Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

ΔΙΧΩΣ ΔΙΨΑ, ΔΙΧΩΣ ΔΙΨΑ ΘΕΟΥ

ΔΙΧΩΣ ΔΙΨΑ, ΔΙΧΩΣ ΔΙΨΑ ΘΕΟΥ


     Είμαστε πέρα ως πέρα ασυγχώρητοι· όχι βέβαια από τον Θεό, αλλά από τους ίδιους τους εαυτούς μας. Αιώνες τώρα μας προσφέρεται μια ανείπωτα εκπληκτική αποκάλυψη του θείου, προκειμένου να ζήσει και να στερεωθεί η καρδιά· όλος ο πλούτος της χάριτος και της αλήθειας στέκεται πλάι μας και, παρ’ όλ’ αυτά, εμείς επιλέγουμε να είμαστε με κάθε τρόπο λίγοι, άψαχτοι, ανίδεοι, μετρημένοι, εφήμεροι, φθηνοί, απρόσεκτοι, αδιάκριτοι, ανάλγητοι, αδιάφοροι, μόνοι και πεπλανημένοι. Πώς θα εισέλθουμε στην αιωνιότητα του Θεού; Κυρίως δε, πώς θα εισέλθει και αυτή μέσα μας, έχοντας ριζωμένη στα έγκατα της ύπαρξής μας μια τόσο μεγάλη και εκτεταμένη αγνωσία, μια τόσο βαθιά έλλειψη εμπειρίας Θεού; Αθόρυβα τα χρόνια περνάνε σε βάρος μας, γιατί πολύ απλά δεν βαστάζουν και δεν κρύβουν εμπειρικά καμιά τερπνή θεογνωσία, καμιά βιωμένη θεολογία, κανέναν φωτισμό ευλαβικής πίστης στην ταραγμένη και ευάλωτη ψυχή μας. Ζούμε αναίσθητα ψυχόλεθρα· παραδοθήκαμε πλήρως στις ανούσιες τυπικότητες των πιο άφιλων και απρόσφορων σχέσεων· αγκιστρωθήκαμε σε πληγωτικές υποχρεώσεις του συστήματος μιας ψευτοζωής και μιας χαμοζήσης δίχως νόημα· αλυσοδεθήκαμε με ακατανόητους κώδικες συμπεριφοράς, συμπορευόμαστε με άχρηστους νόμους, με σκληρούς κανόνες, με αδυσώπητες ηθικές και παραληρούμε μέσα από πολύμορφα ενδοαδιέξοδα που σβήνουν το όραμα της πραγματικής ελευθερίας μας. Και το χειρότερο απ’ όλα είναι το ότι δεν αισθανόμαστε καν τον επάρατο πνιγμό του προσώπου μας που επιχειρείται προ πολλού, το ότι δεν συνειδητοποιούμε τον βαρύ κλοιό που στενεύει ολοένα, ως συνήθως με τη δική μας αβουλία και υπαιτιότητα. Η φοβερή γύμνια μας, η τεράστια εντροπή μας, το αβάσταχτο ενδόμυχο κρίμα μας δεν είναι άλλο παρά αυτή η τέλεια αγνωσία μας για τον Θεό και η θλιβερή απαξίωση των μυστηρίων της αγάπης Του. Μια άλλη τραγική απόρριψη του Θεού είναι όλη η από μέρους μας πολυκαιρισμένη αδιαφορία γι’ Αυτόν. Αμέθεκτοι της θείας ζωής, τολμούμε να επαιρόμαστε για το μεγαλείο μιας μουσειακής ορθοδοξίας, την οποία δεν στέργει η καρδιά μας γιατί δεν θάλπεται και δεν γλυκαίνεται από αυτήν. Δίχως εσωτερικά αντικρίσματα πνευματικότητας στην πορεία μας, ψάχνουμε να βρούμε τον πνευματικό ήλιο που μας λείπει ανομολόγητα. Παράδοξα, μένουμε άγνωστοι στον Παντογνώστη, γιατί εμείς πρώτοι Τον έχουμε περιορισμένο στα αζήτητα της ψυχής μας. Και Αυτός, μέσα στο γνοφώδες για μας και ακατάληπτο μεγαλείο Του, μας αφήνει να προτιμούμε να μην Τον επιθυμούμε, να μη Τον γνωρίζουμε. Μας επιτρέπει στο μέγιστο βαθμό να μη θέλουμε να Τον αναζητούμε για να Τον ζήσουμε. Παραχωρεί, με φιλάνθρωπη απάθεια μιας θεοπρεπούς θλίψης, να μας συνέχει εκούσια η ακαταληψία της οδού Του, γιατί δεν γίνεται να εμποδίσει ή να ματαιώσει την κακή χρήση που κάνουμε, την παγχάλεπη χρήση του υπέρτατου δώρου της ελευθερίας που μας έδωσε μαζί με την ίδια την ζωή μας. Ας είμαστε τουλάχιστον για μια στιγμή ειλικρινείς με τον εαυτό μας: τελικά, ξέρουμε πάρα πολύ καλά πώς να Τον απομακρύνουμε από την καρδιά και τη ζωή μας, πώς να Τον κάνουμε να είναι ολοένα πιο απόμακρα σιωπηλός με τις δικαιολογίες μας και, τέλος πάντων, πώς να Τον ακυρώνουμε με την απιστία μας, η οποία υπάρχει και παγιώνεται μέσα μας, ακόμη και πίσω από φιλόθρησκες εκδηλώσεις και ευσεβοφανείς συνήθειες. Όμως, χωρίς πραγματική, ακόρεστη, ασυμβίβαστη και απαιτητική δίψα Θεού μέσα στα σπαρακτικά σωθικά μας, είναι αδύνατο να Τον ζήσουμε αυθεντικά, όσο κι αν εμείς ισχυριζόμαστε κομπαστικά ότι Τον πιστεύουμε ή Τον επικαλούμαστε συχνά. Γιατί Αυτός προσεγγίζεται, αποκαλύπτεται και γνωρίζεται, όσο υπάρχει μέσα μας έκδηλη η ακίβδηλη ταπείνωση, αυτή η ακράτητη δίψα που είπαμε και ο ανυποχώρητος πόθος της καρδιάς μας για το Πρόσωπό Του, για την Παρουσία Του, για το Λόγο Του, για τη Ζωή Του, για όλ’ αυτά όπως και για τόσα αναρίθμητα άλλα, τα οποία αποτελούν παντοτινά και ακατάπαυστα τη ζωή της ζωής μας, την υπαρκτική καταξίωση, το κάλλος, τη δύναμη και τη χαρά μας. Όταν δούμε τη φτώχεια της άγνοιας και της αγνωσίας μας, τότε θα αρχίσουμε να αισθανόμαστε και να γνωρίζουμε χωρίς τελειωμό, Αυτόν που γνωρίζεται αγνώστως, πέρα από το λόγο και τη νόηση. Κατά κάποιο τρόπο, λες κι ο Θεός «υπάρχει» πανερωτικά και αποκλειστικά για τον άνθρωπο, τη μοναδική εικόνα Του επάνω στη γη, και όλη η έννοια της παναγάπης Του είναι οπωσδήποτε η αδαπάνητη σωτηρία που προσφέρει προς αυτόν, μέσα από ανεξάντλητους τρόπους και θαυμαστές ευκαιρίες κατά το ανθρώπινο διάβα, κατά την πορεία του καθενός.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου