Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

«Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ ΕΙΔΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ…»

«Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ
ΕΙΔΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ…»


     Ο Ηγούμενος της Μονής Αγίου Παύλου π. Ανδρέας (Ευαγγελάτος, από τον Αγκώνα Κεφαλονιάς· 22/1/1904–1/2/1987), ήταν ο πρώτος Αγιοπαυλίτης Ηγούμενος που άρχισε να δέχεται πατέρες για εξομολόγηση. Κάθε μέρα (1:30–3:00 μ.μ.), δεχόταν με αγάπη ψυχές στο ηγουμενείο. Την εξομολόγηση την άκουγε πάντα ήρεμα. Εάν του έλεγε κάποιος «Γέροντα, έπεσα εκεί», απαντούσε: «Τί να κάνουμε; Στο έλεος του Θεού να αποβλέπουμε!». Αλλά, εάν του έλεγε κάποιος ότι κατακρίνει τους άλλους, τότε αυτός γινόταν πολύ αυστηρός. Του έλεγε έντονα: «Έγινες Θεός; Δεν ντρέπεσαι;». Και, ύστερα, με ήρεμα λόγια οδηγούσε τον προσερχόμενο σε μετάνοια.


     Ήταν ευγενής άνθρωπος. Τιμούσε τους άλλους και ήθελε να τους βοηθά. Ρωτούσε, πριν του ζητήσουν: «Σου λείπει κάτι, μάτια μου;». Η συνήθης έκφρασή του, ήταν η λέξη «παιδάκι μου»· και μ’ αυτήν εξέφραζε όλη την εσωτερική διάθεση της αγαθής ψυχής του. Είχε πολλή αγάπη και οικονομούσε καρδιακά τους πατέρες. Όπου όμως δεν έπρεπε, γινόταν αυστηρός. Αλλά αυτή η αυστηρότητά του, έβγαινε από την αγάπη του για να βοηθήσει πραγματικά. Δεν πίστευε εύκολα σε «φώτα» και σε «αγγέλους», εάν πρώτα δεν εξακρίβωνε καλά.


     Έλεγε χαρακτηριστικά για τη μνήμη του Θεού στον άνθρωπο: «Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, είδε μια φορά στη ζωή της την Εικόνα της Παναγίας που δεν την επέτρεψε να μπει μέσα στον Ναό της Αναστάσεως. Και, αυτή η μνήμη της Εικόνας, την ενίσχυε για σαράντα χρόνια που ήταν μόνη της μέσα στην έρημο. Κι εμείς, θέλουμε να δούμε και το ένα και το άλλο και, πάλι, μέσα μας μνήμη Θεού δεν έχουμε!...».



※
[«Από την Ασκητική και Ησυχαστική
Αγιορειτική Παράδοση»,
μέρος 1ο, κεφ. ιζ΄, σελ. 207–208,
Άγιον Όρος, 20111.]
※










Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

Η ΓΟΝΙΜΗ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ

Η ΓΟΝΙΜΗ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ


Πάσχουμε συχνά από την απελπισία των αδιεξόδων του βίου μας. Αλλά η απελπισία της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε, κάποιες φορές, για λίγο ή πολύ, μάς είναι αφάνταστα γόνιμη. Όχι γιατί κατ’ ανάγκη είμαστε εμείς οι παθολογικά φιλόλυποι άνθρωποι και καταθλιπτικοί τύποι. Αλλά γιατί είθισται πίσω από αυτήν την απελπισία να κρύβεται η ακαταίσχυντη και ζωντανή ελπίδα του Χριστού η οποία ελκύει μυστικά προς αυτήν κάθε καλοπροαίρετη και εμφιλόσοφη ψυχή, εν προκειμένω δε, με τρόπο επώδυνο και αρνητικό ομολογουμένως. Από αυτήν όμως την κρίσιμη απελπισία είναι που αναδύεται με δύναμη αιωνιότητας η απερινόητη αγάπη του Χριστού προς τον άνθρωπο. Του Χριστού που, αιώνια και ακατάλυτα, είναι η μόνη σαρκωμένη και απτή ελπίδα για όλους και για τον καθένα ξεχωριστά. Και ξέρουμε πολύ καλά από τα ίδια τα πράγματα πως δίπλα στη θεϊκή ελπίδα δεν μπορεί και δεν γίνεται ποτέ να σταθεί καμία άλλη γήινη, ανθρώπινη, συνανθρώπινη, κοινωνική, ψυχολογική, πολιτική ή πολιτισμική ελπίδα. Γι’ αυτό και η απελπισία που κομίζουν οι περισσότερες διαψευσμένες προσδοκίες μας ή τα ακυρωμένα αιτήματα της καρδιάς μας, γίνεται ουσιαστικά στο τέλος ένας σωτήριος αναβαθμός προς τον Χριστό για την ύπαρξη που πάσχει αβοήθητα μόνη. Και τον Χριστό, μόνο αποκλειστικά με τη δική Του ελπίδα μπορεί κανείς να Τον ζήσει πραγματικά· όχι με την ασύγκριτα υποδεέστερη κτιστή ελπίδα που μας προσφέρει ο εαυτός μας ή κάτι που τον εξυπηρετεί. Αλλοίωση στη ψυχή, δύναμη και ελπίδα, δεν επέφεραν ποτέ οι ατέρμονοι στοχασμοί, οι σκέψεις και οι νοήσεις του εγκεφάλου, παρά το άχρι σημείου εκπληκτικό κάλλος της ευφυΐας τους. Η ελπίδα της πίστης μας είναι πέρα από το στοχαστικό μέτρο και τη θρησκευτική απαντοχή. Είναι ελπίδα θεία, υποστατική και εμπρόσωπη· που ανήκει στα δωρήματα και στους καρπούς του Πνεύματος που δίνει ο Χριστός και απαυγάζεται δυναμικά μέσα από τη ζωή, την πείρα και τον συνεχή αγώνα της. Αυτό μπορεί να μη το κατανοούμε στην αρχή και να αφηνόμαστε ανήμποροι στον παροξυσμό της λύπης. Αλλά είναι βέβαιο πως κατόπιν το πληροφορείται ανείπωτα η φιλόθεη καρδιά, η οποία, έκπληκτη από την απερίγραπτη γεύση της αληθινής και υπερκόσμιας ελπίδας που βιώνει και δοκιμάζει στο πρόσωπο του Χριστού, εγκαταλείπει πίσω της κάθε άλλο «χριστιανισμό» ιδεοληπτικού ή στοχαστικού χαρακτήρα. Αναφερόμαστε για εκείνον τον ανέραστο και αβαθή χριστιανισμό των τρυφηλών και απρόσωπων μαζών από τον οποίο έλλειπε, λείπει και θα λείπει η ελπίδα, η ανδρεία, η χαρά και η αγάπη, το θεολογικό μυστήριο, η βίωση των εσχάτων του υπαρκτικού μας κόσμου αλλά και του κόσμου ολόκληρου. Ένας τέτοιος χαλκευμένος χριστιανισμός δεν έχει θέση στο θαύμα· γιατί αποτελεί το θρησκευτικό καταφύγιο και αποκούμπι του ορθολογισμού μας από τον οποίο βρίθει η ανεγκάρδια, ανασφαλής και συστημική μας ζωή. Ένας τέτοιος στείρος ουμανιστικός χριστιανισμός στέκεται πάντα σαν το ελαφρύ και σαθρό άλλοθι που χρειάζεται μια νοησιαρχική πίστη η οποία ασφαλώς δεν προορίζεται να ψηλαφεί ουρανό και να προσχωρεί χαρισματικά προς τα βάθη των μυστηρίων του φιλάνθρωπου Θεού…


π.Δαμιανός









Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

«ΠΛΑΘΕΤΑΙ ΜΕ ΛΟΓΟ ΜΗΤΡΙΚΟ, Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΑΤΡΟΣ»

«ΠΛΑΘΕΤΑΙ ΜΕ ΛΟΓΟ ΜΗΤΡΙΚΟ
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΑΤΡΟΣ»


     Όταν Της είπε με σαφήνεια ο Γαβριήλ ότι θα γεννήσει τον Ίδιο τον Θεό –γιατί αυτό φανέρωσε λέγοντας ότι, Αυτός που θα γεννηθεί «θα βασιλέψει για πάντα στους απογόνους του Ιακώβ και η βασιλεία Του δεν θα έχει τέλος» (Λουκ. 1, 33)– η Παρθένος δέχθηκε την είδηση με χαρά. Και έτσι, με γλώσσα μακάρια, με ψυχή καθαρή από ανησυχίες, με σκέψεις γεμάτες γαλήνη, είπε: «Είμαι μια δούλη του Κυρίου· ας γίνει το θέλημά Του σε μένα όπως μου το είπες» (Λουκ. 1, 38).

     Αυτά είπε και αμέσως όλα πραγματοποιήθηκαν. «Και ο Λόγος έγινε άνθρωπος και έστησε την σκηνή Του ανάμεσά μας» (Ιωάν. 1, 14). Έτσι, μόλις η Παρθένος έδωσε την απάντησή Της στον Θεό, δέχεται αμέσως από Αυτόν το Πνεύμα που δημιουργεί την ομόθεη εκείνη Σάρκα. Ήταν λοιπόν η φωνή Της «φωνή δύναμης» (Ψαλμ. 67, 34), όπως είπε και ο Δαβίδ. Και πλάθεται, έτσι, με λόγο μητρικό ο Λόγος του Πατρός. Και κτίζεται με την φωνή του κτίσματος ο Δημιουργός. Και όπως μόλις είπε ο Θεός «ας γίνει φως» (Γεν. 1, 3) έγινε αμέσως φως, έτσι αμέσως με την φωνή της Παρθένου το αληθινό ανέτειλε Φως και ενώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα και κυοφορήθηκε Αυτός, που φωτίζει «κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο» (Ιωάν. 1, 9).

     Ω, φωνή ιερή! Ω, λόγια, που κατορθώσατε τέτοιο μεγαλείο! Ω, γλώσσα ευλογημένη, που ανακάλεσες μεμιάς από την εξορία ολόκληρη την οικουμένη! Ω, θησαυρέ ψυχής αγνής, που με τα λίγα λόγια Της, σκόρπισε σ’ εμάς τέτοια αφθονία αγαθών! Γιατί αυτά τα λόγια μετέτρεψαν την γη σε ουρανό και άδειασαν τον Άδη, ελευθερώνοντας τους φυλακισμένους. Έκαμαν να κατοικηθεί από ανθρώπους ο ουρανός και, φέρνοντας τόσο κοντά τους Αγγέλους στους ανθρώπους, συνέπλεξαν το ουράνιο και το ανθρώπινο γένος σ’ ένα μοναδικό χορό γύρω από Αυτόν που είναι ταυτόχρονα και τα δυο· Αυτόν που, όντας Θεός, έγινε άνθρωπος.

     Γι’ αυτά Σου τα λόγια, ποια ευχαριστία θα ήταν άξια να Σου προσφερθεί από ’μας; Πώς να Σε προσφωνήσουμε Εσένα, που δεν υπάρχει τίποτε αντάξιό Σου ανάμεσα στους ανθρώπους; Γιατί τα δικά μας τα λόγια είναι γήινα· ενώ Εσύ ξεπέρασες όλου του κόσμου τις κορυφές. Αν λοιπόν χρειάζεται να Σου προσφερθούν τιμητικοί λόγοι, αυτό νομίζω πως πρέπει να είναι έργο Αγγέλων, νου χερουβικού, πύρινης γλώσσας. Γι’ αυτό και εμείς, αφού θυμηθήκαμε όσο μπορούσαμε τα κατορθώματά Σου και υμνήσαμε κατά την δύναμή μας Εσένα, την ίδια μας την σωτηρία, ζητούμε τώρα να βρούμε αγγελική φωνή. Και καταλήγουμε στην προσφώνηση του Γαβριήλ 
(Λουκ. 1, 28): 
     «Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ Σοῦ»!

     Αλλά δώσε, Παρθένε, όχι μόνο να μιλάμε για όσα φέρνουν τιμή και δόξα σ’ Αυτόν και σ’ Εσένα που Τον γέννησες, αλλά και να τα εφαρμόζουμε. Προετοίμασέ μας, δηλαδή, να γίνουμε και εμείς κατοικητήρια δικά Του· γιατί σ’ Αυτόν τον Χριστό είναι που αρμόζει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ
(1322–1392)



※
[Αγίου Νικολάου Καβάσιλα:
«Η Θεομήτωρ»,
Μετάφραση–Σχόλια–Εισαγωγή:
Παναγιώτου Νέλλα
(1936–1986),
Λόγος Β΄, 
σελ. 156–161,
Εκδόσεις 
«Αποστολικής Διακονίας»,
Αθήνα 1995.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΠΡΩΤΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ
ΑΠΟ ΠΡΩΤΕΥΑΓΓΕΛΙΟ


     Έκαναν συμβούλιο οι ιερείς του ναού και είπαν: «Ας κατασκευάσουμε ένα παραπέτασμα για το ναό του Κυρίου». Είπε ο ιερέας: «Προσκαλέστε παρθένες αμίαντες από τη φυλή του Δαβίδ». Κι έφυγαν οι υπηρέτες του ναού, έψαξαν και βρήκαν επτά παρθένες. Τότε θυμήθηκε ο ιερέας ότι η μικρή η κορούλα Μαριάμ καταγόταν από τη φυλή του Δαβίδ και ότι ήταν καθαρή για το Θεό. Πήγαν οι υπηρέτες και την έφεραν στο ναό.

     Έφεραν οι υπηρέτες μέσα στο ναό του Κυρίου τις παρθένες και τότε είπε ο ιερέας: «Βάλτε κλήρο για το ποια θα πάρει τη χρυσή και την αμίαντη κλωστή και ποια τη λινή, τη λευκή, τη μεταξένια, τη βαθειά γαλάζια και ποια την κόκκινη και τη γνήσια την πορφυρή». Έλαχε στη Μαριάμ η κλωστή η γνήσια η πορφυρή και η κόκκινη, τις οποίες τις πήρε και πήγε στο σπίτι της.

     Πήρε η Μαριάμ το σταμνί και πήγε να πάρει νερό. Τότε ακούστηκε μια φωνή που έλεγε: «Χαίρε κεχαριτωμένη· ο Κύριος είναι μαζί σου. Εσύ είσαι ευλογημένη από το Θεό περισσότερο απ’ όλες τις γυναίκες». Έστρεψε το βλέμμα της δεξιά κι αριστερά, για να βρει από πού ερχόταν αυτή η φωνή. Τρομαγμένη, γύρισε σπίτι της, άφησε τη στάμνα της και πήρε την πορφυρή κλωστή, κάθισε στο κάθισμά της και δούλευε.

     Τότε παρουσιάστηκε μπροστά της Άγγελος Κυρίου και της είπε: «Μη φοβάσαι Μαριάμ, γιατί ο Δεσπότης των όλων σου έδωσε τη χάρη Του και θα μείνεις έγκυος με τον λόγο Του». Όταν τ’ άκουσε αυτά η Μαριάμ προβληματίστηκε μέσα της και είπε: «Στ’ αλήθεια εγώ θα μείνω έγκυος από τον ζωντανό Κύριο και Θεό μου και θα γεννήσω όπως γεννά κάθε γυναίκα;».

     Ο Άγγελος Κυρίου είπε: «Δε θα συμβούν, Μαριάμ, έτσι τα πράγματα· γιατί δύναμη Κυρίου θα σε σκεπάσει. Γι’ αυτό και το Άγιο που θα γεννηθεί από σένα, θα ονομασθεί Υιός Υψίστου και θα Τον ονομάσεις Ιησού· γιατί Αυτός θα σώσει το λαό Του από τις αμαρτίες του». Απάντησε η Μαριάμ: «Είμαι μια δούλη του Κυρίου· ας γίνει το θέλημά Του σε μένα, όπως μου τα είπες».

     Και τελείωσε το γνέσιμο του πορφυρού και του κόκκινου και τα πήγε στον ιερέα. Αυτός, την ευλόγησε και της είπε: «Μαριάμ, δόξασε ο Κύριος ο Θεός το όνομά σου και θα είσαι ευλογημένη απ’ όλες τις γενιές της γης».


ΠΡΩΤΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ


※
[Δημητρίου Γ. Τσάμη:
«Θεομητερικόν»,
τόμ. β΄, σελ. 174–177,
«Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου»
(αποσπάσματα κεφ. η΄–ιβ΄),
έκδ. Ο.Χ.Α. «Λυδία»,
Θεσ/νίκη 2000.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΜΙΑ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ

ΜΙΑ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ
–Η δύναμη της ζωντανής Πίστης–



     «Ήταν παραμονή του Ευαγγελισμού, 24 Μαρτίου του 1942, και ήμασταν στη Δράμα, στην ιδιαίτερή μου πατρίδα. Η ξένη κατοχή, τότε, ήταν Βουλγαρική. Οι στερήσεις, οι αρρώστιες και η πείνα, είχαν πάρει τρομακτικές διαστάσεις και ο θάνατος θέριζε κάθε μέρα μικρούς και μεγάλους και, ιδιαιτέρως, τα μικρά παιδιά.«

     »Μεταξύ των συγγενών μου, είχα και μια μακρινή θεία· χήρα, με πέντε παιδιά. Τον άνδρα της, τον είχαν σκοτώσει οι κατακτητές πριν από έξι μήνες στις σφαγές της 29ης Σεπτεμβρίου του 1941. Από τρόφιμα της είχαν απομείνει μονάχα ένα δάκτυλο ελαιόλαδο και μια χούφτα καλαμποκάλευρο. Εκείνο λοιπόν το απόγευμα, σκέφθηκε ότι, αύριο, του Ευαγγελισμού, είχε έστω και “κάτι λίγο” προσωρινά για τροφή στα παιδιά της: εκατό δράμια αλεύρι κι ένα δάκτυλο λάδι!«

     »Ξαφνικά, τα μάτια της έπεσαν πάνω στο σβησμένο κανδήλι που ήταν επάνω στο εικονοστάσι. Τότε, μέσα της, μπήκε στο εξής δίλημμα: το λαδάκι στα νηστικά παιδιά της ή στο εικονοστάσι με την εικόνα της Παναγίας;«


      »Αποφασιστικά, όμως, έκανε τον σταυρό της και είπε στην Παναγία: “Παναγία μου!... Εγώ θα Σου ανάψω το κανδήλι, γιατί η μέρα που ξημερώνει αύριο είναι πολύ μεγάλη για την Πίστη μας· αλλά κι Εσύ, όμως, ανάλαβε να μου θρέψεις τα παιδιά!...”.«

      
»Πήρε το λιγοστό λαδάκι και μ’ αυτό άναψε το κανδήλι της Παναγίας. Το ιλαρό του φως, γέμισε το φτωχικό σπίτι και η καρδιά της γέμισε από γαλήνη. Αυτό το φως τούς συνόδευε στην βραδινή τους προσευχή και στον ύπνο τους όλο εκείνο το αξέχαστο βράδυ.«

      
»Την άλλη μέρα, μετά τη Θεία Λειτουργία, η θεία μου, άνοιξε το ντουλάπι για να πάρει το λιγοστό αλεύρι κι έμεινε άφωνη! Τι βλέπει; Το “λαδερό” γεμάτο λάδι μέχρι πάνω και δυο σακούλες γεμάτες αλεύρι και μακαρόνια! Σταυροκοπήθηκε η γυναίκα πολλές φορές, δοξάζοντας και ευχαριστώντας τον Χριστό και την Παναγία για το μεγάλο αυτό θαύμα που αντίκρισε μόνη της, αλλά δεν είπε σε κανέναν απολύτως τίποτα.«

      
»Για δυο ολόκληρα χρόνια, ούτε το λάδι άδειαζε από το μπουκάλι ούτε και το αλεύρι σώθηκε ποτέ, παρά την καθημερινή τους χρήση για έξι στόματα, για ανταλλαγή με άλλα τρόφιμα και για κρυφή ελεημοσύνη προς άλλους πάσχοντες φτωχούς συνανθρώπους. Αλλά και το κανδήλι παρέμεινε από τότε, μέρα–νύχτα, αναμμένο! Μαρτυρώντας αυτό, με το άσβεστο και ιλαρό φως του, τη ζωντανή πίστη αυτής της ευλογημένης γυναίκας».


ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ
ΣΤΕΦΑΝΟΣ Κ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
  
※
[(1) Πρωτοπρεσβυτέρου
Στεφάνου K. Αναγνωστοπούλου: 
«Εμπειρίες
κατά την Θεία Λειτουργία»,
μέρος 1ο, κεφ. 3ο,
περιστ. 23ο, σελ. 61,
Πειραιάς 20032· 
(2) Περιοδικό 
«Παρακαταθήκη» 
(Μάιος – Ιούνιος 2012),
Τεύχος 84ο, σελ. 17.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

«ΘΕΟΤΟΚΟ, ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ, ΘΕΟΤΟΚΟ ΜΟΥ!...»

«ΘΕΟΤΟΚΟ,
ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ,
ΘΕΟΤΟΚΟ ΜΟΥ!...»


     «Θεοτόκο, Μητέρα τοῦ παντός, τὸ καύκημα τῆς παρθενίας, τῆς ἀρετῆς καὶ τὰ πάντα τῆς ἀγαθότης, προστρέχομεν, οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ ἀδύνατοι, εἰς τὴν ἐσπλαχνίαν τῆς ἀγαθότης Σου, νὰ λυπηθῇς τοὺς ἀθώους ἐκείνους, ὁποὺ φέρνουν τὴν ἁμαρτωλή τους προσευκὴ ’λικρινῶς εἰς τὸν Παντουργὸν καὶ εἰς τὴν Βασιλείαν Του· ἐκείνους ὁποὺ ’τρέξαν ξιπόλητοι καὶ γυμνοί, ἐκείνους ὁποὺ ἄφησαν χῆρες καὶ ἀρφανά, ἐκείνους ὁποὺ ’χύσαν τὸ αἷμα τους, κατὰ τὸν ὅρκον τους, ν’ ἀναστηθῇ διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Παντοκράτορα ἡ σκλαβωμένη τους Πατρίδα, καὶ νὰ λαμπρυνθῇ ὁ Σταυρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν ὅρκον αὐτεῖνοι πέθαναν δι’ αὐτείνη τὴν Πατρίδα καὶ Θρησκεία, καὶ θυσίασαν καὶ τὸ ἔχει τους, καὶ πολλῶν οἱ γυναῖκες τους, τὰ παιδιά τους, οἱ συγγενεῖς τους διακονεύουν καὶ ταλαιπωροῦνται ξιπόλυτοι, γυμνοί, νηστικοὶ στὰ σοκάκια ἐκείνης τῆς ’ματοκυλισμένης Πατρίδος, ὁποὺ ’ζύμωσαν οἱ γονέοι τους καὶ οἱ συγγενεῖς τους, μὲ τὸ αἷμα τους, καὶ τὴν γοδέρουν σήμερα καὶ τὴν τρῶνε καὶ τὴν προδίνουν οἱ γουρνόλυκοι, μὲ τ’ ἀκονισμένα δόντια καὶ οἱ σύντροφοί τους αὐτεινῶν οἱ τοιοῦτοι…«

     »Θεοτόκο, Μήτηρ τοῦ παντός, αὐτοὺς τοὺς ἀθώους νὰ λυπηθῇς, αὐτοὺς τοὺς γυμνοὺς καὶ ταλαίπωρους· αὐτεῖνοι, φέρνουν δοξολογίαν εἰς τὸν Θεόν καὶ τὴν Βασιλείαν Του. Νὰ πρεσβέψεις εἰς τὴν παντοδυναμίαν Του, ν’ ἀναστήσῃ πίσου τοὺς γερούς Του Ναούς, τ’ ἅγια τὰ Μοναστήρια, ὁποὺ ’τρώγαν ψωμὶ οἱ δυστυχισμένοι, ἀφοῦ αὐτὰ ὁποὺ ’ζοῦσαν πολὺ ἀδύνατοι ἀπὸ τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν Πατέρων, τῶν Καλογέρων –δὲν ἦταν Καπιτσίνοι δυτικοί, ἦταν ὑπερέτες τῶν Μοναστηριῶν τῆς Ὀρθοδοξίας· δὲν ἦταν τεμπέληδες, δούλευαν καὶ προσκυνοῦσαν…«

     »Καὶ εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Πατρίδος, σ’ αὐτὰ τὰ Μοναστήρια γενόταν τὰ μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τὰ ὀλίγα ἀναγκαῖα τοῦ Πολέμου, καὶ εἰς τὸν Πόλεμον θυσίαζαν καὶ σκοτωνόταν αὐτεῖνοι οἱ ’περέτες τῶν Μοναστηριῶν καὶ τῶν Ἐκκλησιῶν –τριάντα, εἶναι μόνον σ’ ἐμένα σκοτωμένοι, ἔξω εἰς τοὺς Πολέμους καὶ εἰς τὸ Κάστρο, τὸ Νιόκαστρο, καὶ εἰς τὴν Ἀθήνα. Ἔλιωσαν αὐτεῖνοι οἱ Πατέρες, τώρα εἰς τὰ γηρατειά τους, βασανίζονται πολὺ εἰς τοὺς δρόμους…«

     »Θεοτόκο μου, νὰ παρακαλέσῃς τὸν Ἀφέντη μας (Χριστὸν) καὶ τὸν Μονογενήν Σου (Υἱὸν), νὰ τ’ ἀναστήση πίσου αὐτά, καὶ τὶς ἅγιες Ἐκκλησίες Του, ὁποὺ κατακερματίσαμεν ἐμεῖς οἱ ἀχάριστοι καὶ μᾶς ἧβρε ἡ δίκια (δικαῖα) Του ὀργὴ καὶ τῆς Βασιλείας Του· νὰ Τὸν παρακαλέσῃς, Θεοτόκο μου, νὰ τ’ ἀναστήση πίσου καὶ νὰ σηκώσῃ τὴν δίκια Του ὀργὴ ὁποὺ ’χει σ’ ἐμᾶς τοὺς ἀχάριστους καὶ νὰ φέρῃ πίσου τὴν εὐκή Του καὶ τὴν εὐλογία Του καὶ τῆς Βασιλείας Του, ὁποὺ τὴν στερηθήκαμεν ἀπὸ τὴν κακία μας καὶ ’διοτέλειά μας καὶ ἐγίναμεν ἡ παλιόψαθα τῆς κοινωνίας μας, καὶ ἐγίναμεν καθὼς φαινόμαστε ὣς τὴν σήμερον· τὸ ἔλεός Του, εἶναι ἄβυσσος τῆς θαλάσσης, καὶ τοὺς ἀνόητους ἐμᾶς καὶ τοὺς ’διοτελεῖς, νὰ μᾶς ἑνώσῃ καὶ νὰ μᾶς φωτίσῃ, καὶ νὰ μᾶς δώσῃ εἰς τὸ ἑξῆς, πατριωτικὰ καὶ ἀγαθὰ αἰστήματα, διὰ τὴν Πατρίδα μας καὶ τὴν Θρησκεία μας, καὶ πίστη καθαρὰ νά ’χουμε εἰς τὸν Παντουργό μας καὶ εἰς τὴν Βασιλεία Του, νὰ μᾶς σώσῃ ἐδῶ καὶ εἰς τὴν παντοτεινὴ ζωή, νὰ δώσῃ τοῦ γηρατείου Του ’ρήνη καὶ ὁμόνοιαν, τὴν εὐκή Του καὶ τὴν εὐλογία Του, καὶ εἰς τὸν λαόν Του, νὰ ’ρθῇ πίσου ἡ νεκρανάστασί του, διὰ τῆς εὐλογίας Του».

ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ
(1797–1864)


※
[«Οδοιπορικό Ορθοδοξίας»
–Τομές στον Χρόνο–
Ημερολογιακή έκδοση του 2004
Ιερού Ναού Ιωάννου Προδρόμου
Κατιρλή – Καλαμαριάς,
σελ. 26 και 28,
Επιμέλεια κειμένων:
Γεωργία Μπάκα.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός.]
※







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


     Ας σκεφτούμε, αδελφοί, ότι ο Δεσπότης του σύμπαντος, που Τον υπακούουν όλα τα όντα, έκανε αυστηρή υπακοή στην «κατὰ φύσιν» μητέρα Του, την Παναγία, που Τον βάσταξε στη μήτρα της εννιά μήνες και Τον έθρεψε με το γάλα της. Και σ’ εκείνη μεν είχε χρέος να υπακούει, σα γνήσιος γιος της και σα νομοθέτης της πέμπτης εντολής του Δεκαλόγου, που λέει: «Να σέβεσαι …τη μητέρα σου για να ζήσεις χρόνια ευτυχισμένος πάνω στη γη» (Εξ. 20:12).
     Στον δίκαιο Ιωσήφ όμως, δεν ήταν υποχρεωμένος να υπακούει, γιατί δεν ήταν ο πραγματικός «κατὰ φύσιν» πατέρας του. Μολαταύτα, ο Κύριος έκανε αδιάκριτη υπακοή και στους δύο. Γι’ αυτό και ο ευαγγελιστής Λουκάς είπε: «Και ζούσε υποταγμένος σ’ αυτούς» (2:51).


     Ο Κύριος με την υπερβολική Του υπακοή, ξεπέρασε όλους τους ανθρώπινους κανόνες και τους φυσικούς νόμους. Σύμφωνα μ’ αυτούς, τα παιδιά πρέπει να υποτάσσονται στους γονείς τους μέχρι ν’ αποκτήσουν φρόνηση και διάκριση καλού και κακού· δηλαδή μέχρι να γίνουν δεκαπέντε ή το πολύ είκοσι χρόνων, όπως είναι γραμμένο και στο βιβλίο των Αριθμών: «Όσοι είναι από είκοσι χρονών και πάνω γνωρίζουν ποιο είναι το καλό και ποιο είναι το κακό» (32:11). Μετά την ηλικία αυτή τα παιδιά είναι ελεύθερα και αυτεξούσια.


     Ο Χριστός όμως δεν αρκέστηκε στον παραπάνω κανόνα. Διπλασίασε τα χρόνια της υπακοής προς τους γονείς και ήταν υποταγμένος σ’ αυτούς τριάντα ολόκληρα χρόνια. Γι’ αυτό και ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, εξηγώντας τα λόγια που είπε ο Κύριος στην Παναγία, στο γάμο της Κανά –«Τι επεμβαίνεις εσύ στο δικό Μου έργο, Γυναίκα; Δεν ήρθε ακόμα η ώρα Μου» (Ιωάν. 2:4)– λέει, πως ο Κύριος φάνηκε σα να παραπονέθηκε κάπως στη μητέρα Του. Δηλαδή σα να της έλεγε: «Δεν έφτασαν τόσα χρόνια που έκανα υπακοή; Ζητάς ακόμα να κάνω ό,τι Μου λες; Δεν ήρθε η ώρα να γίνω κι Εγώ ελεύθερος και αυτεξούσιος;». Παρ’ όλ’ αυτά, πάλι υπάκουσε σ’ αυτήν και έκανε εκείνο που Του ζήτησε, δηλαδή το νερό κρασί.
     Ο Χριστός μας, υποτασσόταν και υπάκουε στους γονείς Του μ’ όλη Του την προθυμία, μ’ όλη Του τη χαρά, μ’ όλη Του την αγάπη, με απόλυτη ταπείνωση, χωρίς κανένα γογγυσμό και χωρίς καμιά εσωτερική ή εξωτερική αντιλογία. Και αμέσως εκτελούσε όχι μόνο τις ελαφριές υπηρεσίες, αλλά και τις πιο βαριές και κοπιαστικές· όχι μόνο τις ευπρεπείς και σπουδαίες εργασίες, μα και τις πιο ευτελείς και ταπεινές.


     Ω, τι ανέκφραστη συγκατάβαση! Εκείνον, που καλεί με τη φωνή Του τα σύννεφα, και στη στιγμή έντρομα υπακούουν και φέρνουν ραγδαία βροχή –όπως αναφέρει το βιβλίο του Ιώβ: «Καλείς με τη φωνή Σου το νέφος και με τρόμο Σε υπακούει το λάβρο νερό» (38:34)–, Τον πρόσταζε ο Ιωσήφ να του φέρει νερό, κι αμέσως το έκανε. Εκείνον, που στέλνει τους κεραυνούς, και παρευθύς πηγαίνουν όπου θέλει –«Αποστέλλεις τους κεραυνούς και αυτοί πηγαίνουν» (Ιώβ 38:35)–, Τον έστελνε η μητέρα Του να φέρει ξύλα για τη φωτιά, κι αμέσως πήγαινε. Εκείνος, που με τον ένα λόγο Του δημιούργησε όλα τα κτίσματα –«Αυτός είπε και όλα ευθύς δημιουργήθηκαν» (Ψαλμ. 148:5)–, και που τα προστάγματά Του δεν πρόκειται ποτέ να καταργηθούν –«Έθεσε πρόσταγμα που δεν πρόκειται να σαλευτεί» (Ψαλμ. 148:6)–, υπάκουε σ’ όλες τις εντολές του «πατέρα» Του και της μητέρας Του: σκούπιζε το σπίτι, ετοίμαζε το τραπέζι, άναβε τη φωτιά, έπλενε τα πιάτα…


     Τώρα, τι λες εσύ που τα διαβάζεις αυτά; Αν ο Βασιλιάς των αγγέλων έκανε τέτοια υπακοή στους γονείς Του –δηλαδή στη λάσπη και στον πηλό, που ο ίδιος έπλασε με τα χέρια Του–, τι υπακοή πρέπει να κάνεις εσύ στους γονείς σου; Πόση τιμή πρέπει να τους απονέμεις; Πόση αγάπη να τους δείχνεις; Και πόση ευγνωμοσύνη να τους χρωστάς;
     Σκέψου τώρα, αγαπητέ, ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, αφότου απέκτησε σαν άνθρωπος τις απαιτούμενες σωματικές δυνάμεις, δεν πέρασε τη ζωή Του με αργία και αμέλεια. Δούλευε χειρωνακτικά. Ήταν μαραγκός και καταγινόταν να πελεκάει ξύλα και να κατασκευάζει διάφορα έπιπλα ως τα τριάντα του χρόνια. Όσο ζούσε ο δίκαιος Ιωσήφ, δούλευε μαζί του και τον βοηθούσε σ’ αυτή την τέχνη. Εφαρμόστηκε έτσι στον Κύριο εκείνο που ήταν γραμμένο για κάθε στοργικό γιο, ότι, «σαν κυρίους θα υπηρετήσει αυτούς που Τον γέννησαν» (Σοφ. Σειρ. 3:7). Γιατί οι γονείς Του ήταν φτωχοί και με πολύ κόπο έβγαζαν το καθημερινό τους ψωμί. Έπρεπε λοιπόν και ο Κύριος να τους συμπαραστέκεται.


     Μετά το θάνατο του δικαίου Ιωσήφ, ο Κύριος, δεκαπέντε περίπου ετών τότε, συνέχισε να ασκεί μόνος Του την ξυλουργική, που δεν ήταν μια τέχνη ή επιστήμη από τις θεωρούμενες ανώτερες και σπουδαίες, όπως η φυσική, η γεωμετρία, η αριθμητική ή μουσική, αλλά τέχνη ευτελής, κοπιαστική και φτωχική. Κι αυτό το έκανε τόσο για να ζήσει ο ίδιος, σαν άνθρωπος, όσο και για να θρέψει τη μητέρα Του αλλά και ξένους φτωχούς. Πιο πολύ όμως το έκανε για δυο άλλους λόγους: Πρώτα, για να δώσει σε όλους παράδειγμα φιλεργίας και φιλοπονίας. Και ύστερα, για να διδάξει έμπρακτα τους ανθρώπους, ότι ακόμα κι οι πιο ταπεινές εργασίες δεν είναι κακές ούτε μπορούν να εμποδίσουν τον άνθρωπο από τη σωτηρία του και την ευαρέστηση του Θεού. Εκείνο μόνο που πρέπει να προσέχει ο άνθρωπος, όταν δουλεύει την οποιαδήποτε τέχνη του, είναι οι αμαρτίες της ψευτιάς, της απάτης και τις κλεψιάς.
     Ω, τι θαύμα! Ο Δεσπότης των όλων, που έχει «όλα τα σύμπαντα δούλους» (Ψαλμ. 118:91), καταδέχτηκε να δουλεύει στους ανθρώπους και να κοπιάζει καθημερινά. Ο πάνσοφος Θεός, που με θαυμαστή τέχνη κατασκεύασε τον ουρανό και τη γη και που φώτισε τις διάνοιες των ανθρώπων να επινοήσουν όλες τις τέχνες, Αυτός καταδέχτηκε να δουλεύει τέχνη χειρωνακτική και τόσο κοπιαστική.


     Αληθινά, είναι παράδοξο θαύμα να βλέπει κανείς Εκείνον, που κρατάει μέσα στην παλάμη Του όλο τον κόσμο, να σηκώνεται πρωί–πρωί και να πιάνει δουλειά στο ξυλουργικό Του εργαστήρι, ή να παίρνει στον ώμο το ζεμπίλι με τα εργαλεία, και να πηγαίνει πότε στον ένα και πότε στον άλλο, ιδροκοπώντας μέσα στο λιοπύρι του καλοκαιριού και ξεπαγιάζοντας μέσα στο κρύο του χειμώνα. Αυτός, που τρέφει όλο τον έμβιο κόσμο, «χορταίνοντας την επιθυμία κάθε ζωντανού» (Ψαλμ. 144:16), μοχθούσε από το πρωί ως το βράδυ για το μεροκάματο!
     Δεν το χωράει το ανθρώπινο μυαλό! Δεν μπορεί να το εκφράσει η ανθρώπινη γλώσσα! Όταν το αναλογίζεται κανείς, παγώνει από την έκπληξη και το θαυμασμό. Είχε λοιπόν δίκιο ο Ιησούς Χριστός, όταν με το στόμα του Δαβίδ έλεγε: «Φτωχός είμαι Εγώ και ήδη από τα χρόνια της νιότης Μου μέσα σε κόπους» (Ψαλμ. 87:16). Είχε, επίσης, δίκιο όταν ο Ίδιος ρητά μάς διαβεβαίωνε: «Δεν ήρθε ο Υιός του ανθρώπου σ’ αυτόν τον κόσμο για να υπηρετηθεί από άλλους, αλλά για να υπηρετήσει» από αγάπη (Ματθ. 20:28).


ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1749–1809)





※
[«Μαθητεία στον Άγιο Νικόδημο»
(Σταχυολόγηση και διασκευή κειμένων
από τα «Πνευματικά Γυμνάσματα»),
κεφ. 3ο («Η ζωή του Χριστού»),
σελ. 21–23 και 25–27,
εκδόσεις Ιερά Μονή Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής 19942.]
※







Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

«ΔΩΣΕ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΙΑ ΧΑΡΑ, ΕΠΕΙΔΗ ΜΕ ΧΑΙΡΕΤΟΥΝ!»

«ΔΩΣΕ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΙΑ ΧΑΡΑ,
ΕΠΕΙΔΗ ΜΕ ΧΑΙΡΕΤΟΥΝ!»


     «Με ιδιαίτερο ζήλο πρέπει να απευθυνόμαστε με την προσευχή μας στην Παναγία. Μπροστά Της δεν μπορεί να σταθεί καμία εχθρική δύναμη. Οι πρεσβείες Της έχουν πιο μεγάλη δύναμη από τις προσευχές όλων των Αγίων. Σε Αυτήν πρέπει να καταφεύγουμε πάντοτε σε όλες τις θλίψεις, στις επιθέσεις των δαιμόνων και όταν ακόμη οι δαίμονες κατακυριεύουν τον νου μας. Εμείς Την υμνούμε ως υπερτέρα πάσης δόξης και Εκείνη μας ετοιμάζει την αιώνια δόξα. Συχνά Της απευθύνουμε τον χαιρετισμό “Χαῖρε” και Εκείνη πάλι ικετεύει τον Υιό και Θεό Της: “Αγαπητέ μου Υιέ, δώσε τους αιώνια χαρά, επειδή με χαιρετούν λέγοντάς μου το ‘Χαῖρε’…”».


ΠΑΤΗΡ ΕΥΛΟΓΙΟΣ
ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΒΑΛΑΑΜ
(1876–1969)



※
[ Μητροπολίτου Όουλου Παντελεήμονος:
«Πατερικόν της Μονής Βαλαάμ»·
Μέρος ε΄, κεφ. 4ο, σελ. 328.
Έκδοση Ιερού Ιβηριτικού
Κελλίου Αγίας Άννης,
Καρυές – Άγιον Όρος 20071.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.