Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014

ΑΔΙΚΙΕΣ, ΑΔΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΙ

ΑΔΙΚΙΕΣ, ΑΔΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΙ


     «Η αδικία είναι μεγάλη αμαρτία. Όλες οι αμαρτίες έχουν ελαφρυντικά, η αδικία δεν έχει· μαζεύει οργή Θεού. Φοβερό! Αυτοί που αδικούν, βάζουν φωτιά στο κεφάλι τους. Από την μια μεριά βλέπεις να κάνουν μια αδικία και από την άλλη να πεθαίνουν δικοί τους άνθρωποι και να μη δίνουν σημασία. Πώς να κάνουν προκοπή οι άνθρωποι με τόσες αδικίες; Κάνουν αυτά που κάνουν, δίνουν δικαιώματα και στον διάβολο, γι’ αυτό μετά περνούν δοκιμασίες, τους βρίσκουν αρρώστιες κ.λπ. και μετά σου λένε: “Κάνε προσευχή να γίνω καλά”! Τα περισσότερα κακά που συμβαίνουν είναι από αδικίες. Όταν λ.χ. μαζεύεται με αδικία η περιουσία, ζουν οι άνθρωποι λίγα χρόνια σαν αρχοντόπουλα και μετά τα δίνουν, όσα μάζεψαν, στους γιατρούς. Τι λέει ο Ψαλμός; “Κρεῖσσον ὀλίγον τῷ δικαίῳ ὑπὲρ πλοῦτον πολὺν (=καλύτερα το λίγο βιος του δίκαιου, παρά ο πολύς ο πλούτος των άδικων ανθρώπων)” (Ψαλμ. λστ΄ [36] 16). “Ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα”. Όσα μαζεύουν, φεύγουν· όλα, εξανεμίζονται. Σπάνια, σε πολύ λίγους συμβαίνει να είναι οι αρρώστιες, οι χρεωκοπίες κ.λπ. μια δοκιμασία του Θεού. Αυτοί, θα έχουν καθαρό μισθό. Σ’ αυτήν την περίπτωση συνήθως γίνονται ύστερα πιο πλούσιοι, σαν τον Ιώβ. Αλλά και πολλοί (άδικοι) άνθρωποι που (πέθαναν και) βγαίνουν άλιωτοι (από τον τάφο), είναι και από αυτό· κάποια αδικία (θα) έχουν κάνει.


     Ο άδικος και, γενικά, κάθε ένοχος, όταν δεν ζητήσει συγχώρεση, ταλαιπωρείται από την συνείδησή του και επιπλέον από την αγανάκτηση του άλλου. Γιατί, όταν ο αδικημένος δεν τον συγχωρήσει και γογγύσει, τότε ο άδικος ταλαιπωρείται πολύ, βασανίζεται. Δεν μπορεί να κοιμηθεί. Σαν να τον χτυπούν κύματα και τον φέρνουν σβούρα. Είναι μυστήριο πράγμα το πώς το πληροφορείται! Όπως, όταν ένας αγαπά κάποιον και τον σκέφτεται με την καλή έννοια, εκείνος (ο αγαπώμενος) το πληροφορείται, έτσι και σ’ αυτήν την περίπτωση. Ω, ο γογγυσμός του άλλου τον κάνει άνωκάτω! Και μακριά να είναι, τι στην Αυστραλία, τι στο Γιοχάνεσμπουργκ, δεν μπορεί να ησυχάσει, όταν είναι αγανακτισμένος ο άλλος εξ αιτίας του.
     Ακόμη και οι άδικοι που είναι αναίσθητοι λες δεν υποφέρουν; Το πολύπολύ, να καταφύγουν σε καμμιά ψυχαγωγία, για να ξεχασθούν. Μπορεί πάλι ο αδικημένος να συγχώρεσε τον ένοχο, αλλά να έχει μείνει λίγη αγανάκτηση μέσα του. Τότε και ο ίδιος (ο αδικημένος) ταλαιπωρείται σε έναν βαθμό, αλλά ο ένοχος ταλαιπωρείται πολύ από την αγανάκτηση του άλλου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φωτιά από το εσωτερικό κάψιμο της ψυχής από την συνείδηση! Την βασανίζει και την τρώει συνέχεια με το σαράκι σ’ ετούτη την ζωή και πιο πολύ φυσικά θα την τρώει στην άλλη την ζωή, την αιώνια, “ὁ ἀκοίμητος σκώληξ”, αν δεν μετανοήσει ο άνθρωπος (ο άδικος) σ’ αυτήν την ζωή και δεν επιστρέψει τις αδικίες του στους συνανθρώπους του, έστω και με την αγαθή του προαίρεση, σε περίπτωση που δεν μπορεί με άλλον τρόπο.


     Υπάρχουν δύο μορφές αδικίας· η υλική και η ηθική. Υλική αδικία είναι, όταν αδικεί κανείς τον άλλον σε υλικά πράγματα. Ηθική είναι, όταν λ.χ. κάποιος γελάσει μια κοπέλα· και αν μάλιστα είναι ορφανή, με πενταπλάσιο βάρος βαραίνει την ψυχή του.
     Στον πόλεμο η σφαίρα ξέρεις πώς κυνηγάει τους ανήθικους; Εκεί βλέπεις έντονα την θεία δικαιοσύνη, την προστασία του Θεού. Ατιμία στον πόλεμο, δεν σηκώνει! Ανήθικο άνθρωπο θα τον βρει σφαίρα. Μια φορά πηγαίναμε με την διλοχία μας να αντικαταστήσουμε ένα τάγμα. Εν τω μεταξύ όμως, μας χτύπησαν και ριχτήκαμε στην μάχη. Ένας, θυμάμαι, από εκείνο το τάγμα είχε κάνει την προηγούμενη μέρα μια ατιμία· είχε βιάσει μία έγκυο, την καημένη. Ε, σ’ εκείνη την επιχείρηση, μόνον αυτός σκοτώθηκε!! Φοβερό! Όλοι έλεγαν μετά: “Το κτήνος! Καλά έπαθε και σκοτώθηκε!”. Ιδίως αυτοί που κάνουν πονηριές, που κοιτάζουν να ξεφύγουν από ’δω, να ξεφύγουν από ’κει, τελικά δεν γλυτώνουν. Είναι παρατηρημένο ότι όσοι πιστεύουν πολύ –φυσικά, ζούνε και τίμια, χριστιανικά– και το σώμα τους το τίμιο προστατεύεται από τα πυρά περισσότερο απ’ ό,τι αν φορούσαν Τιμιόξυλο.


     Αυτόν που μας αδικεί να τον βλέπουμε σαν έναν μεγάλο ευεργέτη μας, που μας κάνει καταθέσεις στο Ταμιευτήριο του Θεού. Μας κάνει πλούσιους αιώνια. Μικρό πράγμα είναι αυτό; Τον ευεργέτη μας δεν τον αγαπούμε; Δεν του εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας; Έτσι και αυτόν που μας αδικεί, να τον αγαπούμε και να τον ευγνωμονούμε, γιατί μας ευεργετεί αιώνια. Οι άδικοι αδικούνται αιώνια· ενώ όσοι δέχονται με χαρά την αδικία, δικαιώνονται αιώνια. Άμα κάνει κανείς υπομονή έρχονται τα πράγματα στη θέση τους. Τα οικονομάει ο Θεός. Χρειάζεται όμως υπομονή χωρίς λογική. Αφού ο Θεός βλέπει, παρακολουθεί, να παραδίνεται εν λευκώ στον Θεό. Βλέπεις, ο Ιωσήφ (Γέν. λζ΄ [37] 20) δεν μίλησε όταν τον πούλησαν οι αδελφοί του για δούλο. Μπορούσε να πει: “Είμαι ο αδελφός τους!”. Δεν μίλησε όμως, και μετά μίλησε ο Θεός, και τον έκανε βασιλιά. Άμα όμως κανείς δεν κάνει υπομονή, είναι βάσανο. Από ’κει και πέρα, θέλει να του έρχονται τα πράγματα όπως του ταιριάζει, όπως αναπαύεται. Και ανάπαυση φυσικά δεν βρίσκει και ούτε του έρχονται όλα όπως τα θέλει. Εάν κανείς αδικηθεί σ’ αυτήν την ζωή από ανθρώπους ή από δαίμονες, δεν ανησυχεί ο Θεός, γιατί κέρδος προξενείται στην ψυχή. Πολλές φορές όμως λέμε ότι μας αδικούν, ενώ στην ουσία αδικούμε εμείς. Εδώ θέλει προσοχή να πιάνουμε τον εαυτό μας.


     Σήμερα θεωρούν κατόρθωμα την αδικία. Γιατί η αμαρτία έχει γίνει μόδα τώρα και η αδικία εξυπνάδα. Τα κοσμικό πνεύμα δυστυχώς τροχάει το μυαλό (του ανθρώπου) στην πονηριά, και το θεωρεί κατόρθωμα εκείνος που αδικεί τον συνάνθρωπό του. Παίρνει μάλιστα και τον τίτλο: “Αυτός είναι διάβολος· τα καταφέρνει!”, ενώ εσωτερικά υποφέρει από τον έλεγχο της συνειδήσεως, την μικρή κόλαση. Το δίκαιο τον άνθρωπο συνήθως όλοι τον σπρώχνουν στην τελευταία θέση ή ακόμη και του παίρνουν και την θέση. Τον αδικούν, τον πατούν –“πατούν επί πτωμάτων”, έτσι δεν λέγεται; Αλλά, όσο οι άνθρωποι τον σπρώχνουν προς τα κάτω, τόσο ο Θεός τον ανεβάζει προς τα πάνω σαν τον φελλό. Θέλει όμως πάρα πολλή υπομονή. Η υπομονή ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα.
     Όταν πάει κανείς με τον διάβολο, με πονηριές, δεν ευλογεί ο Θεός τα έργα του. Ο,τι κάνουν οι άνθρωποι με πονηριά, δεν ευδοκιμεί. Μπορεί να φαίνεται ότι προχωράει, αλλά τελικά θα σωριάσει. Το κυριότερο είναι να ξεκινά κανείς από την ευλογία του Θεού για ό,τι κάνει! Ο άνθρωπος όταν είναι δίκαιος, έχει τον Θεό με το μέρος του. Και όταν έχει και λίγη παρρησία στον Θεό, τότε θαύματα γίνονται. Όταν κανείς βαδίζει με το Ευαγγέλιο, δικαιούται την θεία βοήθεια. Βαδίζει με τον Χριστό. Πώς να το κάνουμε; Την δικαιούται. Όλη η βάση, εκεί είναι. Από ’κει και πέρα, να μη φοβάται τίποτε! Αυτό που έχει σημασία είναι να αναπαύεται ο Χριστός, η Παναγία, και οι Άγιοι στην κάθε μας ενέργεια, και τότε θα έχουμε την ευλογία του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων μας, και το Άγιο Πνεύμα θα επαναπαύεται σ’ εμάς. Η τιμιότης του ανθρώπου είναι το ανώτερο Τιμιόξυλο. Αν ένας δεν είναι τίμιος και έχει Τιμιόξυλο, είναι σαν να μην έχει τίποτε. Ένας και Τιμιόξυλο να μην έχει, αν είναι τίμιος, δέχεται την θεία βοήθεια. Και αν έχει και Τιμιόξυλο, τότε!...


     Μπορεί σε μια οικογένεια ο παππούς ή η γιαγιά να έκαναν αδικίες και αυτοί να είναι καλά. Όμως τα παιδιά ή τα εγγόνια τους παιδεύονται. Αρρωσταίνουν και αναγκάζονται να δίνουν στους γιατρούς όσα μαζεύτηκαν με αδικίες, για να εξοφλήσουν οι παππούδες τους. Κάποτε σε μια γνωστή μου οικογένεια συνέβαιναν πολλές δοκιμασίες. Είχε αρχίσει από τον αρχηγό της οικογένειας αρρώστια βαρειά, ταλαιπωρία· έμεινε κατάκοιτος λίγα χρόνια και μετά πέθανε. Στην συνέχεια, πέθανε η γυναίκα του και ύστερα τα παιδιά του, το ένα κοντά στο άλλο. Πρόσφατα πέθανε και το τελευταίο, το πέμπτο παιδί. Από πολύ πλούσια οικογένεια που ήταν, κατήντησε η πιο φτωχή, γιατί πουλούσαν τα κτήματα όσο–όσο, για να πληρώνουν γιατρούς και έξοδα διάφορα. Απορούσα γι’ αυτήν την οικογένεια: “Πώς συμβαίνουν τόσες αρρώστιες και ατυχήματα σ’ αυτούς!”. Στα άτομα της οικογενείας που γνώρισα, δεν φαινόταν η καλή περίπτωση, δηλαδή να τους δοκιμάζει ο Θεός σαν εκλεκτούς, αλλά μάλλον να λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι του Θεού. Για να είμαι πιο σίγουρος, προσπάθησα να μάθω από αξιόλογα γεροντάκια, συμπατριώτες τους, και έμαθα τα εξής: Ο άνθρωπος αυτός είχε βρει μια σχετική περιουσία από τον πατέρα του, αλλά στην συνέχεια την αύξησε με αδικίες. Δηλαδή, εάν του ζητούσε μια χήρα δανεικά, για να παντρέψει την κόρη της, και θα του τα έδινε όταν θα αλώνιζε, αυτός της ζητούσε ένα οικόπεδο που είχε. Και εκείνη επάνω στην ανάγκη το έδινε όσο–όσο. Άλλος του ζητούσε δάνειο να πληρώσει την Τράπεζα και θα του το επέστρεφε μόλις μάζευε τα βαμβάκια. Εκείνος του ζητούσε ένα χωράφι που είχε, και στην ανάγκη ο άλλος το έδινε όσο–όσο, για να μην τον κυνηγήσει η Τράπεζα. Άλλος του ζητούσε λίγα δανεικά, για να πληρώσει τους γιατρούς, και αυτός του ζητούσε την αγελάδα που είχε. Εκείνος ο καημένος την έδινε όσο–όσο. Με αυτόν τον τρόπο μάζεψε μια μεγάλη περιουσία. Όλος όμως ο γογγυσμός των πονεμένων ανθρώπων χτύπησε όχι μόνον σ’ αυτόν και στην γυναίκα του, αλλά και στα παιδιά του ακόμη. Έτσι λειτούργησαν οι πνευματικοί νόμοι και έκαναν και εκείνοι το ίδιο· για να πληρώσουν δηλαδή τους γιατρούς και τα έξοδα από τις αρρώστιες, τα ατυχήματα κ.λπ., πουλούσαν όσο–όσο τα κτήματα, και από πολύ πλούσιοι έγιναν φτωχοί, και ένας–ένας έφυγαν όλοι. Ο Θεός φυσικά θα τους κρίνει με την πολλή Του αγάπη και δικαιοσύνη ανάλογα. Οι άλλοι πάλι που αναγκάσθηκαν, επάνω στην ανάγκη που βρίσκονταν, να πουλήσουν ό,τι είχαν, για να ξεχρεώσουν χρέη σε γιατρούς κ.λπ. και φτώχεψαν, θα ανταμειφθούν για την αδικία που δοκίμασαν ανάλογα. Βέβαια και οι άδικοι εξοφλούν και αυτοί ανάλογα.


     Θυμάμαι ένας δικηγόρος, που έκανε πολλές αδικίες, πόσο βασανίσθηκε στο τέλος της ζωής του. Εξασκούσε το επάγγελμά του σε μια επαρχία που είχε πολλούς κτηνοτρόφους. Εκεί, φυσικά, γίνονταν και αγροζημίες και πολλοί βοσκοί έτρεχαν σ’ αυτόν τον δικηγόρο, γιατί με πονηρά επιχειρήματα έπειθε και τον αγρονόμο και τον ειρηνοδίκη. Έτσι οι καημένοι οι γεωργοί πολλές φορές όχι μόνο δεν έβρισκαν το δίκαιο για τα σπαρτά που τους κατάστρεφαν τα κοπάδια, αλλά έβρισκαν και τον μπελά τους. Όλοι τον ήξεραν τον δικηγόρο αυτόν και κανείς τίμιος άνθρωπος δεν τον πλησίαζε. Ακόμη και ο Πνευματικός να δείτε τι συμβούλεψε έναν ευαίσθητο βοσκό. Ο βοσκός αυτός είχε ένα μικρό κοπάδι και μία σκύλα. Μια φορά που η σκύλα είχε γεννήσει, έδωσε τα κουταβάκια σε άλλους και κράτησε μόνον την μάνα. Εκείνο το διάστημα είχε χαθεί μια προβατίνα και είχε αφήσει το αρνάκι της που θήλαζε. Αυτό, επειδή δεν είχε μάνα, έτρεχε πίσω από την σκύλα και θήλαζε από αυτήν, η οποία ένιωθε και η ίδια ανακούφιση. Έτσι και τα δύο ζώα είχαν συνηθίσει και το ένα έβρισκε το άλλο. Ο καημένος ο βοσκός, όσο και να προσπαθούσε να τα ξεχωρίσει, εκείνα έσμιγαν. Επειδή ήταν ευαίσθητος ο βοσκός, σκέφθηκε να ρωτήσει τον Πνευματικό, εάν τελικά τρώγεται το κρέας του αρνιού ή όχι. Ο Πνευματικός, έχοντας υπ’ όψιν του και την φτώχεια του βοσκού, σκέφτηκε λίγο και του είπε: “Το αρνί αυτό, παιδί μου, δεν τρώγεται, γιατί θήλασε από την σκύλα, αλλά ξέρεις τι πρέπει να κάνεις; Επειδή όλοι οι άλλοι βοσκοί πηγαίνουν δώρα στον δικηγόρο τον δείνα αρνιά και τυριά, να του πας και συ αυτό το αρνί να το φάει. Μόνον αυτός έχει ευλογία να το φάει, γιατί όλος ο κόσμος ξέρει που είναι άδικος”. Όταν είχε γεράσει πια ο άδικος αυτός δικηγόρος και έπεσε στο κρεβάτι, υπέφερε χρόνια από εφιάλτες και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Τον χτύπησε και ημιπληγία και δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει. Προσπάθησε ο Πνευματικός να τον κάνει τουλάχιστον να γράψει τις αμαρτίες του, αλλά είχε χάσει και τον έλεγχο, και αναγκαζόταν να του διαβάζει την “Εὐχὴ τῶν Ἑπτὰ Παίδων”, για να κλείσει λίγο τα μάτια του να κοιμηθεί. Του διάβαζε και Εξορκισμούς, για να γαληνέψει λίγο, μέχρι που αναπαύθηκε, και ας ευχηθούμε ο Θεός να τον αναπαύσει πραγματικά.


     Έχω δει ψυχές που αδικήθηκαν, αλλά υπέμειναν την αδικία με καλούς λογισμούς και τους έλουσε η Χάρις σ’ αυτήν την ζωή. Πριν από πολλά χρόνια, με είχε επισκεφθεί ένας ευλαβής Χριστιανός, απλός και καλοκάγαθος, και με παρακαλούσε να ευχηθώ να φωτίσει ο Χριστός τα παιδιά του, όταν ενηλικιωθούν, να μην γογγύσουν κατά των συγγενών του για την μεγάλη αδικία που τους είχαν κάνει, και μου διηγήθηκε την υπόθεση.
     Όπως είδα, ο άνθρωπος αυτός ήταν πραγματικά άνθρωπος του Θεού. Ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός από τα πέντε παιδιά της οικογενείας του και μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα τους συμπαραστάθηκε σαν καλός πατέρας στα αδέρφια. Εργάσθηκε σκληρά, απέκτησε και άλλη περιουσία, κτήματα κ.λπ. και αποκατέστησε τις δυο αδερφές του. Παντρεύτηκαν και τα μικρότερα αδέρφια του, πήραν όλα τα καλά κτήματα, ελαιώνες κ.λπ. και σ’ αυτόν άφησαν τα άχρηστα, τα άγονα, κάτι αμμουδιές. Στο τέλος παντρεύτηκε και αυτός και απέκτησε τρία παιδάκια. Ήταν ηλικιωμένος φυσικά και σκεφτόταν τα παιδιά του, όταν μεγαλώσουν, μήπως καταλάβουν την αδικία και γογγύσουν. Μου έλεγε: “Εγώ δεν στενοχωριέμαι για την αδικία, γιατί διαβάζω το Ψαλτήρι. Ένα Κάθισμα το απόγευμα και δύο Καθίσματα πριν ξημερώσει. Σχεδόν το έμαθα απ’ έξω το Ψαλτήρι. Κανένας Ψαλμός δεν λέει ότι οι άδικοι έκαναν προκοπή. Ενώ τους δικαίους, τους σκέφτεται ο Θεός. Εγώ, Πάτερ μου, δεν λυπάμαι τα κτήματα που έχασα, αλλά λυπάμαι τα αδέρφια μου που χάνουν την ψυχή τους”.
     Έφυγε μετά ο ευλογημένος αυτός άνθρωπος και με ξαναεπισκέφθηκε μετά από δέκα χρόνια περίπου, πολύ χαρούμενος, και με ρωτάει: “Με θυμάσαι, Πάτερ, με θυμάσαι;”. “Ναι”, του είπα και τον ρώτησα πώς περνάει. “Έγινα πλούσιος τώρα”, μου απάντησε. “Και πώς έγινες πλούσιος, αδερφέ;”. “Να, εκείνα τα άχρηστα τα χωράφια, οι αμμουδιές, πήραν μεγάλη αξία, γιατί ήταν παραθαλάσσια. Αυτήν την φορά ήρθα να μου πεις τί να κάνω τα πολλά χρήματα που έχω”. “Να εξασφαλίσεις τα παιδιά σου με ένα σπιτάκι και να κρατήσεις μερικά χρήματα και για τις σπουδές τους, μέχρι να τακτοποιηθούν”. Μου λέει: “Έχω και για τα παιδιά μου, αλλά πάλι είναι πολλά”. “Δώσε στους φτωχούς συγγενείς σου πρώτα και μετά σε άλλους φτωχούς”. “Έδωσα, Πάτερ, αλλά πάλι είναι πολλά”. “Δώσε, για να φτιάξουν τον Ναό του χωριού σου και τα εξωκκλήσια”. “Έδωσα, αλλά πάλι είναι πολλά”. Τότε του λέω: “Θα εύχομαι να σε φωτίζει ο Χριστός, για να κάνεις καλωσύνες εκεί που υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη”.
     Μετά τον ρώτησα: “Τι κάνουν τα αδέρφια σου; πού βρίσκονται;”. Ξέσπασε σε κλάμα και με λυγμούς μού απάντησε: “Δεν ξέρω, Πάτερ μου, χάθηκαν και τα ίχνη τους! Είχαν πουλήσει τα χρήματα από το χωριό, ελαιώνες και χωράφια, και τώρα δεν ξέρω πού βρίσκονται. Είχαν πάει πρώτα στην Γερμανία, μετά στην Αυστραλία, και τώρα δεν ακούγονται”. Μετανόησα που τον ρώτησα για τα αδέρφια του, γιατί δεν ήξερα ότι θα λυπηθεί τόσο πολύ. Τον παρηγόρησα μετά και έφυγε ειρηνικός. Του είπα να ευχηθούμε και οι δυο να μάθουμε και γι’ αυτούς χαρούμενες ειδήσεις.
     Θυμήθηκα μετά τον Ψαλμό (Ψαλμ. λστ΄ [36] 35–36), που λέει: “Εἶδον τὸν ἀσεβῆ ὑπερυψούμενον καὶ ἐπαιρόμενον ὡς τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου. Καὶ παρῆλθον καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν καὶ ἐζήτησα αὐτὸν καὶ οὐχ εὑρέθη ὁ τόπος αὐτοῦ (=Είδα τον ασεβή τον άνθρωπο να καταχράται τη θέση και την εξουσία του, να υψώνεται σαν κέδρος του Λιβάνου και ν’ απλώνεται σαν το αναρριχητικό φυτό. Και πάλι πέρασα από ’κει που ήταν και να που δεν υπήρχε· τον αναζήτησα κι ούτε που βρέθηκε πουθενά)”. Αυτό, ακριβώς συνέβη με τα ταλαίπωρα αδέρφια του.
     Χειρότερο πράγμα από την αδικία, δεν υπάρχει!
     Ό,τιδήποτε κάνετε, κοιτάξτε νά ’χετε την ευλογία του Θεού!...».


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)


[Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
«Λόγοι Α΄ – Με πόνο και αγάπη
για τον σύγχρονο άνθρωπο»,
μέρος 1ο, κεφ. 4ο («Η αδικία είναι μεγάλη αμαρτία»),
σελ. 85–100 (κύρια και βασικά αποσπάσματα),
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσ/νίκης, Μάρτιος 19992.]





Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

ΜΙΑ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΗ ΚΑΙ ΛΕΥΚΗ ΝΥΧΤΑ

ΜΙΑ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΗ ΚΑΙ ΛΕΥΚΗ ΝΥΧΤΑ


     «Θυμάμαι που, πριν από δύο δεκαετίες (σημ.: από το 1965 και μετά), πέρασα μια Χριστουγεννιάτικη, αλησμόνητη και λευκή νύχτα, γεμάτη μυστήριο, μαζί με άγιους Ησυχαστές της Ερήμου. Αυτή η εμπειρία, με είχε συγκλονίσει και έμεινε χαραγμένη στη ψυχή μου ανεξίτηλα, σαν κάτι το ανεπανάληπτο.
     Μέσα στο θεόκτιστο Σπήλαιό τους, που ήταν δομημένο εξωτερικά με ραβδωτά και κυματιστά καφετιά βράχια, που μέσα από τις σχισμές τους πετάγονταν τούφες από την αγία βλάστηση, οι Ερημίτες ανέπεμπαν “δεήσεις καὶ ἱκετηρίας μετὰ δακρύων” προς τον Κύριο, στ’ όνομα όλου του κόσμου και με αγάπη και με ευχαριστία δοξολογούσαν την, από άπειρη συγκατάβαση προς τους ανθρώπους, θεία Σάρκωσή Του.


     Μετά τη Θεία Λειτουργία που τέλεσε ο σοφός και άγιος Ιερεύς–Ησυχαστής με βαθύτατη συγκίνηση και μεταρσίωση, μεταλαμβάνοντας όλοι τα Άχραντα Μυστήρια τις πρωϊνές ώρες μιας καθαρότατης ερημικής αυγής, αφού πήραμε ένα ασκητικό πρόγευμα, καθίσαμε σ’ ένα καθαρό, αδιακόσμητο, αλλά υποβλητικό κελλάκι που θερμαινόταν από μια μικρή σομπούλα.


     “Ο Ιησούς”, άρχισε με τη βαθειά και γλυκειά φωνή του ο Γέροντας να λέει, “είναι η εκπλήρωση της προφητείας του Ισραήλ και όλων των εθνών, γιατί αυτή είναι η φανέρωση της θείας Βουλής για τη σωτηρία των ανθρώπων. Αλλά είναι επίσης και η εκπλήρωση της δικής μας καρδιακής προφητείας, το μυστήριο των ιερών μας πόθων. Στο πρόσωπο του Ιησού, η ανθρωπότητα βρήκε την ενότητά της. Η ιστορία βρήκε το “τέλος” της, δηλαδή το σκοπό της που είναι η θέωση του κόσμου”…».



MONAXOΣ 
ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ
(1915–2006)


[Θεοκλήτου 

Μοναχού Διονυσιάτου:
«Χριστοκεντρικές εμπειρίες 
ενός Ερημίτου»,
Τόμ. α΄, §14, σελ. 110–111,
Έκδοσις «Αστέρος», 
Αθήνα 1991.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

«ΜΑ, ΠΙΟ ΑΝΟΗΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΕΡΗΦΑΝΟ ΥΠΑΡΧΕΙ;»

«ΜΑ, ΠΙΟ ΑΝΟΗΤΟΣ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΕΡΗΦΑΝΟ ΥΠΑΡΧΕΙ;»


     «Πόσο συμπαθής είναι ο ταπεινός άνθρωπος και πόσο αποκρουστικός ο υπερήφανος! Τον υπερήφανο κανείς δεν τον αγαπάει· ακόμη και ο Θεός τον αποστρέφεται. Βλέπεις, και τα μικρά παιδιά, αν δουν κανένα παιδί λίγο υπερήφανο, το κοροϊδεύουν, ενώ ένα παιδί σιωπηλό, συνετό, πόσο το εκτιμούν! Ή, αν δουν κανέναν να περπατάει καμαρωτός–καμαρωτός, τον παίρνουν μυρωδιά και τον κοροϊδεύουν.
     Θυμάμαι κάποιον στην Κόνιτσα που, ενώ πέθαινε από την πείνα, φορούσε κάθε μέρα κοστούμι, γραβάτα και ρεπούμπλικο και έβγαινε στην πλατεία καμαρωτός. Τα παιδάκια, μόλις τον έβλεπαν, πήγαιναν από πίσω του και παρίσταναν πώς περπατούσε. Μικρούτσικα παιδάκια, τώρα! Πόσο μάλλον οι μεγάλοι καταλαβαίνουν τον υπερήφανο άνθρωπο! Μη βλέπεις που δεν μιλούν, για να μην τον εκθέσουν· από μέσα τους όμως αηδιάζουν. Όποιος θέλει να προβάλλει τον εαυτό του, τελικά γελοιοποιείται.


     Θυμάμαι, όταν ήμουν στο Σινά (1962–1964), είχε έρθει ένας παπάς που τον έλεγαν Σάββα. Ήταν λίγο κενόδοξος, είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Μια μέρα οι Βεδουΐνοι ανέβαζαν στο Μοναστήρι ένα βαρύ πράγμα με το βίντσι* και, καθώς το σήκωναν, φώναζαν, για να συγχρονισθούν: “σάουα–σάουα!”· δηλαδή “όλοι μαζί!”. Τους άκουσε ο παπα–Σάββας κι έτρεξε αμέσως έξω. Λέει: “Βρε, ακόμη δεν ήρθα και ‘Σάββα’ φωνάζουν! Και εδώ όλοι με έμαθαν!”. Νόμιζε ότι οι Βεδουΐνοι φώναζαν “Σάββα! Σάββα!”. Μόλις το άκουσα, μ’ έπιασαν τα γέλια! Είναι να μη γελάσεις; Όπως δουλεύει το μυαλό του ανθρώπου, έτσι τα ερμηνεύει όλα. Άμα ο άνθρωπος είναι λίγο φαντασμένος, όλα φαντασμένα τα ερμηνεύει. Είναι αιχμάλωτος στην κενοδοξία, τον κλέβει και η φαντασία και φθάνει μετά…


     Μου έλεγε ένας μοναχός πως, όταν ήταν λαϊκός, είχε δώσει σε κάποιον ένα επίσημο επανωφόρι. Μια μέρα που βρέθηκαν μαζί σε μια συντροφιά, εκείνος το φορούσε, οπότε κάποια στιγμή λέει: “Αυτό το παλτό ξέρετε από πού το έχω; Από το Παρίσι! Αν ξέρατε και πόσο το αγόρασα!”. Και να είναι εκεί μπροστά και ο άλλος (ο μοναχός) που του έδωσε το επανωφόρι για ευλογία!


     Η υπερηφάνεια είναι η μεγαλύτερη πνευματική αρρώστια. Σαν την βδέλλα που, αν κολλήσει επάνω σου, σου ρουφάει το αίμα, έτσι και η υπερηφάνεια ρουφάει όλο το εσωτερικό του ανθρώπου. Φέρνει και πνευματική ασφυξία, γιατί καταναλώνει όλο το πνευματικό οξυγόνο της ψυχής. Ο υπερήφανος δεν έχει πνευματικές πτήσεις, αλλά πτώσεις.
     Αν υπάρχει υπερηφάνεια, ο Θεός επιτρέπει να μένει ο άνθρωπος σε μια κατάσταση οκνηρίας, ακηδίας και ψυχρότητος, γιατί, αν τον βοηθήσει και γευθεί κάτι ουράνιο, τότε ένα κι ένα θα το πάρει επάνω του, θα νομίζει ότι αυτό οφείλεται στον αγώνα που έκανε και θα υπερηφανεύεται. Θα λέει μετά και στους άλλους: Αγωνισθείτε! Εγώ αγωνίσθηκα και τι αξιώθηκα να ζήσω!”, και έτσι θα πληγώνει ψυχές. Γι αυτό ο Θεός τον αφήνει να χτυπηθεί, όσο χρειάζεται, 
γ ι α   ν α   π ε θ ά ν ε ι   η   ι δ έ α  
π ο υ   έ χ ε ι   γ ι α   τ ο ν   ε α υ τ ό   τ ο υ, 
να απελπισθεί με την καλή έννοια από τον εαυτό του, και να νοιώσει το: χωρὶς Ἐμοῦ (=τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ), οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν (Ιωάν. ιε΄ 5).
     Λίγο, ένας λογισμός αν περάσει στον άνθρωπο, ότι κάτι είναι, αμέσως φεύγει η Χάρις του Θεού. Γιατί, τι δουλειά έχει η Χάρις του Θεού με τον υπερήφανο; Ο Θεός είναι Ταπείνωση. Και όταν φύγει η Χάρις του Θεού, έρχεται ο διάβολος και ζαλίζει τον άνθρωπο. Μπορεί μετά να δεχθεί ο άνθρωπος μια επίδραση δαιμονική εξωτερική και να έχει μέσα του σκοτάδι πνευματικό. 
     Ο υπερήφανος δεν έχει Χάρη Θεού γι’ αυτό υπάρχει κίνδυνος να πάρει –Θεός φυλάξοι!– τον μεγάλο κατήφορο. Είναι χωρισμένος από τον Θεό, γιατί η υπερηφάνεια είναι κακός αγωγός, είναι μονωτικό που δεν αφήνει την Χάρη του Θεού να περάσει και μας απομονώνει από τον Θεό.
     Μα, πιο ανόητος από τον υπερήφανο υπάρχει;
     Τελικά, η υπερηφάνεια γελοιοποιεί τον άνθρωπο!...».


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)


[Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
«Λόγοι Ε΄ – Πάθη και αρετές»,
ενότ. 1η, μέρος 2ο, κεφ. 3ο, σελ. 80, 82–86,
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσ/νίκης, Δεκέμβριος 20061.
*Βίντσι: ο γερανός, ο ανυψωτήρας, το ρυμουλκό.]




Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΑΗ–ΒΑΣΙΛΗ

Ο ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΑΗ–ΒΑΣΙΛΗ


     Μπόχουμ (Bochum). Μια, με ιδιότυπη ομορφιά, πόλη στην Δυτική Γερμανία. Ήταν αρχές Δεκεμβρίου. Η πόλη –όπως και όλες οι πόλεις της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης– είχε κιόλας χριστουγεννιάτικο χρώμα. Είχαν οι δρόμοι τον χριστουγεννιάτικο στολισμό τους, καθώς και οι προθήκες των καταστημάτων και των σπιτιών στο εσωτερικό τους. Βέβαια, το εόρτιο μήνυμα είναι δυστυχώς! μόνο εξωτερικό. Η ρήση του Κυρίου: «ἐποιήσατε τὸν οἶκον τοῦ Πατρός μου οἶκον ἐμπορίου» (Ιωάν. β΄ 17), έχει και εδώ την εφαρμογή του, στην ευρύτερή της έννοια. Κατάντησε η μοναδική αυτή γιορτή, το προμήνυμα του λυτρωμού του κόσμου, υπόθεση εμπορίου για τους περισσότερους χριστιανούς, με όλη την υλικότητα που αυτή σημαίνει.


     Στεκόμασταν με τη συντροφιά μου σε μια διάβαση, περιμένοντας το πράσινο φως που θα μας άφηνε να περάσουμε στην άλλη μεριά του δρόμου. Επειδή τ’ αυτοκίνητα ήταν πάρα πολλά, ο «Σταμάτης» μάς κρατούσε περισσότερη ώρα· ενώ ο «Γρηγόρης», ώσπου να εμφανιστεί, αμέσως εξαφανιζόταν. Έτσι, παρατεινόταν η αναμονή ενώ, ταυτόχρονα, δινόταν η ευκαιρία να συμβούν τα πιο απρόβλεπτα πράγματα στο μικρό αυτό διάστημα, σοβαρά ή όχι. 
     Περιμένοντας, λοιπόν, να περάσουμε απέναντι, βλέπω να στέκει μπροστά μου μια κυρία με τον μικρό της. Θα ήταν περίπου πέντε ετών αγοράκι. Σε μια στιγμή, διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας. Το βλέμμα του μικρού παιδιού, ήταν όλο περιέργεια καθώς με παρατηρούσε. Του χαμογέλασα. Αυτό, κρύφτηκε πηγαίνοντας μπροστά στη μαμά του. Σε λίγο, προβάλλει το κεφαλάκι του και με βλέπει με το ένα του μάτι. Το ξαναβλέπω. Εκείνο, κρύβεται. Ξαναπροβάλλει με ολόκληρο το κεφαλάκι του. Νόμιζε πως δε το βλέπω. Γυρνώ, ξαφνικά, το κεφάλι μου και το βλέπω. Ξανακρύβεται. Αυτό, έγινε μερικές φορές. Είχαμε ήδη γίνει σιωπηλά φίλοι. Σε λίγο ψιθυρίζει κάτι στη μαμά του, που δεν είχε πάρει είδηση τη βουβή αυτή επικοινωνία. 
     Όμως, άκουσα τι έλεγε:


     –Τι είναι, μαμά, αυτός ο παράξενος άνθρωπος;
     –Ποιος, παιδάκι μου;
     –Να, αυτός πίσω σου.
     Γυρνάει τότε, με λεπτή διακριτικότητα, η μητέρα του και με βλέπει χαμογελαστή και με χαιρέτησε. Προτού, όμως, να προφτάσει να μου πει κάτι, μίλησα εγώ:
     –Ρώτησες τη μαμά σου ποιος είμαι, είπα απευθυνόμενος στο παιδί, δεν είναι έτσι;
     Ο μικρός κρύβεται, αλλά πάλι η περιέργεια τον νικάει. 

     Με ξαναβλέπει.
     –Δε κατάλαβες, ακόμα, ποιος είμαι;
     Ο μικρός τολμάει να πει ένα δειλό «όχι».
     –Τι θα γιορτάσουμε σε λίγες μέρες;
     –Τα Χριστούγεννα!..., λέει ο μικρός.
     –Μπράβο! Το ξέρεις! Και, δε μου λες, ποιός είναι εκείνος που αγαπάει τα μικρά παιδάκια κι έρχεται την Άγια Νύχτα και σκορπάει γι’ αυτά όμορφα δωράκια; Πρέπει να τον ξέρεις! Έτσι, δεν είναι;
     –Τον ξέρω...
     –Ποιος είναι, λοιπόν;
     –Ο Άη–Βασίλης!...
     –Ωραία, το βρήκες! Και, ξέρεις πού μένει;
     –Όχι!...
     –Όχι;... Να, πέρα!... Κατά τον Βορρά!... Δε τον βλέπεις που έρχεται με το έλκηθρο, που το τραβούν τα ελαφάκια από τη 
«Χώρα των Χιονιών»; Και, να! Κίνησε κιόλας, για να προλάβει να περάσει απ’ όλα τα σπίτια και να μοιράσει τα δώρα του. Μα, πού, να προλάβει! Γι’ αυτό έστειλε τον «Βοηθό» του, να δει από κοντά πού είναι τα καλά παιδάκια –και, όλα τα παιδάκια είναι καλά!– για να ξέρει πού να δώσει τα δώρα του. Λοιπόν; Δε κατάλαβες, ακόμη, ποιός είμαι;
     –Αααα!..., έκανε ο μικρός.
     –Βλέπεις, πως είμαι ακριβώς ο «Βοηθός» του Άη–Βασίλη;... Κι έρχομαι κι εγώ από πολύ μακρυά!…
     Του μικρού παιδιού άνοιξαν τα ματάκια, γεμάτα έκπληξη και δέος. Ο «Βοηθός» του Άη–Βασίλη στην πόλη τους και, μάλιστα, μέρα–μεσημέρι, καταμεσίς του δρόμου! Τι, ευτυχία, για τον μικρό!...


     Η μητέρα του, λησμόνησε πως έπρεπε να φύγει. Παρακολουθούσε μ ενδιαφέρον τη συζήτηση. Το ίδιο και οι δικοί μου. Ο «Γρηγόρης» και ο «Σταμάτης» διαδέχθηκαν πολλές φορές ο ένας τον άλλον. Όμως, που να το πάρουμε εμείς είδηση!...
     –Δε μου λες, ρώτησα τον μικρό, τι δώρο θέλεις να σου φέρει ο Άη–Βασίλης;
     Δίστασε για λίγο ο μικρός. Τον ενθάρρυνα.
     –Ένα τραινάκι, θέλω!... 

     Και μου είπε τι τραινάκι ήθελε.
     –Ωραία! Θα του το πω. Άλλο, τίποτε;
     –Όχι, αυτό θέλω!... απάντησε ο μικρός.
     –Πολύ καλά. Ελπίζω πως δε θα το ξεχάσει. Πιστεύω πως θα σου φέρει ένα πολύ όμορφο τραινάκι.
     Βλέπω, όμως, πως ήταν ώρα ν
 αποδεσμευθεί η μητέρα του παιδιού. Δε μπορούσε να περιμένει εκεί, μάλιστα τέτοια μέρα, περισσότερο. 
     –Κυρία μου, της είπα, χάρηκα πολύ από τη γνωριμία μου με τον μικρό σας Χανς έτσι μου είπε η μητέρα του πως έλεγαν τον μικρό, που σημαίνει «Γιαννάκης». Θα ήθελα να σας ζητήσω μια χάρη…
     –Με υποχρεώνετε! μου είπε εκείνη ευγενικά. Για τι πρόκειται;
     –Να, επειδή συστήθηκα ως «Βοηθός» του Άη–Βασίλη στο μικρό σας παιδί, κι επειδή θεωρώ έγκλημα ν
 απογοητεύει κανείς τις προσδοκίες των μικρών, θα σας παρακαλούσα να μου επιτρέπατε ν’ αφήσω ένα ποσό για να πάρετε το τραινάκι του Χανς, εκ μέρους μου…
     –Με συγκινείτε πολύ! είπε εκείνη με ολοφάνερη τη συγκίνηση, αλλά θα μου επιτρέψετε να μη δεχθώ. Σειρά μου είναι, να σας ζητήσω κι εγώ μια χάρη... 
     Και, λέγοντας αυτά, έβγαλε από την τσάντα της τρία χαρτονομίσματα των εκατό μάρκων. 
     Αυτά μου μένουν, δυστυχώς! είπε. Σας παρακαλώ, να τα δεχθείτε για να τα χρησιμοποιήσετε για τους φτωχούς της ενορίας σας, για τους «ελάχιστους αδελφούς» του Ιησού (βλ. Ματθ. κε΄ 40). Ασφαλώς, δε θα σας λείπουν τέτοιοι!...


     Έμεινα μ ανοιχτό στόμα! Τέτοια, χειρονομία! Τόσο αυθόρμητη και ειλικρινής! Τόσο συνειδητή και γνήσια! Πρέπει να είχε δεχτεί πολλή πνευματική καλλιέργεια, η ψυχή αυτή, για ν’ ανοίγει τόσο απλόχερα το χέρι της για τους άγνωστους αδελφούς της και να έχει πολύ αναπτυγμένο το πνεύμα της φιλαλληλίας. Και έτσι πρέπει να έχει γίνει, όπως κατάλαβα σε λίγο. Έτσι διδασκόταν στην ενορία της. Και είχε δεχθεί μέσα της ολόψυχα ό,τι της προσφερόταν ως διδαχή πνευματική αλλά και πρακτική. 


     Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθείτε τη συγκίνησή μου από την ομορφιά αυτής της χειρονομίας που, βέβαια, δε μπορούσα να την δεχθώ, μια που, εκτός των άλλων, συνέβαινε να μην έχω ενορία. Μέσα μου, όμως, τονώθηκε η βεβαιότητα πως η αγάπη ζει ακόμη στις καρδιές των ανθρώπων. Και, όσο η αγάπη ζει, τρέφεται και η ελπίδα. Όχι, η οποιαδήποτε φρούδη ελπίδα, αλλά η ελπίδα η «ἐν Χριστῷ» σε όλες της τις διαστάσεις, τις εγκόσμιες και υπερκόσμιες. Είναι η μόνη ελπίδα που «οὐ καταισχύνει» (Ρωμ. ε΄ 5), δε ντροπιάζει όσους την κατέχουν, όπου κι αν αυτοί βρίσκονται στα πλάτη της γης μας…

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ 
π. ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΒΙΤΤΗΣ
(1927–2009)


[Γέροντος π.Ευσεβίου Βίττη 
(1927–2009):
«Κατοπτρισμοί»
(Πεζοτράγουδα–Χρονογραφήματα–Διηγήματα),
Μέρος β΄, Κεφ. 24ο, 
σελ. 125–130.
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», 
Θεσ/νίκη 2006.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ· Ο ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ, Ο ΚΑΘΑΙΡΕΤΗΣ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝ

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ·
Ο Ιερομάρτυς, ο καθαιρέτης του Σατάν


[1]  Γέννηση, ανατροφή, αφιέρωση στον Θεό

     Ο άγιος ιερομάρτυς Ελευθέριος γεννήθηκε στη Ρώμη από ευγενείς και ευσεβείς γονείς στο τέλος του 1ου αιώνα μ.Χ. Σε μικρή ηλικία έχασε τον πατέρα του που κατείχε το αξίωμα του υπάτου της πόλεως της Ρώμης και έτσι ανατράφηκε από την μητέρα του, Ανθία, πιστή μαθήτρια του Αποστόλου Παύλου. Αυτή τον μεγάλωσε γαλουχώντας τον με τα νάματα της Ορθοδόξου Πίστεως και του έδωσε το όνομα Ελευθέριος. Θέλησε μάλιστα να τον αφιερώσει στην εκκλησία και για το λόγο αυτόν τον παρουσίασε στον Πάπα της Ρώμης Ανάκλητο, ο οποίος εκτιμώντας τα σπάνια χαρίσματά του και αφού τον δίδαξε τα ιερά γράμματα, τον κατέταξε στον ιερό κλήρο.
     Στην ηλικία των 15 ετών ο Ελευθέριος χειροτονήθηκε διάκονος και τρία χρόνια αργότερα πρεσβύτερος, παρά το νεαρό της ηλικίας του, γιατί δεν υπήρχαν τότε δεσμεύσεις ηλικίας από τους Ιερούς Κανόνες που θεσπίσθηκαν αργότερα στις Οικουμενικές Συνόδους. Ήταν μάλιστα τέτοια η ωριμότητά του που, όταν έφθασε στο 20ο έτος της ηλικίας του, έλαβε από τα χέρια του Πάπα και τον τρίτο βαθμό της ιερωσύνης, γενόμενος Επίσκοπος Αυλώνος του Ιλλυρικού. Έτσι, με θεία οικονομία, τέθηκε ο λύχνος επί την λυχνία σύμφωνα με το ιερό Ευαγγέλιο και έγινε ο Ελευθέριος με τις πολλές αρετές, εκείνος ο πνευματικός φάρος που φώτισε και προσείλκυσε πλήθη ψυχών στη θεοσέβεια και την μόνη Αλήθεια.

[2]  Η ιερή του φήμη, η σαγηνευτική του διδαχή 
και η προσαγωγή του στο μαρτύριο

     Η φήμη του που όλο μεγάλωνε και τα θαύματά του που ακολουθούσαν τη διδασκαλία του, έφθασαν στ’ αυτιά του αυτοκράτορα, ο οποίος, ανήσυχος εξαιτίας της αυξανόμενης δύναμής του, απέστειλε έναν από τους στρατηγούς του, τον Φήλικα στην Αυλώνα, να συλλάβει τον Άγιο. Καθώς εισήλθε όμως στον ναό και τον άκουσε να κηρύττει με γλυκύτητα και πνευματική δύναμη, μεταβλήθηκε αμέσως από άγριο λύκο σε ήμερο πρόβατο και προσέπεσε στα πόδια του Ελευθερίου, έτοιμος να απαρνηθεί τιμές και εφήμερη δόξα, χωρίς να υπολογίζει ούτε την απολογία που όφειλε να δώσει στον ηγεμόνα, όταν θα επέστρεφε στην πρωτεύουσα. Τότε ο Άγιος Ελευθέριος τον κατήχησε και τον βάπτισε και κατόπιν ξεκίνησαν και οι δύο την οδοιπορία προς τη Ρώμη για να παρουσιαστούν μπροστά στον ηγεμόνα.
     Αντικρίζοντας τον Άγιο ο άρχοντας, θαύμασε για την ευταξία και κοσμιότητά του και προσπάθησε με κολακευτικά λόγια να τον πείσει να θυσιάσει στα είδωλα. Συναντώντας όμως την κατηγορηματική άρνηση του Αγίου, θύμωσε πολύ και πρόσταξε να πυρώσουν ένα χάλκινο κρεβάτι και τον βάλουν επάνω. Ο λαός της πόλεως βλέποντας το απάνθρωπο και φρικαλέο βασανιστήριο, διαμαρτυρήθηκε με έντονο τρόπο στον βασιλέα και τον λοιδόρησε για την πρωτοφανή σκληρότητά του απέναντι στον ευγενικό και πράο ιεράρχη. Ο παντοδύναμος Θεός όμως, ελάφρυνε τις οδύνες και τα βάσανα του πιστού δούλου Του, μεταποιώντας τη φλόγα σε αναψυχή και δροσιά.

[3]  Μαρτύρια επονείδιστα: σχάρα–καζάνι–κλίβανος

     Έξαλλος ο ηγεμόνας από το παράδοξο φαινόμενο, πρόσταξε να κάψουν το σώμα του Ελευθερίου επάνω σε σιδερένια σχάρα, θέτοντας από κάτω σορούς από πυρακτωμένα κάρβουνα και διατάζοντας τους στρατιώτες να ρίχνουν συνεχώς στη φωτιά λάδι. Τα μεγαλεία του Θεού όμως, συγκλόνισαν και άφησαν άφωνους όλους όσους παρακολουθούσαν τους άθλους του γενναίου ιερομάρτυρος, γιατί και η φωτιά έσβησε και η σχάρα ψυχράνθηκε, αφήνοντας αλώβητο τον αθλητή του Κυρίου.
     Ο διεφθαρμένος στο μυαλό άρχοντας, διέταξε νέα σκληρότερα και πιο εκδικητικά μαρτύρια. Έτσι, έβαλε σ’ ένα καζάνι να βράσουν λίπος, κερί και πίσσα και να ρίξουν μέσα χωρίς λύπηση τον μακάριο Ελευθέριο. Όμως ο Άγιος, χαιρότανε και απολάμβανε το γεγονός σαν να βρισκόταν σε λουτρό ψυχρού ύδατος.
     Τότε ο έπαρχος της πόλης Κορέμων, θέλησε να βοηθήσει κι αυτός στην ταχύτερη εξόντωση του Αγίου. Σκέφτηκε να στήσει κλίβανο μέσα στον οποίο εξείχαν κοφτερότατα σίδερα, έτοιμα να ξεσκίσουν τις μαρτυρικές σάρκες και να τον πυρώσουν δυνατά για να πετάξουν μέσα τον Άγιο. Στη θέα του κλίβανου με τα καρφιά, ο ιερομάρτυρας ανέπεμψε στον Κύριο θερμή προσευχή, λέγοντας: «Σ’ ευχαριστώ, Κύριε Ιησού Χριστέ και Θεέ μου, που μου έδωσες τη δύναμη ν’ αντέξω τόσα μαρτύρια για το Πανάγιο όνομά Σου. Δώσε μου, σε παρακαλώ, και πάλι τη δύναμη να συνεχίσω για να γνωρίσουν όλοι ότι Εσύ είσαι ο μόνος αληθινός Θεός, ερχόμενοι στην Αλήθεια και μισώντας τα αναίσθητα και παγερά είδωλα». Στη συνέχεια έριξαν στον κλίβανο τον ιεράρχη αλλά αμέσως η φωτιά έσβησε και τα σίδερα λύγισαν ευλαβούμενα τις τίμιες σάρκες του αθλητού. Με τις τόσες εξαίσιες θαυματουργίες που έγιναν, το πλήθος που παρακολουθούσε φώναζε και ομολογούσε: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών!».

[4]  Στη φυλακή σιτιζόμενος θαυμαστώς

     Τυφλωμένος ο ηγεμόνας παρέλαβε τον Άγιο και τον έκλεισε σε σκοτεινή και παγερή φυλακή, τιμωρώντας τον με πολυήμερη ασιτία. Ο Θεός όμως, που τρέφει και συντηρεί τα σύμπαντα, φρόντισε και για τον πιστό Του δούλο Ελευθέριο, αποστέλλοντάς του στη φυλακή τροφή μ’ ένα περιστέρι, για όσες μέρες παρέμεινε έγκλειστος.


[5]  Φερόμενος σε υψηλό βουνό, προστατεύεται από τα ζώα

     Τότε μπήκε και πάλι ο σατανάς στο μυαλό του ηγεμόνα και σκέφτηκε να προσδέσει τον Ελευθέριο στο πίσω μέρος ενός άρματος, το οποίο θα έσερναν άγρια άλογα, για να ξεσκίσουν τις σάρκες του, διερχόμενα από κακοτράχαλους και βραχώδεις δρόμους κι έτσι να ξεψυχήσει με τον πιο απάνθρωπο τρόπο. Άγγελος εξ ουρανού εξημέρωσε τ’ ανήμερα άλογα κι έτσι καθισμένος ο Ελευθέριος πάνω στο άρμα, μεταφέρθηκε σ’ ένα κοντινό ψηλό βουνό για να προσευχηθεί.
     Την ώρα που ο Άγιος έκανε την ακολουθία του και υμνολογούσε τον Κύριο, όλα τα ζωντανά του βουνού, ήρεμα και άγρια, τον πλησίασαν για να τα ευλογήσει. Οι κυνηγοί που τον αντιλήφθηκαν, πληροφόρησαν τον ηγεμόνα κι έτσι εκείνος έστειλε στρατιώτες να τον συλλάβουν. Στη θέα της σύλληψης του Αγίου, τα ζώα εξαγριώθηκαν και θέλησαν με τα δόντια και τα νύχια τους να ξεσκίσουν τους εχθρούς του φίλου τους, Ελευθερίου. Εκείνος όμως τα διέταξε να αποσυρθούν στις σπηλιές τους και πρόθυμα ακολούθησε την κουστωδία με κατεύθυνση το παλάτι του ηγεμόνα.

[6]  Άθικτος και αλώβητος στην αρένα των λιονταριών

     Εκεί, κοντά στο παλάτι, ο βασιλιάς ετοίμασε μια μεγάλη αρένα με άγρια λιοντάρια κι έριξε μέσα τον αθλοφόρο ιερομάρτυρα για να παλέψει με τα θηρία. Όμως αυτά, όχι μόνο δεν τον έβλαψαν, αλλά σαν ήρεμα προβατάκια ήρθαν κοντά του και του έγλειφαν τα χέρια και τα πόδια. Στη θέα αυτού του εξαίσιου, πάλι, το πλήθος κραύγαζε δυνατά: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών!».

[7]  Το μαρτυρικό του τέλος μαζί με τη μητέρα του

     Βλέποντας ο παράνομος τύραννος τα παράδοξα φαινόμενα που επιτελούσε ο Άγιος με τη Χάρη του Θεού, διέταξε να κόψουν το κεφάλι του. Έτσι επέτρεψε ο Κύριος το μαρτύριο του ένδοξου ιερομάρτυρά Του, Ελευθερίου, και παρέλαβε την ψυχή του.
     Η Ανθία, η μητέρα του, που έβλεπε τον οδυνηρό και μαρτυρικό θάνατο του μονάκριβου παιδιού της, έσπευσε ν’ αγκαλιάσει το αθλητικό και αιματοβαμμένο σώμα του, όμως δέχθηκε κι αυτή αμέσως τον ανελέητο αποκεφαλισμό της από τους δήμιους.
     Τα μαρτυρικά τους σώματα τα παρέλαβαν οι ευλαβείς χριστιανοί και πολλοί πιστοί από την περιοχή της Αυλώνας και τα ενταφίασαν αποδίδοντας σε αυτά την πρέπουσα σε μάρτυρες τιμή, εις δόξαν του Τριαδικού Θεού. Αμήν.


Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον. 
Ἱερέων ποδήρει κατακοσμούμενος,
καὶ αἱμάτων τοῖς ῥείθροις ἐπισταζόμενος,
τῷ Δεσπότῃ σου Χριστῷ μάκαρ ἀνέδραμες,
Ἐλευθέριε σοφέ, καθαιρέτα τοῦ Σατάν·
διὸ μὴ παύσῃ πρεσβεύων,
ὑπὲρ τῶν πίστει τιμώντων,
τὴν μακαρίαν σου ἄθλησιν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον.
Ὅμοιον. 
Φερωνύμῳ σου κλήσει καλλωπιζόμενος,
ἐλευθερίαν παρέχεις καὶ ἀπολύτρωσιν,
τοῖς προσκάμνουσι δεινῶς, ποικίλαις θλίψεσιν,
Ἐλευθέριε σοφέ, ἱερέων καλλονή, Μαρτύρων ἡ ὡραιότης·
διὸ μὴ παύσῃ πρεσβεύων ἀπαύστως, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Κοντάκιον.
Ἦχος β΄. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὡς καλλονὴν τῶν ἱερέων Ὅσιε,
καὶ προτροπὴν τῶν Ἀθλοφόρων ἅπαντες,
εὐφημοῦμεν καὶ αἰτοῦμέν σε, Ἱερομάρτυς Ἐλευθέριε·
τοὺς πόθῳ σου τὴν μνήμην ἑορτάζοντας,
κινδύνων πολυτρόπων ἐλευθέρωσον,
πρεσβεύων ἀπαύστως, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Μεγαλυνάριον.
Τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐν Χριστῷ,
τοῖς δεδουλωμένοις, χρηματίσας μυσταγωγός,
κληρονόμος ὤφθης, Σιὼν τῆς ἐλευθέρας,
ἀθλήσας Ἐλευθέριε, ὡς ἀσώματος.




Ο Άγιος Ελευθέριος ο Ιερομάρτυς, Επίσκοπος Ιλλυρικού
(Βίος–Αγιολογικά–Ιερά Ακολουθία)»,
Επιμέλεια: π. Αντώνιος Ι. Πατρικίου,
σελ. 23–27, εκδόσεις Τζιόλα, Θεσ/νίκη 20121.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.