ολόκληρο, που γίνεται ένας κόσμος–άκοσμος, φρικτός και ανυπόφορος. Ας μη γελιόμαστε, νά ’μαστε ειλικρινείς· σιμά στον έσχατο πόνο του θανάτου, μια άβυσσος βιωμάτων καιροφυλακτεί, τραυματίζει και πληγώνει τη λογική, καθηλώνοντας την πιο μακάρια αυτοπεποίθηση και την πιο στέρεη ιδέα της αυτοσυντήρησης του ανθρώπου, ρίχνοντας κάτω όλες του τις ιδέες και συντρίβοντας όλα του τα είδωλα. Εύκολο να πληκτρογραφείς θεωρίες· δύσκολο να χαλυβδώνεσαι στο μυστήριο του θανάτου και του πόνου, μιας φυγής που δεν είχε νόημα κι αξία.

     Η από μέρους μας κατέμφιλη και ένστοργη «φιλο-λογία» (παρά «νεκρολογία»), όπως είναι φυσικό, πρέπει να περατωθεί. Τρέχουν τα αδύναμα λόγια του ανθρώπου, οι λέξεις, οι προτάσεις, οι εκφράσεις, οι διατυπώσεις, μαζί με τις αναμνήσεις και τις θύμησες, να προλάβουν να αναστείλουν, να ακυρώσουν, να εμποδίσουν, να απαλύνουν, να εξωραΐσουν την ήδη συντελεσθείσα φυγή και αποδημία. Έτσι γίνεται πάντα· δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει αδήριτη ανάγκη της παρηγορίας μπροστά στο θάνατο των αγαπημένων του. Η προσχώρηση του ανθρώπου στην αιωνιότητα είναι κυριολεκτικά ακράτητη· και κάποιες φορές βίαιη. Αναπόδραστος και αμετάκλητος αυτός ο έσχατος μισεμός. Η καρδιά γέρνει ανήμπορη και τανύζεται βασανιστικά στο μυστήριο του θανάτου. Ανάμεσα στο εδώ και στο επέκεινα. Και μένει γι’ αυτήν μονάχα η προσευχή μαζί με τη θεϊκή αγάπη που αποστάζουν τα ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας, προκειμένου να αφομοιώσει αυτή, όλη τη βάλσαμο και λυτρωτική δύναμη της Αναστάσεως. Μέχρι να γίνει αυτό όμως, το κάθε τι που αφήνει πίσω του ο εκδημών άνθρωπος, εύλογα μοιάζει σαν καθηλωτικός απόηχος μιας ύπαρξης που συνεχίζει πια άσαρκα και αιώνια την πορεία της.

     Η επάνω υπότιτλη φωτογραφία που βλέπετε, είναι της δικής μου ερασιτεχνικής λήψης. Εάν δεν κάνω λάθος και εάν δεν με απατά η μνήμη μου, ήτανε Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου του 2010. Μια από τις συχνές και εγκάρδιες επισκέψεις του στον ενοριακό μου τόπο.

     Πείτε μια ευχή για τον φίλο μας τον Χρήστο!
     Παρακαλώ, ει δυνατόν, όχι like, όχι κοινοποιήσεις. 
     Μια προσευχή, μόνο!
     Μια προσευχή 
     εγκάρδια, θερμή, απλή και ειλικρινής.
     Μια προσευχή, 
     ζυμωμένη με καρδιακή αγάπη και αληθινή φιλία.
     Αγάπη και φιλία, που δεν παύουν και δεν λήγουν ποτέ· 
     που τόσο είναι ανάγκη να συμπορεύονται μυστικά 
     μαζί με τον Χρήστο μας, 
     στην ακατάληπτη αιωνιότητα του Χριστού:

     «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, 
     Υἱὲ καὶ Λόγε τοῦ Θεοῦ,
     διὰ πρεσβειῶν τῆς Κυρίας Θεοτόκου,
     μνήσθητι, ἐλέησον, ἀνάπαυσον καὶ σῶσον
     τὸν κεκοιμημένον δούλον Σου, Χρῆστον!».
     Ἀμήν, γένοιτο.

     π.Δαμιανὸς