Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ


     Η αγία μεγαλομάρτυς Παρασκευή γεννήθηκε σε χωριό κοντά στην Ρώμη κατά τους χρόνους του Αδριανού (117-138) από γονείς χριστιανούς, τον Αγάθωνα και την Πολιτεία, οι οποίοι παρακαλούσαν χρόνια τον Κύριο να τους δώσει τέκνο. Ο Θεός, που ικανοποιεί πάντα την επιθυμία των φοβουμένων Αυτόν (πρβλ. Ψαλμ. 144, 19), τους χάρισε μια θυγατέρα, την οποία ονόμασαν Παρασκευή λόγω της ημέρας της γεννήσεώς της και από ευλάβεια προς το ζωοποιό Πάθος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Από την πιο τρυφερή ηλικία της αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στα θεάρεστα έργα. Δεν ένιωθε καμία έλξη για τα θορυβώδη παιγνίδια της ηλικίας της, αλλά περνούσε τον καιρό της είτε στην εκκλησία, παρακολουθώντας τις ιερές Ακολουθίες, είτε στο σπίτι, καταγινόμενη στην μελέτη του Λόγου του Θεού και την προσευχή. Όταν πέθαναν οι γονείς, ενώ ήταν δώδεκα ετών, κατ’ άλλους είκοσι ετών, διαμοίρασε τα μεγάλα πλούτη της στους πτωχούς και κατόπιν αποσύρθηκε σε μονή, όπου ενεδύθη το μοναχικό Σχήμα. Αφού πέρασε κάποιο διάστημα με πλήρη υποταγή στην ηγουμένη της, διψώντας να κάνει και τους άλλους ανθρώπους κοινωνούς του θησαυρού της Πίστεως, εγκατέλειψε την μονή για να κηρύξει το Όνομα του Χριστού στα χωριά και στην ύπαιθρο. Έφερε σε θεογνωσία πλήθος ειδωλολατρών, προκαλώντας τον φθόνο και το μίσος των Εβραίων, που την κατήγγειλαν στον βασιλέα της περιοχής στην οποία βρισκόταν (σύμφωνα με τις νεώτερες εκδοχές του Μαρτυρίου, στον νέο αυτοκράτορα Αντώνιο τον Ευσεβή [περί το 140]). Ο ηγεμόνας πρόσταξε να συλλάβουν την ευγενή χριστιανή και να την οδηγήσουν ενώπιόν του. Όταν την είδε, έμεινε έκθαμβος μπροστά στο κάλλος της, κατόπιν δε προσπάθησε να την προσελκύσει με κολακείες λέγοντας: «Αν πεισθείς στα λόγια μου και θυσιάσεις στους θεούς, θα λάβεις πολλά αγαθά· αν όμως επιμείνεις, να ξέρεις ότι θα υποστείς τρομερά βασανιστήρια». Η τρυφερή κόρη τού αποκρίθηκε με ανδρείο φρόνημα: «Ποτέ δεν πρόκειται να αρνηθώ τον γλυκύτατό μου Ιησού Χριστό και κανένα μαρτύριο δεν μπορεί να με χωρίσει από την αγάπη Του. Εκείνος είναι που είπε: “Εγώ είμαι το φως του κόσμου· όποιος Με ακολουθεί δεν θα πλανιέται στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως της ζωής” (Ιωάν. 8, 12). Όσο για τους θεούς σας, “αυτούς που δεν έφταιξαν μήτε τον ουρανό μήτε την γη, να χαθούν από προσώπου γης και να καταποντισθούν κάτω απ’ αυτό τον ουρανό” (Ιερ. 10, 11)».


     Ξεχείλισε τότε η οργή του ηγεμόνα και έδωσε εντολή στους στρατιώτες να φορέσουν στο κεφάλι της αγίας πυρακτωμένη περικεφαλαία. Η αγία Παρασκευή όμως, λουσμένη στην θεϊκή δρόσο, όπως οι Τρεις Παίδες εν τη καμίνω, δεν ένιωσε κανέναν πόνο. Αφού ξερίζωσαν τα στήθη της, την έριξαν στην φυλακή με μία ασήκωτη πέτρα πάνω στο στήθος· άγγελος όμως Κυρίου επεφάνη μέσα σε μεγάλο σεισμό και θεράπευσε την αγία κόρη. Μπροστά στο θαύμα αυτό, εβδομήντα στρατιώτες της φρουράς πίστεψαν στον Χριστό και αμέσως εκτελέσθηκαν με εντολή του τυράννου, ο οποίος κάλεσε εκ νέου την Παρασκευή ενώπιόν του. Όταν εκείνη επανέλαβε την φλογερή ομολογία της, έκαυσαν καζάνι γεμάτο λάδι και πίσσα και την έβαλαν μέσα. Αλλά κι εκεί ακόμη, καθώς το σώμα της είχε λάβει με την άσκηση και την αγνεία τον αρραβώνα της μελλούσης αφθαρσίας, η αγία παρέμεινε αβλαβής. Θεωρώντας πως το μείγμα δεν ήταν αρκετά καυτό, ο τύραννος πλησίασε και, κατά τις νεώτερες εκδοχές, τυφλώθηκε από το μείγμα λαδιού και πίσσας που του έριξε η Παρασκευή. Υπό την επίδραση του πόνου ήλθε σε επίγνωση του αμαρτήματός του και άρχισε να φωνάζει: «Λυπήσου με, δούλη του αληθινού Θεού, και δώσε μου πίσω το φως μου κι εγώ θα πιστέψω στον Θεό που κηρύττεις». Με την προσευχή της αγίας, όχι μόνο ξαναβρήκε το φως των ματιών του, αλλά έλαβε και το φως της Πίστεως και, κατόπιν αιτήματός του, βαπτίσθηκε στο όνομα της Αγίας Τριάδος μαζί με όλους τους σωματοφύλακές του.


     Η αγία Παρασκευή αφέθηκε ελεύθερη για να συνεχίσει την αποστολή της. Βρισκόταν σε πόλη που διοικούσε κάποιος Ασκληπιός και κήρυττε εκεί τον Χριστό, όταν συνελήφθη και οδηγήθηκε στο δικαστήριο. Ο Ασκληπιός τής ζήτησε να δηλώσει την ταυτότητά της και η αγία σφράγισε τον εαυτό της με το σημείο του Σταυρού και δήλωσε ότι ήταν δούλη του Θεού ο Οποίος δημιούργησε τον ουρανό και την γη, προσφέρθηκε στον Σταυρό και στον θάνατο για την Σωτηρία μας και θα επιστρέψει εν δόξη για να κρίνει ζώντας και νεκρούς. Ο τύραννος πρόσταξε να ραβδισθεί, αλλά η αγία συνέχιζε να δοξάζει τον Θεό με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό, ενώ όταν ο Ασκληπιός διέκοψε τους δημίους για να της προτείνει να θυσιάσει, τον έφτυσε περιφρονητικά στο πρόσωπο. Έξαλλος εκείνος διέταξε να μαστιγωθεί μέχρις οστέων. Μετά από μία νύκτα όμως που πέρασε στο κελλί της, οι στρατιώτες την βρήκαν το πρωί σώα και αβλαβή. Η Παρασκευή ζήτησε από τον βασιλέα να μεταβεί στον ναό του Απόλλωνος και όλοι οι εθνικοί χάρηκαν πιστεύοντας ότι θα θυσίαζε. Αφού προσευχήθηκε επί μακρόν, η αγία έκανε το σημείο του Σταυρού και τα είδωλα γκρεμίσθηκαν με μεγάλο πάταγο κάνοντας τον λαό να αναφωνήσει: «Μέγας είναι ο Θεός των χριστιανών!». Οι ιερείς των ειδώλων μαινόμενοι απαίτησαν από τον βασιλιά να τελειώνει μαζί της και έριξαν την Παρασκευή σε λάκκο, όπου θανάτωσε με την προσευχή της τον δράκο και τα ερπετά που βρίσκονταν εκεί μέσα.


     Βλέποντας ότι όλα τα μέσα απέβαιναν άκαρπα, ο Ασκληπιός έστειλε την δούλη του Θεού σε άλλο βασίλειο, που το κυβερνούσε ο σκληρός Ταράσιος. Στον τόπο εκείνο θεράπευσε, επικαλούμενη το Όνομα του Χριστού, όλους τους ασθενείς που της έφεραν, αλλά όταν ο βασιλέας το πληροφορήθηκε, πρόσταξε να την οδηγήσουν στο δικαστήριο και, κατηγορώντας την ότι έκανε μάγια, διέταξε να την ρίξουν σε δυσώδη λάκκο με δηλητηριώδη ζώα. Με το σημείο του Σταυρού ο κόπρος αυτός ομοιώθηκε με ευωδιαστό ανοιξιάτικο λιβάδι και υπό την προστασία αγγέλου η αγία εξήλθε αβλαβής από όλα τα βασανιστήρια στα οποία την υπέβαλαν. Ανίκανος πλέον να συγκρατήσει το μένος του, ο βασιλέας διέταξε τους δημίους να την αποκεφαλίσουν. Πέφτοντας στα γόνατα, η Παρασκευή προσευχήθηκε με δάκρυα, εμπιστευόμενη την γενναία ψυχή της στον Χριστό, τον Νυμφίο της, ζητώντας Του να συγχωρέσει τις αμαρτίες εκείνων που θα τιμούσαν την μνήμη της. Όταν το κεφάλι της έπεσε κάτω από το ξίφος, ακούστηκε ουράνια φωνή που την καλωσόριζε στην Βασιλεία των Ουρανών, την έλευση της οποίας είχε αναγγείλει με τους λόγους και τα έργα της. Έκτοτε τα διεσπαρμένα σε ιερούς ναούς τεμάχια από τα τίμια λείψανά της δεν έπαυσαν να επιτελούν πλήθος ιάσεων, ιδιαιτέρως σε όσους πάσχουν από παθήσεις των ματιών.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄.
Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον, 
ἐργασαμένη φερώνυμε,
τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν,
εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι,
Παρασκευὴ Ἀθληφόρε·
ὅθεν προχέεις ἰάματα,
καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

— ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ —
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τὸν ναόν σου πάνσεμνε, ὡς ἰατρεῖον,
ψυχικὸν εὑράμενοι,
ἐν τούτῳ πάντες οι πιστοί,
μεγαλοφώνως τιμῶμέν σε,
Ὁσιομάρτυς Παρασκευὴ ἀοίδιμε.

— ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ —
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῇ Ἀθληφόρῳ οἱ πιστοὶ τὸν ὑμνητήριον
Παρασκευῇ δεῦτε συμφώνως ἀναμέλψωμεν·
Ἀπαστράπτει γὰρ τοῖς θαύμασιν ἐν τῷ κόσμῳ
Ἀπελαύνουσα τῆς πλάνης τὴν σκοτόμαιναν
Καὶ παρέχουσα πιστοῖς τὴν χάριν ἄφθονον
Τοῖς κραυγάζουσι, χαίροις Μάρτυς πολύαθλε.

— ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ —
Χαίροις Ἐκκλησίας ἡ λαμπηδών,
καὶ τῶν ἰαμάτων, πολυχεύμων ὅντως κρουνός· 
χαίροις προστασία, καὶ σκέπη οὐρανία,
Παρασκευὴ θεόφρον, τῶν εὐφημούντων σε.


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος, Ιούλιος, σελ. 293–296.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση Κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Ιούνιος 2008.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου