Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΑ ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΣΤΑ ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ


      Όταν το άγιο και πανάχραντο τέκνο που ο Θεός χάρισε στο ανθρώπινο γένος –το προ πολλού στείρο εξαιτίας της αμαρτίας, των παθών και του θανάτου– έφθασε στην ηλικία των δύο χρόνων, ο πατέρας του Ιωακείμ είπε στη σύζυγό του: «Ας το οδηγήσουμε στον Ναό του Κυρίου, για να εκπληρώσουμε την υπόσχεση που δώσαμε να το αφιερώσουμε από τρυφερή ηλικία στον Παντοδύναμο». Η Άννα, όμως, απάντησε: «Ας περιμένουμε να γίνει τριών ετών, γιατί μπορεί να ζητά τον πατέρα και τη μητέρα της, και να μη μείνει στον Ναό του Κυρίου».

      Όταν το παιδί έγινε τριών ετών, οι γονείς του αποφάσισαν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους και να προσφέρουν το τέκνο τους στον Ναό. Ο Ιωακείμ κάλεσε τότε κόρες Εβραίων από καθαρή φυλή να το συνοδεύσουν στον Ναό προπορευόμενες με αναμμένες λαμπάδες, έτσι ώστε το φως να τραβήξει το ενδιαφέρον του παιδιού και μη μπει αυτό στον πειρασμό να στραφεί πίσω προς τους γονείς του. Η πάναγνος Παρθένος όμως, η οποία είχε υψωθεί από Θεού σε μεγάλο βαθμό αρετής και αγάπης των ουρανίων πραγμάτων, βαθμό ανώτερο από κάθε άλλο πλάσμα, όρμησε τρέχοντας προς τον Ναό. Πέρασε μπροστά από τις παρθένες της συνοδείας της και δίχως ένα βλέμμα για τον κόσμο ρίχθηκε στην αγκαλιά του αρχιερέα Ζαχαρία, που την περίμενε στην πύλη συνοδευόμενος από τους πρεσβυτέρους. Ο Ζαχαρίας την ευλόγησε, λέγοντας: «Ο Κύριος δόξασε τ’ όνομά σου σε κάθε γενεά. Στο πρόσωπό σου θα αποκαλύψει κατά τις έσχατες ημέρες τη Λύτρωση που ετοίμασε για το λαό Του». Και πράγμα ανήκουστο για τους ανθρώπους της Παλαιάς Διαθήκης, εισήγαγε το παιδί μέσα στα Άγια των Αγίων, όπου μόνον ο αρχιερέας μπορούσε να εισέλθει μία φορά τον χρόνο κατά την εορτή του Εξιλασμού. Το έβαλε να καθίσει στο τρίτο σκαλί του θυσιαστηρίου και η Χάρη του Κυρίου από τότε την επισκίασε. Όσοι ήταν εκεί παρόντες θαύμασαν τούτο το θέαμα που υποσχόταν μεγάλα θαύματα, τα οποία ο Θεός επρόκειτο σύντομα να πραγματοποιήσει στο πρόσωπό της.

      Έχοντας έτσι εγκαταλείψει τον κόσμο, τους γονείς της και κάθε δεσμό με τα αισθητά πράγματα, η αγία Παρθένος παρέμεινε στον ναό μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών. Φθάνοντας λοιπόν σε ηλικία γάμου, οι ιερείς και οι πρεσβύτεροι φοβήθηκαν μήπως μολύνει το άδυτο και την εμπιστεύθηκαν στον αγνό Ιωσήφ που ήταν χήρος, για να διαφυλάξει την παρθενία της, παρουσιαζόμενος ως μνηστήρας της. Κατά τα εννέα αυτά χρόνια, η Παναγία τρεφόταν με τροφή πνευματική που της έφερνε άγγελος Κυρίου. Διήγε βίο ουράνιο, ανώτερο εκείνου των προπατόρων μας στον Παράδεισο. Δίχως μέριμνες, δίχως πάθη, έχοντας ξεπεράσει τις ανάγκες της φύσεως και την τυραννία των ηδονών, δεν ζούσε παρά μόνον για τον Θεό, με τον νου της προσηλωμένο κάθε στιγμή στη θεωρία του κάλλους Του. Προσευχόμενη αδιαλείπτως και επαγρυπνώντας στον εαυτό της, η αγία παιδίσκη κατόρθωσε κατά την παραμονή της στον Ναό να καθαρίσει την καρδιά της, έτσι ώστε να γίνει ακηλίδωτος καθρέπτης, όπου απαυγάζεται η δόξα του Θεού. Φόρεσε τη λαμπρή στολή των αρετών, ως μελλόνυμφη, για να προετοιμασθεί για την μέσα της έλευση του θείου Νυμφίου Χριστού. Κατόρθωσε τέτοια τελειότητα, που συνόψισε στο πρόσωπό της όλη την αγιότητα του κόσμου και, αφού ομοιώθηκε μέσω της αρετής με τον Θεό, προσείλκυσε τον Θεό να «ομοιωθεί» με τους ανθρώπους διά της Ενανθρωπήσεως.


     Από τα βάθη του αδύτου, όπου εισήλθε σε ηλικία που τα άλλα παιδιά αρχίζουν να μαθαίνουν, η Παναγία άκουγε κάθε Σάββατο τα αναγνώσματα του Νόμου και των Προφητών που απευθύνονταν στον λαό στο κοινό τμήμα του Ναού. Με τη διάνοιά της οξυμμένη από την ησυχία και την προσευχή, έφθασε έτσι στη γνώση του βαθύτερου νοήματος των μυστηρίων των Γραφών. Ζώντας εν μέσω αγίων μυστηρίων και θεωρώντας την ίδια της την αγνότητα, κατανόησε ποιο ήταν το σχέδιο του Θεού καθ’ όλη την ιστορία του περιούσιου λαού Του. Διέγνωσε ότι όλος αυτός ο χρόνος ήταν αναγκαίος για να ετοιμάσει ο Θεός μία μητέρα στους κόλπους της ανθρωπότητας που αποστατεί και ότι αυτή, παιδί άγιο που διάλεξε ο Θεός, έπρεπε να γίνει ο αληθινός και ζωντανός Ναός της θεότητας. Τοποθετημένη στα Άγια των Αγίων, όπου φυλασσόταν τα τεκμήρια της επαγγελίας του Θεού, η Παρθένος αποκάλυπτε ότι τα σύμβολα και οι προτυπώσεις έπρεπε να εκπληρωθούν στο πρόσωπό της. Αυτή η ίδια ήταν το Άδυτο· η Σκηνή του Λόγου του Θεού· η Κιβωτός της Καινής Διαθήκης· η Στάμνα που έφερε το εξ ουρανού Μάννα· η Ράβδος του Ααρών που είχε βλαστήσει· η Πλάκα του Νόμου της Χάριτος. Σε αυτήν διασαφηνίζονται οι σκιώδεις προφητείες: είναι η Κλίμακα που ενώνει τη γη με τον ουρανό, την οποία είδε στο όνειρό του ο Πατριάρχης Ιακώβ· η Στήλη νεφέλης που αποκαλύπτει τη δόξα του Θεού· η κούφη Νεφέλη του Προφήτη Ησαΐα· το αλατόμητο Όρος του Δανιήλ· η κλειστή Πύλη του Ιεζεκιήλ, δια της οποίας ο Θεός ήρθε να επισκεφθεί τους ανθρώπους· η ζώσα και σφραγισμένη Πηγή, που αναβλύζει εντός μας τα ύδατα της αιώνιας ζωής. Θεωρώντας πνευματικώς τα θαύματα τούτα που επρόκειτο να λάβουν χώρα στο πρόσωπό της, δίχως ακόμη να κατανοεί σαφώς πώς θα πραγματοποιούνταν, η Παναγία ανέπεμψε την προσευχή και τη μεσιτεία της προς τον Θεό με μεγαλύτερη ακόμη ένταση, για να σπεύσει ο Κύριος να εκπληρώσει τις υποσχέσεις Του και να σώσει το ανθρώπινο γένος, ερχόμενος Αυτός ο Ίδιος να κατοικήσει μεταξύ των ανθρώπων ως τέλειος άνθρωπος.

     Όταν η Θεοτόκος εισήλθε στα Άγια των Αγίων, ο χρόνος δοκιμής και προετοιμασίας της Παλαιάς Διαθήκης πήρε τέλος και σήμερα εορτάζουμε τους αρραβώνες του Θεού με την ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό η Εκκλησία αγάλλεται και προτρέπει όλους τους φίλους του Θεού να αποσυρθούν κι αυτοί στον ναό της καρδιάς τους για να προετοιμάσουν την έλευση του Κυρίου με τη σιωπή και την προσευχή, απομακρυνόμενοι από τις απολαύσεις και τις μέριμνες του κόσμου.


ΕΠΙΜΥΘΙΟ

     Η Παναγία, με την είσοδό της στον Ναό του Θεού και ιδιαίτερα στα Άγια των Αγίων, απέτισε αυτή η ίδια διαχρονικά ενώπιον του Θεού φόρο καθαρμού και εξιλασμού για όλη την ανθρωπότητα, για όλους τους ανθρώπους κάθε τόπου και εποχής. Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, βαθούλωσε κυριολεκτικά τις πέτρινες πλάκες του δαπέδου του Ναού από τις ακατάπαυστες γονυκλισίες της και τις αέναες προσευχές της. Μας έδειξε βαθιά και έμπρακτα τον δρόμο της καθαρής λατρείας· όχι της τυπικής, της επιφανειακής, της ρηχής, της κούφιας και της κενόδοξης, αλλά της μυστηριακής και της μυστικής, της εσωτερικής και της καρδιακής, της απλανούς και αληθινής. Μας προτρέπει συνέχεια με το ακατάλυτο παράδειγμά της να αφήσουμε πέρα όλες τις ζαλιστικές ασάφειες και τις γενικεύσεις, τις αναλήθειες, τις δικαιολογίες, τις αντιδράσεις, τις αντιρρήσεις, τις πολλές θεωρίες, «τα λόγια τα πολλά και τα μεγάλα», τις εντυπώσεις και τους εντυπωσιασμούς, τις πολλές απατηλές υπερδραστηριότητες της αυτοδικαίωσής μας, τις σαγηνευτικές επιδείξεις, τα πλάνα μας θελήματα, τους εγωισμούς, την αλαζονεία, την οίηση, τον θόρυβο και την ταραχή των παθών μας, τους φόβους και τις αδυναμίες μας που υπάρχουν σε αφθονία πίσω από μια κίβδηλη και κενή θρησκευτικότητα, και μας παροτρύνει διαρκώς, σα φιλόστοργη Μάνα που υπεραγαπά τα παιδιά της, να πάμε ανενδοίαστα προς το ακίνδυνο και ψυχοτρόφο βάθος της όντως λατρείας, να μάθουμε καλά, μέσα από τη ψυχή μας και μέσα στη ψυχή μας, Ποιος, πού και πώς είναι ο Πρωτότοκος Γιος της, ο Χριστός μας, που ευλογεί, εκκλησιάζει, κραταιώνει και στερεώνει, ζωοποιεί, χαριτώνει και θεώνει όσους Τον λατρεύουν όπως Εκείνη, αληθινά και αυθυπερβατικά. Όχι, βέβαια, ακριβώς όπως Εκείνη, γιατί τούτη η μιμητική ακρίβεια είναι παντοτινά εντελώς αδύνατη από τη μεριά μας, αλλά στο σωστικό «περίπου», στο αγιοπλαστικό «πάνω–κάτω», στην εξατομικευμένη αγία και θεία τελειότητα, κατά την προαίρεση, τη θέληση, τη δύναμη και τη δυνατότητα του καθενός. Να μπούμε κι εμείς –επιτέλους!– μέσα στην καρδιά μας που είναι το αθεώρητο κέντρο της ύπαρξής μας· να γίνουμε ένα με την ευχή που τη βαστάζουν η απόγνωση από τον παλαιό εαυτό μας και η ενίσχυση των θείων πόθων· να κουρνιάσουμε μέσα στη θεία ησυχία και με την ιερονηπτική αταραξία να θεραπευτούμε από τη ζάλη των λογισμών· να δυναμωθούμε από τη θαλπωρή της χριστοταπείνωσης· να εγκαινιαστούμε ολοκληρωτικά από την αγία υπακοή στο θέλημα του Κυρίου και στα χνώτα της ανάγκης του αδελφού· να γίνουμε θεσπέσια, τερπνά, εκκλησιαστικά πρόσωπα, γεμάτα χάρη, έλεος και κάλλος Θεού· να γίνουμε κι εμείς με τη Χάρη του Χριστού μυστικοί, έμψυχοι, πανώριοι, αρρύπωτοι και φωταγωγημένοι ναοί· οι καρδιακές δεήσεις μας να γίνουν η ανάσα μας και να μη σταματάνε ποτέ·


ένα «Κύριε Ἐλέησον!», ένα «Δόξα Σοι ὁ Θεός!», ένα «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς!», ένα «Ἥμαρτον Κύριε!», ένα «Ὁ Θεός, ἰλάσθητί μοι!», ένα «Συγχώρεσέ με Κύριε καὶ πλησίον μου ἀδελφέ!», ένας αναστεναγμός, ένα σκίρτημα λατρείας με θείο πόθο, μια ανυπόκριτη ευλάβεια δίχως τη σκιά του τρόμου, μια βαθιά ευσέβεια δίχως το γύψο του τύπου, ένα χαροποιό και ευτυχές πένθος, ένα πολύτιμο και αειλαμπές δάκρυ, μιας ελπίδας παλμός, ένας παρακλητικός λόγος, μια φιλόθεη και μισόδοξη πράξη, μια συνετή και ακατάβλητη χαρά, η παραδείσια αγαλλίαση που κομίζει η μετάνοια, η άφραστη ανανέωση από τη μετοχή μας στο Μυστήριο της Ευχαριστίας, η ανείπωτη πληρότητα και λύτρωση που προσφέρει η θεία Μετάληψη: αυτές είναι, εν ολίγοις, οι απερίγραπτες φάσεις των ιερών ορθόδοξων βιωμάτων μας. Ας ικετεύσουμε τη Μάνα μας, την Παναγία, να μας βοηθήσει να κάνουμε κι εμείς αυτήν την τρισευλογημένη είσοδο προς την προσωπική κοινωνία και τη λατρεία του Θεού, προς τον Ναό της δόξης Του· στον Ναό, που δεν είναι άλλος εκτός από την καρδιά μας και την Εκκλησία Του, την Εκκλησία Του που είναι η καρδιά μας· την καρδιά και την Εκκλησία που, ως συνήθως, τόσο πολύ πληγώνουμε με την άγνοιά μας, την αδιαφορία μας, την κοσμικότητά μας, την αθεΐα και αθεότητά μας, την ιδιοτέλεια, την εγωπάθειά μας, τις διάφορες παραλογίες μας. Ας κάνουμε κι εμείς, αυτήν την παναγιοσκέπαστη είσοδό μας προς τον τρόπο, τον χώρο και το μακάριο ήθος του Θεού, με τα μεθυστικά λιβάνια των αρετών και την ακαταμάχητη δύναμη της θείας ορθόδοξης βιωματικής γνώσης. Ας πραγματοποιήσουμε τούτη τη θεάρεστη και θεοτοκάρεστη είσοδο· τη μόνη που θα σημάνει την οριστική και πραγματική έξοδό μας από την αμαρτία, από τα πάθη μας, από τον πόνο, από τη θλίψη και τον θάνατο του άθεου, αναόδμητου, αλιβάνιστου, αλειτούργητου και ανεκκλησίαστου κόσμου. Αμήν, γένοιτο.

π. Δαμιανός


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 3ος, Νοέμβριος, σελ. 204–206.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ξενοφών Κομνηνός.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Απρίλιος 20122.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου