Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
[ Άγιος Μεγαλομάρτυς Ευστάθιος ]


     Ο άγιος Ευστάθιος, Ρωμαίος στην καταγωγή, ήταν στρατηλάτης του αυτοκράτορα Τραϊανού (98–117). Όταν ακόμη ήταν ειδωλολάτρης και ονομαζόταν Πλακίδας, ήταν περιβόητος για τις αρετές και τις ελεημοσύνες του. Ο Θεός, βλέποντας την καλή διάθεση της ψυχής του, του αποκαλύφθηκε με τρόπο παρόμοιο με εκείνον που χρησιμοποίησε και στον απόστολο Παύλο.


     Κάποια μέρα που ο Πλακίδας είχε βγει για κυνήγι στο δάσος, καθώς κατεδίωκε ένα μεγάλο ελάφι, είδε ανάμεσα στα κέρατά του λαμπρότατο σταυρό και την μορφή του Χριστού που του έλεγε: «Πλακίδα, γιατί Με διώκεις; Εγώ είμαι ο Ιησούς Χριστός, τον Οποίον εσύ, χωρίς να γνωρίζεις, λατρεύεις με τα αγαθά σου έργα. Ήλθα στην γη με μορφή ανθρώπου, για να σώσω το ανθρώπινο γένος και σήμερα σου εμφανίσθηκα, για να σε συλλάβω στα δίχτυα της φιλανθρωπίας Μου». Έντρομος ο Πλακίδας έπεσε από το άλογό του στην γη και για πολλή ώρα έμεινε αναίσθητος. Όταν συνήλθε, ο Χριστός τού βεβαίωσε την αυθεντικότητα της οράσεώς του, λέγοντας ότι είναι ο αληθινός Θεός, ο δημιουργός του ουρανού και της γης, και ότι από άμετρη αγάπη προσέλαβε την ανθρώπινη φύση. Ο Πλακίδας πίστεψε από τα βάθη της καρδιάς του και βαπτίσθηκε με όλη του την οικογένεια, μετονομασθείς αυτός μεν Ευστάθιος, η σύζυγός του από Τατιανή Θεοπίστη, και οι δύο υιοί του Αγάπιος και Θεόπιστος. Ο Κύριος τού εμφανίστηκε για άλλη μια φορά και του προανήγγειλε ότι θα υποφέρει μεγάλες δοκιμασίες από τον διάβολο, όπως ο Ιώβ, αλλά η θεία χάρις δεν θα τον εγκαταλείψει.


     Πράγματι, μετά από λίγες μέρες, ο Ευστάθιος έχασε όλη του την περιουσία και, πάμπτωχος πλέον, αποφάσισε να αναχωρήσει κρυφά με την οικογένειά του σε ξένους τόπους, ώστε να αποφύγει το όνειδος της ρωμαϊκής κοινωνίας. Φθάνοντας με πλοίο στην Αίγυπτο, ο καπετάνιος, άνθρωπος βάρβαρος και σκληρός, κατά την ώρα της αποβίβασης κράτησε την Θεοπίστη, προφασιζόμενος ότι δεν του είχαν πληρώσει όλο το ναύλο. Με δάκρυα και στεναγμούς ο Ευστάθιος συνέχισε τον δρόμο του έχοντας παρηγοριά τα δύο μικρά παιδιά του. Καθώς προσπαθούσε να τα περάσει ένα–ένα από κάποιο ποτάμι, ένα λιοντάρι και ένας λύκος τού τα άρπαξαν και αυτά, αφήνοντας τον νέο Ιώβ έρημο και συντετριμμένο με μοναδικό του στήριγμα την πίστη και την ελπίδα στο έλεος του Θεού. Ο άλλοτε ένδοξος Ρωμαίος αριστοκράτης, αδαμάντινος στην υπομονή, μετέβαινε τώρα από τόπο σε τόπο ζώντας με μικροδουλειές, έως ότου εγκαταστάθηκε στην πόλη Βάδισσο. Εκεί διορίσθηκε φύλακας των οπωροφόρων δένδρων για δεκαπέντε χρόνια.


     Τον καιρό εκείνο συνέβη οι βάρβαροι, στους οποίους είχε οδηγηθεί η Θεοπίστη, να επαναστατήσουν. Οι δε Ρωμαίοι δεν εύρισκαν στρατηγό ικανό να ηγηθεί του πολέμου. Τότε ο βασιλεύς θυμήθηκε τις πολλές ανδραγαθίες και νίκες του Πλακίδα κατά των βαρβάρων και έστειλε ανθρώπους να τον αναζητήσουν και να τον επαναφέρουν στην Ρώμη. Όταν ο Ευστάθιος παρουσιάσθηκε στα ανάκτορα, ήταν τόσο αλλαγμένος στην όψη από τις κακουχίες και τις θλίψεις, που με δυσκολία αναγνωρίστηκε. Ο αυτοκράτορας τού απέδωσε τους παλαιούς του τίτλους και την περιουσία του και τον έθεσε επί κεφαλής των ρωμαϊκών στρατευμάτων. Επειδή οι στρατιωτικές δυνάμεις βρέθηκαν πολύ λιγότερες από όσες χρειάζονταν, διατάχθηκε γενική στρατολογία νεοσυλλέκτων, στην οποία καταγράφηκαν, ως ξένα και απροστάτευτα, και τα παιδιά του αγίου, τα οποία ποιμένες είχαν διασώσει από τα στόματα των θηρίων. Βλέποντάς τα ο Ευστάθιος ωραιότατα και ευγενή, χωρίς να καταλάβει ότι ήταν παιδιά του, τα κράτησε ως ακολούθους του και τα διέταξε να συντρώγουν στο τραπέζι του.


     Κατά τον πόλεμο αυτό ο Ευστάθιος κατέλαβε και την πόλη, στην οποία βρισκόταν η σύζυγός του Θεοπίστη. Από θεία πρόνοια κατέλυσε στην οικία όπου εκείνη έμενε και έστησε την σκηνή του στον κήπο της. Μια μέρα ο Αγάπιος και ο Θεόπιστος καθισμένοι στον κήπο διηγιόντουσαν τις αναμνήσεις τους από την παιδική τους ηλικία. Η Θεοπίστη άκουσε την συζήτησή τους και εννόησε ότι ήταν τα παιδιά της· αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του αρχιστράτηγου τον άνδρα της Ευστάθιο, του αποκάλυψε τον θαυμαστό τρόπο, με τον οποίο ο Θεός είχε διαφυλάξει και αυτήν σώα και απείρακτη από τους βαρβάρους.


     Μετά το τέλος του πολέμου, ο διάδοχος του Τραϊανού Αδριανός (117–138) τίμησε την θριαμβευτική επιστροφή του Ευσταθίου στην Ρώμη με επινίκιους εορτασμούς και λαμπρές ευωχίες. Κατόπιν προσκάλεσε τον άγιο να προσφέρουν ευχαριστήριες σπονδές στους θεούς για την νίκη και την ανεύρεση της οικογενείας του. Αλλά ο στρατηλάτης του ουρανίου Βασιλέως τού απάντησε ότι η νίκη αυτή οφειλόταν μόνον στον Χριστό και όχι στην δύναμη των ψευδώνυμων θεών. Η απάντησή του εξόργισε τον Αδριανό, ο οποίος για μια ακόμη φορά τού στέρησε τους τίτλους του και διέταξε να απολυθεί εναντίον του αγίου, της γυναίκας και των παιδιών του ένα μεγάλο λιοντάρι στο στάδιο. Επειδή το θηρίο δεν τόλμησε να τους αγγίξει, τους έκλεισαν μέσα σε χάλκωμα κατασκευασμένο σε σχήμα βοδιού. Εκεί οι άγιοι υμνολογώντας την Αγία Τριάδα παρέδωσαν εν ειρήνη τις ψυχές τους στον Θεό, χωρίς να καεί ούτε μια τρίχα της κεφαλής τους. Όταν μετά από τρεις μέρες οι ειδωλολάτρες άνοιξαν το χάλκωμα και είδαν τα σώματα των αγίων σώα, αναφώνησαν: «Μέγας ο Θεός των χριστιανών!». Κατησχυμένος ο Αδριανός απομακρύνθηκε από τον τόπο, δίδοντας ευκαιρία στους χριστιανούς να πάρουν κρυφά τα λείψανα και να τα ενταφιάσουν με τιμές.


Ε Π Ι Μ Υ Θ Ι Ο 
[ Λόγος για τον άγιο Ευστάθιο ]

     Στις 20 του Σεπτέμβρη εορτάζει ο άγιος Ευστάθιος, ο άγιος Μεγαλομάρτυς του Χριστού, ο μέγας, ο ατρόμητος, ο γενναίος αλλά και ο ασυνήθιστα υπομονετικός στρατηλάτης. Τι μας λέει το απολυτίκιό του; «Ἀγρευθεὶς οὐρανόθεν πρὸς εὐσέβειαν». Πιάστηκε μέσα στα δίχτυα του Θεού και βίωσε μέσα από την καρδιά του, μέσα από τα βάθη της ύπαρξής του, το μεγάλο μυστήριο της ευσέβειας, που δεν είναι άλλο παρά η ζωή του Χριστού, η ζωή και ο τρόπος της Πίστης μας στη δική μας στράτα.

     Μια μέρα, καθώς βγήκε για κυνήγι μέσα στο δάσος, αντίκρισε ένα παράδοξο ελάφι απέναντί του να τον κοιτάζει επίμονα, σταθερά, ακίνητα, σιωπηλά και άφοβα. Και ανάμεσα στα μεγάλα και υψηλά του κέρατα, βλέπει και ακούει καθαρά τον Εσταυρωμένο Χριστό να του μιλάει και να τον καλεί στη Πίστη και στην Αγάπη Του.

     Όσο αφορά το παράδοξο ελάφι που είδε ο άγιος Ευστάθιος, είναι καλό να θυμηθούμε πρώτα τι μας λέει ο ωραίος και κατανυκτικός 41ος ψαλμός του Δαβίδ: «Όπως το ελάφι ποθεί και τρέχει διψασμένο να βρει τις πηγές των γάργαρων νερών, έτσι ακριβώς και η ψυχή μου ποθεί κι αναζητάει Εσένα, ω Θεέ μου!». Το ελάφι, λοιπόν, συμβολίζει εκείνη την επαινετή σπουδή, εκείνη ωραία βιάση, εκείνη τη με λαχτάρα και πόθο τρεχάλα που πρέπει να έχει η κάθε ψυχή του ανθρώπου, ιδιαίτερα του πιστού χριστιανού, προκειμένου να πάει να βρει επιτέλους τις μυστικές πηγές των τρεχούμενων νερών του Πνεύματος, για να ξεδιψάσει τους εσώτατους πόθους του. Ο πόθος προς τον Χριστό μάς κάνει γοργούς, ακοίμητους, αεικίνητους, σβέλτους, ανύστακτους πνευματικά ανθρώπους, γεμάτοι ελευθερία και τόλμη, ώστε να πραγματοποιούμε δυναμικά κάθε αναγκαία διαφυγή από την αμαρτία και κάθε απαραίτητη υπέρβαση από όποια δυσχέρεια και πειρασμό.

     Και είναι πράγματι αλήθεια ότι ο πόθος του Θεού, ο πόθος για τη σωτηρία μας, η δίψα για το Πρόσωπο του Χριστού, το θάρρος και η ανδρεία που πρέπει εκ των πραγμάτων να έχουμε για να εφαρμόσουμε στη ζωή μας τον λόγο Του, το ευαγγέλιό Του, είναι οι προϋποθέσεις για να γνωρίσουμε, να αισθανθούμε, να συναντήσουμε ή να ακολουθήσουμε τον Χριστό μας.


     Βασικά, όλο το θέμα είναι πώς θα πιαστούμε κι εμείς μέσα στα δίχτυα του Χριστού! Το πώς θα μας γραπώσει η αγάπη Του! Το πώς η καρδιά μας θα ελκύσει επάνω της αυτή τη θεία αγάπη! Το πώς θα επιτρέψουμε εμείς την αγάπη του Θεού να μας εμπνέει συνεχώς διάφορους επιτήδειους τρόπους ώστε να την ελκύουμε ολοένα πιο πολύ στη ζωή και την καρδιά μας, στον αγώνα μας μέσα στην όποια καθημερινότητά μας.

     Από εκεί και πέρα, όπως λέει και το απολυτίκιο του αγίου, «καθυπέστη ποικίλους πειρασμοὺς καὶ ἤστραψεν ἐν ἄθλοις ἱεροῖς». Οι άθλοι, τα παθήματα, οι δοκιμασίες μας, οι αγώνες μας και οι αγωνίες της καρδιάς μας είναι πραγματικά «ιεροί». Αλλά γιατί; Γιατί αυτοί μας καθαρίζουν από τον ρύπο και τη σκιά της γνωστής ή και της άγνωστης σ’ εμάς αμαρτίας και μας οδηγούν βαθμιαία προς τη σωτηρία, που είναι το ιερότερο κεφάλαιο–γεγονός της ύπαρξής μας.

     Και, τόσο πολύ «ἤστραψεν» ο άγιος Ευστάθιος με τη Χάρη του Κυρίου, που έγινε κυριολεκτικά ένας «δεύτερος Ιώβ» στην υπομονή και στην ανδρεία. Υπομονή και ανδρεία: αυτά τα δύο πάνε πάντα μαζί. Είναι αχώριστο δίδυμο, δυάδα αμέριστη. Είναι η ουράνια ευπρέπεια και η ακατάλυτη δύναμη των πραγματικών χριστιανών. Η υπομονή για ’μας τους πιστούς δεν είναι ένας θρησκευτικός, ηθικός ή νομικός ψυχαναγκασμός. Δεν είναι ο βαρύς τρόπος μιας βραδείας αυτοκτονίας. Η υπομονή είναι μίμηση του Χριστού, είναι προσωπική μετοχή στη θεία ζωή Του. Επειδή ακριβώς αγαπάμε κάνουμε υπομονή· και όσο αγαπάμε, υπομένουμε αρχοντικά. Μέσα στη θεία υπομονή εμείς λαμβάνουμε ανδρεία, δύναμη και χαρά, μια πρωτόγνωρη και αισθαντική χαρά.

     «Ἤστραψεν» ο άγιος Ευστάθιος μαζί με τη συνοδία του· τη γυναίκα του τη Θεοπίστη και τα δυο του παιδιά, τον Αγάπιο και τον Θεόπιστο. Άστραψε, έφεξε ολόκληρος και φεγγοβόλησε μέσα στις αλλεπάλληλες δοκιμασίες, μέσα στις θλίψεις και τις πικρίες της γης. Δεν αμαυρώθηκε, δεν παραιτήθηκε, δεν υποχώρησε, δεν έσβησε, δεν χάθηκε. Και όσο αυτός δοκιμαζόταν, τόσο άστραφτε η θωριά του, ολάκερο το είναι του, τόσο καλλυνόταν η ύπαρξή του, τόσο ωραϊζόταν η ψυχή του, τόσο αποκτούσε και σκόρπιζε παντού το «αρχαίον κάλλος» των τέκνων της βασιλείας του Θεού.

     Έχεις μέσα σου αγάπη Θεού; Είσαι άνθρωπος της θείας αγάπης; Ενοικεί στην καρδιά σου η πραγματική θεία αγάπη και όχι η φτηνή και επιφανειακή αγαπολογία, που είναι η μάστιγα της σύγχρονης εποχής; Αν όντως έχεις αγάπη, αν όντως είσαι αγάπη, το λοιπόν, τι απορείς; Τι ταράζεσαι; Και τι εκπλήσσεσαι; Θα δοκιμαστείς εσύ και η αγάπη που λες ότι έχεις και ότι αισθάνεσαι. «Σα χρυσάφι μέσα στο χωνευτήρι τούς δοκίμασε τους δικούς Του ανθρώπους ο Θεός και τους βρήκε άξιους για τον Εαυτό Του», μας λέει και μας υπενθυμίζει η «Σοφία» του Σολομώντα (3, 1-9).


     Αξίζει να προσέξουμε καλά με το όμμα της καρδιάς μας τον άγιο Ευστάθιο: αλλοιώθηκε η ψυχή του μέσα στην υποβλητική και καταλυτική θεωρία του Εσταυρωμένου Κυρίου. Η θέα του Τίμιου Σταυρού (την παγκόσμια Ύψωση του Οποίου αποδίδει η Εκκλησία μας μια μέρα μετά την εορτή του αγίου), άλλαξε το σκηνικό της ψυχής του. Ο Χριστός, θέλοντας να τον προετοιμάσει, του μίλησε ξεκάθαρα για τους πειρασμούς που θα τον έβρισκαν, αλλά αυτός μέσα στο υπέρφωτο Πρόσωπο, μέσα στην ηδύτερπνη Λαλιά και στην απερίγραπτη Θέα του Χριστού βρήκε τη λύση και την ακύρωση όλων των πειρασμών και των πόνων που τον περίμεναν. Η θεία Αγάπη νίκησε μέσα του τον πόνο, αλλά ταυτόχρονα και κάθε γήινη αγάπη που καταλήγει ως συνήθως σε πόνο. Όλες οι αγάπες του κόσμου έγιναν μετά για τον Μεγαλομάρτυρα Στρατηλάτη σκύβαλα, ματαιότητες, κενότητες, ανοησίες, ανέκδοτα, μωρίες, παρωδίες, πλάνες και ασχήμιες.

     Η αγάπη του Θεού μάς πάει κατευθείαν στο δοκιμαστήριο και στον στίβο της υπομονής. Η αγάπη του Θεού μάς αφήνει βαθύστοργα στα χέρια της αγίας και φιλόψυχης υπομονής, όπως ένα άμορφο μάρμαρο αφήνεται αδιαμαρτύρητα στα χέρια του καλλιτέχνη γλύπτη. Με την υπομονή λαμπικάρεται η αγάπη που έχουμε (αν όντως έχουμε) για τον Θεό και τους ανθρώπους. Όχι εκείνο το εύκολο και το κούφιο που λέμε οι περισσότεροι πολλές φορές: «Ξέρεις κάτι; Εγώ αγαπώ τον Θεό και όλον τον κόσμο!». Όχι αυτό. Όχι έτσι. Αυτό είναι φτηνή ρεκλάμα του παλαιού εαυτού μας. Χαμερπή αυτοσύσταση με όρους μεγάλης αντιπνευματικότητας. Δεν υπάρχει αγάπη, χωρίς υπομονή και ανδρεία. Δεν υπάρχει αγάπη, δίχως καρτερία μέσα στην «κοιλάδα του κλαυθμώνος», που είναι ο κόσμος όλος. Δεν υπάρχει αγάπη, δίχως το μαρτύριο της ανεξικακίας μέσα στον απέραντο βούρκο της κακίας αυτής της κοινωνίας. Δεν υπάρχει αγάπη, όσο εμείς δε θέλουμε να βαστάζουμε τίποτα και κανέναν. Δεν υπάρχει αγάπη, όταν εμείς αρνούμαστε να είμαστε επιεικείς, μακρόθυμοι και πράοι προς τους άλλους. Όσα καντήλια ν’ ανάβουμε, όσα κεριά και τάματα να πηγαίνουμε στην εκκλησία, στ’ αλήθεια δεν υπάρχει αγάπη μέσα στη ζωή μας, όταν εμείς δεν αποφεύγουμε την εκδίκηση, όταν επιζητούμε την ανταπόδοση, όταν αγαπούμε την κατάκριση, τον φθόνο και την κατηγορία, όταν πορευόμαστε αντάμα με την ασυμπάθεια, την υπονόμευση, το μίσος, την έχθρα, το κακό. Η αγάπη έχει ανάγκη την υπομονή αλλά και την ανδρεία, για να είναι πραγματική και όχι κίβδηλη αγάπη.


     Αλλοιωμένος, μεθυσμένος και ανδρειωμένος από την αγάπη του Θεού ο άγιος Ευστάθιος, δεν πτοήθηκε πουθενά. «Ἤστραψεν ἐν ἄθλοις ἱεροῖς» και κατατρόπωσε, έπληξε, νίκησε, με την υπομονή και την ανδρεία του, κάθε ενάντια δύναμη, κάθε εγκόσμια αμαρτία, κάθε πόνο και θάνατο, για να πορευθεί νικηφόρος στα δώματα του Παραδείσου, ως «δεύτερος Ιώβ» και ως Μάρτυς αήττητος που βοηθάει και στηρίζει όλους εμάς τώρα, κάθε μέρα, κάθε ώρα και στιγμή, όταν τον επικαλούμαστε και τον φωνάζουμε με πίστη. Είθε, με τις μεγαλομαρτυρικές του πρεσβείες, να πετύχουμε όλοι εμείς τη σωτηρία και να βρούμε τη Χάρη, τη δύναμη και την ευλογία του Θεού, σαν αχώριστο σύμμαχο στον καθημερινό μας αγώνα, ώστε να πορευόμαστε γεμάτοι ευστάθεια αδαμάντινης αγάπης και παραδείσια δύναμη υπομονής.

π. Δαμιανός

[Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017, 9:50 πμ.,
στο υπαίθριο εξωκκλήσι του αγίου Ευσταθίου.]



— Α Π Ο Λ Υ Τ Ι Κ Ι Ο Ν —
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
γρευθεὶς οὐρανόθεν
πρὸς εὐσέβειαν ἔνδοξε,
τῇ τοῦ σοὶ ὀφθέντος δυνάμει,
δι’ ἐλάφου Εὐστάθιε,
ποικίλους καθυπέστης πειρασμούς,
καὶ ἤστραψας ἐν ἄθλοις ἱεροῖς,
σὺν τῇ θείᾳ σου συμβίῳ καὶ τοῖς υἱοῖς,
φαιδρύνων τοὺς βοῶντάς σοι·
δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ,
δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι,
δόξα τῷ δείξαντί σε ἐν παντί,
Ἰὼβ παμμάκαρ δεύτερον.

Ἕτερον τοῦ ἁγίου Εὐσταθίου.
Ἦχος α΄. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
ν τῷ μέσῳ τῆς ἐλάφου
τὸν Σταυρὸν θεασάμενος,
μεγαλώνυμε Μάρτυς,
ὦ Εὐστάθιε ἔνδοξε,
ἐδέχθης τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ,
καὶ τοῦτον κηρύξας ὡς Θεόν,
καρτερῶν μετὰ συνεεύνου,
καὶ τῶν τέκνων σου, ἤθλησας ἄριστα.
Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ,
δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι,
δόξα τῷ ἀναδείξαντί σε λαμπρῶς,
Ἰὼβ τὸν δεύτερον.

— Κ Ο Ν Τ Α Κ Ι Ο Ν —
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
ς τῆς ἀνδρείας τοῦ Ἰὼβ ἔμψυχον ἄγαλμα,
καὶ τῶν Μαρτύρων κοινωνὸν καὶ ἀκροθίνιον,
ἐπαξίως εὐφημοῦμέν σε Ἀθλοφόρε.
Ὡς ὁ Παῦλος γὰρ θεόκλητος γενόμενος,
ἐμεγάλυνας τὸν Λόγον δι’ ἀθλήσεως.
Ὅθεν κράζομεν· χαίροις Μάρτυς Εὐστάθιε.

Ἕτερον τοῦ ἁγίου Εὐσταθίου.
Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τὰ Πάθη Χριστοῦ,
παμμάκαρ μιμησάμενος,
καὶ τούτου πιών,
προθύμως τὸ ποτήριον,
κοινωνὸς Εὐστάθιε,
καὶ τῆς δόξης σύγκληρος γέγονας,
παρ’ αὐτοῦ τοῦ πάντων Θεοῦ,
λαμβάνων ἐξ ὕψους θείαν δύναμιν.

— Μ Ε Γ Α Λ Υ Ν Α Ρ Ι Ο Ν —
Οὐρανόθεν μάκαρ καταυγασθείς,
στήλη τῆς ἀνδρείας, ἀνεδείχθης ἐν πειρασμοῖς,
καὶ πανοικεσίᾳ, Εὐστάθιε ἀθλήσας,
τῆς ἄνω βασιλείας, ἀξίως ἔτυχες.




[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 1ος, Σεπτέμβριος,
σελ. 243–245.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ιερό Κοινόβιο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι Φεβρουάριος 20112.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ ΜΕΣΑ ΜΑΣ

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ ΜΕΣΑ ΜΑΣ


     Όλοι σχεδόν οι άνθρωποι σήμερα πάσχουν και δεινοπαθούν από τους λογισμούς τους. Είμαστε δυστυχώς άνθρωποι «λογισμοκυβέρνητοι» και οι λογισμοί δεν έρχονται ποτέ μόνοι τους. Φέρνουν μαζί τους και τα ανάλογα αισθήματα, τις ανάλογες με την κάθε περίπτωση και περίσταση προλήψεις, αμφιβολίες, τις φορτώσεις, τα κενά και τις ανίες τους. Ζούμε ολοσχερώς τη σαρωτική άλωση του εαυτού μας από μια πραγματικότητα που είναι και παραμένει ολότελα εικονική, απατηλή, ανεδαφική και ανύπαρκτη κι ας μη μπορούσαμε μέχρι πρότινος να το συνειδητοποιήσουμε αυτό. Ανήμπορος λίγο–πολύ ο σύγχρονος άνθρωπος να αντιμετωπίσει την ενδόμυχη κινούμενη άμμο των λογισμών μέσα στην οποία βυθίζεται με βία, ζει στο μέγιστο βαθμό την απόγνωση που του φράζει απότομα την ανάπτυξη και του τελματώνει τη ζωή. Τούτη η απόγνωση πάλι μοιάζει με σωρεία λιθοχωμάτων που πέφτουν πάνω του με φόρα θάβοντας κυριολεκτικά όλη τη χαρά και τη δύναμη της ύπαρξής του.


     Το γλυκύ και παντοδύναμο όνομα του Χριστού έρχεται για να ανατρέψει ριζικά τη θλιβερή τούτη κατάσταση. Επικαλούμενοι από καρδιάς και με ιερό πόθο τον Κύριο, μεταβαίνουμε δυναμικά σε μια εγκάρδια και άμεση κοινωνία με Εκείνον που μας έδωσε όχι απλά και μόνο τη ζωή, αλλά την περίσσεια ζωής, το υπερούσιο πλήρωμα της χάριτος του Προσώπου Του. Κάθε ιερός και ευλαβής μας πόθος προς Αυτόν επείγεται να γίνει εμπειρία και διψά να εκφραστεί με πράξη. Και η πιο θεοφιλής, η πλέον θεοφόρα πράξη σε παγκόσμιο και πανανθρώπινο επίπεδο είναι η μονάχα Ευχή. Είναι ο ευλογημένος δρόμος, το διάβα, η πορεία, το βήμα, η περπατησιά της θεογνωσίας και της θεολογίας μέσα μας. Το σκηνικό των μαραμένων μας εγκάτων αλλάζει. Ισχυροποιούμαστε μέσα στη θεία ταπείνωση. Αναπτερωνόμαστε στο βάθος που εσωκλείουν οι θείες αρετές και πραγματικότητες. Το όνομά Του σμιλεύει βαθμιαία την αναιμική φτιαξιά μας, υπόδουλη τόσο καιρό στην άγνοια, στην πώρωση και την ασέβεια.


     Δεν είμαστε πια μόνοι και χαμένοι. Δεν είμαστε ευεπηρέαστοι, ευάλωτοι, εύπτωτοι, ευόλισθοι και ανίσχυροι. Δεν πορευόμαστε μαζί με τις τραυματικές αβεβαιότητες των επιγείων. Δεν γευόμαστε σιωπηρά άλλο θάνατο από τους τόσους αναρίθμητους εγκόσμιους θανάτους. Δεν συνεχίζουμε κάτω από την αιματηρή σκιά του τίποτα. Ό,τι ξέραμε από πριν δεν ήταν παρά βαρετές, ανούσιες και αναποτελεσματικές θεωρίες, παιγνίδια του άσοφου μυαλού που ντοπαριζόταν σε ένα απίστευτα βολικό και σκεβρωμένο θρήσκευμα. Ό,τι βλέπαμε μέχρι τώρα ήταν μια τραγική φιέστα ή μια κωμική κηδεία, ανάλογα. Τώρα, μας επισκέφτηκε μια ησύχια αποκάλυψη, μια καλότροπη δύναμη, από την οποία εμείς λάβαμε ένα ειρηνικό και άτυφο φως επίγνωσης. Εντός μας, συντελείται μια λυσιτελής αποδόμηση, μια ανακαίνιση άλλης περιωπής και τάξεως. Με την Ευχή ζητάμε να αληθεύουμε, εμπνεόμαστε να είμαστε αληθινοί, ευθείς, ανυπόκριτοι, ειλικρινείς, άμεσοι. Γιατί η αλήθεια της είναι γεμάτη θεία και καρδιακή φιλανθρωπία που δεν κατανοούν οι τυπικότητες, οι ηθικισμοί, οι νόμοι, οι ζηλωτισμοί και οι φαρισαϊσμοί μας. Παρά τις όποιες και όσες αμαρτίες μας, μαθαίνουμε να ζητάμε έλεος και ταυτόχρονα μαθαίνουμε να είμαστε ελεήμονες προς τους άλλους παρά τις αμαρτίες τους· μόνο αυτοί που πάσχουν για το έλεος του Θεού, εκείνοι που έχουν τη φλογερή επιθυμία να το βιώσουν, δικαιούνται κάπως να συνεχίσουν να το ζητούν απτόητα και να το αξιώνονται ανερμήνευτα. Οι καλύτερες δόσεις αντιστοιχούν στους καλύτερους δότες. Ο δαιμονισμός των οικείων παθών ξεθωριάζει και έρχεται σταδιακά η κάθαρση της καρδιάς, η οποία αναδεικνύει την παλιά της τερπνότητα, την οποία αδυνατεί να συνδράμει ο ορθολογισμός των πολλών και να παρατηρήσει ο τυφλός κόσμος. Η πολλαπλή ματαιότητά του οποίου, είναι ξεκάθαρα το μελένιο δηλητήριο που επιλέγουν οι μάζες του για να ζήσουν στο έπακρο το θάνατο· τη ζωή χωρίς Χριστό.


     Αηδιάζουμε από τα φαινόμενα και τους εντυπωσιασμούς, από τις απάτες και τις γοητείες, και επιθυμούμε να ησυχάζουμε, να απέχουμε από κάθε ανάξιο, απρόσφορο και αργό λόγο. Η μοναξιά που τρέμαμε πριν, γίνεται τώρα θαυμάσιο και θεσπέσιο υλικό προσευχής. Και η προσευχή καίει την απονιά και τη βαναυσότητα του κόσμου, όλη την αμαρτία μέσα μας. Τώρα, μια ευγενέστατη και διακριτική σιωπή προκρίνεται πιο πολύ από όλα, πάνω από κάθε τι, γιατί είναι αυτή που ενδύει τα ευκτικά βιώματα που διανθίζουν ταπεινά το χοϊκό μας διάβα. Η πρώην ατέρμονη διήγηση του φτωχού λόγου επιτέλους παραιτείται, γιατί μια διαρκής πνευματική μαθητεία μάς διδάσκει συνεχώς και μας σοφίζει εκπληκτικά. Είμαστε ανείπωτα χαρούμενοι και ευγνώμονες προς τον Θεό γι’ αυτό. Συλλαβίζουμε με δέος τη ζωή, εκφέρουμε διακαώς το όνομα του Χριστού και λες κι αρχίζουμε να γευόμαστε μακάρια μυστήρια κρυμμένα. Η διέξοδός μας είναι θεωρητική και είναι η ταπεινή κρούση της θύρας της φιλανθρωπίας Του, η επαινετή ανάβαση προς το κράσπεδο του ελέους Του. Η ζωή μας γίνεται ένα άπεφθο έλεος, γιατί το ατελεύτητο έλεός Του γίνεται ζωή μας. Η καρδιά αισθάνεται, γεύεται, συγκλονίζεται, ριγά και σιωπά. Η ζωογόνα συντριβή που κατακλύζει το είναι μας είναι γλαφυρή και ανείπωτη. Μια άλλη ασύλληπτη υγεία προσεγγίζει την ανημποριά και τη φτώχεια μας. Μια αγγελική ακεραιότητα, αθεώρητη, αφανής, ανεκτίμητη για τη μάζα του ειδωλικού και απατεώνα κόσμου, μπολιάζεται στα φυλλοκάρδια μας. Η θεϊκή αγάπη που πέφτει και σκοντάφτει πάνω στην ευτέλεια του τσακισμένου μας είναι, μοιάζει σαν ένα ρεύμα μιας πρωτόγνωρης και δυναμικής παράκλησης, την οποία ο κόσμος αγνοεί και αποστρέφεται, δυσφημεί και ακυρώνει. Ο «Πολύτιμος Μαργαρίτης» πέφτει βαθιά μέσα στον άυλο αγρό της καρδιάς και όλα μεταβάλλονται επί τα κρείττονα και επί τα θυμηδέστερα, δίχως εμείς να μπορούμε να δώσουμε και πολλές λογικές πειστικές απαντήσεις γι’ αυτό, κυρίως προς τον ίδιο μας τον εαυτό: θα είμαστε πάντα απορημένοι και πάντα έκπληκτοι, την τελευταία στιγμή δυνατοί, την κάθε πρώτη αρχή έτοιμοι, μα μπροστά στην αιωνιότητα που ξεδιπλώνεται ολοζώντανα στα όμματα της ψυχής μας γόνιμα μικροί και αδύναμοι.


     Η φύση μας, άπτερη και εγκλωβισμένη μέσα σε όλο το ισχυρό πλέγμα των πειρασμικών και ταραχοποιών λογισμών, αρχίζει και δέχεται μέσα της ωραίες εμπειρίες σε καλότατες αλλοιώσεις, αλλαγές, ανατροπές, καθαιρέσεις και υπερβάσεις. Είναι δύσκολο να αναφερθούμε στις συνέπειες και τις ζυμώσεις που λαμβάνουν χώρα σε όλα τα στρώματα του εαυτού μας. Είναι σημαντικό όμως να πούμε ότι ιδιαίτερα στην αρχή το πονηρό κράτος της εξουσίας των λογισμών, των παθών και της αμαρτίας, που υπήρχε ανεξέλεγκτα και πληθωρικά μέσα μας, αντιδρά και αντιμάχεται στη σωτήρια επίκληση του θείου ονόματος. Η εγκάρδια στροφή προς τον Χριστό είναι η πράξη της μοναδικής μας απολύτρωσης. Ήμασταν συνεχώς, αδιάκοπα και για χρόνια κατεχόμενοι από τους λογισμούς και τα πάθη. Ήμασταν οι δέσμιοι, οι ουραγοί και τα θύματά τους. Τώρα αυτό, με τη Χάρη του αγαπημένου μας Κυρίου, αντιστρέφεται, μειώνεται, ακυρώνεται, καταρρέει, χάνεται, εκμηδενίζεται.


     Η ακατανίκητη δύναμη του Χριστού έρχεται με τον πιο αισθαντικό τρόπο και επισκιάζει θωπευτικά την πολύκλαυστη αδυναμία μας. Η ευεργητική απλότητα που διέπει την Ευχή του Χριστού είναι το μυστήριο που ελκύει την καρδιά. Η τόση εξυπνάδα που παράγουμε μεγάλαυχα έγινε το μυστικό της αποϊεροποίησής μας. Ο νους με την ευκτική εργασία γίνεται πια ο μυστικός και μακάριος ηγεμόνας· ο αρχηγός της μάνδρας του μέσα μας κόσμου· παύει να είναι ο σκοτεινός θάλαμος μέσα στον οποίο ενθρονίζονταν κάθε τι το αναληθές, το δόλιο, το άχαρο, το ποταπό, το βέβηλο και σάπιο. Αόρατες βολές φωτισμού και ειρήνης επισκέπτονται και περικλύζουν την εσχατιά μας. Μέσα σ’ αυτό το πρωτόφαντο εσωτερικό γίγνεσθαι, διαπιστώνουμε ότι ο πρώτος εχθρός της καρδιάς μας δεν είναι τελικά ο «διάβολος» και ο «πειρασμός» –όπως πολύ πρόχειρα, ανεξέταστα και βολικά πιστεύει η πλειονότητα των «αθώων θρησκευομένων»– αλλά ο αποτρόπαιος λογισμός που υποδεχόμασταν και προσκυνούσαμε εμείς τόσο σφαλερά για χρόνια, όντες τότε τόσο ψυχόλεθρα ανυποψίαστοι και ανίδεοι. Τούτος ο αβρός, αλλά τοξικός «επισκέπτης», γινόταν μετά ο αδυσώπητος κυρίαρχός μας, ο τυραννικός μας αφέντης. Η ποθητή ελευθερία μας πήγαινε μετά περίπατο, ήταν μια αφόρητη ματαιοπονία, γινότανε σκόνη και θρύψαλα.


     Με τον Χριστό αποδίδεται στην τραυματισμένη και κατακερματισμένη μας φύση κάθε ελευθερία, κυριότητα, ακεραιότητα και χαρά. Η Ευχή έρχεται στη ζωή μας και γίνεται πραγματικά η ζωή μας, γίνεται η ζωή της ζωής μας, η πεμπτουσία μιας θαυμαστής πνευματικότητας, την οποία το θρησκευτικό σύστημα –όλα μαζί τα ανθρωποκτόνα συστήματα, κάθε τι που φαίνεται και είναι «σύστημα»– θέλει και επιδιώκει με κάθε τρόπο να παρακάμπτει εντέχνως, διότι εάν δεν το κάνει, προορίζεται οπωσδήποτε να καταρρεύσει με πάταγο μπροστά στη συνείδησή μας.


     «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!»: όλη η αγάπη και η αλήθεια μαζί. Όλη η ζωή και το φως μέσα σε μια άχραντη πραγματικότητα της καρδιάς, μέσα στο αιώνιο και πανεράσμιο Πρόσωπο του Κυρίου μας, που είναι ο Φίλος και ο Σωτήρας μας, ο Νυμφίος της καρδιάς μας. Αρχίζουμε μαζί Του επιτέλους να ζούμε αυθεντικά. Ζούμε κάθε λυτρωτική αρχή αγάπης μαζί Του. Η Χάρη Του ελκύει σθεναρά τη ψυχή μας σε μια πανώρια σχέση, η οποία δεν έχει τέλος, δεν έχει λογική και πρόβλεψη, δεν έχει καθορισμό και περιορισμό, δεν επιδέχεται κατηγοριοποίηση, αξιολόγηση και είναι μακριά από κάθε επιπόλαιη κρίση και φαιδρή εκτίμηση, που γίνεται άνευ του φωτισμού του Πνεύματος, άνευ του πόνου της αγάπης και άνευ της χαράς της άδολης φιλαδελφίας. Στον κάθε μας παλμό ριζώνει η θεία ζωή και μέσα στη θεία ζωή εναποθέτουμε όλη την καρδιά μας. Η Ευχή γίνεται το σταθερό γνώρισμα των χριστοποιημένων αδαμιτών· ο προσφιλέστατος αγώνας και το αδιάκοπο αγώνισμα των ανθρώπων που γίνονται –δίχως να το επιδιώκουν, δίχως να το φαντάζονται, δίχως να το περιμένουν και να το προεξοφλούν– αχέρωγοι, δυνατοί, μετάρσιοι, ουράνιοι...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

«ΕΛΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΟΡΗ ΜΟΥ!»

«ΕΛΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΟΡΗ ΜΟΥ!»


     Στη χώρα των χιονιών, των δακρύων και των μαρτύρων, την αχανή Σιβηρία, είδε το φως του ήλιου η Έλενα Μαχάνκοβα, τον Αύγουστο μήνα, στα 1977 χρόνια από Χριστού. Ιδιαίτερη πατρίδα της ήταν η μεγαλούπολη Μπαρναούλ.

     Τον καιρό που γεννήθηκε, ήταν ακόμη νωπά τα σημάδια του Σταλινικού καθεστώτος, που θέλησε να ξεριζώσει ό,τι πνευματικό και ανώτερο κρύβει μέσα του ο άνθρωπος και να τον πείσει ότι είναι μια χούφτα στάχτη. Στάχτη που θα ενωθεί με τη στάχτη του υπόλοιπου κόσμου και θα περάσει στην ανυπαρξία. Όποιος τολμούσε να αντισταθεί, ας ήταν κι η τελευταία μπαμπούσκα, λογιζόταν πάραυτα εχθρός του λαού κι έπρεπε να πεθάνει με το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας. Σωρεία οι εκτοπίσεις, οι εξορίες, οι εκτελέσεις και τα ειδεχθή μαρτύρια, τέτοια που ξεπέρασαν τα αρχαία του Διοκλητιανού και του Νέρωνα. Η Ιστορία έχει καταγράψει νούμερα απίστευτα, που φτάνουν τα εκατομμύρια ψυχές, και προσθέτει ακόμη στον οικτρό κατάλογο.

     Τον καιρό που γεννήθηκε η Έλενα, το «άστρο» του Σταλινισμού δεν μεσουρανούσε βέβαια, αλλά έκαιγε ακόμα με τις δυο ιοβόλες ακτίνες του: την αθεΐα και την τρομοκρατία. Έτσι, κατά το σύνηθες στις χώρες του παραπετάσματος, η Έλενα μεγάλωσε σε περιβάλλον αθεϊστικό και έμεινε αβάπτιστη, όπως και οι γονείς της.

     Όμως τι μένει σταθερό από τα ανθρώπινα; Ποια δόξα, εξουσία ή πλούτος; Ήρθε καιρός που σαν χάρτινος πύργος έπεσε το καθεστώς, άνοιξαν τα σύνορα της πατρίδας της και μαζί με χιλιάδες συμπατριώτες της πήρε το δρόμο της ξενιτιάς, αναζητώντας καλύτερη τύχη. Στην όμορφη πόλη της νοτιοανατολικής Τουρκίας που εγκαταστάθηκε, την πανάρχαια ελληνική Αττάλεια, όλα της φαίνονταν καλά.


     Άλλοι τόποι, άλλοι λαοί οι Μεσογειακοί. Πιο πολύ το φως, γλυκιά η φύση, παιγνιδιάρα η θάλασσα. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι πιο ζεστοί, πιο ήρεμοι και χαμογελαστοί. Έπιασε δουλειά σε λογιστικό γραφείο και, όταν προσαρμόστηκε, πριν ακόμα μπει στη ρουτίνα της καθημερινότητας, της έγινε η πρόταση. Δεν το σκέφτηκε και πολύ. Στην ηλικία της και, μάλιστα στην ξενιτιά, τι άλλο θα μπορούσε να ονειρεύεται, παρά να φτιάξει τη δική της φωλιά; Η περίπτωση του ντόπιου Τούρκου που της έκανε την πρόταση δεν ήταν ευκαταφρόνητη. Βέβαια, ήταν μουσουλμάνος. Κι εκείνη; Τι ήταν εκείνη; Μια ξενιτεμένη Ρωσίδα, από απλή και φτωχή οικογένεια, χωρίς θρησκευτικά ενδιαφέροντα. Δεν θυμόταν στο σπίτι της να είχαν μιλήσει ποτέ για τον Θεό. Κάποια αναζήτηση στην εφηβική της ηλικία θάφτηκε στην αυτάρκεια των σπουδών και τη μέριμνα για το αύριο. Έτσι, δεν έβλεπε εμπόδια για το γάμο με τον Τούρκο. Άλλωστε, εκείνος της υποσχέθηκε: «Εσύ τη θρησκεία σου κι εγώ τη δική μου!». Κι έχοντας μέσα της η Έλενα αμυδρά το αίσθημα της ορθόδοξης πίστης –κάποια βιώματα από τις γιαγιάδες του τόπου της– και, μη γνωρίζοντας σχεδόν τίποτα για τα Μυστήρια της Εκκλησίας, δέχτηκε να γίνει ο γάμος στο τζαμί. Με αβρότητα και γλυκόλογα της μίλησε ο ιμάμης. Οι φίλοι του γαμπρού, θέλεις από φθόνο γιατί ήταν όμορφη και έκτακτη η νύφη, θέλεις από ζηλωτισμό, του έλεγαν συχνά: «Επειδή την έφερες μια φορά στο τζαμί, νόμισες ότι την έκανες και μουσουλμάνα;…».

     Πέρασε λίγος καιρός με καλοκαιρία, αλλά δεν άργησαν να φανούν τα πρώτα σύννεφα στον ορίζοντα, που άρχισαν να σκιάζουν την ευτυχία της Έλενας. Έβλεπαν στις ειδήσεις τις δραματικές εξελίξεις στη γειτονική Συρία. Φανατικοί μουσουλμάνοι έσφαζαν τους χριστιανούς χωρίς λόγο. Μόνο για την πίστη τους. Εκείνη λυπόταν αφάνταστα. Τι παραλογισμός! Τι απανθρωπιά! Αντίθετα, ο σύζυγός της χαιρέκακα επικροτούσε τα αποτρόπαια αυτά εγκλήματα. Άρχισε να τον αποστρέφεται γι’ αυτή του τη συμπεριφορά. Εκείνος έπιασε αυτή της τη συμπάθεια και της έλεγε αυστηρά: «Εσύ είσαι μουσουλμάνα. Τι νοιάζεσαι για τους χριστιανούς;».


     Πολλοί συμπατριώτες της ήταν χριστιανοί. Τους συμπαθούσε κι αναρωτιόταν: «Υπάρχουν πιο φιλήσυχοι άνθρωποι απ’ τους χριστιανούς;». Τελευταία είχε γνωρίσει κάποιες Ρωσίδες περίπου στην ηλικία της. Η νοσταλγία της για την πατρίδα την οδήγησε στη συντροφιά τους. Ήταν μια πολύ αξιόλογη χριστιανική συντροφιά και της άρεσε πολύ. Εκτίμησε την αγάπη που της έδειχναν, την ανιδιοτέλεια, την απλότητα, τη θερμή πίστη τους στον Χριστό. Εκείνες πήγαιναν στην ορθόδοξη εκκλησία, τη μοναδική που υπήρχε στην περιοχή. Γνώριζαν τον ιερέα κι έψαλλαν στις ακολουθίες και τη Λειτουργία. Κάποιες φορές πήραν και την Έλενα μαζί τους. Ενθουσιάστηκε! Η ειρήνη του Θεού στάλαζε γλυκασμό κι ανάπαυση στην ανήσυχη ψυχή της και, σα να ξύπνησε από λήθαργο, άρχισε να ρωτάει για όλα όσα γίνονταν στην εκκλησία. Ζήτησε να μάθει πώς να προσεύχεται, τι συμβαίνει κατά τη Θεία Λειτουργία, τι είναι τα Μυστήρια…

     Τα νέα δεν άργησαν να φτάσουν στο σύζυγό της. Τότε είδε έναν άλλο άνθρωπο. Ήταν 6 Ιανουαρίου του έτους 2013. Τη χτύπησε τόσο πολύ, μέχρις αίματος, για το «παράπτωμά» της να πάει στην ορθόδοξη εκκλησία. Της απαγόρευσε να ξαναπάει, αν ήθελε να τα πάνε καλά και να ζήσει κοντά του ευτυχισμένη. Κεραυνός εν αιθρία. Τι θα έκανε τώρα; Προς το παρόν έφυγε από το σπίτι και έμενε σε μία από τις χριστιανές φίλες της, την Άννα. Άκουγε πως κι άλλες ορθόδοξες χριστιανές είχαν προβλήματα με τους μουσουλμάνους συζύγους τους. Ωστόσο δεν ήθελε να χαλάσει το σπίτι της. Θα έκανε υπομονή. Με κανένα τρόπο όμως δεν σκόπευε να αποχωριστεί την ορθόδοξη εκκλησία. Είχε ανάψει μεγάλη φλόγα μέσα της και δεν γινόταν να σβήσει. Ήταν ο πόθος της να βαπτιστεί. Μάθαινε, διάβαζε με ζήλο το Ευαγγέλιο και τους βίους των Αγίων. Μπήκε με τη βοήθεια του ιερέα στην Κατήχηση και το Πάσχα του 2013 το όνειρό της θα γινόταν πραγματικότητα. Θα βαπτιζόταν ορθόδοξη χριστιανή! Με σταθερότητα και γενναιότητα πια αντιμετώπιζε τις προσβολές και τις συχνές τηλεφωνικές απειλές του άντρα της.


     Έκανε ένα ταξίδι στη Σιβηρία, όπου έμεινε για δύο εβδομάδες στους γονείς της. Τους παραπονέθηκε μάλιστα πώς την άφησαν αβάπτιστη. Η μητέρα της είπε ότι αυτοί έζησαν ως άθεοι, αλλά εκείνη να βαπτισθεί, αφού το θέλει. Της χάρισε κι ένα μενταγιόν με την εικόνα του αγίου Σεραφείμ, για να το φοράει.

     Επέστρεψε στην Τουρκία κι έμενε πάλι στης Άννας. Ο άντρας της άρχισε να τη συναντά κάθε μέρα μετά τη δουλειά και να την απειλεί ότι θα τη σκοτώσει. «Άλλαξες την πίστη σου!», ισχυριζόταν. Μάλιστα, όταν είδε το μενταγιόν με την εικόνα του αγίου Σεραφείμ στο λαιμό της, έγινε θηρίο. Ο Τούρκος «έγινε τούρκος»! Το άρπαξε με βία, το πέταξε κάτω και το κατέστρεψε. Η Έλενα συνέχισε να μένει στης Άννας κι εκείνος δεν έπαυε να την απειλεί. Ένα βράδυ φοβήθηκε τόσο πολύ από τις βρισιές και τις απειλές του στο τηλέφωνο, που είπε ότι δεν θα πήγαινε την άλλη μέρα στη δουλειά. Έτρεμε η καρδιά της σαν το αφτέρουγο κι έρημο πουλί.

     Εκείνη τη νύχτα, όταν με πολλή δυσκολία την πήρε ο ύπνος, είδε ένα υπέροχο όνειρο που το διηγήθηκε το πρωί στην Άννα. Ήταν μόνη της απέναντι σε μια απέραντη γαλάζια θάλασσα. Ένας άνθρωπος με πολύ αγαθό και όμορφο βλέμμα, μια φωτεινή παρουσία, την πήρε από το χέρι, της έδειξε απερίγραπτες ομορφιές, που δεν εκφράζονται με λόγια, και της είπε ότι όλα αυτά εκείνος τα δημιούργησε. Μετά της είπε: «Έλα σε Μένα, κόρη Μου!... Ν’ ακολουθήσεις το δικό Μου δρόμο…». Τό ’νιωσε βαθιά, Τον γνώρισε! Ήταν ο Χριστός! Αισθάνθηκε να μπαίνει στη ψυχή της απέραντη ειρήνη κι αγάπη δίχως όρια. Όταν ξύπνησε, είχαν διαλυθεί όλοι οι φόβοι και ήταν τόσο ευτυχισμένη όσο ποτέ στη ζωή της.


     Το πρωί προσευχήθηκε με την Άννα. Ήπιαν αγιασμό και η Έλενα έφυγε κάνοντας το σταυρό της. Στις τρεις το μεσημέρι τηλεφώνησε στην Άννα ότι ο άντρας της της έστειλε μήνυμα, σα να μη συνέβαινε τίποτα, και της ζήτησε να συναντηθούν στο σπίτι για να μιλήσουν. Φεύγοντας από τη δουλειά συνάντησε την ανεψιά του άντρα της, στην οποία είπε ότι πήγαινε να τον συναντήσει. «Ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει!», είπε. Αυτά ήταν και τα τελευταία της λόγια.

     Ήταν 15 Μάρτη του 2013. Η Έλενα, σαν άκακο αρνίο, έπεσε στην απάτη του θηριώδους λύκου. Ο Τούρκος την περίμενε στο σπίτι και μ’ ένα μαχαίρι την έσφαξε. Στην αστυνομία δήλωσε: «Αυτό είχα να προσφέρω στον Αλλάχ!».

     Βαπτίστηκε στο αίμα της, που έβαψε για άλλη μια φορά κόκκινη τη Μικρασιατική Γη, τη χώρα του ήλιου, των δακρύων και των μαρτύρων. Η αγνή ψυχή της πέταξε ανάλαφρη στον Ουρανό, όπου την προϋπάντησε ο αιώνιος Νυμφίος Χριστός, με το γλυκό Του κάλεσμα:
     «Έλα σε Μένα, κόρη Μου!...».

     Τάφηκε στη γενέτειρά της, τη Σιβηρία.
     Ας είναι αιώνια η μνήμη της στη χορεία των Νεομαρτύρων. 
     Ας είναι και η ευχή της παντοτινά μαζί μας.



[Ορθόδοξο Χριστιανικό
Μηνιαίο Περιοδικό
Φοιτητών και Επιστημόνων
«Η Δράση μας»,
Έτος ΝΕ΄,
Αύγουστος–Σεπτέμβριος 2016,
Τεύχος 541, σελ. 298–301,
Άρθρο–Αφήγημα του/της «Ε.Κ.».
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.