Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

«Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ»

«Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ»


«Τόσο μακριά απ’ ό,τι θυμάμαι από την παιδική μου ηλικία. 
Οι φυσικές μου αισθήσεις ήταν τόσο αδύνατες. 
Ο υλικός κόσμος ελάχιστα απάνω μου, μέσω τρίτων. 
Δεν ήμουν περίεργος, αλλά κρύος σ’ ό,τι αφορούσε τα πάντα. 
Αλλά, ο άνθρωπος! 
Ποτέ δεν μπορούσα να τον κοιτάξω με κρύο αίμα. 
Πλάστηκα για ν’ αγαπώ τις ψυχές των ανθρώπων! 
Φανερώνονται μπροστά μου όπως οι άγγελοι. 
Παρουσιάζονται στο βλέμμα μου με μια τέτοια ελκυστικότητα, 
μια τέτοια κλίση αγαπητική και παρήγορη! 
Αυτή είναι η σκηνή, το θέαμα που βλέπω, 
που αναζητώ, που ερευνώ 
και που βλέπω ξανά και που δεν ενοχλούμαι 
και ούτε αποκάμνω να βλέπω. 
Πράγμα παράξενο· το πρόσωπο του άλλου, 
το ανάστημα, οι εκφάνσεις που ξεχνώ τόσο γρήγορα. 
Αλλά την ψυχή ενθυμούμαι πάντα. 
Στον πίνακα, που η ψυχή μου έχει ζωγραφίσει, 
υπάρχουν πολλές ψυχές, ψυχές μεγαλόπρεπες, 
που η μνήμη μου διατηρεί στην ακεραιότητά τους, 
στη ζωηρότητα των χρωμάτων τους…».


ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΡΙΑΤΣΙΑΝΙΝΩΦ
(1807–1867)


[Ιγνατίου Μπριατσιανίνωφ:
«Υἱέ μου δός μοι σὴν καρδίαν…»,
(Εισαγωγή), σελ. 64,
έκδοση Ορθόδοξου Πνευματικού
Κέντρου Λεμεσού 19953.]








Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ· ΠΑΤΗΡ ΠΑΤΕΡΩΝ

ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ· ΠΑΤΗΡ ΠΑΤΕΡΩΝ




Α΄. «Αυτός είναι ο αρεστός μου!».


     Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς γεννήθηκε την ημέρα της εορτής του Ευαγγελισμού στις 25 Μαρτίου του έτους 1894, στα ιστορικά από την εποχή του Βυζαντίου Βράνιε. Όμως ήταν θέλημα Θεού και την ίδια αυτή ημέρα του Ευαγγελισμού του έτους 1979 να αποδημήσει προς Κύριον, στο Μοναστήρι Τσέλιε, όπου και ησύχαζε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο άγιος πατήρ Ιουστίνος γεννήθηκε από ευσεβείς γονείς, τον Σπυρίδωνα και την Αναστασία. Τα τρία παιδιά τους τελείωσαν το δημοτικό σχολείο στα Βράνιε με άριστους βαθμούς. Η μεγαλύτερη αδελφή του Μπλάγκογιε Πόποβιτς (του πατρός Ιουστίνου), η Στόϊνα, έμεινε στο σπίτι με τους γονείς. Ο δεύτερος αδελφός του, ο Στόϊαντιν, συνέχισε στο γυμνάσιο και ακολούθησε τη Νομική Σχολή του Βελιγραδίου. Ο μικρότερος όλων Μπλάγκογιε, μετά το Δημοτικό Σχολείο, το έτος 1905, το οποίο το τελείωσε με άριστα, γράφτηκε στην Εκκλησιαστική Σχολή του Βελιγραδίου του αγίου Σάββα, όπου και σπούδασε μέχρι το έτος 1914. Εκείνο τον καιρό καθηγητής στη Σχολή ήταν ο χαρισματικός και σοφός παιδαγωγός άγιος επίσκοπος Αχρίδος, Νικόλαος Βελιμίροβιτς (18801956), τότε ιερομόναχος και διδάκτωρ Φιλοσοφίας και Θεολογίας, από τον οποίον ο νεαρός Μπλάγκογιε, έλαβε μεγάλη βοήθεια και σημαντική επίδραση. Τον καιρό της μαθητείας του στην Εκκλησιαστική Σχολή εκτός από τα καθιερωμένα ο Μπλάγκογιε ασχολήθηκε και με τα προβλήματα της θύραθεν παιδείας και φιλοσοφίας.
     Ο νέος και θεοφιλής Μπλάκογιε, όπως και αργότερα ως μοναχός Ιουστίνος, παρέδωσε ολόκληρο τον εαυτό του σε καθημερινή καθοδήγηση από τους αγίους του Χριστού, ιδιαίτερα και εξαιρετικώτερα από τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, τον οποίο από παιδί υπερβολικά αγαπούσε και στον οποίο με παιδική ειλικρίνεια και γλυκύτητα διαρκώς προσευχόταν.
     Να, μερικά δικά του αισθήματα αγάπης και προσευχών που αναφέρονται στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο:
     «Κάποια αίσθηση ελεήμονος εγγύτητας του αγίου Χρυσοστόμου προς εμένα τον παναμαρτωλό. Αρπάζεται η ψυχή μου προς αυτόν με προσευχή: Δυνάμωσέ με στην προσευχή με την δική σου προσευχητικότητα. Αξίωσέ με να ασκηθώ με τους αγώνες σου. Η σιωπή του Ουρανού βαδίζει στην ψυχή μου και η χαρά με συνεπαίρνει επειδή έχω τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο» (σημείωση στο ημερολόγιό του [u Dnevniku], το έτος 1923).
     Ακόμη και τούτο:
     «Ποθητέ Πάτερ Χρυσόστομε, κάθε σκέψη προς εσένα είναι για μένα γιορτή και χαρά, πνευματική αγαλλίαση, αρωγός, υγεία και ανάσταση. Ο άγιος Χρυσόστομος είναι η αιώνια αυγή της ψυχής μου και ολοκλήρου της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτός είναι το πρόσωπο του πιο αγαπητού μεσολαβητή. Αυτός είναι η πιο εύγλωττη θεόσδοτη γλώσσα του ουρανού και της γης, με την οποία γη φανερώνει στον ουρανό τους αναστεναγμούς της, τους πόνους της, τις ελπίδες της, τις προσευχές της».
     Υπάρχουν αναμφίβολα μερικά «κεκρυμμένα» μυστήρια στην ζωή του αγίου πατρός Ιουστίνου, στην σχέση του προς τον Κύριο, με τις πρεσβείες της Θεοτόκου και του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Και ο ίδιος ο άγιος Σάββας ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος Σερβίας (11691236), όταν ήταν ακόμη νέος, μετά την Υπεραγία Θεοτόκο, πιο πολύ αγαπούσε τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, για τον οποίον έκτισε και εκκλησία, όπως και ο άγιος πατήρ Ιουστίνος έκτισε ναό του αγίου Χρυσοστόμου, ή καλύτερα του Χριστού, ο Οποίος ζούσε σε αυτόν τον άγιο και διά μέσου του οποίου ενεργούσε και ομιλούσε.
     Μια αρκετά μεταγενέστερη εμφάνιση του αγίου Ιωάννου μάς φανερώνει ένα μέρος αυτού του οικείου πνευματικού και αγίου μυστηρίου, για το οποίο ο άγιος πατέρας μας Ιουστίνος μάς άφησε περιγραφή ως γραπτή προσωπική μαρτυρία (στο εγχειρίδιό του και μικρό ιερατικό και ευχολόγιο):
     «Κατά την παραμονή της εορτής του αγίου Προφήτη Ιερεμία, 1/14 Μαΐου του έτους 1955, στην περιοχή Λέσκοβατς –σημειώνει– βλέπω τα μεσάνυκτα στο όνειρό μου τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, με χρυσόλαμπο αρχιερατικό φελώνιο και βαρύτιμο χρυσό Ευαγγέλιο στα χέρια του, να έρχεται προς εμένα κι εγώ να τρέχω να τον συναντήσω. Πέφτω μπροστά στα πόδια του και του φιλώ τα άμφια και τα πόδια. Αυτός δε, με αρχιερατική αυστηρότητα, τοποθετεί το άγιο Ευαγγέλιο στο κεφάλι μου και διαβάζει. Όταν τελείωσε την ανάγνωση, τον ρώτησα με χαρά τι διαβάζει, κι εκείνος μου απάντησε: “Από το δικό μου το Ευχολόγιο”. Αισθάνθηκα τότε μια γλυκύτατη και ανείπωτη χαρά στην ψυχή. Ξύπνησα με την ίδια διάθεση. Για πολύ διαρκούσε μέσα μου αυτή η χαροποιός αγαλλίαση και η απερίγραπτη ηδύτητα».
     Παρεμφερής με αυτήν την εμπειρία αλλά ταυτόχρονα και ανεξάρτητη είναι και η μαρτυρία ενός πνευματικού παιδιού του Αγίου Ιουστίνου, το οποίο, το φθινόπωρο του έτους 1966, είδε στο όνειρό του το παρακάτω όραμα: Βλέπει τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο στο κελλί του αρχιμανδρίτη τότε πατρός Ιουστίνου, τον άγιο Ιουστίνο να κάνει μετάνοιες και τον άγιο Χρυσόστομο να τον ευλογεί και να λέγει: “Αυτός είναι ο ικέτης μου! Αυτός είναι ο αρεστός μου!”».
     Έτσι καθοδηγείτο αυτός ο θεοφιλής και φιλόχριστος ασκητής, ο νεαρός σπουδαστής Μπλάγκογιε, πριν απ’ όλους τους άλλους οδηγούς και διδασκάλους, καθώς χειραγωγείτο με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, ενώ παράλληλα ήταν όλος παραδομένος στον Θεάνθρωπο Χριστό, έχοντας ως ασφαλείς ποδηγέτες τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας, τους αγίους δηλαδή του Θεού, προς τους οποίους έτρεφε τέτοια αγάπη και εκτίμηση, ώστε σε αυτούς είχε αφιερώσει όλη του την ζωή, ερευνώντας και διδάσκοντας την πίστη τους, την εμπειρία τους, αλλά και την χαρμόσυνη αγγελία τους για τον Θεάνθρωπο Χριστό…

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ 
ΠΡΩΗΝ ΕΡΖΕΓΟΒΙΝΗΣ ΚΑΙ ΖΑΧΟΥΜΙΟΥ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΙΕΦΤΙΤΣ
(1938)


Β΄. «Φέρω στον λογισμό μου τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο»


     Κάποιος αδελφός επισκέφθηκε τον μακαριστό Γέροντα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη (1912–1998), λίγο πριν του συμβεί το εγκεφαλικό επεισόδιο, και μας είπε τα εξής:
     «Ενώ βρισκόμαστε μόνοι στο κελλί του Γέροντος Εφραίμ και με νουθετούσε, μου αποκάλυψε ότι από το πρωί δεν είχε πιει νερό και διψούσε πολύ. Εγώ αμέσως προθυμοποιήθηκα να του φέρω, και εκείνος μου είπε: “Όχι, παιδί μου· μη μου φέρεις. Στον λογισμό μου φέρω τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που βάδιζε στην εξορία προς τα Κόμανα μέσα στον ήλιο. Ήταν άρρωστος, τον ταλαιπωρούσαν και υπέφερε από την δίψα, γιατί δεν του έδιναν νερό. Να μην υπομείνω και εγώ λίγο την δίψα, που κάθομαι ήσυχος στο κελλάκι μου; Και, πίστεψέ με, ότι αισθάνομαι την Χάρη του μεγάλου μας Πατρός, να βρίσκεται κοντά μου. Μην πεις, όμως, τίποτα στην συνοδία μου, γιατί θα στεναχωρηθούν…”.
     Βλέπετε την πρόθεση του μεγάλου αυτού ήρωα; Ενώ ήταν ασθενής και βρισκόταν στην δύση του βίου του, δεν έπαυε παρόλο το γήρας του να επινοεί τρόπους φιλοπονίας και ασκήσεως, διατηρώντας έτσι τον αρχικό του ζήλο που πάντοτε τόνιζε στους νεότερους ότι είναι βασική προϋπόθεση επιτυχίας του μοναχού…».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ
(1920–2009)



[(1) Επισκόπου Αθανάσιου Γιέβτιτς:
«Βίος του Οσίου Πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς»,
κεφ. 5ο, σελ. 36–39,
εκδόσεις Νεκτ. Παναγόπουλος,
Αθήνα, Μάϊος 20011·
(2) Αλεξίου Παναγόπουλου:
«Πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς Βίος και Πολιτεία»,
σελ. 12, 23, 26, 30–31, «Διψώ» (αρ. 2),
Ι. Ν. Αναλήψεως, Ψαροφάϊ, Πάτρα 19951·
(3) Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός (1920–2009):
«Ο χαρισματούχος υποτακτικός,
Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης (1912–1998)»,
κεφ. 5ο, σελ.176,
«Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 12»,
έκδοσις Ι. Μ. Μονή Βατοπαιδίου,
Άγιον Όρος 20011.]






«ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΕ ΠΡΕΣΒΕΥΕ»

«ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΕ ΠΡΕΣΒΕΥΕ»


     Μεγάλωσε κι έζησε διψώντας γι’ αυτό που σήμερα διατυμπανίζεται ως διαφάνεια. Ήθελε άρχοντες κι αρχομένους διαφανείς. Αυτό εκφράζει όλο του το ωραίο κήρυγμα. Μιλούσε τη γλώσσα των καθαρών του βιωμάτων. Η διαφάνειά του ποθούσε τη διαφάνεια. Ήθελε τους χριστιανούς ορθούς, ωραίους, καθαρούς κι ατόφιους. Δεν ήθελε μισόλογα κι αναβολές και καθυστερήσεις. Ποιητής κι άρχοντας, ντελάλης της αλήθειας, πορτάρης της αγάπης, θείος θιασάρχης. Η ωραιότητα και η αγαθότητα, η ταπείνωση και η αγάπη· τ’ αμάραντα άνθη του πάντα ποτισμένου κήπου του. Η αρετή φονεύει την κακία, το φως το σκοτάδι κι έρχεται η καλλίστη αρμονία. Κι όλο μπροστά του ο Χριστός και ο Παύλος. Κακό η αμάθεια· πιο κακό η κακή γνώση. Γνώρισα αγραμμάτους σοφούς κι ασόφους γραμματιζούμενους. Αγραμμάτους σοφούς που θεολογούν σαν τους μεγάλους πατέρες, μετά δεκαπέντε αιώνες. Κι είναι οι Χρυσόστομοι της σιωπής, του κελλιού, της νύχτας, των χιλίων μετανοιών, των κομποσχοινιών και των σταυροκοπημάτων.


     Μέσα στον πληθωρισμό του λόγου του ο άγιος Χρυσόστομος δεν φαίνεται να κουράζεται και να κουράζει· η ευγένειά του, η καλωσύνη του, η λαχτάρα του να συνδράμει λυτρωτικά τους ναυαγούς του βίου, κάνει το θαύμα της βοήθειας των απελπισμένων. Ευαίσθητος διακριτικά, φιλάνθρωπα αυστηρός, έξυπνα τολμηρός, αληθινά αυθόρμητος, τίμια ειλικρινής, με γνώση του απαραίτητου.
     Δεν ήταν χασομέρης στιχοπλόκος κι ονειροπόλος κοινωνικός εργάτης ή μεταρρυθμιστής. Ήταν απαιτητικός όσο έπρεπε, επίμονος όσο έπαιρνε, υπομονετικός όσο ήθελε, κήρυκας του να κάνεις ό,τι μπορείς για να ομορφύνεις πραγματικά τη ζωή σου. Μεγάλη αρετή η διάκριση.
     Σ’ ευχαριστώ, λοιπόν, θερμά κι εγκάρδια κι ολόψυχα, άγιέ μου, για την αποκάλυψη των μύχιών σου και των μύχιων του άστατου εαυτού μου. Για τη συνεχή νεότητα της ἐν Χριστῷ ζωής και την αχρηστία των γηρατειών της αμαρτίας και τη θανάτωση του θανάτου.
     Για ν’ ακούσουμε την αγνοημένη φωνή μας, ύστερα από χρόνων αγωνίας αγώνες με αμοιβή την κορυφαία αποκάλυψη της κρυμμένης αλήθειας και την ευφωνία της αναστάσεως.


     Ο άγιος Χρυσόστομος, ο φίλος των αμαρτωλών, ο ιατροδικαστής της αμαρτίας, ο κορυφαίος διδάσκαλος της χριστιανικής ανοδικής πορείας. Δεν ήθελε τους χριστιανούς στην τσουλήθρα, την τραμπάλα και την αιώρα, στην ευκολία μιας ζωής ανέμελης, εύκολης, πρόχειρης, όπως έλθει, ανεύθυνης, ανέξοδης, άκοπης κι έτσι άχαρης κι άφωτης.
     Σ’ ευχαριστώ, άγιέ μου, που μ’ έμαθες να υπομένω. Που μ’ έμαθες να διαβάζω και αυτά που δεν έγραψες. Που μ’ έμαθες να διαβάζω τους ανθρώπους πάντα υπομένοντας πολύ. Η αγία υπομονή στους καιρούς, στους ανέμους, στα βουνά, στις θάλασσες, τις ερήμους, τις πόλεις, κυρίως στις δύο τελευταίες είναι φίλη που μου χάρισες συ φίλε.
     Ο άγιος δεν κραυγάζει. Υψώνει τη φωνή όσο και ίσα ν’ ακούγεται. Δεν εκφράζει το άγχος του. Μιλά για το εφικτό, ξέρει τι λέει, ξέρει τι κάνει, ξέρει ποιοι τον ακούνε και ποιοι δεν τον ακούνε. Μιλά για τους παρόντες. Αναφέρεται σ’ όσους θέλουν να σωθούν. Είναι σαφής, ουσιαστικός και ρεαλιστής· είναι θεόσταλτος, θεόπνευστος και θεόκλητος.
     Ανάβω πιο καλά το καντήλι του. Θυμιάζω και θυμάμαι. Μετρώ και σταματώ. Κάθομαι. Αιφνιδιάζομαι. Για την επικαιρότητα του αγίου. Για την ακηδία μου. Θέλω να ρίξω λουλούδια και χώμα. Θέλω να χειροκροτήσω. Να ψάλλω, να σωπάσω πια. Αφού μου υποδείξει ο άγιος «τὸ ὕψος τῆς ταπεινοφροσύνης»· την άνοδο την πνευματική διά της καθόδου στα εσώτερα άγνωστα βάθη μας.


ΜΩΫΣΗΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1952–2014)
  




[Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου (19522014):
«Ἀθωνικὸ Ἀπόδειπνο»,
κεφ. 11ο, σελ. 56–60,
εκδόσεις «Ἁρμός»,
Αθήνα, Φεβρουάριος 19941.]




«ΓΙΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΑΣ»



     «Για σας πήρα τη μεγάλη απόφαση να χειροτονηθώ, για σας και για την αγάπη σας, από την οποία δεν υπάρχει τίποτε πιο βίαιο και πιο τυραννικό· αφού αυτή εμένα, που δεν ήμουνα πολύ έμπειρος στο λόγο, με μετάπεισε να μιλώ και με προετοίμασε να μπω στο στάδιο της διδασκαλίας, αν και προηγουμένως ποτέ δεν είχα καταπιαστεί με τέτοια αγωνίσματα (όπως η ιερωσύνη και το κήρυγμα), αλλά είχα παραμείνει στην τάξη των ακροατών και απολάμβανα την αμεριμνησία και την ησυχία1.
     Αυτό είναι η αρχή του δικού μας τρόπου ζωής, αυτό και γνώρισμα· δηλαδή το να μη φροντίζουμε μόνο για τα δικά μας πράγματα και για τις δικές μας υποθέσεις, αλλά τα μέλη μας (δηλαδή οι αδελφοί μας) που είναι μέλη διεστραμμένα και άρρωστα, να τα διορθώνουμε και να τα θεραπεύουμε· κι αυτό είναι μέγιστο δείγμα της πίστης μας.
     Γιατί λέγει ο Κύριός μας: “Από αυτό θα γνωρίσουν όλοι οι άνθρωποι ότι είστε δικοί Μου μαθητές· από το εάν έχετε αγάπη μεταξύ σας” (Ιωάν. ιγ΄ 35). Και τη γνήσια την αγάπη την αποδεικνύει όχι η συμμετοχή μας στα τραπεζώματα, ούτε απλά ο χαιρετισμός μεταξύ μας και τα κολακευτικά λόγια, αλλά το να διορθώσουμε τον πλησίον, να φροντίζουμε για το συμφέρον του, το να σηκώνουμε αυτόν που είναι κάτω πεσμένος, το να δίνουμε χέρι βοηθείας στον αμαρτωλό που παραμέλησε τη σωτηρία του και, πριν απ’ όλα τα δικά μας τ αγαθά, να επιζητήσουμε και τα του πλησίον μας.
     Κι αυτό πάλι είναι δείγμα της γνήσιας αγάπης· “Γιατί η αγάπη δε ζητάει τα δικά της συμφέροντα” (Α΄ Κορ. ιγ΄ 5), αλλά πριν από τα δικά της, φροντίζει για τα συμφέροντα του πλησίον, ώστε μέσω των άλλων να φροντίσει και τα δικά της.
     Γι’ αυτό κι εγώ τώρα απευθύνω τόσους πολλούς λόγους· όχι για μένα, αλλά για σας. Κι εσείς λοιπόν, να μην ακούτε μόνο για τον δικό σας εαυτό αλλά και για χάρη των άλλων που πρόκειται να πάρουν ωφέλεια και να παιδαγωγηθούν από εσάς. Γιατί το Σώμα της Εκκλησίας τρέφεται με αυτήν την ακολουθία των πραγμάτων· με την αμοιβαία φροντίδα των μελών Της2…».

ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ




[1. Ὅτε πρεσβύτερος προεχειρίσθη, 1, ΕΠΕ 28,12 – MG 48,694·  2. Εἰς Γέν., Λόγος Θ΄, 2, ΕΠΕ 8,164 – MG 54, 623·  3. Βασιλείου Χαρώνη «Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Χρυσοστόμου», τόμ. α΄, σελ. 200 και 205–206, εκδόσεις «Το Βυζάντιον», Αθήνα 1993.]





 



Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

ΚΛΕΙΣΜΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

ΚΛΕΙΣΜΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ


     Το όλο θέμα μοιάζει με την απλούστατη κίνηση που κάνουμε πάμπολλες φορές στη ζωή μας όταν κλείνουμε ένα παράθυρο. Αλλά κατά την εσωτερική του πτυχή, πρόκειται για θέμα που πόρρω απέχει από κάθε επιδερμικότητα και απλοϊκότητα. Είναι αρκετές φορές που τη μοναξιά, την αποξένωση και την απομόνωση στη ζωή μας την επιλέγουμε εμείς οι ίδιοι αυτοπροσώπως. Άσχετα εάν δεν το έχουμε αντιληφθεί αυτό ή εάν προσπερνάμε βιαστικά αυτή τη διαπίστωση. Και επειδή αυτή η συνθήκη βολεύει τον μέσα μας υπερτροφικό ονειδισμό, ως συνήθως επικαλούμαστε διάφορες δοκιμασίες ή τρέχοντα προβλήματα που μας βρίσκουν, για να μένουμε διαρκώς σε μία «ευγενή» αλλά αποφασιστική απόσταση από τους άλλους. Βρίσκουμε «σωτηρία» σε κλισέ δικαιολογήματα και χάνουμε το μυστήριο της ζωής. Κατά κάποιο τρόπο, μας «συμφέρει» να πονάμε. Γιατί έτσι μπορούμε να σκεπάζουμε την τεράστια αθυμία μας να προχωρήσουμε πιο πέρα. Και μπορούμε επίσης, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να συγκαλύπτουμε και τη μεγάλη έλλειψη βούλησης εκ μέρους μας να αναπτυχθούμε πνευματικά.


     Παίζουμε ανέμελα με την έννοια του «πειρασμού»: Ποιος από μας να καθίσει τώρα να αναλογισθεί ότι είναι δυνατόν αυτός ο πειρασμός που ταλανίζει την ύπαρξή μας, να άφησε την ταυτότητα και τις ρίζες του, μέσα μας! Στο φάκελο που μας αποστέλλεται κάθε φορά από την ενδοχώρα των «αδιεξόδων» μας, διαβάζουμε ξανά και ξανά το ίδιο ανεξίτηλο επώνυμο που προσδιορίζει απόλυτα τον αποστολέα: «Μοναξιά· το επώνυμο της κόλασης». Ο Παράδεισος του Θεού αντίθετα έχει αδιάρρηκτη επι–κοινωνία, σύμπνοια και συμπόρευση με τους αγίους και αδελφούς. Γιατί αυτοί είναι το παντοτινό του στερέωμα και ορίζοντάς του. Όσο αρνούμαστε τον πλησίον, τόσο αρνούμαστε τον εαυτό μας. Αρνούμενοι τον εαυτό μας, θεομαχούμε με τη ρομφαία των θελημάτων μας. Το λιγότερο που μπορεί να σημαίνει η άρνηση αυτή είναι, αυτοπροδοσία· το περισσότερο, θεοεγκατάλειψη. Είναι βέβαιο ότι εδραιώνεται μετά ένα ανυπολόγιστο ρεύμα απροσμέτρητης λύπης εντός μας και μία αυξανόμενη ακηδία για όλους και για όλα. Είθισται η θλίψη να εκτρέφεται και να επιτείνεται διαρκώς με την απόσταση και την απώθηση που δημιουργούμε σε πρόσωπα και πράγματα, στις σχέσεις που είναι δώρα Θεού.


     Ευλογημένος ο άνθρωπος που δεν πτοείται να ανοίγεται και δεν παύει να εκτίθεται στο φως της κοινωνίας με τους ισόψυχους αδελφούς του! Ακόμη και οι τυχόν διαφωνίες και ασυμφωνίες του, δεν ακυρώνουν και δεν αμαυρώνουν ποτέ την πηγαία αγάπη που ενυπάρχει ενδόμυχα στη σχέση του με αυτούς. Η μοναξιά αυτή καθεαυτή, έχει και είναι αυτείδωλη κακία· γιατί ενέχει άφθονο εγωισμό, κατάκριση και μίσος μέσα στο μυστικό εωσφορικό πυρήνα της. Ο άνθρωπος του Θεού, και μόνος ή παρατημένος να είναι, έχει και βιώνει την κοινωνία της αγάπης στην καρδιά του, γιατί όλοι και όλα είναι ενωμένα και αδιάστατα μαζί του. Αρχίζει βαθμιαία να μοιάζει του διωγμένου και επικηρυγμένου Χριστού δίχως να το καταλαβαίνει. Μόνος Εκείνος ανέλαβε μέσα Του όλους μας και όλα μας κι ας έμεινε ο μόνος Μόνος· ο μόνος Κοινωνός και Κοινωνούμενος· η μόνη Άχραντη Κοινωνία, η άφθαρτη και ζώσα. Η χαρά και η ανάπαυση της ψυχής μας, απαυγάζεται συνεχώς από το πόσο επιθυμούμε να πραγματώνουμε τη συνάντηση με το πρόσωπο και τη ζωή του άλλου. Και ο άλλος, εκτός από εικόνα του Θεού που είναι αναντίρρητα, ταυτόχρονα είναι ο καθρέπτης τον οποίο με κάθε τρόπο αποφεύγουμε να αντρικρίσουμε. Γιατί δε μας συμφέρει πάντα –ή σχεδόν ποτέ– να κοιτάξουμε και να κοιταχθούμε μέσα απ’ αυτόν.


     Με αυτά τα δεδομένα, συναντιώμαστε με τις εκπτώσεις και τη φθορά. Φεύγει το πολύτιμο βίωμα της καρδιάς και έρχεται στη θέση του η λογική, η πρόληψη, ο μύθος, η αυταπάτη, η φαντασία μαζί με την αλλοτρίωση στο ήθος. Τότε, η πίστη, η θρησκεία και η λατρεία μας προς τον Θεό, εκτός από σαθρές, κωμικές και αστείες και πολύ πιθανόν απρόσφορες και μάταιες για μας εκδηλώσεις, καθίστανται και τραγικά μονομερείς: Προτιμούμε να λατρεύουμε έναν αόρατο, σιωπηλό και αμέτοχο Θεό, εξόριστο στο βασιλικό Του ύψος, παρά να παιδευόμαστε με την ορατή, απευκταία και «δυσχερή» εικόνα Του, τον πλησίον μας. Τιμούμε απεριόριστα και δακρύβρεχτα τον αόρατο παντοκράτορα Θεό και ατιμάζουμε ανένοχα και απροβλημάτιστα –με όλη τη γκάμα των παθών μας– την ορατή και κατακρατούμενη από εμάς εικόνα Του, τον συνάνθρωπο. Δεν κατέρχεται δυναμικά ο Θεός στο κατώφλι μας για να μας πείσει να Τον πιστεύουμε καλύτερα. Στέλνει ανθρώπους στη ζήση μας, ώστε όσο προάγεται η σχέση μας με αυτούς, να αποκτήσει βάθος εμπειρίας η δική μας πίστη, με τη δύναμη της μαρτυρίας και του μαρτυρίου της. Ο Θεός, αν και απόλυτα ανενδεής, μυστικός και απροσωπόληπτος, κουρνιάζει μέσα στα πρόσωπα· συνηθίζει να κρύβει την παρουσία Του μέσα στην παρουσία των ελάχιστων και χοϊκών ανθρώπων. Γιατί μέσα στη σχέση και την κοινωνία διασώζονται και δοκιμάζονται τα πάντα: καρδιές, διαθέσεις, κινήσεις, διανοήματα, ενεργήματα, λόγια και έργα. Άλλωστε, ποτέ δεν υφίσταται πίστη με τα λόγια και τις ιδέες, τους στοχασμούς και τις σοφιστείες. Έτσι, δίχως το Μυστήριο της παρουσίας του Θεού στο στίβο του ανθρώπινου βίου, οι σχέσεις καταντούν μεταξύ τους μία αλγεινή τριβή, ένα ατελείωτο φροντιστήριο πόνου. Παίρνουμε απεγνωσμένα ευλογίες από Πνευματικούς και Γεροντάδες και κάνουμε τα πάντα για να ξορκίσουμε το δυσβάσταχτο αδιέξοδο των σχέσεων που υφιστάμεθα. Μα, μέσα μας πονάμε πιο πολύ, γιατί δεν υπογράψαμε εμείς τα βασικά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Δεν αδειοδοτήθηκε ποτέ η θεία πρόνοια από το δικό μας θέλημα για το πώς θα διευθετεί καταστάσεις και συνθήκες. Δε ρωτήθηκε θεόθεν η ελευθερία μας για τις επιθυμίες της στην εξέλιξη των γεγονότων. Τα αντίθετα που όλο σκοντάφτουν τις λαχτάρες μας, λυγίζουν τις αντοχές των προσδοκιών μας. Παρά ταύτα, και πάλι, όλα λειτουργούν υπέρ μας. Και αυτή η θλίψη και το πρόβλημα που μας βρίσκει και μας συνθλίβει τόσο απερίγραπτα, είναι τελικά «ωφέλιμα» και «λυσιτελέστατα» για μας και για τα σκαριφήματα του ατομισμού μας. Στέκονται σαν το πειστικότερο άλλοθι για την εκούσια μοναξιά μας. Σαν το ποθητό έρεισμα για να μπορούμε να προσκαλούμε εντονότερα την απόσταση, τη φυγή και την αποφυγή, εφαρμόζοντας κάθε μιζέρια και αυτοπαραίτηση στην καθημερινότητά μας.


     Διαπιστωτικά, ο μίζερος, ο άθυμος, ο αδιάφορος, ο αναίσθητος, ο ανάλγητος, ο αμέτοχος, ο σκληρός, ο άκαμπτος, ο μισητός, ο ασυμπαθής και πονηρός άνθρωπος μένει αθεράπευτος. Όχι γιατί το θέλει να είναι έτσι ο Θεός. Αλλά γιατί δεν δέχεται ο ίδιος να είναι αλλιώς. Ο επάρατος τύπος αυτός του ταλαίπωρου ανθρώπου, χωρίς την κένωση της αγίας αγάπης, δεν έχει και δεν του μένει τίποτα για να προσλάβει μέσα του και πλάι του. Χωρίς τη δύναμη της υπομονής, τα πάντα είναι υγρά και διαλελυμμένα. Και η δικαιοσύνη του ακόμη, είναι άχρηστη· γιατί δεν είναι παρά ένα σκουριασμένο γύφτικο μυτερό καρφί μπηγμένο «εγωπρεπώς» στο σώμα του αδελφού του, δηλαδή στον δυστυχή εαυτό του. Έχει μεν απόλυτα το αναφαίρετο δικαίωμα στη ρήξη, το χωρισμό, την απόσταση και τη μοναξιά, αλλά απέχει από την παραμικρότερη αυτοδιάθεσή του για κοινωνία, για σύμπραξη, για καταλλαγή, για συνδιαλλαγή, για ενότητα, για ομόνοια, για συγχώρεση και ειρήνευση. Ο άνθρωπος αυτός ακυρώνει τη χάρη του Θεού επιλέγοντας ν’ ακολουθεί σκιές και φαντάσματα, πολυδαίδαλους λογισμούς και αδιέξοδες ιδεοληψίες και θλιβερές μανίες που του χαράζει ο ενδόκοσμός του. Ζει βασικά με τη νοοτροπία του αιτιασμού των πάντων, με την απροσχημάτιστη και επιθετική κατάκριση όλων, με ενέργειες που κινούν ή υποδαυλίζουν το πάθος του για συνεχή και κακόβουλη αυτονομία. Ενώ γνωρίζει πολύ καλά ο ίδιος ότι αυτή του τη νοοτροπία τη συνθέτει αποκλειστικά ένα άσχημο σύνολο από ενδόμυχες ιδιοτροπίες και βαθιές αγκυλώσεις που μαγνητίζουν επάνω του τις τέλειες νευρώσεις και κάθε άλλη ψυχοτροπία.


     Είναι μονόδρομος για το εγωικό θέλημα του ανθρώπου η μοναξιά. Όταν καθιστάς όρο ατομικής ζωής τον στεναγμό και τη λύπη, την απόρριψη και την άρνηση, την απόγνωση και την αδιαφορία, την κατάκριση και την ανεπιείκια, τον κυνισμό και την κακεντρέχεια, την απληστία και την αρπαγή, τη βαρβαρότητα και την καταδυνάστευση, δεν απομακρύνεσαι μόνο από το ανοιχτό παράθυρο, δεν κλείνεις απλά το παντζούρι στο παράθυρο της ψυχής σου· χτίζεις τοίχο σ’ ένα παράθυρο που μέχρι πρότινος σου παρείχε σταθερά την ευεργεσία της θέας, το φιλόκαλο κοίταγμα προς τα έξω, την αυθόρμητη δραπέτευση προς τον ορίζοντα του Θεού, την μακάρια απόλαυση του ρήγα ήλιου αυτού του φυσικού κυρίαρχου συμβόλου της χαράς και της ελευθερίας. Μα, όσο και δυνατός και μεγαλοπρεπής να είναι αυτός ο μεσουρανισμένος ήλιος, κλεισμένα και χτισμένα παράθυρα δεν γνωρίζει να διαπερνά. Γιατί, αν και άψυχος, είναι ένας ευγενής ήλιος, ένας ήλιος αρχοντιάς, ειρήνης και ελευθερίας. 
     Όπως, απερινόητα ευγενής και αρχοντικός, ειρηνικός και ελεύθερος, είναι ο πραγματικός νοητός Ήλιος· 
     Ο φιλάνθρωπος Χριστός μας!...

πατὴρ Δαμιανὸς






Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΗΝΑΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΗΝΑΣ



Α΄. Η προσευχή του Αγίου
πριν το σεπτό του μαρτύριο

     …Όταν έφτασαν στον τόπο της εκτελέσεως, ο άγιος Μηνάς, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και προσευχήθηκε με αυτά τα λόγια:
     «Σ᾿ ευχαριστώ, Κύριε και Θεέ μου, γιατί με καταξίωσες να υποφέρω όλα αυτά τα βασανιστήρια και να γίνω κοινωνός των παθημάτων Σου. Σ᾿ ευχαριστώ, που δεν επέτρεψες να με κερδίσουν οι αντίχριστοι, αλλά με φύλαξες σταθερόν ως το τέλος στην ομολογία Σου. Σε παρακαλώ, τώρα, παράλαβε την ψυχή μου και κάνε με άξιο της επουράνιας Βασιλείας Σου. Και δώσε την Χάρη και την βοήθειά Σου σ’ εκείνους που θα επικαλούνται το όνομά μου».
     Όταν τελείωσε την προσευχή του, γονάτισε, και ο δήμιος τού έκοψε το κεφάλι. 
     Ήταν 11 Νοεμβρίου, του έτους 296.


Β΄. Ο άγιος Μηνάς δωρίζει επική νίκη

     Ένα άλλο πολυθρύλητο θαύμα του αγίου Μεγαλομάρτυρα Μηνά έγινε κατά τις δύσκολες ημέρες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1939–1945). Μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα, λίγος Ελληνικός Στρατός πέρασε στην Αίγυπτο –πατρίδα του Αγίου Μηνά– και, από εκεί, συνέχισε να μάχεται για την απελευθέρωση της σκλαβωμένης Ελλάδας.
     Τον Οκτώβριο του 1942, σε αυτόν τον Πόλεμο, οι υπό την αρχηγία του Στρατάρχη του Γ΄ Ράιχ Έρβιν Ρόμμελ (1891–1944) δυνάμεις του Άξονα στην Αφρική είχαν καταφέρει να προελάσουν τόσο πολύ, ώστε να είναι πια ορατός ο κίνδυνος να φθάσουν και μέχρι τη Διώρυγα του Σουέζ. Στην περιοχή του «Ελ Αλαμέϊν» (αραβική παραφθορά του ονόματος του Αγίου Μηνά, που κατ’ ακρίβειαν μεταφράζεται «ο τόπος του Μηνά»), όπου βρισκόταν ερείπια ναού του Αγίου Μηνά και, κατά παράδοση, και ο τάφος του, οι αντίπαλες δυνάμεις προετοιμάζονταν για την αποφασιστική σύγκρουση, η οποία, θα έκρινε το μέλλον· το, εάν και κατά πόσο, οι Σύμμαχοι θα κατάφερναν να παραμείνουν στην Αφρική.
     Μεταξύ των συμμαχικών στρατευμάτων, βρισκόταν και Ελληνική στρατιωτική δύναμη, η οποία, πήρε τότε ενεργό μέρος στη μάχη. Σ’ ένα από τα αγωνιώδη βράδια εκείνα της παραμονής της διεξαγωγής της μάχης, πολλοί στρατιώτες είδαν τον άγιο Μηνά να βγαίνει μέσα από τα ερείπια του ναού του, οδηγώντας ένα καραβάνι με καμήλες, όπως απεικονίζεται σε μία από τις αγιογραφίες του ναού του, και να μπαίνει μέσα στο στρατόπεδο των εχθρικών δυνάμεων. Ο μεγάλος αυτός Στρατιωτικός Μάρτυς, παρουσιάστηκε σαν ένας άγνωστος έφιππος, που περιερχόταν το συμμαχικό στρατόπεδο και εμψύχωνε τους στρατιώτες. Εδραιώθηκε, έτσι, από τους Έλληνες στρατιώτες της Μ. Ανατολής η λαϊκή πίστη και πεποίθηση ότι, ο άγιος Μηνάς ήλθε υπέρμαχος και σωτήρας. 
     Η παράδοξη και δυναμική εμφάνιση αυτή του αγίου σκόρπισε σύγχυση και ταραχή, κατατρομάζοντας τους Γερμανούς και υπονομεύοντας καίρια το ηθικό τους, γεγονός που συνέβαλε καθοριστικά στη νίκη των Συμμαχικών Δυνάμεων. Έτσι, η πασίγνωστη «Μάχη του Ελ Αλαμέϊν» (23/10/1942–5/11/1942), θεωρείται πράγματι σπουδαία, για το λόγο ότι κατάφεραν οι Συμμαχικές Δυνάμεις να ανακόψουν την ιμπεριαλιστική πορεία του Ρόμμελ. Και αυτή η νικηφόρα έκβασή της βασίζεται εξ ολοκλήρου στη σωστική παρέμβαση του αγίου Μεγαλομάρτυρα Μηνά με την αφοπλιστική και σαρωτική δύναμη της παράδοξης εμφάνισής του!
     Σε ανταπόδοση της μεγάλης και αναπάντεχης ευεργεσίας αυτής του Αγίου, παραχωρήθηκε στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας ο τόπος εκείνος και ξανακτίσθηκε ο ναός καθώς και μοναστήρι του αγίου Μηνά. Η εορτή του Αγίου Μηνά τελέστηκε με μεγαλοπρέπεια στο ναό του αγίου Σάββα, χοροστατούντος του τότε Παναγιωτάτου Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας Χριστοφόρου Β΄, ο οποίος, και προέστη στην επινίκια και ευχαριστήρια δοξολογία την ίδια μέρα (11 Νοεμβρίου). 
     Την επιθυμία να επανιδρυθεί το παλαιό –πρώιμο βυζαντινό– κέντρο τιμής του Αγίου Μηνά στη Λιβυκή έρημο, κοντά στη Μαρεώτιδα λίμνη, πραγματοποίησε ο Κόπτης Πατριάρχης Κύριλλος ο ΣΤ΄, όπου στις 27 Νοεμβρίου του 1959, θεμελίωσε τη νέα εκκλησία, κοντά στην αρχαιολογική περιοχή της ιστορικής πόλης του. Έτσι, αναβίωσε η τιμή του Αγίου και, σήμερα, έχει αναπτυχθεί μια Κοπτική μοναστική κοινότητα.


Γ΄. Το χαμένο και παραχωμένο μουλάρι

     Ο άγιος Μηνάς ο Αιγύπτιος που εορτάζει στις 11 Νοεμβρίου, κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας, βοηθάει στην εύρεση χαμένων αντικειμένων. Ο Διονυσιάτης Μοναχός Λάζαρος (Κορδίλας· 1892–1974), μας αφηγείται ένα περιστατικό για τον άγιο Μηνά, το οποίο παρέλαβε από προφορική παράδοση, καταχωρώντας το στις γνωστές, για την κατανυκτικότητα και γλαφυρότητά τους, «Διονυσιάτικες Διηγήσεις» του.
     «Ο μακαριστός Γέρων της Μονής Διονυσίου Χαρίτων μού διηγήθηκε ένα εξαίσιο θαυματούργημα του αγίου Μηνά, το οποίο, σύμφωνα με τη διήγηση αυτού του Γέροντα, ακολουθεί ως εξής:
     “Περίπου το 1910, δηλαδή επί Τουρκοκρατίας ακόμη, ένας αλβανόφωνος χριστιανός, που ήταν αγωγιάτης των Καρυών του Αγίου Όρους, έχασε το μουλάρι του. Το αναζητούσε για πολλές μέρες και δεν τό ’βρισκε πουθενά. Προσέτρεξε γι’ αυτό το λόγο στον άγιο Μηνά. Έκανε μια Λειτουργία στο Σιμωνοπετρίτικο Κονάκι, όπου υπάρχει και μια εικόνα του Αγίου, παρακαλώντας τον άγιο να τον βοηθήσει να βρει το ζώο του. Μετά το τέλος της Λειτουργίας, πήρε το δρόμο από το κιόσκι προς τα κάτω για να κατέβει μέχρι την Κουτλουμουσιανή Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος.
     Κατεβαίνοντας λοιπόν το δρόμο και, συνάμα παρακαλώντας με το κομποσκοίνι του, έφτασε σε μια παλιά ασβεσταριά. Παρατηρώντας με προσοχή γύρω από τη γούρνα και μέσα της, είδε στην επιφάνεια κάτι να γυαλίζει. Πλησίασε πιο κοντά και είδε ότι αυτό που γυάλιζε ήταν ένα πέταλο παλιό. Κι αφού ανασκάλισε ίσαμε μια σπιθαμή –ω, οι εξαίσιες θαυματουργίες σου, Άγιε Μεγαλομάρτυς Μηνά!– βλέπει ότι το πέταλο ήταν στο πόδι ενός μουλαριού. Αφού πήρε ένα σκαπτικό εργαλείο, έσκαψε τη γη και ξέχωσε το παραχωμένο ζώο που ήταν το δικό του! Ειδοποίησε τότε την Ιερά Επιστασία και τον Τούρκο διοικητή και κατήγγειλε αυτόν που το έκανε αυτό· κάποιον συγχωριανό του αγωγιάτη, με τον οποίον είχε πριν από καιρό φιλονικήσει. Και αυτός, για να τον εκδικηθεί, του σκότωσε το μουλάρι και το έχωσε μέσα στην ασβεσταριά. Αλλά ο άγιος Μεγαλομάρτυς Μηνάς, μετά τη Λειτουργία, αποκάλυψε και το ζώο και αυτόν που το διέπραξε αυτό και τον παρέδωσε στη δικαιοσύνη”.
     Αυτά μου διηγήθηκε ο Γερο–Χαρίτων με πολλή ευχαρίστηση και αγάπη κι εγώ τα σημειώνω για τη δόξα και τιμή του αγίου Μεγαλομάρτυρος Μηνά. (22–8–1960)».


Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τοὺς μεγίστους ἀγῶνας τοῦ μαρτυρίου σου,
καρτεροψύχως ἀνύσας Μεγαλομάρτυς Μηνᾶ,
οὐρανίων δωρεῶν λαμπρῶς ἠξίωσαι,
καὶ θαυμάτων αὐτουργός, ἐκ Θεοῦ ἀναδειχθείς,
προστάτης ἡμῖν ἐδόθης, καὶ βοηθὸς ἐν ἀνάγκαις,
καὶ ἀντιλήπτωρ ἐναργέστατος.
Κοντάκιον.
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῆς στρατείας ἥρπασε τῆς ἐπικήρου,
καὶ ἀφθάρτου ἔδειξε, σὲ Ἀθλοφόρε κοινωνόν,
Μηνᾶ Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν,
ὁ τῶν Μαρτύρων ἀκήρατος στέφανος.
Μεγαλυνάριον.
Φύλαξ καὶ θερμότατος ἀρωγός,
πέλων Ἀθλοφόρε, τῶν καλούντων σε ἐν παντί,
πλήρου τὰς αἰτήσεις, Μηνᾶ θαυματοβρύτα,
τῶν πόθῳ ἐκζητούντων, τὴν σὴν ἀντίληψιν.



[(1) Ματθαίου Λαγγή:
«Μέγας Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. ΙΑ΄, σελ. 312–313, 319–321,
Αθήναι, 19985.
(2) Λαζάρου Μοναχού Διονυσιάτου:
«Διονυσιάτικαι Διηγήσεις»,
§66, σελ. 171–172,
Έκδοσις Ιερά Μονή Διονυσίου,
Άγιον Όρος, 1988.
(3) Γερασίμου Μοναχού
Μικραγιαννανίτου (†):
«Νέος Ενιαύσιος Στέφανος»,
σελ. 113–114,
Έκδοσις Καλύβης Τιμίου Προδρόμου,
Σκήτη Μικράς Αγίας Άννης,
Άγιον Όρος, 20062.
(4) «Μηναίον του Νοεμβρίου»,
σελ. 180–183,
Εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας»,
Αθήνα 1993.
(5) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
προσάρτηση και πληκτρολόγηση
κειμένων: π. Δαμιανός.]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.