Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

ΕΦΘΑΣΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ…

ΕΦΘΑΣΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ…


     Στην υμνογραφία της Κυριακής της Τυροφάγου ή της Τυρινής, που είναι ένα είδος απαρχής των εορτών για τον χριστιανό, μια που αναφέρεται στο πρώτο γεγονός που έγινε όταν άρχισε η ζωή στη γη με την έξωση των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο και την εξορία τους στη γη, περιγράφεται με τα κατανυκτικότερα τροπάρια το δράμα όλων των ανθρώπων της γης. Γιατί ο χωρισμός του Αδάμ από τον Θεό και από τον Παράδεισο δεν τελειώνει μόνο σ’ εκείνον. Η πτώση και η εξορία του Αδάμ μάς έριξε –όλους εμάς τους απογόνους του– στη γη των κόπων και των δακρύων, στην κοιλάδα της λύπης και του «κλαυθμώνος», στη χώρα όπου το βεβαιότερο και χαρακτηριστικότερο γνώρισμά της είναι ο θάνατος. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε γνήσιοι κληρονόμοι όλων των συνεπειών της παράβασης και της παρακοής του Γενάρχη μας Αδάμ. Γι’ αυτό και στο δίπτυχο που βρίσκεται γραμμένο στο Συναξάρι «τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ πρωτοπλάστου Ἀδάμ», τονίζεται πως πρέπει όλος ο κόσμος να θρηνήσει πικρά για την πτώση που έπαθαν οι γενάρχες, γιατί μαζί τους πέσαμε, αλίμονο, κι εμείς:
   «Κόσμος γενάρχαις
   πικρὰ συνθρηνησάτω,
   βρώσει γλυκείᾳ
   συμπεσὼν πεπτωκόσι».


     Για τη συνειδητοποίηση αυτού του δράματος που παίζεται μέσα μας, σαν μια απήχηση αιώνια της πικρής εξορίας του Αδάμ απ’ τον Παράδεισο της τρυφής, χρειάζεται, όχι απλώς να πάμε στην εκκλησία αυτές τις μέρες, μα και να θρηνήσουμε με τα ίδια εκείνα λόγια που βάζουν οι ιεροί υμνογράφοι στο στόμα του Αδάμ:
   «Ἐκάθισεν Ἀδάμ,
   ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου
   καὶ τὴν ἰδίαν γύμνωσιν
   θρηνῶν ὠδύρετο.
   Οἴμοι, τὸν ἀπάτῃ πονηρᾷ
   πεισθέντα καὶ κλαπέντα,
   καὶ δόξης μακρυνθέντα!
   Οἴμοι, τὸν ἁπλότητι γυμνόν,
   νῦν δὲ ἠπορημένον!
   Ἀλλ’ ὦ Παράδεισε,
   οὐκέτι σου τῆς τρυφῆς
   ἀπολαύσω,
   οὐκέτι ὄψομαι τὸν Κύριον
   καὶ Θεόν μου καὶ Πλάστην·
   εἰς γῆν γὰρ ἀπελεύσομαι,
   ἐξ ἧς καὶ προσελήφθην.
   Ἐλεῆμον, Οἰκτίρμον,
   βοῶ Σοι· ἐλέησόν με
   τὸν παραπεσόντα».


     Αυτό το τροπάρι που είναι το δοξαστικό του Εσπερινού και ψάλλεται στον θρηνητικό πλάγιο δεύτερο ήχο, μας θυμίζει ένα άλλο ομοιοτέλευτον που λέγεται μετά το κοντάκιο –την ώρα που διαβάζεται το Συναξάρι– και ονομάζεται «οίκος»:
   «Ἐκάθισεν Ἀδὰμ τότε,
   καὶ ἔκλαυσεν
   ἀπέναντι τῆς τρυφῆς
   τοῦ Παραδείσου,
   χερσὶ τύπτων τὰς ὄψεις,
   καὶ ἔλεγεν·
   Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με
   τὸν παραπεσόντα».

     Στη συνέχεια του ίδιου «οίκου» ο υμνογράφος βλέπει τον Αδάμ που αναστενάζει με φωνή μεγάλη, γιατί ο άγγελος τού κλείνει –για πάντα, αλίμονο!– την πόρτα του θείου κήπου της Εδέμ:
   «Ἰδὼν Ἀδὰμ τὸν ἄγγελον,
   ὠθήσαντα καὶ κλείσαντα
   τὴν τοῦ θείου κήπου θύραν,
   ἀνεστέναξε μέγα,
   καὶ ἔλεγεν·
   Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με
   τὸν παραπεσόντα».

     Οι δύο τελευταίες στροφές αυτού του «οίκου», που θα τις ζήλευε και η πιο δύστροπη κριτική για μια αριστουργηματική ποιητική ανθολογία, παρουσιάζουν τον Αδάμ να παρακαλεί και να ικετεύει τον ίδιο τον Παράδεισο να μεσιτεύσει στον Θεό για να μην κλείσει για πάντα η θύρα του, χρησιμοποιώντας ως γλώσσα (ο Παράδεισος) τον ήχο που κάνουν τα φύλλα όταν τα κουνάει αγέρας, το λεπτό θρόισμα των φύλλων:
   «Συνάλγησον Παράδεισε,
   τῷ κτήτορι πτωχεύσαντι,
   καὶ τῷ ἤχῳ σου τῶν φύλλων,
   ἱκέτευσον τὸν Πλάστην,
   μὴ κλείσῃ σε…
   Παράδεισε πανάρετε,
   πανάγιε, πανόλβιε,
   ὁ δι’ Ἀδὰμ πεφυτευμένος,
   καὶ διὰ τὴν Εὔαν κεκλεισμένος,
   ἱκέτευσον Θεὸν
   διὰ τὸν παραπεσόντα.
   Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με
   τὸν παραπεσόντα».


     Δεν είναι ο τόπος να αναλύσουμε πλατύτερα την αμαρτία της παρακοής του Αδάμ στην εντολή του Θεού που τους είπε να φάνε απ’ όλους τους καρπούς όλων των δέντρων, εκτός από δύο: του δέντρου της ζωής και του δέντρου της γνώσεως του καλού και του κακού. Ούτε μπορούμε τώρα να καταπιαστούμε με τα θέματα: πού βρισκότανε ο Παράδεισος, ποιο ακριβώς ήταν το δέντρο κ.λπ. Σημασία έχει για μας, πως ο Αδάμ δεν άκουσε την εντολή του Θεού και, ακούγοντας την προτροπή του σατανά, έπεσε στον πειρασμό και την αμαρτία, τρώγοντας τον καρπό απ’ το απαγορευμένο δέντρο του Παραδείσου. Και ότι, ευθύς αμέσως μετά την αμαρτία, έλαβε συναίσθηση της γυμνότητάς του. Ενώ πρώτα, ούτε εκείνος ούτε η Εύα ένιωθαν τη γυμνότητά τους. Ούτε –αυτό είναι το φοβερό στη συνέχεια– μετανόησαν, όταν τους το ζήτησε ο Θεός, δίνοντάς τους την ευκαιρία να ομολογήσουν την αμαρτία της παρακοής τους. Μα, για να κρύψουν τη σωματική γύμνια τους, σκεπάστηκαν με φύλλα συκής και παρουσιάστηκαν τρέμοντας εμπρός στον Πλάστη τους. Αυτή η συναίσθηση της γύμνιας και της αμαρτίας, συνεχίζει να δέρνει όλους μας, ύστερα από κάθε παράβαση των εντολών του Θεού. Έχουμε κατασπιλώσει όλοι μας τη στολή του Θεού και την έχουμε ξεσκίσει, διαβαίνοντας συνέχεια μέσα από τα αγκάθια της αμαρτίας. Γι’ αυτό σκεπάζουμε κι εμείς, όπως ο Αδάμ, τη γύμνια μας με τα ενδύματά μας. Οι πολλοί, βέβαια, δεν εμβαθύνουν στην υπόθεση των ενδυμάτων. Οι περισσότεροι, μάλιστα, φροντίζουν νά ’ναι τα ρούχα τους ακριβά, καινούργια και φανταχτερά. Όμως, για τον ωριμασμένο –στο δράμα της έξωσης του Αδάμ απ’ τον Παράδεισο– χριστιανό, δεν είναι τίποτε απλούστερο απ’ αυτό: βλέποντας τα ρούχα που φορά, να θυμάται πάντα μέσα του τον Παράδεισο που έχασε. Γι’ αυτό λέει και ο ιερός Χρυστόστομος: «Το ντύσιμο με τα ρούχα να σου γίνεται μια διαρκής υπόμνηση εκείνων των αγαθών που χάσαμε απ’ τον Παράδεισο και διδαχή για την τιμωρία που δέχθηκε όλο το ανθρώπινο γένος για την παρακοή» των πρωτοπλάστων.


     Οι άγιοι Πατέρες, με πολλή και εδώ σοφία, έβαλαν μπροστά στη θύρα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής την ανάμνηση της εξορίας του Αδάμ απ’ τον Παράδεισο. Πριν καλά-καλά αρχίσει η νηστεία, η Ορθόδοξος Εκκλησία μάς δείχνει την εικόνα του Αδάμ που, επειδή παρέβη τη θεία εντολή της νηστείας, διώχθηκε απ’ τον κήπο της Εδέμ. Ιδού, η αιτία του δράματος του Αδάμ: η παράβαση της εντολής της νηστείας. Και, αν η παράβαση της εντολής της νηστείας έβγαλε τον Αδάμ έξω απ’ τον Παράδεισο, σήμερα είναι επίσης σίγουρο πως η παράβαση της νηστείας –με όλα, φυσικά, τα επακόλουθα– μας ανοίγει την πόρτα της αιώνιας κόλασης. Γι’ αυτό και τα δάκρυα του Αδάμ μπορούν να γίνουν αιτία σωτηρίας για μας, όταν και εφόσον η αιτία της εξορίας του αντιμετωπισθεί από μας με θεοσέβεια και υπακοή προς την εντολή της νηστείας. «Επειδή σαν ανθρώπινο γένος πάθαμε τόσα πολλά από το να μη νηστεύσει μια φορά ο Αδάμ», λέει ο άγιος Νικηφόρος Κάλλιστος ο Ξανθόπουλος, «γι’ αυτό το λόγο τίθεται η ανάμνηση αυτού του γεγονότος ήδη από την αρχή της Σαρακοστής, ώστε έχοντας εμείς υπόψη το τι κακό έγινε από το να αθετηθεί η νηστεία, να φροντίσουμε να υποδεχθούμε με χαρά τη νηστεία και να την εφαρμόσουμε στη ζωή μας. Και σ’ εκείνο ακριβώς που ο πρωτόπλαστος αστόχησε –στη θέωση δηλαδή–, εμείς να την κατορθώσουμε με προσωπικό πόνο, με νηστεία και με ταπείνωση, μέχρι να μας επισκεφθεί ο Θεός· γιατί δίχως αυτά τα πνευματικά μέσα δεν μας είναι καθόλου εύκολο να λάβουμε εκείνο που χάσαμε».


     Μα η νηστεία δεν είναι ένας τύπος μόνον, ένας θρησκευτικός τύπος που πρέπει αδιάφορα να τηρούν οι χριστιανοί· είναι ένας θεοσύστατος θεσμός –όπως πολύ καθαρά φαίνεται στην εξορία των πρωτοπλάστων– πολύ ωφέλιμος και αναγκαίος για τη σωτηρία μας. Πολλοί λόγοι είναι εκείνοι, που ακόμα και για τους αδιάφορους ανθρώπους, επιβάλλουν τη νηστεία ως απαραίτητη στον κάθε άνθρωπο. Αφήνουμε τους παιδαγωγικούς, οικονομικούς, υγιεινούς, κοινωνικούς και λοιπούς λόγους, για να πούμε δυο λόγια για τους πνευματικούς λόγους που επιβάλλουν την πραγματική νηστεία. Κι αυτό πρέπει να το έχει κάθε χριστιανός υπόψη του, πως η νηστεία δεν πρέπει να είναι μόνο σωματική, μα και πνευματική: «Νηστεύοντες ἀδελφοὶ σωματικῶς, νηστεύσωμεν καὶ πνευματικῶς· λύσωμεν πάντα σύνδεσμον ἀδικίας». Η νηστεία έτσι, γίνεται ένας χαλινός που μας συγκρατεί από κάθε αμαρτία: όχι μονάχα σωματική, μα και πνευματική. Και είναι χαρακτηριστική η έξαρσηέμφαση την οποία δίδουν οι άγιοι Πατέρες στην πνευματική νηστεία, χωρίς την οποία η σωματική δεν έχει καμιά απολύτως αξία και μένει ένας υποκριτικός και φαρισαϊκός τύπος. Είναι επιγραμματική η φράση του αββά Υπερέχιου: «Καλύτερα να φάει κάποιος κρέας και να πιει κρασί, παρά να τρώει με τις καταλαλιές τη σάρκα των αδελφών» του. Η νηστεία –και αυτό το τονίζουν μαζί και οι άγιοι Πατέρες και η κατανυκτική υμνογραφία των ημερών αυτών– είναι η ατμόσφαιρα με το κατάλληλο κλίμα, όπου μπορούν να γίνουν πιο συστηματικά οι πνευματικοί αγώνες του χριστιανού για την κάθαρση των παθών και την απόκτηση των αρετών. «Τὸν τῆς νηστείας καιρὸν φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα, πρὸς ἀγῶνας πνευματικοὺς ἑαυτοὺς ὑποβάλλοντες». «Ἔφθασε καιρός, ἡ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή, ἡ κατὰ τῶν δαιμόνων νίκη, ἡ πάνοπλος ἐγκράτεια, ἡ τῶν ἀγγέλων εὐπρέπεια, ἡ πρὸς Θεὸν παρρησία».


     Τεράστιοι και φρικαλέοι φαίνονται οι λάκκοι που ανοίγονται για όσους δεν νηστεύουν και που, με τη βοήθεια της πολυφαγίας και του σατανά, πέφτουν καθημερινά μέσα σ’ αυτούς δίχως να το καταλαβαίνουν οι άνθρωποι της πολυφαγίας. Όποιος δεν νηστεύει, γεμίζει την καρδιά του με πορνικούς λογισμούς που σε λίγο θα τον οδηγήσουν στην ίδια την πορνεία· γίνεται σκληροκάρδιος· κοιμάται αχόρταγα, και εκεί σε αυτή την κατάσταση είναι που τον βρίσκουν σίγουρα οι γνωστές θυγατέρες της πολυφαγίας, όπως είναι η οκνηρία, η πολυλογία, η ξετσιπωσιά, η ασχημολογία, η φλυαρία, η αντιλογία, η κακότητα, η υπεροψία, η αγριότητα, η φιλονικία, η τύφλωση και πολλά άλλα. Σ’ αυτούς τους λάκκους, όμως, δεν αφήνει η νηστεία να πέσει ο χριστιανός που νηστεύει τέλεια, δηλ. και σωματικά και πνευματικά. «Η νηστεία», λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίκακος, «είναι μία βία, όπου την κάνει ο άνθρωπος θεληματικώς του, και στενοχωρά την φύσιν του και να πεινά και να διψά με κόπον στανικώς της, δια να καθαρισθή από ταις κακογνωμίαις της, και ένα σπαθί οπού κόπτει και εμποδίζει τον λαιμόν από τα γλυκά και νόστιμα φαγιά· ένα βότανον οπού σβήνει την σαρκικήν πύρωσιν και επιθυμίαν· οπού διώχνει τους κακούς λογισμούς από την ψυχήν και την ελευθερώνει από τα σιχαμερά όνειρα και μολυσμένα φαντάσματα· και την κάνει να στέκεται ήσυχη και ασύγχυστη εις την προσευχήν, και να φωτίζεται από τον Θεόν και να φυλάσση τον νουν της· και να έχει ανοικτά τα μάτια της και να κατανύγεται, και να αναστενάζη και να κλαίη με δάκρυα και ταπείνωσιν· και να συντρίβη πασίχαρη την καρδίαν, και να παύγη την πολυλολίαν, και να ησυχάζη με σιωπήν, και να φυλάσση την υπακοήν, και να μην πολυκοιμάται· και να κρατή ύγειον το κορμί, διότι (καθώς το βεβαιώνουν οι γιατροί) η νηστεία είναι μητέρα υγείας· προξενά την καθαρότητα, και διώχνει τας αμαρτίας και ανοίγει την πόρταν του Παραδείσου», από τον οποίον «εξεβλήθη» ο Αδάμ που δε νήστεψε.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ


[(1) Παντελή Β. Πάσχου:
«Έρως Ορθοδοξίας»,
Κεφ. Γ΄, §Α΄:5, σελ. 137–142.
Εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας»,
Αθήναι, 19874.
 (2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων
και απόδοση ενίων χωρίων:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου